• Σχόλιο του χρήστη 'Φ.Βήττου & Ι.Γιαννακίδου για Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών (ΙΝΕΡΠ)' | 16 Μαρτίου 2026, 12:32

    Άρθρο 4 Θετικά στοιχεία • Η αρχή είναι εν μέρει ορθή: η αντικατάσταση δικαιολογητικών που έχει η Διοίκηση με υπεύθυνη δήλωση (ΥΔ) ελαφρύνει τον πολίτη. Αποτελεί λογικό ενδιάμεσο βήμα μέχρι την πλήρη διαλειτουργικότητα. • Η ανάπτυξη κεντρικού μητρώου ανακληθεισών πράξεων (παρ. 7) συμβάλλει στην εγκυρότητα πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο. ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Η διάταξη του άρθρου 4 παρουσιάζεται ως βήμα απλούστευσης της διοικητικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα αποτελεί θεσμική οπισθοδρόμηση που μεταφέρει βάρη και κινδύνους από τη Διοίκηση στον πολίτη, παρακάμπτει τη μόνη βιώσιμη και σύγχρονη λύση — την ψηφιακοποίηση και τη διαλειτουργικότητα — και δημιουργεί νέες παθογένειες αντί να θεραπεύει τις υφιστάμενες. Χρησιμοποιεί τις δομικές αδυναμίες της Διοίκησης ως δικαιολογία για να εισάγει μια λύση που κινείται αντίθετα προς κάθε σύγχρονη αρχή ψηφιακής διακυβέρνησης. Παράλληλα, αγνοεί κατάφορα τον διοικητικό φόρτο που θα δημιουργήσει στη δημόσια διοίκηση, την ευθύνη που μετακυλεί στον υπάλληλο, την απουσία μηχανισμών εφαρμογής και προστασίας των υπαλλήλων. Σοβαρά προβλήματα • Παράκαμψη της πραγματικής λύσης: ψηφιακοποίηση και διαλειτουργικότητα. Η διαλειτουργικότητα μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών — δηλαδή η δυνατότητα μιας υπηρεσίας να αντλεί αυτόματα δεδομένα από άλλη — αποτελεί επιταγή της ψηφιακής στρατηγικής της χώρας, δεσμευτικό στόχο της Βίβλου Ψηφιακού Μετασχηματισμού και κατεύθυνση του ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου. Η τεχνολογία υπάρχει. Τα νομοθετικά εργαλεία υπάρχουν. Η δε διαλειτουργικότητα προβλέπεται ήδη στον ίδιο τον ΚΔΔ και έχει επεκταθεί σταδιακά. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση και η χρηματοδότηση για την πλήρη υλοποίησή της. Αντί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, το άρθρο 4 την παρακάμπτει, νομιμοποιεί την αποτυχία της Διοίκησης να ολοκληρώσει την ψηφιακή της μετάβαση και την παρουσιάζει ως «μεταρρύθμιση». Πρόκειται για λύση που κινείται αντίστροφα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού. • Ασάφεια ως προς το πεδίο εφαρμογής — ανασφάλεια δικαίου. Η διάταξη δεν ορίζει με σαφήνεια ποια δικαιολογητικά αντικαθίστανται από ΥΔ και ποια όχι. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος, δεν υπάρχει κριτήριο διαχωρισμού, δεν υπάρχει διαδικασία για τις περιπτώσεις στις οποίες η υπηρεσία αμφισβητεί την εφαρμογή της ΥΔ. Αυτό δημιουργεί ένα πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας: ο πολίτης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων αν η αίτησή του πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νέας διαδικασίας, ούτε αν η υπηρεσία θα την αποδεχθεί. Η Διοίκηση, από την πλευρά της, καλείται να εφαρμόσει μια διάταξη χωρίς σαφή όρια, γεγονός που θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ανομοιόμορφη εφαρμογή μεταξύ υπηρεσιών, φορέων και περιφερειών. • Κατάργηση de facto αυτεπάγγελτης αναζήτησης;; Η αντικατάσταση της παρ. 6 ΚΔΔ καταργεί την υφιστάμενη υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών, την οποία η Διοίκηση ήδη όφειλε;; Η νέα ρύθμιση αφαιρεί από τον πολίτη προστασία που ήδη είχε, χωρίς επαρκή αντιστάθμισμα. Ήταν η λογική συνέπεια της αρχής ότι το κράτος δεν μπορεί να ζητά επανειλημμένα από τον πολίτη ό,τι ήδη κατέχει. Η νέα διάταξη καταργεί αυτήν την υποχρέωση και την αντικαθιστά με ένα σύστημα στο οποίο ο πολίτης δήθεν «εξυπηρετείται γρηγορότερα» με αντάλλαγμα την ανάληψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης για τη γνησιότητα στοιχείων που η Διοίκηση ήδη γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει. Αυτό δεν είναι απλούστευση. Είναι μετακύλιση ευθύνης. • Η τρίμηνη προθεσμία ελέγχου είναι στην πράξη ανεφάρμοστη. Η πρόβλεψη ελέγχου «εντός τριών μηνών» είναι, εξ αρχής, ανέφικτη. Οι υπηρεσίες που σήμερα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνήθεις προθεσμίες διεκπεραίωσης, που λειτουργούν χρονίως υποστελεχωμένες, και που δεν διαθέτουν τα πληροφοριακά συστήματα διαλειτουργικότητας που η διάταξη προϋποθέτει, δεν πρόκειται να ελέγξουν συστηματικά εκατοντάδες ή χιλιάδες ΥΔ ανά μήνα εντός τριμήνου. Στην πράξη, ο έλεγχος είτε δεν θα γίνεται καθόλου είτε θα γίνεται αποσπασματικά και ανομοιόμορφα. Η ΥΔ θα καταλήξει να λειτουργεί ως de facto μόνιμη αντικατάσταση δικαιολογητικών — χωρίς όμως την ασφάλεια που ένα τέτοιο σύστημα απαιτεί. • Κίνδυνος διακίνησης πλαστών/ψευδών δηλώσεων: Η ΥΔ σε έντυπη μορφή δεν παρέχει επαρκή εγγύηση γνησιότητας. Η ανεξέλεγκτη υποβολή έντυπων ΥΔ ανοίγει παράθυρο κατάχρησης σε εθνική κλίμακα. • Ο κίνδυνος για τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Το σύστημα της ΥΔ με εκ των υστέρων έλεγχο ενέχει έναν κίνδυνο που η διάταξη υποτιμά ή αγνοεί εντελώς: τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Ο πολίτης υποβάλλει ΥΔ, λαμβάνει την πράξη — άδεια, έγκριση, παροχή — και βασίζεται σε αυτήν: επενδύει, αναλαμβάνει υποχρεώσεις, σχεδιάζει. Μήνες αργότερα, η υπηρεσία διαπιστώνει ανακρίβεια — έστω και από δικό της λάθος ή από ελλιπή αρχεία — και ανακαλεί την πράξη αναδρομικά. Ο πολίτης βρίσκεται χωρίς άδεια, χωρίς παροχή, με οικονομική ζημία και ενδεχομένως με ποινική εκκρεμότητα, χωρίς να έχει ενεργήσει εν γνώσει του με ψευδή στοιχεία. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αρχή της ασφάλειας δικαίου — θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου και της νομολογίας του ΣτΕ — καταλύονται. • Υπερφόρτωση Εισαγγελιών: Κάθε ανακριβής ΥΔ γνωστοποιείται αμελλητί στην αρμόδια Εισαγγελία. Δεδομένης της εθνικής εφαρμογής, αυτό μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες νέες υποθέσεις, παραλύοντας ήδη επιβαρημένες Εισαγγελίες. Η συνέπεια δεν θα είναι αυστηρότερη αποτροπή, αλλά αδυναμία αντιμετώπισης, ομαδική αρχειοθέτηση και τελική κατάρρευση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ρύθμισης. • Αοριστία ως προς τον έλεγχο: Δεν διευκρινίζεται ποιος ελέγχει ότι πράγματι διενεργείται η επαλήθευση εντός τριμήνου, ούτε τι γίνεται αν η υπηρεσία αδυνατεί να εντοπίσει τα δεδομένα. • Αόριστα κριτήρια προστίμου: Το εύρος 2.000–10.000 ευρώ «ανάλογα με το όφελος» αφήνει υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια χωρίς αντικειμενικά κριτήρια. • Αδιευκρίνιστο χρονικό όριο τήρησης μιας υπόθεσης στο μητρώο. • Η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «άμεσα» χωρίς συγκεκριμένο χρονικό όριο. Η χρήση αόριστων όρων αντιβαίνει στους κανόνες καλής νομοθέτησης. Στην πράξη δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τον πολίτη όσο και για τη διοίκηση. • Αρνητικός συνδυασμός με άρθρο 3: Η σχέση μεταξύ ΥΔ (άρθρο 4) και βεβαιώσεων πιστοποιημένων επαγγελματιών (άρθρο 3) δεν ορίζεται — λειτουργούν εναλλακτικά ή συμπληρωματικά; Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται το καθένα; Προτάσεις • Να διατηρηθεί ρητά η αυτεπάγγελτη αναζήτηση ως πρωτεύουσα υποχρέωση της Διοίκησης, με την υπεύθυνη δήλωση να λειτουργεί αποκλειστικά ως μεταβατικό μέτρο σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας διαλειτουργικότητας. Ειδικότερα προτείνεται η εξής διατύπωση: «Η αρμόδια υπηρεσία αναζητά αυτεπαγγέλτως τα έγγραφα, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή στοιχεία που τηρούνται σε αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Εφόσον η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δεν είναι εφικτή λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας και μέχρι την άρση αυτής, ο ενδιαφερόμενος δύναται, κατ' εξαίρεση, να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.» • Να προβλεφθεί αποκλειστικά ψηφιακή υποβολή ΥΔ μέσω gov.gr με αυθεντικοποίηση TAXISNET/eIDAS, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα πλαστογράφησης. • Να ορισθούν αντικειμενικά κριτήρια βαθμονόμησης προστίμου με κλίμακα βάσει τύπου παράβασης, οφέλους και υποτροπής. • Να προβλεφθούν συγκεκριμένες, αποκλειστικές προθεσμίες. • Να εξειδικευτεί η πειθαρχική κύρωση για την υπηρεσία που παραλείπει τον έλεγχο. Η γενική παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ βλάπτει ενεργά τον υπάλληλο που καλείται να την εφαρμόσει, χωρίς να του παρέχει ούτε τα μέσα ούτε την ασφάλεια που αυτή η εφαρμογή απαιτεί. Να αντικατασταθεί με ρητή πρόβλεψη του εφαρμοστέου παραπτώματος.