- Η παρ. 6 του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), περί αιτήσεων προς τη Διοίκηση, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Όταν, για να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτούνται έγγραφα, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή στοιχεία που τηρούνται σε αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αυτά δεν μπορούν να αντληθούν μέσω διαλειτουργικότητας ή άλλης διαδικασίας άμεσης λήψης, ο ενδιαφερόμενος δύναται να τα αντικαθιστά με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), η οποία χορηγείται, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, από την υπηρεσία υποδοχής του αιτήματος. Με την υπεύθυνη δήλωση ο ενδιαφερόμενος δηλώνει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματός του που συνδέονται με τα δικαιολογητικά του πρώτου εδαφίου. Η αρμόδια υπηρεσία εκδίδει, αμέσως μετά την υποβολή του αιτήματος και της υπεύθυνης δήλωσης του ενδιαφερομένου, τη διοικητική πράξη με την οποία αποδέχεται το αίτημά του και αναζητεί αμελλητί τις πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά από τα αντίστοιχα αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Μετά από την αποδοχή του αιτήματος και τη λήψη των σχετικών πληροφοριών ή δικαιολογητικών, η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει την ακρίβεια της υπεύθυνης δήλωσης το αργότερο εντός τριών (3) μηνών και, αν διαπιστώσει ότι αυτή είναι ανακριβής: α) ανακαλεί τη διοικητική πράξη με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα, β) επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ανάλογα με το όφελος που αποκόμισε ο ενδιαφερόμενος, γ) γνωστοποιεί στην αρμόδια Εισαγγελία την τέλεση του ποινικού αδικήματος της υποβολής ψευδούς δήλωσης της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, δ) προβαίνει σε όλες τις ενέργειες για την ανάκτηση οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους αποκόμισε ο ενδιαφερόμενος και ε) ενημερώνει το κεντρικό μητρώο της παρ. 7 για την ανάκληση της διοικητικής πράξης. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται εφόσον το αίτημα του ενδιαφερόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου αφορά σε πάσης φύσεως οικονομική απαίτηση κατά του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.».
- Στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προστίθενται παρ. 7, 8 και 9 ως εξής:
«7. Στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης λειτουργεί κεντρικό μητρώο καταχώρισης των ανακληθεισών διοικητικών πράξεων της παρ. 6.
- Η αρμόδια υπηρεσία δεν ικανοποιεί το αίτημα του ενδιαφερομένου στις εξής περιπτώσεις:
α) αν το αίτημα είναι απορριπτέο για λόγο που δεν σχετίζεται με τα στοιχεία της παρ. 6,
β) αν η υπεύθυνη δήλωση είναι προδήλως ανακριβής και η ανακρίβεια προκύπτει από στοιχεία που η αρμόδια αρχή διαθέτει κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος ή
γ) αν αρμόδια αρχή έχει ήδη ανακαλέσει διοικητική πράξη βάσει προγενέστερου αιτήματος του ενδιαφερόμενου.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ορίζονται: α) τα τηρούμενα στο μητρώο στοιχεία, β) τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις, τους εξουσιοδοτημένους χρήστες, τους όρους χρήσης και τον τρόπο ενημέρωσης του μητρώου της παρ. 7, γ) οι απαιτούμενες διαλειτουργικότητες με άλλα πληροφοριακά συστήματα και μητρώα του δημόσιου τομέα, δ) τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ε) οι διαδικασίες βεβαίωσης και είσπραξης των διοικητικών προστίμων της περ. β) της παρ. 6, στ) ο τρόπος και η διαδικασία διάθεσης των πόρων που προέρχονται από την επιβολή των κυρώσεων, καθώς και ζ) κάθε τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα για τη λειτουργία του μητρώου.».





Άρθρο 4
(Αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση – τροποποίηση άρθρου 3 ΚΔΔ)
Κύρια σημεία σχολιασμού:
Η διεύρυνση της χρήσης υπεύθυνων δηλώσεων θεωρείται θετική για τη μείωση γραφειοκρατίας.
Ωστόσο προτείνεται:
να ενισχυθούν οι μηχανισμοί ελέγχου,
να προβλεφθούν κυρώσεις σε περιπτώσεις ψευδών δηλώσεων.
Στο άρθρο 4, που αφορά την αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση στο πλαίσιο του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, θα μπορούσε να προβλεφθεί ρητά η χρήση ψηφιακής υπογραφής για την υποβολή των σχετικών δηλώσεων και εγγράφων.
Η αξιοποίηση της ψηφιακής υπογραφής θα ενίσχυε την ασφάλεια και τη γνησιότητα των δηλώσεων, διασφαλίζοντας την ταυτοποίηση του υπογράφοντος και την ακεραιότητα του εγγράφου. Παράλληλα, θα διευκόλυνε την πλήρη ηλεκτρονικοποίηση της διαδικασίας, περιορίζοντας τη φυσική παρουσία του πολίτη στις δημόσιες υπηρεσίες και μειώνοντας τη διοικητική επιβάρυνση.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προστεθεί διάταξη που να προβλέπει ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις και τα σχετικά έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται ηλεκτρονικά με χρήση αναγνωρισμένης ψηφιακής υπογραφής ή μέσω των ψηφιακών υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης.
Άρθρο 4
Θετικά στοιχεία
• Η αρχή είναι εν μέρει ορθή: η αντικατάσταση δικαιολογητικών που έχει η Διοίκηση με υπεύθυνη δήλωση (ΥΔ) ελαφρύνει τον πολίτη. Αποτελεί λογικό ενδιάμεσο βήμα μέχρι την πλήρη διαλειτουργικότητα.
• Η ανάπτυξη κεντρικού μητρώου ανακληθεισών πράξεων (παρ. 7) συμβάλλει στην εγκυρότητα πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Η διάταξη του άρθρου 4 παρουσιάζεται ως βήμα απλούστευσης της διοικητικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα αποτελεί θεσμική οπισθοδρόμηση που μεταφέρει βάρη και κινδύνους από τη Διοίκηση στον πολίτη, παρακάμπτει τη μόνη βιώσιμη και σύγχρονη λύση — την ψηφιακοποίηση και τη διαλειτουργικότητα — και δημιουργεί νέες παθογένειες αντί να θεραπεύει τις υφιστάμενες. Χρησιμοποιεί τις δομικές αδυναμίες της Διοίκησης ως δικαιολογία για να εισάγει μια λύση που κινείται αντίθετα προς κάθε σύγχρονη αρχή ψηφιακής διακυβέρνησης. Παράλληλα, αγνοεί κατάφορα τον διοικητικό φόρτο που θα δημιουργήσει στη δημόσια διοίκηση, την ευθύνη που μετακυλεί στον υπάλληλο, την απουσία μηχανισμών εφαρμογής και προστασίας των υπαλλήλων.
Σοβαρά προβλήματα
• Παράκαμψη της πραγματικής λύσης: ψηφιακοποίηση και διαλειτουργικότητα. Η διαλειτουργικότητα μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών — δηλαδή η δυνατότητα μιας υπηρεσίας να αντλεί αυτόματα δεδομένα από άλλη — αποτελεί επιταγή της ψηφιακής στρατηγικής της χώρας, δεσμευτικό στόχο της Βίβλου Ψηφιακού Μετασχηματισμού και κατεύθυνση του ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου. Η τεχνολογία υπάρχει. Τα νομοθετικά εργαλεία υπάρχουν. Η δε διαλειτουργικότητα προβλέπεται ήδη στον ίδιο τον ΚΔΔ και έχει επεκταθεί σταδιακά. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση και η χρηματοδότηση για την πλήρη υλοποίησή της. Αντί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, το άρθρο 4 την παρακάμπτει, νομιμοποιεί την αποτυχία της Διοίκησης να ολοκληρώσει την ψηφιακή της μετάβαση και την παρουσιάζει ως «μεταρρύθμιση». Πρόκειται για λύση που κινείται αντίστροφα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού.
• Ασάφεια ως προς το πεδίο εφαρμογής — ανασφάλεια δικαίου. Η διάταξη δεν ορίζει με σαφήνεια ποια δικαιολογητικά αντικαθίστανται από ΥΔ και ποια όχι. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος, δεν υπάρχει κριτήριο διαχωρισμού, δεν υπάρχει διαδικασία για τις περιπτώσεις στις οποίες η υπηρεσία αμφισβητεί την εφαρμογή της ΥΔ. Αυτό δημιουργεί ένα πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας: ο πολίτης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων αν η αίτησή του πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νέας διαδικασίας, ούτε αν η υπηρεσία θα την αποδεχθεί. Η Διοίκηση, από την πλευρά της, καλείται να εφαρμόσει μια διάταξη χωρίς σαφή όρια, γεγονός που θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ανομοιόμορφη εφαρμογή μεταξύ υπηρεσιών, φορέων και περιφερειών.
• Κατάργηση de facto αυτεπάγγελτης αναζήτησης;; Η αντικατάσταση της παρ. 6 ΚΔΔ καταργεί την υφιστάμενη υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών, την οποία η Διοίκηση ήδη όφειλε;; Η νέα ρύθμιση αφαιρεί από τον πολίτη προστασία που ήδη είχε, χωρίς επαρκή αντιστάθμισμα. Ήταν η λογική συνέπεια της αρχής ότι το κράτος δεν μπορεί να ζητά επανειλημμένα από τον πολίτη ό,τι ήδη κατέχει. Η νέα διάταξη καταργεί αυτήν την υποχρέωση και την αντικαθιστά με ένα σύστημα στο οποίο ο πολίτης δήθεν «εξυπηρετείται γρηγορότερα» με αντάλλαγμα την ανάληψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης για τη γνησιότητα στοιχείων που η Διοίκηση ήδη γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει. Αυτό δεν είναι απλούστευση. Είναι μετακύλιση ευθύνης.
• Η τρίμηνη προθεσμία ελέγχου είναι στην πράξη ανεφάρμοστη. Η πρόβλεψη ελέγχου «εντός τριών μηνών» είναι, εξ αρχής, ανέφικτη. Οι υπηρεσίες που σήμερα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνήθεις προθεσμίες διεκπεραίωσης, που λειτουργούν χρονίως υποστελεχωμένες, και που δεν διαθέτουν τα πληροφοριακά συστήματα διαλειτουργικότητας που η διάταξη προϋποθέτει, δεν πρόκειται να ελέγξουν συστηματικά εκατοντάδες ή χιλιάδες ΥΔ ανά μήνα εντός τριμήνου. Στην πράξη, ο έλεγχος είτε δεν θα γίνεται καθόλου είτε θα γίνεται αποσπασματικά και ανομοιόμορφα. Η ΥΔ θα καταλήξει να λειτουργεί ως de facto μόνιμη αντικατάσταση δικαιολογητικών — χωρίς όμως την ασφάλεια που ένα τέτοιο σύστημα απαιτεί.
• Κίνδυνος διακίνησης πλαστών/ψευδών δηλώσεων: Η ΥΔ σε έντυπη μορφή δεν παρέχει επαρκή εγγύηση γνησιότητας. Η ανεξέλεγκτη υποβολή έντυπων ΥΔ ανοίγει παράθυρο κατάχρησης σε εθνική κλίμακα.
• Ο κίνδυνος για τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Το σύστημα της ΥΔ με εκ των υστέρων έλεγχο ενέχει έναν κίνδυνο που η διάταξη υποτιμά ή αγνοεί εντελώς: τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Ο πολίτης υποβάλλει ΥΔ, λαμβάνει την πράξη — άδεια, έγκριση, παροχή — και βασίζεται σε αυτήν: επενδύει, αναλαμβάνει υποχρεώσεις, σχεδιάζει. Μήνες αργότερα, η υπηρεσία διαπιστώνει ανακρίβεια — έστω και από δικό της λάθος ή από ελλιπή αρχεία — και ανακαλεί την πράξη αναδρομικά. Ο πολίτης βρίσκεται χωρίς άδεια, χωρίς παροχή, με οικονομική ζημία και ενδεχομένως με ποινική εκκρεμότητα, χωρίς να έχει ενεργήσει εν γνώσει του με ψευδή στοιχεία. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αρχή της ασφάλειας δικαίου — θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου και της νομολογίας του ΣτΕ — καταλύονται.
• Υπερφόρτωση Εισαγγελιών: Κάθε ανακριβής ΥΔ γνωστοποιείται αμελλητί στην αρμόδια Εισαγγελία. Δεδομένης της εθνικής εφαρμογής, αυτό μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες νέες υποθέσεις, παραλύοντας ήδη επιβαρημένες Εισαγγελίες. Η συνέπεια δεν θα είναι αυστηρότερη αποτροπή, αλλά αδυναμία αντιμετώπισης, ομαδική αρχειοθέτηση και τελική κατάρρευση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ρύθμισης.
• Αοριστία ως προς τον έλεγχο: Δεν διευκρινίζεται ποιος ελέγχει ότι πράγματι διενεργείται η επαλήθευση εντός τριμήνου, ούτε τι γίνεται αν η υπηρεσία αδυνατεί να εντοπίσει τα δεδομένα.
• Αόριστα κριτήρια προστίμου: Το εύρος 2.000–10.000 ευρώ «ανάλογα με το όφελος» αφήνει υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια χωρίς αντικειμενικά κριτήρια.
• Αδιευκρίνιστο χρονικό όριο τήρησης μιας υπόθεσης στο μητρώο.
• Η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «άμεσα» χωρίς συγκεκριμένο χρονικό όριο. Η χρήση αόριστων όρων αντιβαίνει στους κανόνες καλής νομοθέτησης. Στην πράξη δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τον πολίτη όσο και για τη διοίκηση.
• Αρνητικός συνδυασμός με άρθρο 3: Η σχέση μεταξύ ΥΔ (άρθρο 4) και βεβαιώσεων πιστοποιημένων επαγγελματιών (άρθρο 3) δεν ορίζεται — λειτουργούν εναλλακτικά ή συμπληρωματικά; Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται το καθένα;
Προτάσεις
• Να διατηρηθεί ρητά η αυτεπάγγελτη αναζήτηση ως πρωτεύουσα υποχρέωση της Διοίκησης, με την υπεύθυνη δήλωση να λειτουργεί αποκλειστικά ως μεταβατικό μέτρο σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας διαλειτουργικότητας. Ειδικότερα προτείνεται η εξής διατύπωση:
«Η αρμόδια υπηρεσία αναζητά αυτεπαγγέλτως τα έγγραφα, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή στοιχεία που τηρούνται σε αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Εφόσον η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δεν είναι εφικτή λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας και μέχρι την άρση αυτής, ο ενδιαφερόμενος δύναται, κατ’ εξαίρεση, να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.»
• Να προβλεφθεί αποκλειστικά ψηφιακή υποβολή ΥΔ μέσω gov.gr με αυθεντικοποίηση TAXISNET/eIDAS, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα πλαστογράφησης.
• Να ορισθούν αντικειμενικά κριτήρια βαθμονόμησης προστίμου με κλίμακα βάσει τύπου παράβασης, οφέλους και υποτροπής.
• Να προβλεφθούν συγκεκριμένες, αποκλειστικές προθεσμίες.
• Να εξειδικευτεί η πειθαρχική κύρωση για την υπηρεσία που παραλείπει τον έλεγχο. Η γενική παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ βλάπτει ενεργά τον υπάλληλο που καλείται να την εφαρμόσει, χωρίς να του παρέχει ούτε τα μέσα ούτε την ασφάλεια που αυτή η εφαρμογή απαιτεί. Να αντικατασταθεί με ρητή πρόβλεψη του εφαρμοστέου παραπτώματος.
Με το άρθρο νόμου προτείνεται μια αλλαγή η οποία ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη νομιμότητα και την αξιοπιστία της διοικητικής διαδικασίας. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η πρακτική αυτή να οδηγήσει σε συστηματική διακίνηση δηλώσεων και εγγράφων των οποίων η γνησιότητα και η ταυτότητα δεν θα μπορούν να επαληθευτούν με επαρκή και έγκυρο τρόπο.
Είναι επιβεβλημένο οι υπεύθυνες δηλώσεις και τα συναφή έγγραφα να υποβάλλονται ηλεκτρονικά με χρήση αναγνωρισμένης ψηφιακής υπογραφής ή μέσω των επίσημων ψηφιακών υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης.
Σε κάθε άλλη περίπτωση εξυπηρετείται η ταχύτητα και όχι η αξιοπιστία. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για την ενίσχυση του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού.
Άρθρο 4 – Αντικατάσταση Δικαιολογητικών με Υπεύθυνη Δήλωση
Θετικά στοιχεία
• Η αρχή είναι εν μέρει ορθή: η αντικατάσταση δικαιολογητικών που έχει η Διοίκηση με υπεύθυνη δήλωση (ΥΔ) ελαφρύνει τον πολίτη. Αποτελεί λογικό ενδιάμεσο βήμα μέχρι την πλήρη διαλειτουργικότητα.
• Η ανάπτυξη κεντρικού μητρώου ανακληθεισών πράξεων (παρ. 7) συμβάλλει στην εγκυρότητα πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Η διάταξη του άρθρου 4 παρουσιάζεται ως βήμα απλούστευσης της διοικητικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα αποτελεί θεσμική οπισθοδρόμηση που μεταφέρει βάρη και κινδύνους από τη Διοίκηση στον πολίτη, παρακάμπτει τη μόνη βιώσιμη και σύγχρονη λύση — την ψηφιακοποίηση και τη διαλειτουργικότητα — και δημιουργεί νέες παθογένειες αντί να θεραπεύει τις υφιστάμενες. Χρησιμοποιεί τις δομικές αδυναμίες της Διοίκησης ως δικαιολογία για να εισάγει μια λύση που κινείται αντίθετα προς κάθε σύγχρονη αρχή ψηφιακής διακυβέρνησης. Παράλληλα, αγνοεί κατάφορα τον διοικητικό φόρτο που θα δημιουργήσει στη δημόσια διοίκηση, την ευθύνη που μετακυλεί στον υπάλληλο, την απουσία μηχανισμών εφαρμογής και προστασίας των υπαλλήλων.
Σοβαρά προβλήματα
• Παράκαμψη της πραγματικής λύσης: ψηφιακοποίηση και διαλειτουργικότητα. Η διαλειτουργικότητα μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών — δηλαδή η δυνατότητα μιας υπηρεσίας να αντλεί αυτόματα δεδομένα από άλλη — αποτελεί επιταγή της ψηφιακής στρατηγικής της χώρας, δεσμευτικό στόχο της Βίβλου Ψηφιακού Μετασχηματισμού και κατεύθυνση του ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου. Η τεχνολογία υπάρχει. Τα νομοθετικά εργαλεία υπάρχουν. Η δε διαλειτουργικότητα προβλέπεται ήδη στον ίδιο τον ΚΔΔ και έχει επεκταθεί σταδιακά. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση και η χρηματοδότηση για την πλήρη υλοποίησή της. Αντί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, το άρθρο 4 την παρακάμπτει, νομιμοποιεί την αποτυχία της Διοίκησης να ολοκληρώσει την ψηφιακή της μετάβαση και την παρουσιάζει ως «μεταρρύθμιση». Πρόκειται για λύση που κινείται αντίστροφα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού.
• Ασάφεια ως προς το πεδίο εφαρμογής — ανασφάλεια δικαίου. Η διάταξη δεν ορίζει με σαφήνεια ποια δικαιολογητικά αντικαθίστανται από ΥΔ και ποια όχι. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος, δεν υπάρχει κριτήριο διαχωρισμού, δεν υπάρχει διαδικασία για τις περιπτώσεις στις οποίες η υπηρεσία αμφισβητεί την εφαρμογή της ΥΔ. Αυτό δημιουργεί ένα πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας: ο πολίτης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων αν η αίτησή του πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νέας διαδικασίας, ούτε αν η υπηρεσία θα την αποδεχθεί. Η Διοίκηση, από την πλευρά της, καλείται να εφαρμόσει μια διάταξη χωρίς σαφή όρια, γεγονός που θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ανομοιόμορφη εφαρμογή μεταξύ υπηρεσιών, φορέων και περιφερειών.
• Κατάργηση de facto αυτεπάγγελτης αναζήτησης;; Η αντικατάσταση της παρ. 6 ΚΔΔ καταργεί την υφιστάμενη υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών, την οποία η Διοίκηση ήδη όφειλε;; Η νέα ρύθμιση αφαιρεί από τον πολίτη προστασία που ήδη είχε, χωρίς επαρκή αντιστάθμισμα. Ήταν η λογική συνέπεια της αρχής ότι το κράτος δεν μπορεί να ζητά επανειλημμένα από τον πολίτη ό,τι ήδη κατέχει. Η νέα διάταξη καταργεί αυτήν την υποχρέωση και την αντικαθιστά με ένα σύστημα στο οποίο ο πολίτης δήθεν «εξυπηρετείται γρηγορότερα» με αντάλλαγμα την ανάληψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης για τη γνησιότητα στοιχείων που η Διοίκηση ήδη γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει. Αυτό δεν είναι απλούστευση. Είναι μετακύλιση ευθύνης.
• Η τρίμηνη προθεσμία ελέγχου είναι στην πράξη ανεφάρμοστη. Η πρόβλεψη ελέγχου «εντός τριών μηνών» είναι, εξ αρχής, ανέφικτη. Οι υπηρεσίες που σήμερα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνήθεις προθεσμίες διεκπεραίωσης, που λειτουργούν χρονίως υποστελεχωμένες, και που δεν διαθέτουν τα πληροφοριακά συστήματα διαλειτουργικότητας που η διάταξη προϋποθέτει, δεν πρόκειται να ελέγξουν συστηματικά εκατοντάδες ή χιλιάδες ΥΔ ανά μήνα εντός τριμήνου. Στην πράξη, ο έλεγχος είτε δεν θα γίνεται καθόλου είτε θα γίνεται αποσπασματικά και ανομοιόμορφα. Η ΥΔ θα καταλήξει να λειτουργεί ως de facto μόνιμη αντικατάσταση δικαιολογητικών — χωρίς όμως την ασφάλεια που ένα τέτοιο σύστημα απαιτεί.
• Κίνδυνος διακίνησης πλαστών/ψευδών δηλώσεων: Η ΥΔ σε έντυπη μορφή δεν παρέχει επαρκή εγγύηση γνησιότητας. Η ανεξέλεγκτη υποβολή έντυπων ΥΔ ανοίγει παράθυρο κατάχρησης σε εθνική κλίμακα.
• Ο κίνδυνος για τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Το σύστημα της ΥΔ με εκ των υστέρων έλεγχο ενέχει έναν κίνδυνο που η διάταξη υποτιμά ή αγνοεί εντελώς: τον πολίτη που ενήργησε καλόπιστα. Ο πολίτης υποβάλλει ΥΔ, λαμβάνει την πράξη — άδεια, έγκριση, παροχή — και βασίζεται σε αυτήν: επενδύει, αναλαμβάνει υποχρεώσεις, σχεδιάζει. Μήνες αργότερα, η υπηρεσία διαπιστώνει ανακρίβεια — έστω και από δικό της λάθος ή από ελλιπή αρχεία — και ανακαλεί την πράξη αναδρομικά. Ο πολίτης βρίσκεται χωρίς άδεια, χωρίς παροχή, με οικονομική ζημία και ενδεχομένως με ποινική εκκρεμότητα, χωρίς να έχει ενεργήσει εν γνώσει του με ψευδή στοιχεία. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αρχή της ασφάλειας δικαίου — θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου και της νομολογίας του ΣτΕ — καταλύονται.
• Υπερφόρτωση Εισαγγελιών: Κάθε ανακριβής ΥΔ γνωστοποιείται αμελλητί στην αρμόδια Εισαγγελία. Δεδομένης της εθνικής εφαρμογής, αυτό μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες νέες υποθέσεις, παραλύοντας ήδη επιβαρημένες Εισαγγελίες. Η συνέπεια δεν θα είναι αυστηρότερη αποτροπή, αλλά αδυναμία αντιμετώπισης, ομαδική αρχειοθέτηση και τελική κατάρρευση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ρύθμισης.
• Αοριστία ως προς τον έλεγχο: Δεν διευκρινίζεται ποιος ελέγχει ότι πράγματι διενεργείται η επαλήθευση εντός τριμήνου, ούτε τι γίνεται αν η υπηρεσία αδυνατεί να εντοπίσει τα δεδομένα.
• Αόριστα κριτήρια προστίμου: Το εύρος 2.000–10.000 ευρώ «ανάλογα με το όφελος» αφήνει υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια χωρίς αντικειμενικά κριτήρια.
• Αδιευκρίνιστο χρονικό όριο τήρησης μιας υπόθεσης στο μητρώο.
• Η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «άμεσα» χωρίς συγκεκριμένο χρονικό όριο. Η χρήση αόριστων όρων αντιβαίνει στους κανόνες καλής νομοθέτησης. Στην πράξη δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τον πολίτη όσο και για τη διοίκηση.
• Αρνητικός συνδυασμός με άρθρο 3: Η σχέση μεταξύ ΥΔ (άρθρο 4) και βεβαιώσεων πιστοποιημένων επαγγελματιών (άρθρο 3) δεν ορίζεται — λειτουργούν εναλλακτικά ή συμπληρωματικά; Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται το καθένα;
Προτάσεις
• Να διατηρηθεί ρητά η αυτεπάγγελτη αναζήτηση ως πρωτεύουσα υποχρέωση της Διοίκησης, με την υπεύθυνη δήλωση να λειτουργεί αποκλειστικά ως μεταβατικό μέτρο σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας διαλειτουργικότητας. Ειδικότερα προτείνεται η εξής διατύπωση:
«Η αρμόδια υπηρεσία αναζητά αυτεπαγγέλτως τα έγγραφα, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή στοιχεία που τηρούνται σε αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Εφόσον η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δεν είναι εφικτή λόγω αποδεδειγμένης τεχνικής αδυναμίας και μέχρι την άρση αυτής, ο ενδιαφερόμενος δύναται, κατ’ εξαίρεση, να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.»
• Να προβλεφθεί αποκλειστικά ψηφιακή υποβολή ΥΔ μέσω gov.gr με αυθεντικοποίηση TAXISNET/eIDAS, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα πλαστογράφησης.
• Να ορισθούν αντικειμενικά κριτήρια βαθμονόμησης προστίμου με κλίμακα βάσει τύπου παράβασης, οφέλους και υποτροπής.
• Να προβλεφθούν συγκεκριμένες, αποκλειστικές προθεσμίες.
• Να εξειδικευτεί η πειθαρχική κύρωση για την υπηρεσία που παραλείπει τον έλεγχο. Η γενική παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ βλάπτει ενεργά τον υπάλληλο που καλείται να την εφαρμόσει, χωρίς να του παρέχει ούτε τα μέσα ούτε την ασφάλεια που αυτή η εφαρμογή απαιτεί. Να αντικατασταθεί με ρητή πρόβλεψη του εφαρμοστέου παραπτώματος.
Μπράβο στην πρωτοβουλία για αντικατάσταση των δικαιολογητικών με Υπεύθυνη Δήλωση, η οποία ωστόσο θα πρέπει να υποβάλλεται μόνο μέσω GOV!Aποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο. Οτιδήποτε άλλο είναι επίφοβο για την κρατική μηχανή !
ΟΙ ΥΔ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΕ ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ , ΑΛΛΙΩΣ ΕΛΟΧΕΥΕΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΚΗΝΗΣΗΣ ΠΛΑΣΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
το άρθρο 4, το οποίο αφορά την αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση στο πλαίσιο του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα υποβολής των σχετικών δηλώσεων και εγγράφων με χρήση αναγνωρισμένης ψηφιακής υπογραφής.
Η αξιοποίηση της ψηφιακής υπογραφής αποτελεί βασική εγγύηση για την ασφάλεια των διοικητικών συναλλαγών, καθώς διασφαλίζει την αξιόπιστη ταυτοποίηση του υπογράφοντος και την ακεραιότητα του εγγράφου. Παράλληλα, επιτρέπει την ουσιαστική ηλεκτρονικοποίηση της διαδικασίας, περιορίζοντας την ανάγκη φυσικής παρουσίας των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες και μειώνοντας τη διοικητική επιβάρυνση.
Αντιθέτως, η διατήρηση της υποβολής υπεύθυνων δηλώσεων σε έγχαρτη μορφή, χωρίς την υποχρεωτική χρήση ασφαλών ψηφιακών μηχανισμών ταυτοποίησης, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη νομιμότητα και την αξιοπιστία της διοικητικής διαδικασίας. Η πρακτική αυτή δύναται να οδηγήσει στη συστηματική διακίνηση δηλώσεων και εγγράφων των οποίων η γνησιότητα και η ταυτότητα του δηλούντος δεν μπορούν να επαληθευθούν με επαρκή τρόπο, δημιουργώντας έτσι σωρεία εγγράφων δυνητικά μη νόμιμων ή αμφισβητήσιμης προέλευσης και υπονομεύοντας την ασφάλεια δικαίου.
Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται επιβεβλημένη η πρόβλεψη ρητής διάταξης σύμφωνα με την οποία οι υπεύθυνες δηλώσεις και τα συναφή έγγραφα θα υποβάλλονται ηλεκτρονικά με χρήση αναγνωρισμένης ψηφιακής υπογραφής ή μέσω των επίσημων ψηφιακών υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης.
Διαφωνώ εξ’ ολοκλήρου με αυτό το άρθρο.
1) Ποιός διασφαλίζει ότι η ΥΔ θα ελεγχθεί μέσα σε 3 μήνες?
Εγώ πιστεύω δεν θα ελέγχονται όλες. Δειγματοληπτικά και αν.
2) Πάλι θυσιάζουμε την ποιότητα της Διοικητικής πράξης για χάρη της ταχύτητας.
Το πιο σωστό είναι να υπάρχουν διαλειτουργικές πλατφόρμες και όλες οι πληροφορίες να αντλούνται αυτόματα.
Κατ΄αρχή θέλω να συγχαρώ αυτή τη νομοθετική πρωτοβουλία.
Επί του άρθρου 4 για την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης, νομίζω ότι πρέπει να υπάρξει αναδιατύπωση δηλαδή ο ενδιαφερόμενος δεν θα πρέπει να περιμένει από την υπηρεσία υποδοχής να του χορηγήσει την υπεύθυνη δήλωση σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, αλλά, ο ίδιος θα υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση gov μαζί με τα προσήκοντα δικαιολογητικά. Παράδειγμα: Αλλαγή ονόματος λογαριασμού ύδρευσης σε ένα Δήμο. Απαιτείται 1.ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ). 2.ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ (ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ). Τα δικαιολογητικά αυτά ήδη υπάρχουν στο Δήμο επομένως μαζί με τα υπόλοιπα προβλεπόμενα δικαιολογητικά θα υποβάλλω και την υπεύθυνη δήλωση δίχως να περιμένω την υπηρεσία ύδρευσης (με πιθανότητα περαιτέρω καθυστέρησης) να μου την χορηγήσει. Εκτιμώ ότι η μάχη με την γραφειοκρατία πρέπει να είναι σαφής, δίχως εάν και εφόσον, για να είναι αποτελεσματική.