Αρχική Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων - Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗΣ– ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 4 Κατασκευή, παραποίηση, έκθεση, διάθεση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου με σκοπό παραπλάνησης – Επιβαρυντικές περιστάσειςΣχόλιο του χρήστη ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ | 6 Ιανουαρίου 2026, 16:11




Το παρόν σχόλιο αφορά στο σχόλιο της 3 Ιανουαρίου 2026, 19:22 | ΣΟΦΙΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ. 1. Σχετικά με τον ισχυρισμό περί «ατιμωρησίας» εμπόρων και διακινητών: Η κριτική ότι η προτεινόμενη ρύθμιση αφήνει στο «απυρόβλητο» το 80% των περιπτώσεων (εμπόρους, πωλητές, κατόχους) είναι πραγματολογικά ανυπόστατη. Η Παράγραφος 2 της πρότασής μου ρητά και κατηγορηματικά ποινικοποιεί την έκθεση, διακίνηση, διάθεση, μεταβίβαση και κατοχή πλαστών έργων. Είναι προφανές ότι η συντάκτρια του σχολίου παραβλέπει το κείμενο της διάταξης, το οποίο καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα της «βιομηχανίας» πλαστών, από τον κατασκευαστή μέχρι τον τελικό διακινητή. 2. Σχετικά με την «αντίφαση» μεταξύ Δόλου και Βαριάς Αμέλειας: Δεν υφίσταται καμία λογική αντίφαση. Η πρόταση εισάγει μια αναγκαία κλιμάκωση της ευθύνης: • Ο «σκοπός παραπλάνησης» (δόλος) στοιχειοθετεί το βαρύ κακούργημα της παρ. 3. • Η «βαριά αμέλεια» (ως έλλειψη δέουσας επιμέλειας/due diligence) προτείνεται ως ασφαλιστική δικλείδα για τους επαγγελματίες που «εθελοτυφλούν» προκειμένου να αποκομίσουν κέρδος. Η άρνηση της συντάκτριας του σχολίου να δεχθεί την ευθύνη εξ αμελείας ουσιαστικά παρέχει «άλλοθι» σε όσους εμπόρους ισχυρίζονται άγνοια για να αποφύγουν τις συνέπειες. 3. Σχετικά με τη διάκριση «Κατασκευής» και «Παραποίησης»: Η διάκριση μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 δεν είναι «περιττή», αλλά νομοτεχνικά επιβεβλημένη το 2026. Η δημιουργία ενός νέου «ψευδεπίγραφου» έργου (κατασκευή) και η αλλοίωση ενός γνήσιου (παραποίηση) αποτελούν διαφορετικές εγκληματικές μεθόδους καθώς διαχωρίζεται η «πλαστογραφία εκ του μηδενός» (όπου όλο το έργο είναι πλαστό) από την αλλοίωση της ταυτότητας ενός αυθεντικού αντικειμένου (πχ. αναγραφή ψευδεπίγραφης υπογραφής σε γνήσιο έργο τέχνης). Η ρητή διάκριση εξασφαλίζει ότι κανένα παραθυράκι δεν θα επιτρέψει σε δράστες να επικαλεστούν «ασάφεια» για το αν η πράξη τους εμπίπτει στον νόμο. 4. Σχετικά με τις Επιβαρυντικές Περιστάσεις και την Παρεπόμενη Ποινή: Η συντάκτρια του σχολίου αγνοεί επιδεικτικά την Παράγραφο 4, η οποία αποτελεί την πιο ισχυρή αποτρεπτική διάταξη: την απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος. Σε μια αγορά που βασίζεται στην αξιοπιστία, η δυνατότητα του δικαστηρίου να αποβάλλει έναν επαγγελματία από την αγορά είναι πολύ πιο αποτελεσματική από οποιοδήποτε γενικόλογο ευχολόγιο περί προληπτικού ελέγχου. Συμπέρασμα: Η κριτική επί των σχολίων μου υποπίπτει σε μια θεμελιώδη αντίφαση: κατηγορεί τη ρύθμιση για «επιείκεια» (δήθεν ατιμωρησία εμπόρων) και ταυτόχρονα για «υπέρμετρη αυστηρότητα» (συμπερίληψη αμέλειας). Η αλήθεια είναι ότι η πρότασή μου κλείνει τα κενά που η συντάκτρια του σχολίου φαίνεται να αδυνατεί να αντιληφθεί ή/και παραγνωρίζει κατά την ανάλυσή της, με αποτέλεσμα η κριτική της να αποτυγχάνει να προσμετρήσει την ουσιαστική τομή που επιφέρει η ρύθμιση στην αγορά τέχνης.