ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗΣ– ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 4 Κατασκευή, παραποίηση, έκθεση, διάθεση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου με σκοπό παραπλάνησης – Επιβαρυντικές περιστάσεις

  1. Όποιος, με σκοπό παραπλάνησης ως προς την ταυτότητα του δημιουργού του, την προέλευσή του, τη χρονολόγησή του, τη φύση του, την αξία του ή τη σύνθεσή του, κατασκευάζει, παραποιεί, εκθέτει, διακινεί, διαθέτει, μεταβιβάζει, κατέχει ή δέχεται στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
  2. Οι πράξεις της παρ. 1 τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ όταν:

α) αφορούν σε έργο ή συλλεκτικό αντικείμενο που έχει αξία άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ή

β) αφορούν σε αντικείμενο που έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία και έχουν τελεστεί κατ’ επάγγελμα ή

γ) έχουν τελεστεί σε εμπορική κλίμακα ή

δ) έχουν τελεστεί από δύο ή περισσότερους που έχουν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση ομοειδών αδικημάτων ή στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.

  1. Αν το υπαίτιο πρόσωπο των αδικημάτων των παρ. 1 και 2 δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον χώρο των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, επιβάλλεται από το δικαστήριο, ως παρεπόμενη ποινή, η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος στο πλαίσιο λειτουργίας ατομικής επιχείρησης ή συμμετοχής στη διοίκηση και λειτουργία νομικού προσώπου, για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως πέντε (5) έτη.
  • 7 Ιανουαρίου 2026, 20:06 | Πέγκυ Λούτου

    Η ρυθμιζόμενη διάταξη έχει διττό σκοπό: την δίωξη των πλαστών έργων και την δίωξη των παραποιημένων αυθεντικών έργων.
    Η διατύπωση του αδικήματος στην παρ. 1 είναι προβληματική, καθώς στην περίπτωση των πλαστών έργων το διωκόμενο αντικείμενο δεν είναι το αυθεντικό «έργο τέχνης», αλλά το πλαστό-παράνομο αντίγραφό του. Λανθασμένα η προτεινόμενη ρύθμιση αναφέρει ότι διώκεται όποιος (με σκοπό παραπλάνησης ….) κατασκευάζει, εκθέτει, κλπ. «έργο τέχνης», διότι ο πλαστογράφος, ο έμπορος τέχνης, κλπ. … δεν κατασκευάζει, διακινεί, κλπ. το «έργο τέχνης»· το αυθεντικό «έργο τέχνης» το έχει κατασκευάσει ο αληθής αρχικός δημιουργός του. Ο πλαστογράφος κατασκευάζει με σκοπό παραπλάνησης παράνομο αντίγραφο του αυθεντικού «έργου τέχνης» άλλου δημιουργού, το οποίο στη συνέχεια διακινεί ο έμπορος τέχνης. Προτείνεται η αντικατάσταση στην παρ. 1 του όρου «έργο τέχνης» από τον όρο «αντίγραφο έργου τέχνης».
    Στη συνέχεια προτείνεται η πρόβλεψη του αδικήματος της παραποίησης/αλλοίωσης αυθεντικού «έργου τέχνης» σε ξεχωριστή παράγραφο, όπου ορθά θα γίνεται χρήση του όρου «έργου τέχνης», καθώς οι όποιες παράνομες παρεμβάσεις θα αφορούν το αυθεντικό «έργο τέχνης».
    Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι η θέσπιση του αυτοτελούς αδικήματος της πλαστογραφία/νόθευσης έργου τέχνης (μετά από αναδιατύπωση) πρέπει να ενσωματωθεί στον Ποινικό Κώδικα, όπως προβλέπεται και για το αδίκημα της φθοράς έργου τέχνης με τη διάταξη του άρθρου 11.

  • 6 Ιανουαρίου 2026, 16:11 | ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ

    Το παρόν σχόλιο αφορά στο σχόλιο της 3 Ιανουαρίου 2026, 19:22 | ΣΟΦΙΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ.

    1. Σχετικά με τον ισχυρισμό περί «ατιμωρησίας» εμπόρων και διακινητών:
    Η κριτική ότι η προτεινόμενη ρύθμιση αφήνει στο «απυρόβλητο» το 80% των περιπτώσεων (εμπόρους, πωλητές, κατόχους) είναι πραγματολογικά ανυπόστατη. Η Παράγραφος 2 της πρότασής μου ρητά και κατηγορηματικά ποινικοποιεί την έκθεση, διακίνηση, διάθεση, μεταβίβαση και κατοχή πλαστών έργων. Είναι προφανές ότι η συντάκτρια του σχολίου παραβλέπει το κείμενο της διάταξης, το οποίο καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα της «βιομηχανίας» πλαστών, από τον κατασκευαστή μέχρι τον τελικό διακινητή.

    2. Σχετικά με την «αντίφαση» μεταξύ Δόλου και Βαριάς Αμέλειας:
    Δεν υφίσταται καμία λογική αντίφαση. Η πρόταση εισάγει μια αναγκαία κλιμάκωση της ευθύνης:
    • Ο «σκοπός παραπλάνησης» (δόλος) στοιχειοθετεί το βαρύ κακούργημα της παρ. 3.
    • Η «βαριά αμέλεια» (ως έλλειψη δέουσας επιμέλειας/due diligence) προτείνεται ως ασφαλιστική δικλείδα για τους επαγγελματίες που «εθελοτυφλούν» προκειμένου να αποκομίσουν κέρδος.
    Η άρνηση της συντάκτριας του σχολίου να δεχθεί την ευθύνη εξ αμελείας ουσιαστικά παρέχει «άλλοθι» σε όσους εμπόρους ισχυρίζονται άγνοια για να αποφύγουν τις συνέπειες.

    3. Σχετικά με τη διάκριση «Κατασκευής» και «Παραποίησης»:
    Η διάκριση μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 δεν είναι «περιττή», αλλά νομοτεχνικά επιβεβλημένη το 2026.
    Η δημιουργία ενός νέου «ψευδεπίγραφου» έργου (κατασκευή) και η αλλοίωση ενός γνήσιου (παραποίηση) αποτελούν διαφορετικές εγκληματικές μεθόδους καθώς διαχωρίζεται η «πλαστογραφία εκ του μηδενός» (όπου όλο το έργο είναι πλαστό) από την αλλοίωση της ταυτότητας ενός αυθεντικού αντικειμένου (πχ. αναγραφή ψευδεπίγραφης υπογραφής σε γνήσιο έργο τέχνης).
    Η ρητή διάκριση εξασφαλίζει ότι κανένα παραθυράκι δεν θα επιτρέψει σε δράστες να επικαλεστούν «ασάφεια» για το αν η πράξη τους εμπίπτει στον νόμο.

    4. Σχετικά με τις Επιβαρυντικές Περιστάσεις και την Παρεπόμενη Ποινή:
    Η συντάκτρια του σχολίου αγνοεί επιδεικτικά την Παράγραφο 4, η οποία αποτελεί την πιο ισχυρή αποτρεπτική διάταξη: την απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος.
    Σε μια αγορά που βασίζεται στην αξιοπιστία, η δυνατότητα του δικαστηρίου να αποβάλλει έναν επαγγελματία από την αγορά είναι πολύ πιο αποτελεσματική από οποιοδήποτε γενικόλογο ευχολόγιο περί προληπτικού ελέγχου.

    Συμπέρασμα:
    Η κριτική επί των σχολίων μου υποπίπτει σε μια θεμελιώδη αντίφαση: κατηγορεί τη ρύθμιση για «επιείκεια» (δήθεν ατιμωρησία εμπόρων) και ταυτόχρονα για «υπέρμετρη αυστηρότητα» (συμπερίληψη αμέλειας).
    Η αλήθεια είναι ότι η πρότασή μου κλείνει τα κενά που η συντάκτρια του σχολίου φαίνεται να αδυνατεί να αντιληφθεί ή/και παραγνωρίζει κατά την ανάλυσή της, με αποτέλεσμα η κριτική της να αποτυγχάνει να προσμετρήσει την ουσιαστική τομή που επιφέρει η ρύθμιση στην αγορά τέχνης.

  • 3 Ιανουαρίου 2026, 19:22 | ΣΟΦΙΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

    Το παρόν σχόλιο αφορά στο σχόλιο της 30 Δεκεμβρίου 2025, 22:48/ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ και 24 Δεκεμβρίου 2025 22:22/ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ.
    Με την προτεινόμενη ρύθμιση που διακρίνει μεταξύ α) της με σκοπό παραπλάνησης ως προς την ταυτότητα του δημιουργού, την προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση, την αξία ή τη σύνθεση, κατασκευής έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου που δεν υπήρχε προηγουμένως και β) της με σκοπό παραπλάνησης όπως ανωτέρω, παραποίησης, έκθεσης, διακίνησης, διάθεσης, μεταβίβασης, κατοχής ή αποδοχής της κατοχής έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου που ήδη υπάρχει, είναι προφανές ότι τίθενται εκτός του πεδίου εφαρμογής του νόμου και παραμένουν ατιμώρητοι ο εκθέτων, διακινών, διαθέτων, μεταβιβάζων, κατέχων ή αποδεχόμενος την κατοχή πλαστού έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου. Πλην δηλαδή του κατασκευαστή, μένουν με άλλα λόγια στο απυρόβλητο και επομένως ατιμώρητοι οι έμποροι πλαστών έργων τέχνης, οι εκθέτοντες αυτά, οι πωλητές, εν γένει διακινητές, κατέχοντες ή αποδεχόμενοι την κατοχή πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, που αποτελούν το 80% και πλέον των περιπτώσεων, και τίθεται έτσι εκποδών η ίδια η δικαιοπολιτική λειτουργία του νομοσχεδίου, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται η θεσμοθέτηση ενός ειδικού αδικήματος που στοχεύει απευθείας τη “βιομηχανία” των πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Πέραν δε του ότι η ανωτέρω διάκριση μεταξύ «έργου τέχνης που δεν υπήρχε προηγουμένως» και «έργου τέχνης που ήδη υπάρχει» έτσι όπως τίθεται στην προτεινόμενη ρύθμιση διαστρέφει για τους ανωτέρω λόγους την ίδια τη βασική νομοτυπική μορφή του αδικήματος, είναι ταυτόχρονα και παντελώς περιττή, αφού οι λέξεις της «κατασκευής» και «παραποίησης» προϋποθέτουν και εμπεριέχουν αντίστοιχα κατά περιεχόμενο τις ανωτέρω έννοιες του «έργου τέχνης που δεν υπήρχε προηγουμένως» και του «έργου τέχνης που ήδη υπάρχει».
    Επιπλέον αυτών, ο συντάκτης των παρατηρήσεων διατείνεται ότι η απαίτηση απόδειξης «σκοπού παραπλάνησης» καθιστά το αδίκημα εξαιρετικά δύσκολο να στοιχειοθετηθεί, χωρίς βεβαίως να προτείνει κάποια εναλλακτική διατύπωση. Αντιθέτως, υιοθετεί στην ανωτέρω προτεινόμενη ρύθμιση αυτούσια την διατύπωση του «σκοπού παραπλάνησης», όπως διατυπώνεται στο άρθρο 4 του νομοσχεδίου. Με την ανωτέρω παρατήρησή του είναι ωσάν να υπολαμβάνει ο σχολιαστής ότι είναι μάταιη η πρόβλεψη από τον κοινό νομοθέτη εγκλημάτων σκοπού με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, διότι είναι δύσκολη η στοιχειοθέτησή τους! Και ενώ η πρόβλεψη τιμωρίας και αυτού ακόμη του ενδεχόμενου δόλου εμφανίζεται ως δυσαπόδεικτη στον συντάκτη των παρατηρήσεων, αυτός «προχωρώντας» τη σκέψη του προτείνει τη συμπερίληψη και της βαρειάς αμέλειας ως τιμωρητέας, επεκτείνοντας έτσι ανεπίτρεπτα το αξιόποινο της διάταξης. Είναι φανερή η αντίφαση μεταξύ της προτεινόμενης ανωτέρω ρύθμισης που αφήνει ατιμώρητο τον έμπορο πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών τέχνης, τον εκθέτοντα αυτά, τους πωλητές, εν γένει διακινητές, κατέχοντες ή αποδεχόμενους την κατοχή πλαστών έργων τέχνης και ταυτοχρόνως της παρούσας παρατήρησης που προτείνει τη συμπερίληψη στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και της βαρειάς αμέλειας διευρύνοντας ανεπίτρεπτα το αξιόποινο της διάταξης.
    Εισηγείται τέλος ο συντάκτης των παρατηρήσεων τη θέσπιση προληπτικού ελέγχου, αναιρώντας έτσι την ίδια τη δικαιοπολιτική λειτουργία του νομοσχεδίου. Πέραν δε του ότι τέτοιος προληπτικός έλεγχος θα ήταν τεχνικά ανέφικτος, διότι προϋποθέτει ευρεία οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους σε πολλαπλά επίπεδα, αγνοεί εν τούτοις ο συντάκτης των παρατηρήσεων, ότι ουδείς προληπτικός έλεγχος θα μπορούσε να υποκαταστήσει ποτέ τη δικαστική κρίση διότι είναι αναντίρρητο το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη εναντίον του κύρους της διοικητικής πράξης, οπότε και στην υποθετική περίπτωση θέσπισης προληπτικού ελέγχου και πάλι η προσφυγή στη δικαιοσύνη θα ήταν μονόδρομος.
    Αναφέρθηκα στις παρατηρήσεις του σχολιαστή ειδικά για το άρθρο 4, διότι, όπως αντιλήφθηκα, στο άρθρο αυτό εμπεριέχεται η πεμπτουσία του σκοπού του νομοσχεδίου. Θα ήθελα όμως γενικώς να επισημάνω ότι από τις παρατηρήσεις του συγκεκριμένου σχολιαστή και στα υπόλοιπα άρθρα, ιδιαίτερα στα άρθρα που αφορούν στην επιτροπή και στους πραγματογνώμονες, προκύπτει ότι έχει αγνοηθεί πλήρως από αυτόν η θέσπιση με τα άρθρα 12 και 13 του νομοσχεδίου εξουσιοδοτικών διατάξεων με τις οποίες ανατίθεται στον καθ’ ύλη αρμόδιο Υπουργό να καθορίσει εκείνος με την έκδοση αντίστοιχων Υπουργικών Αποφάσεων το πλαίσιο λειτουργίας της επιτροπής καθώς και τους όρους, τις προϋποθέσεις, τα προσόντα, τον κώδικα δεοντολογίας κ.λ.π. των πραγματογνωμόνων.

  • 30 Δεκεμβρίου 2025, 22:48 | ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ

    Η παρακάτω πρόταση για το Άρθρο 4 αποσκοπεί στην ακρίβεια και σαφήνεια των διατάξεων σχετικά με την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων από κατασκευή πλαστών ή παραποίηση γνήσιων έργων με σκοπό παραπλάνησης. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για την νομική ασφάλεια και την αποφυγή αμφισημιών στην εφαρμογή του νόμου.
    Συγκεκριμένα:
    1. Διαχωρισμός κατασκευής και παραποίησης: Η κατασκευή πλαστού έργου αφορά τη δημιουργία ενός έργου που δεν υπήρχε, ενώ η παραποίηση γνήσιου έργου αφορά την αλλοίωση ή τροποποίηση ενός ήδη υπαρκτού έργου για παραπλανητικούς σκοπούς. Η ρητή διάκριση αυτών των δύο κατηγοριών εξασφαλίζει σαφήνεια στις ποινικές ρυθμίσεις και στην αποδεικτική διαδικασία.
    2. Επιβαρυντικές περιστάσεις: Διατηρούνται οι παράμετροι που αυξάνουν την ποινική απαίτηση, όπως η αξία του έργου, η επαγγελματική δραστηριότητα, η εμπορική κλίμακα και η συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Αυτό διασφαλίζει την αναλογικότητα των ποινών σε σχέση με τη βαρύτητα των αδικημάτων.
    3. Παρεπόμενη ποινή για επαγγελματική δραστηριότητα: Προτείνεται η δυνατότητα απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος για όσους δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στον χώρο των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, ώστε να περιοριστεί η πιθανότητα επανάληψης των αδικημάτων.
    Η πρόταση αυτή στοχεύει σε μια συνολική, συνεκτική και νομοτεχνικά συνεπή ρύθμιση, η οποία εναρμονίζεται με τις βασικές αρχές του Ποινικού Δικαίου και εξασφαλίζει την προστασία τόσο της πνευματικής δημιουργίας όσο και της εμπιστοσύνης στην αγορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων.

    ΠΡΟΤΑΣΗ:
    Άρθρο 4 – Κατασκευή και παραποίηση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου με σκοπό παραπλάνησης – Επιβαρυντικές περιστάσεις

    1. Κατασκευή πλαστού έργου ή αντικειμένου:
    Όποιος, με σκοπό παραπλάνησης ως προς την ταυτότητα του δημιουργού, την προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση, την αξία ή τη σύνθεση, κατασκευάζει έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο που δεν υπήρχε προηγουμένως, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

    2. Παραποίηση γνήσιου έργου ή αντικειμένου:
    Όποιος, με σκοπό παραπλάνησης όπως ανωτέρω, παραποιεί, εκθέτει, διακινεί, διαθέτει, μεταβιβάζει, κατέχει ή δέχεται στην κατοχή του έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο που ήδη υπάρχει, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

    3. Επιβαρυντικές περιστάσεις:
    Οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ όταν:
    α) αφορούν σε έργο ή συλλεκτικό αντικείμενο που έχει αξία άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ή
    β) έχουν τελεστεί κατ’ επάγγελμα, ή
    γ) έχουν τελεστεί σε εμπορική κλίμακα, ή
    δ) έχουν τελεστεί από δύο ή περισσότερους που έχουν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση ομοειδών αδικημάτων ή στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.

    4. Παρεπόμενη ποινή για επαγγελματική δραστηριότητα:
    Αν ο υπαίτιος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον χώρο των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει, ως παρεπόμενη ποινή, απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος στο πλαίσιο ατομικής επιχείρησης ή συμμετοχής στη διοίκηση και λειτουργία νομικού προσώπου, για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως πέντε (5) έτη.

  • 24 Δεκεμβρίου 2025, 22:22 | ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ

    Παρατηρήσεις
    Η απαίτηση απόδειξης «σκοπού παραπλάνησης» καθιστά το αδίκημα εξαιρετικά δύσκολο να στοιχειοθετηθεί και πρακτικά ανεφάρμοστο σε μεγάλο μέρος της αγοράς.

    Δεν προβλέπεται ευθύνη λόγω βαριάς αμέλειας, αλλά ούτε και παράλειψης ελέγχου προέλευσης (due diligence).

    Η ποινικοποίηση της «έκθεσης» πλαστού έργου δεν συνοδεύεται από κανέναν μηχανισμό προληπτικού ελέγχου ή αναστολής.

    Δεν προβλέπονται ειδικές υποχρεώσεις για εμπόρους έργων τέχνης, γκαλερί και οίκους δημοπρασιών.

    Κατεύθυνση βελτίωσης
    Απαιτείται πρόβλεψη ευθύνης λόγω αμέλειας και εισαγωγή προληπτικών διοικητικών μέτρων.