• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΑΣΤΡΑΚΟΥΛΗ' | 8 Ιανουαρίου 2026, 17:57

    1.ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 20 ΠΑΡ 1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ 1 ΤΗΣ ΕΣΔΑ Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Σχεδίου Νόμου σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της απομάκρυνσης αλλοδαπού ή σε περίπτωση αποδοχής των αντιρρήσεων κατά της διοικητικής του κράτησης, η διάταξη της υφ’ όρον απόλυσης παύει αυτοδικαίως και ο αλλοδαπός επανεισάγεται σε σωφρονιστικό κατάστημα για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του. Η ρύθμιση αυτή παραβιάζει το άρθρο 20 παρ 1 του Συντάγματος, καθώς οδηγεί σε έμμεση κύρωση για την επιτυχή άσκηση ένδικων βοηθημάτων, δημιουργώντας αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τούτο αντίκειται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία η αποτελεσματική δικαστική προστασία (άρθρο 13 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με άρθρο 6 ΕΣΔΑ) προϋποθέτει ότι η άσκηση ενδίκων μέσων δεν συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον προσφεύγοντα (βλ. Kudla κατά Πολωνίας, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας). Τα ένδικα μέσα από τη φύση τους αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο ενός κράτους δικαίου, ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται με την άσκησή τους. Άλλωστε , οι πρόσθετες - σχετικές με τον τρόπο ζωής - υποχρεώσεις του κατηγορουμένου που θέτει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών σε περίπτωση απολύσεως υπό όρο, μπορεί να αφορούν -μεταξύ άλλων- δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ιδιαίτερα δε αναφορικά με την απέλαση (και γενικότερα την υποχρέωση εγκαταλείψεως της επικράτειας κάποιας χώρας) είναι αξιοσημείωτο ότι το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της (διοικητικής) απέλασης έχει κάνει δεκτό ότι το εθνικό νομικό πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει- μεταξύ άλλων- ότι τα πραγματικά περιστατικά και ο λόγος απελάσεως θα πρέπει να υπόκεινται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο, ακόμη και εάν υφίστανται λόγοι εθνικής ασφάλειας για την απέλαση κάποιου ατόμου. Ειδικότερα, το δικαστήριο εξετάζοντας μια προσφυγή κατά της απελάσεως θα πρέπει να σταθμίζει το νόμιμο σκοπό που επιδιώκει η απέλαση έναντι των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του στην οικογενειακή ζωή. Ο λόγος για τον οποίο γίνεται δεκτό ότι το εκκλητό του βουλεύματος που χορηγεί την υπό όρον απόλυση, αφορά τόσο την απόλυση αυτή καθεαυτήν όσο και τις παρεπόμενες υποχρεώσεις, είναι ότι θα ήταν παράδοξο ο απολυόμενος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της απέλασεως από τη χώρα, να ήταν ανοχύρωτος έναντι της επιβολής ενός τέτοιου δυσβάσταχτου όρου, τη στιγμή που και η ίδια η Σύσταση της Επιτροπής των Υπουργών στα συμβαλλόμενα κράτη αναφορικά με την υφ’ όρον απόλυση [: Recommendation Rec (2003) 22 of the Committee of Ministers to member states on conditional release (parole)], προβλέπει ότι η προετοιμασία για την υφ’ όρον απόλυση θα πρέπει να περιλαμβάνει την παροχή δυνατότητας στους κρατουμένους - φυλακισμένους διατηρήσεως, δημιουργίας και επανδημιουργίας συνδέσμων με την οικογένειά τους (άρθρο 14). Θα ήταν, λοιπόν, παράδοξο οι υφ’ όρον απολυθέντες κρατούμενοι σε ένα κράτος δικαίου να απελαύνονται όταν έχουν στενούς συνδέσμους με τη χώρα (: νόμιμα διαμένοντες συγγενείς σ’ αυτήν), δίχως να έχουν κανένα απολύτως μέσο άμυνας κατά του δυσβάσταχτου αυτού όρου. Εξάλλου, το ίδιο κείμενο προβλέπει ότι οι κατάδικοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν και για τον μη σεβασμό των προβλεπόμενων δικονομικών εγγυήσεων (: άρθρο 33). Μάλιστα, η διαδικασία των προσφυγών θα πρέπει να αφορά και την εφαρμογή της υφ’ όρον απολύσεως (άρθρο 34). (βλ. Ποινολογία, Άρθρα 50 - 133 νέου ΠΚ, Λάμπρος Μαργαρίτης, Νίκος Παρασκευόπουλος, Γεώργιος Νούσκαλης,2η έκδοση). Ωστόσο, η προτεινόμενη προς ψήφιση ρύθμιση καταστρατηγεί τις ως άνω υπερεθνικής ισχύος προβλέψεις, με την επί της ουσίας ματαίωση της δυνατότητας δικαστικής προσφυγής, αφού αφενός η διοικητική απομάκρυνση διατάσσεται χωρίς να προηγείται in concreto δικαιοδοτική κρίση και αφετέρου η ευδοκίμηση των αντιρρήσεων επάγεται την αναβίωση της ποινικής κράτησης. Επίσης, τονίζεται ότι η αποδοχή των αντιρρήσεων κατά της διοικητικής κράτησης αλλοδαπού δεν συνεπάγεται αδυναμία απομάκρυνσής του, αλλά αφορά στη νομιμότητα της κράτησης, ήτοι την έλλειψη νόμιμων προυποθέσεων επιβολής του μέτρου της κράτησης. Εν παραδείγματι, η διοικητική κράτηση αίρεται όταν διαπιστώνεται ύπαρξη ισχυρών οικογενειακών δεσμών, σταθερής και γνωστής διαμονής και επαρκών μέσων διαβίωσης και χορηγείται προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης. Στην περίπτωση αυτή, η δικαστική αποδοχή των αντιρρήσεων σημαίνει ότι ο αλλοδαπός θεωρείται, κατ΄αρχήν, ικανός να συμμορφωθεί με την υποχρέωση αναχώρησης χωρίς την ανάγκη εξαναγκαστικής διαδικασίας. Η εξομοίωση της δικαστικής κρίσης περί μη αναγκαιότητας της κράτησης με αδυναμία απομάκρυνσης και η σύνδεσή της με την αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης οδηγεί σε εσφαλμένο και αντιφατικό αποτέλεσμα. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 57 καταλήγει να αντιμετωπίζει ως λόγο επαναφοράς σε καθεστώς ποινικής κράτησης μια δικαστική κρίση, που βάσει του ισχύοντος δικαίου, θεμελιώνει την καταλληλότητα του αλλοδαπού για οικειοθελή συμμόρφωση και όχι την ανάγκη αυστηρότερων μέτρων. Η ρύθμιση αυτή αντιστρέφει τη λογική της διοικητικής προστασίας της προσωπικής ελευθερίας και μετατρέπει τη δικαστική άρση της κράτησης σε λόγο επιδείνωσης της ποινικής του θέσης κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ 1 του Συντάγματος. 2.ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΑΣΗΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΛΗΞΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ – ΥΦΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ 1 ΤΗΣ ΕΣΔΑ Ως προς την υφ’ όρον απόλυση, σημειώνεται ότι πρόκειται για θεσμό που εκφράζει την ελαστικότητα της ποινής στο στάδιο της εκτίσεως της και καθώς εκτίεται, λειτουργεί υπέρ του καταδίκου και εξυπηρετεί σκοπούς όχι μόνο ειδικοπροληπτικούς αλλά και εγγυητικούς. Σημείο, δηλαδή, αναφοράς αποτελεί η αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Μάλιστα, εύστοχα έχει επισημανθεί ότι η απόλυση υπό όρο, με την πάροδο του χρόνου και ιδίως ενόψει της θεσμοθετημένης πλέον κατά κανόνα υποχρεωτικότητας της χορηγήσεώς της, προλαμβάνει ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά θεσμικής κατοχυρώσεως ενός δικαιώματος των κρατουμένων για σταδιακή κοινωνική τους αποκατάσταση. Υπό το ανωτέρω πρίσμα και υπό το φως του σεβασμού στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προβλέπεται η δυνατότητα του Συμβουλίου να επιβάλλει όρους που προηγούνται του μέτρου της διοικητικής απέλασης, σε περίπτωση ύπαρξης ειδικότερων δεσμών με την χώρα (οικογένεια, εργασία, συγγένεια), προκειμένου να εξυπηρετείται η αρχή της ειδικής πρόληψης με την παρακολούθησή του εντός της ελληνικής επικράτειας και η υποβοήθηση της κοινωνικής του προσαρμογής εντός αυτής, αλλά και η δυνατότητα του Συμβουλίου να μην επιβάλλει όρους σε περίπτωση μη συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, έτσι ώστε να προηγηθεί το μέτρο της διοικητικής απέλασης (πάντοτε βέβαια προβλέπεται επικουρικά η επιβολή όρων σε περίπτωση αδυναμίας άμεσης επιβολής και εκτέλεσης της διοικητικής απέλασης ενόψει όσων των εγγυήσεων του άρθρου 3 και 5 της ΕΣΔΑ). Με την προτεινόμενη ρύθμιση προηγείται άνευ όρων η εκτέλεση του μέτρου της διοικητικής απομάκρυνσης και αυτό επιβάλλεται χωρίς in concreto στάθμιση των δεδομένων της εκάστοτε υπόθεσης σε κάθε αλλοδαπό που έχει εκτίσει ποινή, οδηγώντας σε παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, αφού ο αλλοδαπός αποστερείται της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όπως προεκτέθηκε, αλλά και έμμεση παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος αφού η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία σφετερίζονται την δικαστική εξουσία, η οποία αποτελεί όργανο κατά νόμο ανεξάρτητο και αμερόληπτο με ισχυρότερα εχέγγυα (πρβλ.: υπ’ αριθμ. 4/2002 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενη διοικητική απέλαση, πριν την πάροδο λευκού του χρόνου δοκιμασίας του απολυθέντος υπό όρους αλλοδαπού, θα προσέκρουε στη Συνταγματική διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), αφού η Εκτελεστική Εξουσία θα ακύρωνε στην πράξη απόφαση Δικαστική, δηλαδή το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που διέταξε την ως άνω απόλυση). 3.ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΠΑΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΥΦ’ ΟΡΟΝ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΤΗΣ ΕΣΔΑ - ΕΚ ΠΛΑΓΙΟΥ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Σε αντίθεση με το πνεύμα όσων προβλέπονται για την δικαστική απέλαση, με το άρθρο 57 παρακάμπτονται οι διεθνείς συμβάσεις από τις οποίες δεσμεύεται η χώρα και δη τα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ. Χαρακτηριστικό σχετικά με την αναγκαιότητα λήψης μέτρων που διαφυλάσσουν την προσωπική ελευθερία, είναι και το υπ’ αριθμ. 255/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που αναφέρεται στη δυνατότητα επιβολής ορισμένων υποχρεώσεων στον αλλοδαπό, όταν η εκτέλεση της απόφασης απέλασης δεν είναι δυνατή άμεσα, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος αντί να παραμείνει υπό κράτηση επ’ αόριστον. Το άρθρο 57 στην ουσία υπερβαίνει το νόμιμο χρονικό όριο κράτησης εκ πλαγίου, εισάγοντας αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης και επιστροφή στη φυλακή για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της απομάκρυνσης. Η ρύθμιση αυτή προφανώς δε συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 5 και 3 της ΕΣΔΑ, ήτοι με τον σεβασμό στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας και στην αρχή της αναλογικότητας, η εφαρμογή της οποίας επιτάσσει, ελλείψει άμεσης δυνατότητας εκτέλεσης της επιστροφής του αλλοδαπού, να προκρίνεται ένα ηπιότερο μέτρο περιορισμού της ελευθερίας, όπως πχ αυτό της εμφάνισης ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος, ικανό να εξυπηρετήσει παράλληλα τον σκοπό της διασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον των αρχών. 4.ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΓΙΑ ΗΔΗ ΤΕΛΕΣΘΕΝΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΠΑΡ 1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Στη σωφρονιστική υλοποίηση της ποινής ως ελαστικότητα νοείται κατά κύριο λόγο η δυνατότητα αριθμητικής μεταβολής της υλοποιημένης ποινής - η δυνατότητα αυτή εκφράζεται στη νομοθεσία μας με τους θεσμούς: της υφ όρον απόλυσης μετά την απότιση ενός μέρους της υλοποιημένης ποινής, της ευεργετικής μετρήσεως ελάχιστων μορίων υλοποιημένης ποινής και της χάρης. (Ποινολογία, Άρθρα 50 - 133 νέου ΠΚ, Λάμπρος Μαργαρίτης, Νίκος Παρασκευόπουλος, Γεώργιος Νούσκαλης,2η έκδοση) Η υφ’ όρον απόλυση αποτελεί θεσμό ουσιαστικού ποινικού δικαίου, καθώς ρυθμίζει άμεσα τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, οι διατάξεις που αφορούν την υφ’ όρον απόλυση, την ανάκλησή της και τον υπολογισμό του χρόνου έκτισης της ποινής υπάγονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 ΠΚ (ενδεικτικά ΑΠ 3/2010 Ολ., ΑΠ 1503/2019). Το άρθρο 57 εισάγει σαφώς δυσμενέστερο καθεστώς για τους αλλοδαπούς κρατουμένους, προβλέποντας αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης, επανεισαγωγή στη φυλακή και μη υπολογισμό του χρόνου διοικητικής κράτησης ως χρόνου έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά σε εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου ούτε σε καταδικασθέντες που ήδη εκτίουν ποινή βάσει του προϊσχύσαντος ευνοϊκότερου καθεστώτος. Η επίκληση του διοικητικού χαρακτήρα της απομάκρυνσης δεν αναιρεί τον ουσιαστικό ποινικό χαρακτήρα της ρύθμισης δυνάμει της οποίας επέρχεται αυτοδίκαιη παύση της διάταξης που διατάσσει την υφ’ όρον απόλυση, καθόσον το κρίσιμο κριτήριο είναι η πραγματική παράταση της στέρησης της ελευθερίας (βλ. ΕΔΔΑ Del Río Prada κατά Ισπανίας).