- Αλλοδαποί κρατούμενοι, οι οποίοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, εκτίουν ποινή φυλάκισης σε Σωφρονιστικό Κατάστημα, απολύονται υπό τον όρο της ανάκλησης, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής τους, υπό τον όρο της απομάκρυνσής τους από την ελληνική επικράτεια, σε εκτέλεση απόφασης επιστροφής και καταχώρισής τους στον κατάλογο των ανεπιθύμητων αλλοδαπών, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 9 και 12 του ν. 5226/2025 (Α’ 154) και τα άρθρα 76 και 82 του ν. 3386/2005 (Α’ 212).
- Οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων των Σωφρονιστικών Καταστημάτων ενημερώνουν εγγράφως και αμελλητί, μετά τη δημοσίευση του παρόντος, τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αναφορικά με τους αλλοδαπούς κρατούμενους που εκτίουν ποινή φυλάκισης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα που προΐστανται.
Ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών παραγγέλλει στην αρμόδια αστυνομική αρχή τη διερεύνηση του εφικτού της επιστροφής τους και την προετοιμασία για την υλοποίησή της, μετά την έκδοση της απόφασης του άρθρου 7 του ν. 5226/2025, εφόσον απαιτείται.
- Αν βεβαιωθεί εγγράφως από την αρμόδια αστυνομική αρχή το εφικτό της επιστροφής του αλλοδαπού κρατουμένου, εκδίδονται άμεσα:
α) διάταξη από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών, με την οποία διατάσσονται η απόλυση του κρατουμένου από το Σωφρονιστικό Κατάστημα, για την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του και η σύλληψή του, σε περίπτωση εντοπισμού του στην ελληνική επικράτεια, μετά την απομάκρυνσή του από την ελληνική επικράτεια και στη συνέχεια και
β) απόφαση επιστροφής του, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 5226/2025, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, εφόσον απαιτείται.
- Μετά από την απόλυση από το Σωφρονιστικό Κατάστημα και μέχρι την απομάκρυνσή του από την ελληνική επικράτεια, ο αλλοδαπός κρατούμενος τίθεται υπό διοικητική κράτηση σε Προαναχωρησιακό Κέντρο Κράτησης σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 του ν. 5226/2025.
- Αν δεν ολοκληρωθεί η απομάκρυνση του αλλοδαπού από την ελληνική επικράτεια, για οποιονδήποτε λόγο, εντός των νόμιμων προθεσμιών ή καταστεί μεταγενέστερα αδύνατη, η ισχύς της διάταξης απόλυσης παύει αυτοδικαίως και ο αλλοδαπός κρατείται εκ νέου σε Σωφρονιστικό Κατάστημα, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμοδίου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του.
Ο χρόνος της διοικητικής κράτησης αυτού δεν υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής.
Αν γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις του αλλοδαπού κρατουμένου κατά των αποφάσεων του τέταρτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 5226/2025 ή τα ένδικα βοηθήματα του άρθρου 14 του ιδίου νόμου, η αρμόδια αστυνομική αρχή ενημερώνει εγγράφως και αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και εφαρμόζονται το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο.
- Σε κάθε περίπτωση επανεισόδου του αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια, μετά από την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του, η διάταξη απόλυσής του θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα και ο αλλοδαπός εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του σε Σωφρονιστικό Κατάστημα, χωρίς να εφαρμόζεται το άρθρο 105Β του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). Η ποινή του πρώτου εδαφίου εκτίεται αθροιστικά με οποιαδήποτε άλλη ποινή συντρέχει στο στάδιο της εκτέλεσης.





Ακύρωση της δυνατότητας δικαστικής προστασίας κρατούμενων πολιτών τρίτων χωρών
Με το άρθρο 57 του σ/ν προβλέπεται μεταβατική ρύθμιση για όσους αλλοδαπούς κρατούνται κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου με ποινές φυλάκισης. Με τις προτεινόμενες διατάξεις προβλέπεται η απόλυση του κρατουμένου αλλοδαπού για ποινές φυλάκισης υπό τον όρο της αναχώρησης, η έκδοση απόφασης επιστροφής και η συνέχιση της κράτησης σε ΠΡΟΚΕΚΑ. Το χρονικό διάστημα της κράτησης αυτής δεν υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής. Σε περίπτωση ανέφικτης επιστροφής, ακόμη και χωρίς υπαιτιότητα του πολίτη τρίτης χώρας ή παρέλευση του ανώτατου χρονικού διαστήματος διοικητικής κράτησης, η διάταξη απόλυσης παύει αυτοδικαίως και συνεχίζεται η έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Τέλος ακόμη και εάν γίνει δεκτό το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα κατά της διοικητικής κράτησης (Αντιρρήσεις κατά Κράτησης) από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο τυχόν ασκηθεί κατά το χρόνο της διοικητικής κράτησης σε συνέχεια της έκδοσης απόφασης επιστροφής, ο κρατούμενος δεν αφήνεται ελεύθερος αλλά επιστρέφει σε ποινική κράτηση.
Η μεταβατική αυτή διάταξη έρχεται σε συνέχεια μια πολιτικής συνεχούς αυστηροποίησης της ποινικής νομοθεσίας και του δόγματος «περισσότερη φυλακή για όλους», του σημαντικού περιορισμού της δυνατότητας αναστολής ακόμη και για μικρές ποινές για την περίπτωση ήσσονος σημασίας αδικημάτων, την τυποποίηση νέων αδικημάτων (παράτυπη διαμονή) ή την σημαντική αύξηση του πλαισίου ποινής υφιστάμενων (παράτυπη είσοδος) για την περίπτωση πολιτών τρίτων χωρών, που σχετίζονται αποκλειστικά με το μεταναστευτικό/προσφυγικό τους καθεστώς, για τα οποία επίσης δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής και τη συστηματική εφαρμογή των διατάξεων περί μεταφοράς/διευκόλυνσης εις βάρος προσώπων που αναζητούν προστασία (οπ.π.). Επιχειρεί να απαντήσει στην αύξηση του αριθμού των κρατουμένων προβλέποντας μέτρα που δεν ευθυγραμμίζονται με το φιλελεύθερο χαρακτήρα του ποινικού δικαίου και ταυτοχρόνως παραβιάζουν θεμελιώδεις εγγυήσεις για την περίπτωση προσώπων που βρίσκονται σε διοικητική κράτηση.
Οι ως άνω διατάξεις
– ακυρώνουν στην πράξη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας διοικητικά κρατουμένων κατά παράβαση του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Δικαίου της Ένωσης
– συμπλέκουν το χρόνο κράτησης που έχει επιβληθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και το χρόνο κράτησης στο πλαίσιο διαδικασίας απομάκρυνσης, με αποτέλεσμα παρατεταμένες περιόδους στέρησης της ελευθερίας χωρίς μάλιστα βασικές διαδικαστικές εγγυήσεις.
– Ιδίως για την περίπτωση των προσώπων που έχουν καταδικαστεί για το αδίκημα της παράτυπης διαμονής ή/και της παράτυπης εισόδου: ι) εισάγουν υπέρβαση του ανώτατου ορίου της κράτησης πολίτη τρίτης χώρας εν όψει απομάκρυνσης δια της εργαλειοποίησης των διατάξεων του ποινικού δικαίου και ιι) υποβάλλουν σε παρατεταμένη και διαδοχική κράτηση πρόσωπα των οποίων η απομάκρυνση είναι απολύτως ανέφικτη, χωρίς δική τους υπαιτιότητα (π.χ. εμπόλεμη κατάσταση στην χώρα καταγωγής) κατά παράβαση μεταξύ άλλων της αρχής της αναλογικότητας, επιβεβαιώνοντας ότι στην πράξη οι σχετικές διατάξεις κυρίως αποσκοπούν περισσότεροι άνθρωποι και για περισσότερο χρονικό διάστημα να βρεθούν διοικητικά ή ποινικά κρατούμενοι, ανεξαρτήτως της πραγματικής δυνατότητας υλοποίησης της απομάκρυνσης ή ακόμη και στην περίπτωση πλήρους απουσίας προοπτικής απομάκρυνσης χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΒΕΛΤΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ:
– Να προστεθεί επιφύλαξη υπέρ των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την χώρα, όπως ακριβώς άλλωστε προβλέπεται και στο μέτρο ασφαλείας της δικαστικής απέλασης του άρθρου 72 του ΠΚ, και όπως επιτάσσουν οι εγγυήσεις που απορρέουν από την ΕΣΔΑ και την αρχή του κράτους δικαίου, προς άρση των ως άνω αναφερόμενων αντινομιών.
– Να προστεθεί διευκρίνιση σχετικά με τα ελάχιστα όρια ποινής, η οποία μπορεί να επισύρει την πρόταξη του μέτρου της διοικητικής απομάκρυνσης και την κατάργηση της υφ’ όρον απόλυσης, έτσι ώστε το μέτρο να καταλαμβάνει τους αλλοδαπούς η παρουσία των οποίων στην ελληνική επικράτεια συνιστά πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη.
Τούτο, διότι άλλως η διάταξη δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 22 του π.δ. 106/2007 (προστασία από την απέλαση- ενσωμάτωση ευρωπαικής οδηγίας) καθώς και με το άρθρο 21 παρ 2 του ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπου ρητώς ορίζεται ότι για την επιβολή περιορισμών διαμονής εις βάρος αλλοδαπών, μελών οικογένειας Έλληνα πολίτη (ή πολίτη της Ένωσης) για λόγους δημόσιας τάξης, δεν αρκεί αφ’ εαυτή η ύπαρξη προηγούμενων ποινικών καταδικών.
Ως εκ τούτου, η υιοθέτηση της ρύθμισης ως έχει η διατύπωσή της, με την αναφορά σε «αλλοδαπούς που εκτίουν ποινή φυλάκισης», και όχι «κάθειρξης», θα οδηγήσει στην απέλαση αλλοδαπών που εκτίουν ποινές φυλάκισης για πλημμελήματα, ενόψει και της ψήφισης νέων αυστηρότερων διατάξεων για την χορήγηση αναστολής και την μετατροπή της ποινής, καίτοι αυτοί μπορεί να διατηρούν ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα, κατά καταστρατήγηση του άρθρου 22 παρ 1 και 21 παρ 2 του π.δ. 106/2007 (πρβλ. αντίστοιχες Οδηγίες της ΕΕ που το ως άνω νομοθέτημα ενσωματώνει.
Ευχαριστώ για την ανάγνωση,
Μαστρακούλη Ευαγγελία, δικηγόρος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης
Η διάταξη αυτή, με όλα τα νομικής φύσεως προβλήματα που υπέδειξαν οι προλαλήσαντες, είναι παρολ’ αυτά προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλοδαποί οι οποίοι έχουν τελεσίδικα καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα πρέπει να μπορούν να απελαύνονται. Ωστόσο η διαδικασία πρέπει να είναι ξεκάθαρη και νόμιμη : να χαρακτηριστούν με ακρίβεια το είδος των αδικημάτων και το ύψος των ποινών στα οποία θα μπορεί να εφαρμόζεται η απέλαση και να μην υπάρχει μεταβατική κράτηση σε προαναχωρησιακά κέντρα η οποία μετά να πρέπει να μη ληφθεί υπόψη. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για απέλαση λόγω τελεσίδικης μακροχρόνιας καταδίκης, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής τους να δίνεται εντολή για τη διερεύνηση του καλύτερου τρόπου επιστροφής και όταν αυτός βρεθεί, ο/η αλλοδαπός/ή να οδηγείται απευθείας με αστυνομική συνοδεία στο μέσο με το οποίο θα επιστρέψει στη χώρα του, να επιβιβάζεται σε αυτό και να αναχωρεί.
Στο ίδιο πνεύμα προτείνω να καταργηθεί η χορήγηση ΕΒΝΔ σε αλλοδαπούς που έχουν πρωτόδικα καταδικαστεί σε βαριές ποινές για πολύ σοβαρά αδικήματα (δολοφονίες, βιασμοί, σεξουαλική κακοποίηση ιδίως ανηλίκων κλπ) και αποφυλακίζονται πρόωρα. Εάν και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόωρης αποφυλάκισης, αμέσως να εκδίδονται αποφάσεις απέλασης και να οδηγούνται απευθείας με αστυνομική συνοδεία στο μέσο με το οποίο θα επιστρέψουν στη χώρα τους.
Οι αλλοδαποί κρατούμενοι σκόπιμο και ωφέλιμο είναι αναλόγως της ηλικίας τους να δείχνουν τον δέοντα σεβασμό στον χαρακτηρισμό της διαγωγής τους ήδη πριν την τέλεση αδικημάτων μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς που θα τους ακολουθούν στην υπόλοιπη ζωή πιθανά με την υιοθέτηση αρνητικού ποινικού μητρώου εντός και εκτός της χώρας υποδοχής. Ήδη από τα σχολικά μας χρόνια έχουμε μάθει ότι ο χαρακτηρισμός της Διαγωγής μας στην καθημερινή σχολική πραγματικότητα θα «μας ακολουθεί» όλοι μας την Ζωή. Πεφωτισμένοι εκπαιδευτικοί έκρουαν και κρούουν ακόμη των κώδωνα κινδύνου. Είτε ο αλλοδαπός μετανάστης ή πρόσφυγας αποκτήσει και εξασκήσει ένα κοινωνικά αποδεκτό από την άποψη της δημοφιλίας επάγγελμα με ανώτερες και ανώτατες σπουδές είτε υιοθετήσει και εξασκήσει ένα επάγγελμα σχετικό με την καθημερινή Ζωή των Ανθρώπων ανά τον κόσμο (μανάβης, μπακάλης, κρεοπώλης κα) σκόπιμο και ωφέλιμο είναι να προσέχει. Τα θετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά όλων μας και λίγη περισσότερη προσοχή στο πως οδηγούμε ένα αυτοκίνητο ή την ζωή μας μόνο καλό θα έκανε. Η διαγωγή από τα σχολικά χρόνια μας ακολουθεί. Το αν θα την υποβιβάσουμε ή θα την αναβαθμίσουμε είναι θέμα συμπτώσεων και συγκυριών. Η ελευθερία είναι πολύτιμη αρκεί να την πιστεύουμε οι ίδιοι. Συμβιβασμοί και πιέσεις συχνά οδηγούν σε αρνητικές καταστάσεις. Έχουμε όλοι μας όμως από τα σχολικά χρόνια των 6 ετών ίσως και 5 έτη κάποτε, μια Διαγωγή «Κοσμία» , «Πολύ Καλή» ή «Κοσμιοτάτη». Η ελευθερία ή η απόλυση από την στέρηση της χρήζουν ενδοσκόπησης του εαυτού από όλους μας είτε είμαστε ελεύθεροι σωματικά και δέσμιοι ψυχικά είτε κρατούμενοι σωματικά και πανελεύθεροι ψυχικά. Ίσως σε μια φυλακή με διαπολιτισμικούς ανθρώπους να είναι κάτι άδειοι τοίχοι που να «σκοτώνουν» την ψυχή αλλά σίγουρα σε κάνουν καλύτερο Άνθρωπο και μόνο που μένεις μόνος με τον εαυτό σου και τις σκέψεις σου δίκαια και αυτοκριτικά με το ποτήρι «πάντα μισογεμάτο να το βλέπεις και ποτέ μισοάδειο»
Σας ευχαριστώ
Ενόψει του άρθρου 20 παρ 1 του Συντάγματος θα πρέπει προβλεφθεί άρση της κράτησης και απόλυση του κρατουμένου σε περίπτωση αποδοχής των αντιρρήσεων του αλλοδαπού, οπότε και η κράτηση κρίνεται μη νόμιμη.
Ενόψει του άρθρου 7 παρ 1 του Συντάγματος διατάξεις που αφορούν την υφ’ όρον απόλυση, η οποία αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, δεν μπορεί να έχει αναδρομική εφαρμογή. Συνεπώς, η προτεινόμενη ρύθμιση για αυτοδίκαιη παύση της διάταξης που διατάσσει την υφ’ όρον απόλυση δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ήδη τελεσθέντα αδικήματα.
1.ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 20 ΠΑΡ 1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ 1 ΤΗΣ ΕΣΔΑ
Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Σχεδίου Νόμου σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της απομάκρυνσης αλλοδαπού ή σε περίπτωση αποδοχής των αντιρρήσεων κατά της διοικητικής του κράτησης, η διάταξη της υφ’ όρον απόλυσης παύει αυτοδικαίως και ο αλλοδαπός επανεισάγεται σε σωφρονιστικό κατάστημα για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του.
Η ρύθμιση αυτή παραβιάζει το άρθρο 20 παρ 1 του Συντάγματος, καθώς οδηγεί σε έμμεση κύρωση για την επιτυχή άσκηση ένδικων βοηθημάτων, δημιουργώντας αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τούτο αντίκειται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία η αποτελεσματική δικαστική προστασία (άρθρο 13 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με άρθρο 6 ΕΣΔΑ) προϋποθέτει ότι η άσκηση ενδίκων μέσων δεν συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον προσφεύγοντα (βλ. Kudla κατά Πολωνίας, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας).
Τα ένδικα μέσα από τη φύση τους αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο ενός κράτους δικαίου, ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται με την άσκησή τους. Άλλωστε , οι πρόσθετες – σχετικές με τον τρόπο ζωής – υποχρεώσεις του κατηγορουμένου που θέτει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών σε περίπτωση απολύσεως υπό όρο, μπορεί να αφορούν -μεταξύ άλλων- δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ιδιαίτερα δε αναφορικά με την απέλαση (και γενικότερα την υποχρέωση εγκαταλείψεως της επικράτειας κάποιας χώρας) είναι αξιοσημείωτο ότι το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της (διοικητικής) απέλασης έχει κάνει δεκτό ότι το εθνικό νομικό πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει- μεταξύ άλλων- ότι τα πραγματικά περιστατικά και ο λόγος απελάσεως θα πρέπει να υπόκεινται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο, ακόμη και εάν υφίστανται λόγοι εθνικής ασφάλειας για την απέλαση κάποιου ατόμου. Ειδικότερα, το δικαστήριο εξετάζοντας μια προσφυγή κατά της απελάσεως θα πρέπει να σταθμίζει το νόμιμο σκοπό που επιδιώκει η απέλαση έναντι των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του στην οικογενειακή ζωή.
Ο λόγος για τον οποίο γίνεται δεκτό ότι το εκκλητό του βουλεύματος που χορηγεί την υπό όρον απόλυση, αφορά τόσο την απόλυση αυτή καθεαυτήν όσο και τις παρεπόμενες υποχρεώσεις, είναι ότι θα ήταν παράδοξο ο απολυόμενος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της απέλασεως από τη χώρα, να ήταν ανοχύρωτος έναντι της επιβολής ενός τέτοιου δυσβάσταχτου όρου, τη στιγμή που και η ίδια η Σύσταση της Επιτροπής των Υπουργών στα συμβαλλόμενα κράτη αναφορικά με την υφ’ όρον απόλυση [: Recommendation Rec (2003) 22 of the Committee of Ministers to member states on conditional release (parole)], προβλέπει ότι η προετοιμασία για την υφ’ όρον απόλυση θα πρέπει να περιλαμβάνει την παροχή δυνατότητας στους κρατουμένους – φυλακισμένους διατηρήσεως, δημιουργίας και επανδημιουργίας συνδέσμων με την οικογένειά τους (άρθρο 14).
Θα ήταν, λοιπόν, παράδοξο οι υφ’ όρον απολυθέντες κρατούμενοι σε ένα κράτος δικαίου να απελαύνονται όταν έχουν στενούς συνδέσμους με τη χώρα (: νόμιμα διαμένοντες συγγενείς σ’ αυτήν), δίχως να έχουν κανένα απολύτως μέσο άμυνας κατά του δυσβάσταχτου αυτού όρου. Εξάλλου, το ίδιο κείμενο προβλέπει ότι οι κατάδικοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν και για τον μη σεβασμό των προβλεπόμενων δικονομικών εγγυήσεων (: άρθρο 33). Μάλιστα, η διαδικασία των προσφυγών θα πρέπει να αφορά και την εφαρμογή της υφ’ όρον απολύσεως (άρθρο 34). (βλ. Ποινολογία, Άρθρα 50 – 133 νέου ΠΚ, Λάμπρος Μαργαρίτης, Νίκος Παρασκευόπουλος, Γεώργιος Νούσκαλης,2η έκδοση).
Ωστόσο, η προτεινόμενη προς ψήφιση ρύθμιση καταστρατηγεί τις ως άνω υπερεθνικής ισχύος προβλέψεις, με την επί της ουσίας ματαίωση της δυνατότητας δικαστικής προσφυγής, αφού αφενός η διοικητική απομάκρυνση διατάσσεται χωρίς να προηγείται in concreto δικαιοδοτική κρίση και αφετέρου η ευδοκίμηση των αντιρρήσεων επάγεται την αναβίωση της ποινικής κράτησης.
Επίσης, τονίζεται ότι η αποδοχή των αντιρρήσεων κατά της διοικητικής κράτησης αλλοδαπού δεν συνεπάγεται αδυναμία απομάκρυνσής του, αλλά αφορά στη νομιμότητα της κράτησης, ήτοι την έλλειψη νόμιμων προυποθέσεων επιβολής του μέτρου της κράτησης. Εν παραδείγματι, η διοικητική κράτηση αίρεται όταν διαπιστώνεται ύπαρξη ισχυρών οικογενειακών δεσμών, σταθερής και γνωστής διαμονής και επαρκών μέσων διαβίωσης και χορηγείται προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης. Στην περίπτωση αυτή, η δικαστική αποδοχή των αντιρρήσεων σημαίνει ότι ο αλλοδαπός θεωρείται, κατ΄αρχήν, ικανός να συμμορφωθεί με την υποχρέωση αναχώρησης χωρίς την ανάγκη εξαναγκαστικής διαδικασίας. Η εξομοίωση της δικαστικής κρίσης περί μη αναγκαιότητας της κράτησης με αδυναμία απομάκρυνσης και η σύνδεσή της με την αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης οδηγεί σε εσφαλμένο και αντιφατικό αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 57 καταλήγει να αντιμετωπίζει ως λόγο επαναφοράς σε καθεστώς ποινικής κράτησης μια δικαστική κρίση, που βάσει του ισχύοντος δικαίου, θεμελιώνει την καταλληλότητα του αλλοδαπού για οικειοθελή συμμόρφωση και όχι την ανάγκη αυστηρότερων μέτρων. Η ρύθμιση αυτή αντιστρέφει τη λογική της διοικητικής προστασίας της προσωπικής ελευθερίας και μετατρέπει τη δικαστική άρση της κράτησης σε λόγο επιδείνωσης της ποινικής του θέσης κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ 1 του Συντάγματος.
2.ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΑΣΗΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΛΗΞΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ – ΥΦΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ 1 ΤΗΣ ΕΣΔΑ
Ως προς την υφ’ όρον απόλυση, σημειώνεται ότι πρόκειται για θεσμό που εκφράζει την ελαστικότητα της ποινής στο στάδιο της εκτίσεως της και καθώς εκτίεται, λειτουργεί υπέρ του καταδίκου και εξυπηρετεί σκοπούς όχι μόνο ειδικοπροληπτικούς αλλά και εγγυητικούς. Σημείο, δηλαδή, αναφοράς αποτελεί η αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Μάλιστα, εύστοχα έχει επισημανθεί ότι η απόλυση υπό όρο, με την πάροδο του χρόνου και ιδίως ενόψει της θεσμοθετημένης πλέον κατά κανόνα υποχρεωτικότητας της χορηγήσεώς της, προλαμβάνει ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά θεσμικής κατοχυρώσεως ενός δικαιώματος των κρατουμένων για σταδιακή κοινωνική τους αποκατάσταση.
Υπό το ανωτέρω πρίσμα και υπό το φως του σεβασμού στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προβλέπεται η δυνατότητα του Συμβουλίου να επιβάλλει όρους που προηγούνται του μέτρου της διοικητικής απέλασης, σε περίπτωση ύπαρξης ειδικότερων δεσμών με την χώρα (οικογένεια, εργασία, συγγένεια), προκειμένου να εξυπηρετείται η αρχή της ειδικής πρόληψης με την παρακολούθησή του εντός της ελληνικής επικράτειας και η υποβοήθηση της κοινωνικής του προσαρμογής εντός αυτής, αλλά και η δυνατότητα του Συμβουλίου να μην επιβάλλει όρους σε περίπτωση μη συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, έτσι ώστε να προηγηθεί το μέτρο της διοικητικής απέλασης (πάντοτε βέβαια προβλέπεται επικουρικά η επιβολή όρων σε περίπτωση αδυναμίας άμεσης επιβολής και εκτέλεσης της διοικητικής απέλασης ενόψει όσων των εγγυήσεων του άρθρου 3 και 5 της ΕΣΔΑ).
Με την προτεινόμενη ρύθμιση προηγείται άνευ όρων η εκτέλεση του μέτρου της διοικητικής απομάκρυνσης και αυτό επιβάλλεται χωρίς in concreto στάθμιση των δεδομένων της εκάστοτε υπόθεσης σε κάθε αλλοδαπό που έχει εκτίσει ποινή, οδηγώντας σε παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, αφού ο αλλοδαπός αποστερείται της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όπως προεκτέθηκε, αλλά και έμμεση παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος αφού η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία σφετερίζονται την δικαστική εξουσία, η οποία αποτελεί όργανο κατά νόμο ανεξάρτητο και αμερόληπτο με ισχυρότερα εχέγγυα (πρβλ.: υπ’ αριθμ. 4/2002 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενη διοικητική απέλαση, πριν την πάροδο λευκού του χρόνου δοκιμασίας του απολυθέντος υπό όρους αλλοδαπού, θα προσέκρουε στη Συνταγματική διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), αφού η Εκτελεστική Εξουσία θα ακύρωνε στην πράξη απόφαση Δικαστική, δηλαδή το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που διέταξε την ως άνω απόλυση).
3.ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΠΑΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΥΦ’ ΟΡΟΝ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ
ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΤΗΣ ΕΣΔΑ – ΕΚ ΠΛΑΓΙΟΥ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΡΑΤΗΣΗΣ
Σε αντίθεση με το πνεύμα όσων προβλέπονται για την δικαστική απέλαση, με το άρθρο 57 παρακάμπτονται οι διεθνείς συμβάσεις από τις οποίες δεσμεύεται η χώρα και δη τα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ. Χαρακτηριστικό σχετικά με την αναγκαιότητα λήψης μέτρων που διαφυλάσσουν την προσωπική ελευθερία, είναι και το υπ’ αριθμ. 255/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που αναφέρεται στη δυνατότητα επιβολής ορισμένων υποχρεώσεων στον αλλοδαπό, όταν η εκτέλεση της απόφασης απέλασης δεν είναι δυνατή άμεσα, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος αντί να παραμείνει υπό κράτηση επ’ αόριστον. Το άρθρο 57 στην ουσία υπερβαίνει το νόμιμο χρονικό όριο κράτησης εκ πλαγίου, εισάγοντας αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης και επιστροφή στη φυλακή για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της απομάκρυνσης.
Η ρύθμιση αυτή προφανώς δε συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 5 και 3 της ΕΣΔΑ, ήτοι με τον σεβασμό στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας και στην αρχή της αναλογικότητας, η εφαρμογή της οποίας επιτάσσει, ελλείψει άμεσης δυνατότητας εκτέλεσης της επιστροφής του αλλοδαπού, να προκρίνεται ένα ηπιότερο μέτρο περιορισμού της ελευθερίας, όπως πχ αυτό της εμφάνισης ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος, ικανό να εξυπηρετήσει παράλληλα τον σκοπό της διασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον των αρχών.
4.ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΓΙΑ ΗΔΗ ΤΕΛΕΣΘΕΝΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΠΑΡ 1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Στη σωφρονιστική υλοποίηση της ποινής ως ελαστικότητα νοείται κατά κύριο λόγο η δυνατότητα αριθμητικής μεταβολής της υλοποιημένης ποινής – η δυνατότητα αυτή εκφράζεται στη νομοθεσία μας με τους θεσμούς: της υφ όρον απόλυσης μετά την απότιση ενός μέρους της υλοποιημένης ποινής, της ευεργετικής μετρήσεως ελάχιστων μορίων υλοποιημένης ποινής και της χάρης. (Ποινολογία, Άρθρα 50 – 133 νέου ΠΚ, Λάμπρος Μαργαρίτης, Νίκος Παρασκευόπουλος, Γεώργιος Νούσκαλης,2η έκδοση)
Η υφ’ όρον απόλυση αποτελεί θεσμό ουσιαστικού ποινικού δικαίου, καθώς ρυθμίζει άμεσα τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, οι διατάξεις που αφορούν την υφ’ όρον απόλυση, την ανάκλησή της και τον υπολογισμό του χρόνου έκτισης της ποινής υπάγονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 ΠΚ (ενδεικτικά ΑΠ 3/2010 Ολ., ΑΠ 1503/2019).
Το άρθρο 57 εισάγει σαφώς δυσμενέστερο καθεστώς για τους αλλοδαπούς κρατουμένους, προβλέποντας αυτοδίκαιη παύση της υφ’ όρον απόλυσης, επανεισαγωγή στη φυλακή και μη υπολογισμό του χρόνου διοικητικής κράτησης ως χρόνου έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά σε εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου ούτε σε καταδικασθέντες που ήδη εκτίουν ποινή βάσει του προϊσχύσαντος ευνοϊκότερου καθεστώτος.
Η επίκληση του διοικητικού χαρακτήρα της απομάκρυνσης δεν αναιρεί τον ουσιαστικό ποινικό χαρακτήρα της ρύθμισης δυνάμει της οποίας επέρχεται αυτοδίκαιη παύση της διάταξης που διατάσσει την υφ’ όρον απόλυση, καθόσον το κρίσιμο κριτήριο είναι η πραγματική παράταση της στέρησης της ελευθερίας (βλ. ΕΔΔΑ Del Río Prada κατά Ισπανίας).
Να προεξασφαλίζεται η επιστροφή στην πατρίδα του και να οργανώνονται άμεσα οι διαδικασίες αναχώρησης του. Αφού έχει ολοκληρωθεί η γραφειοκρατική διαδικασία επαναπροώθησης πίσω να εκδίδονται τα σχετικά εισητήρια και με την αποχώρηση από τη φυλακή να μπαίνει άμεσα στο αεροπλάνο ή άλλο μεταφορικό μέσο και να αναχωρεί.