Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο: Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με ...Άρθρο 16 Υποχρεώσεις και κυρώσεις που επιβάλλονται σε μεταφορείς – Τροποποίηση άρθρου 25 Κώδικα ΜετανάστευσηςΣχόλιο του χρήστη ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ | 13 Ιανουαρίου 2026, 16:34




Αύξηση του πλαισίου ποινής για τα αδικήματα των άρθρων 24 και 25 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση, μεταφορά) Με το άρθρο 15 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της διευκόλυνσης εισόδου από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών» σε ποινή «κάθειρξης». Αντίστοιχα, με το άρθρο 16 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο» σε ποινή «κάθειρξης […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο», με αποτέλεσμα το αδίκημα να τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι 25 ετών. Οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν πολλαπλώς επικριθεί καθώς αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ των πραγματικών διακινητών και προσφύγων, προσώπων που αναζητούν προστασίας, οι οποίοι εξαιτίας της απουσία νόμιμων οδών πρόσβασης στο άσυλο και τη διεθνή προστασίας, αναγκάζονται να αναζητήσουν προστασία με το μόνο διαθέσιμο τρόπο και υπό το καθεστώς κατάστασης ανάγκης. Τις πιο πολλές φορές οι διατάξεις εφαρμόζονται εις βάρος προσφύγων οι οποίοι προκειμένου οι ίδιοι ή/και τα μέλη της οικογένειας τους που συνοδεύουν να έχουν πρόσβαση στη διεθνή προστασία, αναγκάζονται να οδηγήσουν τη βάρκα με την οποία αφίχθησαν μη έχοντας άλλο τρόπο πρόσβασης στην προστασία ή υπό καθεστώς άμεσης απειλής και στους οποίους επιβάλλονται δρακόντειες και εξοντωτικές ποινές εκατοντάδων ετών, χωρίς πολλές φορές να τηρούνται βασικές δικονομικές εγγυήσεις, , στην πράξη αποκλειστικά και μόνο για την προσπάθεια τους να αναζητήσουν άσυλο. Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει οι καταδικασμένοι για «μεταφορά» πολίτες τρίτων χωρών στις ελληνικές φυλακές να είναι από τις πλέον πολυπληθείς ομάδες κρατουμένων. Σημειώνεται ότι η πρόσβαση στο άσυλο είναι δικαίωμα που προβλέπεται μεταξύ άλλων από τη Σύμβαση της Γενεύης και το Δίκαιο της Ένωσης. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, τα κράτη απαγορεύεται να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες αποκλειστικά και μόνο «λόγω» παράνομης εισόδου. Επιπλέον δε και σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η ίδια διάταξη δεν επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε πρόσφυγες για το αδίκημα της μεταφοράς, διακίνησης ή διεκόλυνσης εισόδου «εφόσον οι ίδιοι ήταν αυτοί που διακινούνταν ή εάν προέβησαν στις ενέργειες αυτές για να εξασφαλίσουν την είσοδο των ιδίων, της οικογένειάς τους ή τρίτων για ανθρωπιστικούς λόγους». Έτσι και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (Δεύτερο Πρωτόκολλο, Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών), κυρωθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία με τον ν. 3875/2010, η οποία προϋποθέτει για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα σχετικά αδικήματα, αυτά να τελούνται «με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος». Σε αυτή την κατεύθυνση δε και το Δίκαιο της Ένωσης, το οποίο σύμφωνα με το ΔΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των πρωτοκόλλων της. Η εθνική νομοθεσία, δεν ευθυγραμμίζεται με τις παραπάνω εγγυήσεις με αποτέλεσμα αντί της αντιμετώπισης των ίδιων των εγκληματικών δικτύων δια της ποινικής νομοθεσίας, να ποινικοποιούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες οι οποίοι αναζητούν προστασία. Η αύξηση του πλαισίου ποινής, όπως προτείνεται με το σχέδιο νόμου, επιτείνει έτη περαιτέρω αυτήν την ήδη προβληματική κατάσταση. Εισαγωγή της ιδιότητας μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών εγγεγραμμένης στο Μητρώο ως επιβαρυντικής περίπτωσης για μια σειρά αδικήματα που προβλέπονται σε ειδικό ποινικό νόμο και δυνατότητα διαγραφής της οργάνωσης από το Μητρώο μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης. Με τα άρθρα 15 και 16 του σχεδίου νόμου εισάγεται για πρώτη φορά η ιδιότητα μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ως επιβαρυντική περίπτωση για μια σειρά αδικημάτων που σχετίζονται με την ευρεία και ασαφή έννοια της «συνδρομής» και ταυτοχρόνως αδικήματα που με το ισχύον νομικό πλαίσιο τυποποιούνταν ως πλημμελήματα, αναβαθμίζονται ως κακουργήματα και τιμωρούνται με πολυετής ποινές κάθειρξης. Μεταξύ άλλων το άρθρο 15 προβλέπει ότι μόνη η ιδιότητα του μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου αρκεί για την αναβάθμιση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 24 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση εισόδου, διευκόλυνσης της παράνομης διαμονή, άρνηση παράδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου κτλ), σε κακουργήματα για το οποίο προβλέπονται εξοντωτικές ποινές κάθειρξης και χρηματικές ποινές (‘κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ’). Επιπλέον, δε μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή της οργάνωσης από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Αντίστοιχα δε σε περίπτωση δικαιούχου άδειας διαμονής και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για την ανάκληση της άδειας διαμονής. Τέλος δεν προβλέπεται εξαίρεση για την περίπτωση παροχής ανθρωπιστικής βοήθεια όπως αυτή προβλέπεται στο Δίκιο της Ένωσης και σε συμφωνία με το διεθνές πλαίσιο. Περαιτέρω το άρθρο 16 προβλέπει την ιδιότητα μέλους οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών ως επιβαρυντική περίπτωση και προβλέπει ποινή κάθειρξης έως 10 ετών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και χρηματική ποινή από 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο για το αδίκημα της μεταφοράς του άρθρου 25 ν. 5038/2023 . Τα ανωτέρω είναι εξόχως προβληματικά ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδράμουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο συστηματικά συκοφαντούνται, στοχοποιούνται και δέχονται απειλές για την ανθρωπιστική τους δράση, συμπεριλαμβανομένης της παροχής νομικής συνδρομής για την πρόσβαση στο άσυλο και την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Όλως ενδεικτικώς υπενθυμίζονται σχετικά οι πλέον πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου με τις οποίες ευθέως στοχοποιήθηκαν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την παροχή νομικής συνδρομής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των ελληνικών Δικαστηρίων σε πρόσφυγες που αφίχθηκαν κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παράνομης αναστολής ασύλου και στερήθηκαν για το λόγο αυτό την πρόσβαση στο άσυλο. Όπως επεσήμαναν τότε τρεις Ειδικοί Εισηγητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, «οι δηλώσεις του [Υπουργού] συνιστούν επίθεση στο νόμιμο έργο αυτών των οργανώσεων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, και ότι έχουν ως στόχο να τις εκφοβίσουν και να απονομιμοποιήσουν το έργο τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μάτια του κοινού. Οι φόβοι μας σε αυτό το πλαίσιο ενισχύονται από την επανειλημμένη υποτίμηση του έργου όσων δραστηριοποιούνται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων». Αντίστοιχα, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες με κοινή δήλωση υπογράμμισαν ότι «Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν δημόσιες δηλώσεις, πρωτοβουλίες ή άτυπες διαρροές που στιγματίζουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή προτείνουν την επιβολή τιμωρητικών μέτρων σε οργανώσεις που ενδέχεται να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις ή προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εκπροσωπώντας τους ανθρώπους που έχουν ζητήσει τη στήριξή τους». Παρά την καταδίκη των σχετικών δηλώσεων από εθνικούς και διεθνούς φορείς ο αρμόδιος Υπουργός αρνήθηκε να ανακαλέσει τις σχετικές δηλώσεις. Σε συνέχεια δε της σχετικής απάντησης των ελληνικών αρχών προς τα όργανα του ΟΗΕ η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέφρασε εκ νέου της ανησυχία της καθώς στην απάντηση τους οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν να «συγχέ[ουν] το έργο των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη διακίνηση ανθρώπων». «Το κράτος έχει την ευθύνη να ανατρέψει αυτή την ψευδή αφήγηση, όχι να την διαιωνίζει», υπογράμμισε. Τα τελευταία χρόνια σημαντικός αριθμός διεθνών και εθνικών φορέων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων απευθύνουν επαναλαμβανόμενες και επείγουσες συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου αυτές να θέσουν τέρμα στις επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών, στις εκστρατείες δυσφήμησης και σε ενδεχόμενη κατάχρηση του ποινικού δικαίου ή/και να διασφαλίσουν ένα λειτουργικό πλαίσιο για τη δραστηριοποίηση των οργανώσεων. Μεταξύ άλλων • Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για του Υπερασπιστές Δικαιωμάτων του Ανθρώπου • Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες • H Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ • Ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή • Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο • Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου • Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνων και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος. Σημειώνεται τέλος η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση C-821/19, σύμφωνα με την οποία «η παροχή συνδρομής προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφος κράτους μέλους […] δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία ευνοεί την παράνομη είσοδο ή διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή στο έδαφος κράτους μέλους», «η εν λόγω βοήθεια δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με υποβοήθηση παράνομης διαμονής» (παρ. 138-139) και το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την «ποινικοποίηση στο εσωτερικό δίκαιο τη συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου παρέχει, στο πλαίσιο δραστηριότητας οργάνωσης, βοήθεια προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφός της» (παρ.144). Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη διαπιστώσει το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» στο δικαίωμα αποτελεσματικής ασκησης προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου κατά παράβαση της ΕΣΔΑ, που έχουν μέτρα εκφοβισμού, καταχρηστικής πίεσης και ποινικής διερεύνησης εις βάρος δικηγόρων που εκπροσωπούν αιτούντες ενώπιον Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων M.H. και λοιποί κατά Κροατίας, 2021, παρ. 322 και 335). Εν προκειμένω, οι προτεινόμενες διατάξεις ανοίγουν το δρόμο για τη δίωξη των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των μελών τους αποκλειστικά και μόνο για τη νόμιμης ανθρωπιστικής τους δράσης. Με τον τρόπο αυτό και με τις επαπειλούμενες εξοντωτικές ποινές πολυετούς κάθειρξης και τεράστιες χρηματικές ποινές επιχειρείται ο εκφοβισμός των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Σε κάθε περίπτωση δε ακόμη και εάν τα αναφερόμενα αδικήματα δεν μπορέσουν να επαρκώς να στοιχειοθετήσουν ενώπιον Δικαστηρίων, και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή των οργανώσεων από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, γεγονός το οποίο αποκλείει τις οργανώσεις από την πρόσβαση σε δομές υποδοχής, φιλοξενίας κτλ και τη δυνατότητα παροχής νομικής συνδρομής στους εντολείς τους, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο και τις αποκλείει από κρατική και ενωσιακή χρηματοδότηση ή/και αυθαίρετης ανάκλησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει νόμιμα στη χώρα.