Άρθρο 16 Υποχρεώσεις και κυρώσεις που επιβάλλονται σε μεταφορείς – Τροποποίηση άρθρου 25 Κώδικα Μετανάστευσης

Στο άρθρο 25 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), περί υποχρεώσεων όσων μεταφέρουν πολίτες τρίτων χωρών και κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στην περ. α. μετά τη λέξη «κάθειρξη» διαγράφονται οι λέξεις «μέχρι δέκα (10) ετών», αβ) στην περ. β. i) οι λέξεις «, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή κατ’ επάγγελμα» και ii) μετά τη λέξη «πράκτορα» προστίθενται οι λέξεις «ή είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (ν. 4939/2022, Α’ 111)», β) στην παρ. 6, οι λέξεις «ν. 4939/2022 (Α’ 111)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών», β) η παρ. 8 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 10, γα) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «καθώς και των παρ. 4, 5 και 7 του άρθρου 24» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθώς και των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 24», γβ) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «του άρθρου 310» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 311», γγ) προστίθεται πέμπτο εδάφιο, δ) στην παρ. 11 οι λέξεις «οι παρ. 4, 5 και 7» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οι παρ. 4, 5, 6 και 7» και το άρθρο 25 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 25

Υποχρεώσεις μεταφορέων – Κυρώσεις

  1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται:

α. με κάθειρξη και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο,

β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί από κερδοσκοπία ή κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή είναι μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) εγγεγραμμένης στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (ν. 4939/2022, Α’ 111) ή αν δύο (2) ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού,

γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο,

δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περ. γ’ επήλθε θάνατος.

  1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μην δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με την παρ. 1. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραία βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά τον απόπλου του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραία βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων. Οι κυρώσεις της παρ. 3 εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρούσα.
  2. Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά ατόμων, υποχρεούνται να μην δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών που: α) δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα σε ισχύ διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου, όπου απαιτείται η λήψη τους πριν από την άφιξη των πολιτών τρίτων χωρών στη χώρα, εκτός αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 σε συνδυασμό με την περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 ή β) κατέχουν διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα με εμφανείς ενδείξεις πλαστογράφησης ή παραποίησης. Με απόφαση της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας επιβάλλεται στις αεροπορικές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταφέρει άτομα αεροπορικώς, τα οποία παραβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση, χρηματικό πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Στις ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί δημόσια μεταφορά ατόμων με πλωτό μέσο, το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση της αστυνομικής αρχής, η οποία είναι κατά τόπον αρμόδια για τη διενέργεια του ελέγχου των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5. Στις εταιρείες οδικών μεταφορών, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί δημόσια οδική μεταφορά ατόμων, το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στα διοικητικά όρια της οποίας έλαβε χώρα η παράβαση.

Σε περίπτωση υποτροπής εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, τα ανωτέρω πρόστιμα μπορεί να προσαυξάνονται στο διπλάσιο και πάντως όχι πέραν του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου. Τα παραπάνω πρόστιμα επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα που εκτελούν οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά ή αποκλειστικά στο νομικό πρόσωπο των ανωτέρω αεροπορικών ή ναυτιλιακών εταιρειών ή μεταφορέων και στα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 4987/2022 (Α’ 206), τα οποία ευθύνονται αλληλεγγύως. Το παραπάνω πρόστιμο δεν επιβάλλεται στα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι έχουν λάβει επαρκή προληπτικά μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι επιβαίνοντες πολίτες τρίτων χωρών δεν εμπίπτουν στις περ. α’ και β’. Ειδικότερα απαιτείται η λήψη των κατάλληλων μέτρων ενημέρωσης των επιβατών, πριν από την επιβίβασή τους, ως προς τα ταξιδιωτικά έγγραφα που απαιτούνται για τη νόμιμη είσοδό τους στην Ελλάδα, η καταχώρισή τους, κατά την επιβίβαση, με τα στοιχεία που φέρουν τα ταξιδιωτικά έγγραφα, στους καταλόγους επιβατών και η κοινοποίηση των καταλόγων στις αρμόδιες αερολιμενικές, λιμενικές και τελωνειακές αρχές. Οι αποφάσεις επιβολής προστίμου της παρούσας υπόκεινται σε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη αντίστοιχα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή τους. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, επιβάλλεται πρόστιμο, όχι χαμηλότερο από το ήμισυ του ελάχιστου προβλεπόμενου.

  1. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παρ. 1, 2 και 3, καθώς και ταξιδιωτικά γραφεία και οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ευθύνονται εις ολόκληρον για τις δαπάνες διαβίωσης και τα έξοδα επαναπροώθησης των ανωτέρω προσώπων στο εξωτερικό. Την ίδια ευθύνη έχουν και όσοι εγγυήθηκαν τον επαναπατρισμό πολίτη τρίτης χώρας, αν παραβιάσθηκαν όροι εισόδου ή διαμονής του στη χώρα. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190).
  2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 ή οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ή οι αντιπρόσωποι αυτών στην Ελλάδα, υποχρεούνται αμέσως μετά την άφιξη του μεταφορικού μέσου να παραδίδουν στις υπηρεσίες του αστυνομικού ελέγχου διαβατηρίων δελτία άφιξης ή καταστάσεις των επιβατών που είναι πολίτες τρίτων χωρών, τους οποίους μεταφέρουν και προορίζουν για την Ελλάδα και αντίστροφα. Την ίδια υποχρέωση έχουν κατά την άφιξη αεροπλάνων μη τακτικών πτήσεων από τρίτες χώρες.
  3. Οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, καθώς και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς τον σκοπό της υπαγωγής στις διαδικασίες του άρθρου 83 του ν. 3386/2005 (Α’ 212) ή του άρθρου 42 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών.
  4. Το άρθρο 254 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 122) εφαρμόζεται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο 24 και το παρόν άρθρο, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα.
  5. Επί καταδίκης για τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος καθώς και των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 24, η ποινή δεν αναστέλλεται ούτε μετατρέπεται με κανέναν τρόπο, τυχόν δε ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ. Η παρ. 8 του άρθρου 24 εφαρμόζεται αναλογικά για τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Για την εκδίκαση των κακουργημάτων που προβλέπονται στην παρ. 1, εκτός από αυτό της περ. δ’, καθώς και στο άρθρο 24 αρμόδιο είναι το Μονομελές Εφετείο και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
  7. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 24 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της παραπάνω εγκληματικής δραστηριότητας κατάσχεται και μπορεί να δημευθεί με την καταδικαστική απόφαση, αν ανήκει στον αυτουργό ή σε οποιονδήποτε από τους συμμετόχους. Αν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι η δήμευση που θα επιβληθεί στον καταδικασθέντα θα αποστερήσει τον ίδιο ή τρίτους, ιδίως την οικογένειά του, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους και ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη, δεν την επιβάλλει. Η απόδοση περιουσίας στον ιδιοκτήτη της γίνεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 311 και το άρθρο 373 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η περιουσία ή το προϊόν κατά το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του ίδιου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος. Με την ίδια καταδικαστική απόφαση ανακαλείται, περαιτέρω, άδεια διαμονής παντός τύπου που είχε χορηγηθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές στον καταδικασθέντα.
  8. Το παρόν άρθρο και οι παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 24 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.».
  • 14 Ιανουαρίου 2026, 08:12 | Γιατροί Χωρίς Σύνορα – Ελληνικό Τμήμα

    Mε τα άρθρα 15 και 16, στις προβλεπόμενες επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου, εξόδου, διαμονής και διέλευσης υπηκόων τρίτων χωρών (άρθρα 24 και 25 Ν. 5038/2023), προστίθεται η ιδιότητα του δράστη ως μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης εγγεγραμμένης μάλιστα στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Η παραπάνω επιβαρυντική περίσταση συμπληρώνει αυτές της κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία τέλεσης των αδικημάτων, ενώ για τη συνδρομή της αρκεί μόνο η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ χωρίς να εξετάζεται καμία άλλη συνθήκη, το οικονομικό όφελος π.χ. ή τρόπος τέλεσης.
    Η ως άνω επιβαρυντική περίσταση των αδικημάτων υποδηλώνει, όπως όλες οι επιβαρυντικές περιστάσεις, αυξημένη απαξία στην τέλεση των εγκλημάτων και επισύρει αυξημένες ποινές, που φτάνουν τα 10 έτη κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000, ή και 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, ενώ επιφέρει επίσης διαγραφή της ΜΚΟ από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, μόνο με την άσκηση της ποινικής δίωξης καθώς και αφαίρεση της άδειας παραμονής, εάν ο φερόμενος ως δράστης είναι πολίτης τρίτης χώρας.
    Με τις διατάξεις αυτές όχι μόνο αυξάνονται αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας οι ήδη εξαιρετικά αυστηρές προβλεπόμενες ποινές αλλά και ποινικοποιείται κατ’ ουσίαν η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ, καθώς αυτή και μόνο αρκεί για να αποτελέσει επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης των σχετικών αδικημάτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας που βρίσκεται στον καταστατικό σκοπό της ύπαρξης των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην υποδοχή και προστασία αιτούντων διεθνούς προστασίας και που σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία δίνει το δικαίωμα στο κράτος μέλος ακόμα και να απόσχει από την επιβολή οποιασδήποτε κύρωσης σε σχέση με τα αδικήματα της διευκόλυνσης εισόδου, εξόδου, διέλευσης και παραμονής πολιτών τρίτων χωρών, εφόσον η συµπεριφορά αποσκοπεί στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Περαιτέρω οι προβλέψεις του Νομοσχεδίου ποινικοποιούν μια κατά τα άλλα νόμιμη ιδιότητα, αφού η επιβαρυντική περίσταση αφορά στην ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης κατά τα άλλα στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης, που τεκμαίρεται δηλαδή ότι έχει ελεγχθεί προ της εγγραφής της στο Μητρώο.
    Τέλος, οι προβλέψεις αυτές είναι αντίθετες σε συστάσεις Ευρωπαϊκών και Διεθνών Οργάνων προς την ελληνική Πολιτεία σχετικά με την κατάσταση των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και τις εξαγγελίες της ελληνικής Κυβέρνησης να περιορίσει την νόμιμη υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών από ΜΚΟ. Όλως ενδεικτικώς, στην τελευταία από 16.09.2025 επίσημη επικοινωνία προς την ελληνική Κυβέρνηση η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασε οξεία ανησυχία σχετικά με το ενδεχόμενο η ελληνική Πολιτεία να επιτίθεται στην καθόλα νόμιμη εργασία των ΜΚΟ με σκοπό τον εκφοβισμό και τη συκοφάντησή τους στην κοινή γνώμη, αλλά και εξέφρασε φόβους σχετικά με την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των προβλέψεων για το Μητρώο και τη λειτουργία του ως μέσου ποινικοποίησης της δράσης των ΜΚΟ. Η πρόβλεψη εξάλλου για διαγραφή ΜΚΟ από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με μόνη την άσκηση ποινικής δίωξης κατά μέλους της και επανεγγραφή της μετά την αμετάκλητη αθώωσή του κατάφωρα πλήττει Αρχές όπως η αυτή της αναλογικότητας, του τεκμηρίου αθωότητας και της ασφάλειας δικαίου αλλά και εκθέτει Οργανισμούς, εργαζόμενους καθώς και κυρίως τους ανθρώπους που εξυπηρετούν αλλά και την ίδια την Πολιτεία σε στέρηση των προσφερόμενων από την ΜΚΟ υπηρεσιών για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

    Οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του νομοσχεδίου όμως αγνοούν και τα πολυάριθμα και πολύνεκρα ναυάγια στα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας, τις συνεχιζόμενες και εντεινόμενες διεθνείς συγκρούσεις, με θύματα και αμάχους και τις ευρύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις που κάνουν κάθε μέρα πιο επιτακτική τη συνεργασία με πνεύμα εμπιστοσύνης μεταξύ της Πολιτείας και της Κοινωνίας των Πολιτών για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε ανθρώπους που φτάνουν στα σύνορα της Ελλάδας, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας για το σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, το δίκαιο του ασύλου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
    Οι Γιατροί χωρίς Σύνορα καλούμε προς την απαλοιφή της σχετικής επιβαρυντικής περίστασης της ιδιότητας του μέλους ΜΚΟ και την ρητή πρόβλεψη της εξαίρεσης της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας από τις κυρώσεις των σχετικών αδικημάτων.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 18:31 | Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού

    Οι προβλεπόμενες διατάξεις του άρθρου 15, ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εργασία σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.) ως επιβαρυντική περίσταση και συνακόλουθη αυξημένη ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β του άρθρου, αφενός έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα της Ελλάδος, όσον αφορά τους Έλληνες υπηκόους, καθώς και κατά των θεμελιωδών αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ελευθερίας της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι και αφετέρου καταστρατηγούν τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η Κοινωνία των Πολιτών στην Ελλάδα μέσω των Μ.Κ.Ο., οι οποίες σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής λειτουργούν συμπληρωματικά προς το κράτος και σε αρκετές περιπτώσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του συνεργάτη για το Ελληνικό Κράτος.

    Ο ρόλος των Μ.Κ.Ο. έχει κατοχυρωθεί και αναδειχθεί σε πληθώρα κειμένων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρεται το Άρθρο 71 του Χάρτη του ΟΗΕ (Chapter X – Economic and Social Council), το οποίο προβλέπει ότι το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (ECOSOC) μπορεί να θεσπίσει κατάλληλες ρυθμίσεις για διαβουλεύσεις με μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με θέματα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου. Με βάση αυτό το άρθρο, λειτουργεί σύστημα το οποίο επιτρέπει στις Μ.Κ.Ο. να έχουν συμβουλευτικό ρόλο στον ΟΗΕ (Chapter X: Article 71 — Charter of the United Nations — Repertory of Practice of United Nations Organs — Codification Division Publications).

    Περαιτέρω, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνει βασικά δικαιώματα που σχετίζονται με το έργο των Μ.Κ.Ο.:
    • Άρθρο 12: Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και ελευθερία σχηματισμού ενώσεων.
    • Άρθρο 7 και 8: Προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία.
    • Άρθρο 63 ΣΛΕΕ: Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και εμπορικών/οργανωτικών ελευθεριών.
    Τα ως άνω αναφερόμενα άρθρα προστατεύουν το δικαίωμα Μ.Κ.Ο. να συστήνονται, να λειτουργούν και να συμμετέχουν στην κοινωνική και πολιτική ζωή χωρίς περιορισμούς.

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμά του στις 17 Ιανουαρίου 2024 για τη «Διαφάνεια και Λογοδοσία των Μ.Κ.Ο.» (Texts adopted – Transparency and accountability of non-governmental organisations funded from the EU budget – Wednesday, 17 January 2024), τονίζει την καθοριστική συμβολή των Μ.Κ.Ο. στην εκπροσώπηση της Κοινωνίας των Πολιτών, στην υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών, καθώς και στη σημασία της ύπαρξης περιβάλλοντος που επιτρέπει στις Μ.Κ.Ο να ευδοκιμήσουν χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς.

    Το Συμβούλιο της Ευρώπης (CoE) εξέδωσε τη Σύσταση CM/Rec(2007)14 (1680a4cd01) σχετικά με το νομικό καθεστώς των Μ.Κ.Ο. στην Ευρώπη. Αυτή η σύσταση:
    • Αναγνωρίζει βασικές αρχές για τη δημιουργία και λειτουργία των Μ.Κ.Ο.
    • Τονίζει τον σημαντικό ρόλο τους στην προώθηση ανθρώπινων δικαιωμάτων, δημοκρατίας, διαφάνειας και συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών.
    • Προτείνει προδιαγραφές για τη διαχείριση, την πρόσβαση πόρων, την ελευθερία λειτουργίας και την προστασία τους από υπερβολικούς περιορισμούς.
    Ακόμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (https://employment-social-affairs.ec.europa.eu/policies-and-activities/international-partners-and-agencies/non-governmental-organisations_en) υποστηρίζει ενεργά τις Μ.Κ.Ο. για να εκπληρώνουν το ρόλο τους στην κοινωνική πολιτική, την κοινωνική ένταξη, την καταπολέμηση της φτώχειας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλους τομείς. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμευτεί να υποστηρίξει τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών στον σημαντικό ρόλο τους στην προστασία των δημοκρατιών στην Ευρώπη και στην οικοδόμηση μιας ισχυρότερης κοινωνικής Ευρώπης:
    • συνεχίζοντας τον διάλογο και τη συνεργασία μαζί τους
    • υποστηρίζοντάς τις μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΕ και διαφόρων πρωτοβουλιών πολιτικής.

    Παράλληλα σε έρευνα (*1680af95df) του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον στιγματισμό των Μ.Κ.Ο, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2024 (A study prepared by the Expert Council on NGO Law of the Conference of INGOs of the Council of Europe Based on contribution by Mr Dragan Golubović, Member of the Expert Council on NGO Law), καταδεικνύεται ότι σε πολλά κράτη μέλη αναπτύσσεται ένα μοτίβο στοχοποίησης των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, ιδίως όσων δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της υποστήριξης προσφύγων.

    Στην Ελλάδα, διαχρονικά οι Μ.Κ.Ο. εκπροσωπούν την κοινωνία και αφενός καλύπτουν κενά που αδυνατούν να καλυφθούν από κρατικούς φορείς και υπηρεσίες και αφετέρου συνεργάζονται με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και υπηρεσίες για να επιτελέσουν κοινούς σκοπούς, καθώς έχουν ιδιαίτερη τεχνογνωσία στο αντικείμενο τους και λόγω των δημόσιων διαδικασιών παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία. Η αντιμετώπιση της εργασίας σε Μ.Κ.Ο. ως επιβαρυντικής περίστασης αλλά και οι κυρώσεις στις ίδιες τις Μ.Κ.Ο. σε καμία περίπτωση δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως, υπονομεύουν την ίδια την ελληνική κοινωνία, καθώς οι Μ.Κ.Ο. έχουν καταστατικό σκοπό την υποστήριξη και την προστασία ανθρώπων που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και όχι, σε καμία περίπτωση, την τέλεση παράνομων ενεργειών — κάτι που αποδεικνύεται διαχρονικά από το έργο και τη δράση τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι Μ.Κ.Ο. εγγράφονται στα κρατικά μητρώα του εκάστοτε Υπουργείου, διατηρούν αυστηρές διαδικασίες ελέγχου και διαφάνειας σε οικονομικό και λειτουργικό επίπεδο και δημοσιεύουν τα οικονομικά στοιχεία τους, προκειμένου να συνεργάζονται με διεθνείς και κρατικούς φορείς, συνηγορεί στην αξιοπιστία που τις διακρίνει και ενώ θα έπρεπε η Πολιτεία να επιβραβεύει και να ενισχύει το ρόλο τους, αντίθετα το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί ξεκάθαρη στοχοποίηση τους.

    Η στοχοποίηση τόσο των ίδιων των Μ.Κ.Ο. που επιτελούν ένα τόσο σημαντικό έργο στην Ελλάδα, όσο και των εργαζομένων σε αυτές δημιουργεί ένα ιδιαίτερα αρνητικό προηγούμενο σε περίπτωση που η διάταξη ψηφισθεί και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν κυρώσεις από διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα.

    Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμο οι διατάξεις που αναφέρονται στους εργαζόμενους στις Μ.Κ.Ο. και στις ίδιες τις Μ.Κ.Ο. να απαλειφθούν από το προτεινόμενο νομοσχέδιο.

  • Αύξηση του πλαισίου ποινής για τα αδικήματα των άρθρων 24 και 25 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση, μεταφορά)

    Με το άρθρο 15 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της διευκόλυνσης εισόδου από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών» σε ποινή «κάθειρξης». Αντίστοιχα, με το άρθρο 16 του σ/ν αυξάνεται το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, από ποινή «κάθειρξη[ς] μέχρι δέκα (10) ετών […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο» σε ποινή «κάθειρξης […] για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο», με αποτέλεσμα το αδίκημα να τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι 25 ετών.

    Οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν πολλαπλώς επικριθεί καθώς αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ των πραγματικών διακινητών και προσφύγων, προσώπων που αναζητούν προστασίας, οι οποίοι εξαιτίας της απουσία νόμιμων οδών πρόσβασης στο άσυλο και τη διεθνή προστασίας, αναγκάζονται να αναζητήσουν προστασία με το μόνο διαθέσιμο τρόπο και υπό το καθεστώς κατάστασης ανάγκης.

    Τις πιο πολλές φορές οι διατάξεις εφαρμόζονται εις βάρος προσφύγων οι οποίοι προκειμένου οι ίδιοι ή/και τα μέλη της οικογένειας τους που συνοδεύουν να έχουν πρόσβαση στη διεθνή προστασία, αναγκάζονται να οδηγήσουν τη βάρκα με την οποία αφίχθησαν μη έχοντας άλλο τρόπο πρόσβασης στην προστασία ή υπό καθεστώς άμεσης απειλής και στους οποίους επιβάλλονται δρακόντειες και εξοντωτικές ποινές εκατοντάδων ετών, χωρίς πολλές φορές να τηρούνται βασικές δικονομικές εγγυήσεις, , στην πράξη αποκλειστικά και μόνο για την προσπάθεια τους να αναζητήσουν άσυλο. Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει οι καταδικασμένοι για «μεταφορά» πολίτες τρίτων χωρών στις ελληνικές φυλακές να είναι από τις πλέον πολυπληθείς ομάδες κρατουμένων.

    Σημειώνεται ότι η πρόσβαση στο άσυλο είναι δικαίωμα που προβλέπεται μεταξύ άλλων από τη Σύμβαση της Γενεύης και το Δίκαιο της Ένωσης. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, τα κράτη απαγορεύεται να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες αποκλειστικά και μόνο «λόγω» παράνομης εισόδου. Επιπλέον δε και σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η ίδια διάταξη δεν επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε πρόσφυγες για το αδίκημα της μεταφοράς, διακίνησης ή διεκόλυνσης εισόδου «εφόσον οι ίδιοι ήταν αυτοί που διακινούνταν ή εάν προέβησαν στις ενέργειες αυτές για να εξασφαλίσουν την είσοδο των ιδίων, της οικογένειάς τους ή τρίτων για ανθρωπιστικούς λόγους». Έτσι και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (Δεύτερο Πρωτόκολλο, Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών), κυρωθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία με τον ν. 3875/2010, η οποία προϋποθέτει για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα σχετικά αδικήματα, αυτά να τελούνται «με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος». Σε αυτή την κατεύθυνση δε και το Δίκαιο της Ένωσης, το οποίο σύμφωνα με το ΔΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των πρωτοκόλλων της.

    Η εθνική νομοθεσία, δεν ευθυγραμμίζεται με τις παραπάνω εγγυήσεις με αποτέλεσμα αντί της αντιμετώπισης των ίδιων των εγκληματικών δικτύων δια της ποινικής νομοθεσίας, να ποινικοποιούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες οι οποίοι αναζητούν προστασία. Η αύξηση του πλαισίου ποινής, όπως προτείνεται με το σχέδιο νόμου, επιτείνει έτη περαιτέρω αυτήν την ήδη προβληματική κατάσταση.

    Εισαγωγή της ιδιότητας μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών εγγεγραμμένης στο Μητρώο ως επιβαρυντικής περίπτωσης για μια σειρά αδικήματα που προβλέπονται σε ειδικό ποινικό νόμο και δυνατότητα διαγραφής της οργάνωσης από το Μητρώο μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.

    Με τα άρθρα 15 και 16 του σχεδίου νόμου εισάγεται για πρώτη φορά η ιδιότητα μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ως επιβαρυντική περίπτωση για μια σειρά αδικημάτων που σχετίζονται με την ευρεία και ασαφή έννοια της «συνδρομής» και ταυτοχρόνως αδικήματα που με το ισχύον νομικό πλαίσιο τυποποιούνταν ως πλημμελήματα, αναβαθμίζονται ως κακουργήματα και τιμωρούνται με πολυετής ποινές κάθειρξης.

    Μεταξύ άλλων το άρθρο 15 προβλέπει ότι μόνη η ιδιότητα του μέλους Οργάνωσης της Κοινωνίας των Πολιτών (ΜΚΟ) εγγεγραμμένης στο Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου αρκεί για την αναβάθμιση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 24 ν. 5038/2023 (διευκόλυνση εισόδου, διευκόλυνσης της παράνομης διαμονή, άρνηση παράδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου κτλ), σε κακουργήματα για το οποίο προβλέπονται εξοντωτικές ποινές κάθειρξης και χρηματικές ποινές (‘κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ’). Επιπλέον, δε μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή της οργάνωσης από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Αντίστοιχα δε σε περίπτωση δικαιούχου άδειας διαμονής και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για την ανάκληση της άδειας διαμονής.

    Τέλος δεν προβλέπεται εξαίρεση για την περίπτωση παροχής ανθρωπιστικής βοήθεια όπως αυτή προβλέπεται στο Δίκιο της Ένωσης και σε συμφωνία με το διεθνές πλαίσιο.

    Περαιτέρω το άρθρο 16 προβλέπει την ιδιότητα μέλους οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών ως επιβαρυντική περίπτωση και προβλέπει ποινή κάθειρξης έως 10 ετών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και χρηματική ποινή από 60.000 έως 100.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο για το αδίκημα της μεταφοράς του άρθρου 25 ν. 5038/2023 .

    Τα ανωτέρω είναι εξόχως προβληματικά ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδράμουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο συστηματικά συκοφαντούνται, στοχοποιούνται και δέχονται απειλές για την ανθρωπιστική τους δράση, συμπεριλαμβανομένης της παροχής νομικής συνδρομής για την πρόσβαση στο άσυλο και την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

    Όλως ενδεικτικώς υπενθυμίζονται σχετικά οι πλέον πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου με τις οποίες ευθέως στοχοποιήθηκαν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την παροχή νομικής συνδρομής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των ελληνικών Δικαστηρίων σε πρόσφυγες που αφίχθηκαν κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παράνομης αναστολής ασύλου και στερήθηκαν για το λόγο αυτό την πρόσβαση στο άσυλο. Όπως επεσήμαναν τότε τρεις Ειδικοί Εισηγητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, «οι δηλώσεις του [Υπουργού] συνιστούν επίθεση στο νόμιμο έργο αυτών των οργανώσεων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, και ότι έχουν ως στόχο να τις εκφοβίσουν και να απονομιμοποιήσουν το έργο τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μάτια του κοινού. Οι φόβοι μας σε αυτό το πλαίσιο ενισχύονται από την επανειλημμένη υποτίμηση του έργου όσων δραστηριοποιούνται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων». Αντίστοιχα, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες με κοινή δήλωση υπογράμμισαν ότι «Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν δημόσιες δηλώσεις, πρωτοβουλίες ή άτυπες διαρροές που στιγματίζουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή προτείνουν την επιβολή τιμωρητικών μέτρων σε οργανώσεις που ενδέχεται να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις ή προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εκπροσωπώντας τους ανθρώπους που έχουν ζητήσει τη στήριξή τους». Παρά την καταδίκη των σχετικών δηλώσεων από εθνικούς και διεθνούς φορείς ο αρμόδιος Υπουργός αρνήθηκε να ανακαλέσει τις σχετικές δηλώσεις. Σε συνέχεια δε της σχετικής απάντησης των ελληνικών αρχών προς τα όργανα του ΟΗΕ η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τους Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέφρασε εκ νέου της ανησυχία της καθώς στην απάντηση τους οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν να «συγχέ[ουν] το έργο των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη διακίνηση ανθρώπων». «Το κράτος έχει την ευθύνη να ανατρέψει αυτή την ψευδή αφήγηση, όχι να την διαιωνίζει», υπογράμμισε.

    Τα τελευταία χρόνια σημαντικός αριθμός διεθνών και εθνικών φορέων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων απευθύνουν επαναλαμβανόμενες και επείγουσες συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου αυτές να θέσουν τέρμα στις επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών, στις εκστρατείες δυσφήμησης και σε ενδεχόμενη κατάχρηση του ποινικού δικαίου ή/και να διασφαλίσουν ένα λειτουργικό πλαίσιο για τη δραστηριοποίηση των οργανώσεων. Μεταξύ άλλων

    • Η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για του Υπερασπιστές Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
    • Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες
    • H Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ
    • Ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης
    • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
    • Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
    • Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
    • Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνων και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.

    Σημειώνεται τέλος η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση C-821/19, σύμφωνα με την οποία «η παροχή συνδρομής προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφος κράτους μέλους […] δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία ευνοεί την παράνομη είσοδο ή διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή στο έδαφος κράτους μέλους», «η εν λόγω βοήθεια δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί με υποβοήθηση παράνομης διαμονής» (παρ. 138-139) και το Δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την «ποινικοποίηση στο εσωτερικό δίκαιο τη συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου παρέχει, στο πλαίσιο δραστηριότητας οργάνωσης, βοήθεια προς υποβολή ή κατάθεση αιτήσεως ασύλου στο έδαφός της» (παρ.144).

    Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη διαπιστώσει το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» στο δικαίωμα αποτελεσματικής ασκησης προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου κατά παράβαση της ΕΣΔΑ, που έχουν μέτρα εκφοβισμού, καταχρηστικής πίεσης και ποινικής διερεύνησης εις βάρος δικηγόρων που εκπροσωπούν αιτούντες ενώπιον Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων M.H. και λοιποί κατά Κροατίας, 2021, παρ. 322 και 335).

    Εν προκειμένω, οι προτεινόμενες διατάξεις ανοίγουν το δρόμο για τη δίωξη των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των μελών τους αποκλειστικά και μόνο για τη νόμιμης ανθρωπιστικής τους δράσης. Με τον τρόπο αυτό και με τις επαπειλούμενες εξοντωτικές ποινές πολυετούς κάθειρξης και τεράστιες χρηματικές ποινές επιχειρείται ο εκφοβισμός των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

    Σε κάθε περίπτωση δε ακόμη και εάν τα αναφερόμενα αδικήματα δεν μπορέσουν να επαρκώς να στοιχειοθετήσουν ενώπιον Δικαστηρίων, και μόνη η άσκηση της ποινικής δίωξης αρκεί για τη διαγραφή των οργανώσεων από το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, γεγονός το οποίο αποκλείει τις οργανώσεις από την πρόσβαση σε δομές υποδοχής, φιλοξενίας κτλ και τη δυνατότητα παροχής νομικής συνδρομής στους εντολείς τους, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο και τις αποκλείει από κρατική και ενωσιακή χρηματοδότηση ή/και αυθαίρετης ανάκλησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει νόμιμα στη χώρα.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 15:13 | Terre des hommes Hellas

    Η διατύπωση του άρθρου ενέχει τον κίνδυνο της γενικευμένης ποινικοποίησης του έργου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και δύναται να οδηγήσει σε αυθαίρετες πρακτικές, υπονομεύοντας το ρόλο των οργανώσεων. Η διάκριση αυτή αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές σχετικά με τη μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, καθώς και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άλλωστε αναγνωρίζει το έργο που προσφέρουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και το γεγονός ότι έχουν γίνει βασικοί φορείς στον τομέα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής, ειδικά στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και έχει δεσμευθεί να στηρίξει το έργο τους: https://employment-social-affairs.ec.europa.eu/policies-and-activities/international-partners-and-agencies/non-governmental-organisations_en

    Δεδομένου άλλωστε ότι οι οργανώσεις είναι ήδη εγγεγραμμένες στο σχετικό Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης, ήτοι ελεγμένες από το ίδιο το Υπουργείο, προτείνουμε την εξάλειψη της επιβαρυντικής περίστασης, καθώς και κάθε άλλης σχετικής διάταξης που αναφέρεται σε εργαζομένους ΜΚΟ ή και στις ίδιες τις ΜΚΟ ομοίως ως ανωτέρω.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 12:06 | Συμβούλια ένταξης μεταναστών και προσφύγων Δήμου Αθηναίων και Δήμου Πειραιά

    Η προσθήκη στις κατηγορίες της επιβαρυντικής περίπτωσης β των μελών ΜΚΟ που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο θέτει τη δράση των φορέων της κοινωνίας των πολιτών σε κίνδυνο καθώς δημιουργεί σύγχυση ανάμεσα στην παράνομη δράση εγκληματικών οργανώσεων/κυκλωμάτων και φορέων που ασκούν ανθρωπιστικό έργο, που σε πολλές περιπτώσεις καλύπτει υφιστάμενα κενά της κεντρικής διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης στην υποδοχή και την ένταξη δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

  • ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ «ΙΔΙΩΝΥΜΑ» ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΕΛΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

    Εξόχως ανησυχητική η αφ’ ενός, αδικαιολόγητη αυστηροποίηση του ήδη δυσανάλογα και αυθαίρετα αυστηρού πλαισίου των προβλεπόμενων κυρώσεων και, ιδίως, δε, αφ’ ετέρου, σκανδαλώδης εισαγωγή πρωτοφανών αντισυνταγματικών ποινικών διατάξεων που συστήνουν «ιδιώνυμα» αδικήματα επί τη βάσει της ιδιότητας προσώπου ως μέλους Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) που δραστηριοποιείται στο πεδίο της μετανάστευσης και της διεθνούς προστασίας και μάλιστα εγγεγραμμένης στο «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ» που το Υπουργείο θεσμοθέτησε (άρθρο 78 Κώδικα Ασύλου, Ν 4939/2022, Α΄ 111). Υπενθυμίζουμε ότι η στοχοποίηση των εκπροσώπων και οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών και των υπερασπιστών προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας, έχει αποτελέσει αντικείμενο πάγιας κριτικής από διεθνή και ενωσιακά όργανα τα τελευταία χρόνια.

    Οι εν λόγω διατάξεις στρέφονται ευθέως κατά των βασικών εκπροσώπων της Κοινωνίας των Πολιτών, εισάγοντας εκφοβιστικές διατάξεις σε βάρος των μελών τους αλλά και της λειτουργίας τους, οι οποίες είναι σε ευθεία αντίθεση με διατάξεις διεθνούς και ενωσιακού δικαίου και με το Σύνταγμα. Ειδικότερα:

    1. Εισάγουν, κατά παράβαση διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρα 4 και 25 παρ. 1 Σ, άρθρα 8, 14 και 11 ΕΣΔΑ, άρθρα 7, 12 και 21 παρ. 1 ΧΘΔΕΕ), ανεπίτρεπτο και δυσανάλογο περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που παρακωλύει την υλοποίηση των καταστατικών σκοπών των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης (ΔΕΕ C-78/18 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, 18-06-2020, σκ. 118-119), καθώς και αναιτιολόγητη και δυσανάλογη διακριτική μεταχείριση σε βάρος των φυσικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης (ΕΔΔΑ Ilareva κατά Βουλγαρίας, Προσφυγή 24729/17, 09-09-2025, σκ. 100) ως μέλη, εργαζόμενοι, συνεργάτες ή εθελοντές οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, για τα οποία, μάλιστα, η εγγραφή στο «Μητρώο Μελών ΜΚΟ» του επισπεύδοντος Υπουργείου αποτελεί «απαραίτητη προϋπόθεση τόσο για τη δραστηριοποίησή τους εντός της ελληνικής επικράτειας όσο και για τη συνεργασία τους με τους φορείς του δημοσίου», σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 4 του Κώδικα Ασύλου και ήδη άρθρο 54 του νομοσχεδίου.

    2. Συνιστούν αδικαιολόγητο περιορισμό των δικαιωμάτων νομικής ή άλλης συνδρομής σε άτομα που αιτούνται άσυλο που κατοχυρώνονται στο ενωσιακό δίκαιο (ενδεικτικά, άρθρα 15 παρ. 1 και 30 παρ. 3 Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, άρθρο 12 παρ. 4 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346), με «έντονα αποτρεπτικό χαρακτήρα» για όποιο πρόσωπο παρέχει βοήθεια σε πολίτη τρίτης χώρας ή ανιθαγενή με σκοπό την άσκηση του θεμελιώδους δικαίωματος της υποβολής αίτησης ασύλου στη χώρα (ΔΕΕ C-821/19 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, 16-11-2021, σκ. 132, 143). Και τούτο λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι το πεδίο εφαρμογής των πράξεων των άρθρων 15 και 16 του νομοσχεδίου είναι ευρύτερο των ορίων που θέτει το ενωσιακό δίκαιο και δη το άρθρο 1 της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ, παρότι «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν, στο εθνικό δίκαιο, κανόνες που βαίνουν πέραν του περιεχομένου του γενικού αδικήματος της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, όπως αυτό ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, συμπεριλαμβάνοντας μη καλυπτόμενες από τη διάταξη συμπεριφορές» (ΔΕΕ C-460/23 Kinsa, 03-06-2025, σκ. 71). Ενδεικτικά, το αδίκημα της διευκόλυνσης της παράνομης παραμονής πολίτη τρίτης χώρας στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄ της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ προϋποθέτει άμεσο δόλο και κερδοσκοπία, σύμφωνα δε με το άρθρο 24 του Κώδικα Μετανάστευσης (Ν 5038/2023, Α΄ 81), τελείται και χωρίς κερδοσκοπία, ενώ αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 383/2024).

    3. Αντιστρατεύονται ευθέως τις πάγιες συστάσεις για τη διασφάλιση ενός προστατευτικού πλαισίου για την κοινωνία των πολιτών και την άρση των υπέρμετρων περιορισμών στη λειτουργία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που απευθύνουν προς την ελληνική κυβέρνηση οι αρμόδιοι ενωσιακοί, διεθνείς και εθνικοί φορείς και ιδίως οι κάτωθι:
    (α) Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Έκθεση του 2025 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2025) 908, 08-07-2025, σελ. 3 και 25-27, https://shorturl.at/FicBu, Έκθεση του 2024 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2024) 808, 24-07-2024, σελ. 4 και 40-43, https://shorturl.at/qkg3J, Έκθεση του 2023 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2023) 808, 05-07-2023, σελ. 3 και 35-38, https://shorturl.at/vVv84, Έκθεση του 2022 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, SWD(2022) 508, 13-07-2022, σελ. 3 και 26-28, https://shorturl.at/mUGwr).
    (β) Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Memorandum on migration and border control, following the Commissioner’s visit to Greece from 3 to 7 February 2025, CommHR(2025)16, 17-04-2025, σκ. 33-34, https://shorturl.at/Y088t, Επιστολή στον Πρωθυπουργό, CommHR/DM/sf 024-2023, 19-07-2023, https://tinyurl.com/y7jmzksz, Επιστολή στους Υπουργούς Προστασίας του Πολίτη, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Μετανάστευσης και Ασύλου, CommHR/DM/sf 019-2021, 03-05-2021, https://tinyurl.com/3kb7f64n).
    (γ) Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Δίκαιο των ΜΚΟ (CINGO President and Expert Council react to recent statements by Greece’s Minister of Migration and Asylum, 05-09-2025, https://tinyurl.com/ydejfac9, Addendum to the Opinion on the Compatibility with European Standards of Recent and Planned Amendments to the Greek Legislation on NGO Registration, CONF/EXP(2025)5, 23-11-2020, https://tinyurl.com/36p3pbxy).
    (δ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (Concluding observations on the third periodic report of Greece, CCPR/C/GRC/CO/3, 07-11-2024, σκ. 32-33 και 36-37, https://tinyurl.com/tz9jr2xw).
    (ε) Ειδικοί Εισηγητές των Ηνωμένων Εθνών για τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για το δικαίωμα στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και για τα ανθρώπινα δικαίωματα των μεταναστών (AL GRC 2/2025, 16-09-2025, https://tinyurl.com/mtt2u98e, Visit to Greece, A/HRC/52/29/Add.1, 02-03-2023, https://shorturl.at/drCMP, OL GRC 1/2021, 31-03-2021, https://tinyurl.com/ynrz4anr).
    (στ) Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζουν την ανησυχία τους για τη ρητορική σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών, 28-08-2025, https://tinyurl.com/37x73azm).
    (ζ) Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (Concerning the lawfulness of Greek legislation regulating the registration of nongovernmental organisations (NGOs) on the Registry of NGOs working with refugees and migrants in Greece, Δεκέμβριος 2021, https://bit.ly/32FpXz5).

    4. Επιτείνουν το «επιθετικό περιβάλλον σε βάρος των υπερασπιστών των δικαιωμάτων των προσφύγων», όπως αποτυπώνεται από τους ανωτέρω έγκριτους φορείς και από την επίκαιρη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ A.R.E. κατά Ελλάδας, Προσφυγή 15783/21, 07-01-2025, σκ. 263).

    5. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 15 και 16 του παρόντος Σχεδίου Νόμου και προβλέπουν ως επιβαρυντική περίσταση την συνδρομή της ιδιότητας μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης στο Μητρώο ΜΚΟ του άρθρου 78 του Κώδικα Ασύλου, η οποία συμπίπτει ως προς την μεταχείριση με την κατ’ επάγγελμα, κατά συρροή ή/και κερδοσκοπία τέλεση, συνιστούν ακραία πράξη κρατικού εκφοβισμού και προσβάλλουν τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου. Η στοχοποίηση, δε, των οργανώσεων που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο ΜΚΟ του επισπεύδοντος Υπουργείου είναι απροκάλυπτη, καθώς οι εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις δεν συνδέονται με άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή/και παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας – που εν προκειμένω θα διελάμβανε και τα μέλη των «προνομιούχων εταίρων» και δη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ουδεμία, δε, αιτιολογία παρέχεται στις διατάξεις ή στην ανάλυση συνεπειών ρύθμισης του νομοσχεδίου ως προς τους αντικειμενικούς λόγους που θα θεμελίωναν την απαξία της προτεινόμενης αναβάθμισης των ανωτέρω πλημμελημάτων σε κακουργήματα και τη θέσπιση διακεκριμένων κακουργημάτων, κατά τρόπο μάλιστα που εξισώνει την τέλεση των αδικημάτων από μέλος εγγεγραμμένης οργάνωσης στο Μητρώο ΜΚΟ με την τέλεση κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Η αόριστη αναφορά του επισπεύδοντος Υπουργείου σε «τομείς αυξημένης δημόσιας ευαισθησίας» (Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, σελ. 6 και 28) ουδόλως παρέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία για την εισαγωγή των ως άνω περιορισμών σε θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από υπερνομοθετικές διατάξεις.

    6. Περαιτέρω, η προτεινόμενη ρύθμιση περί (α) διαγραφής του νομικού προσώπου του οποίου αποτελεί μέλος από το Μητρώο ΜΚΟ ή (β) ανάκλησης άδειας διαμονής ή απόρριψης αίτησης άδειας διαμονής πολίτη τρίτης χώρας επί τη βάσει της ιδιότητας του «φερόμενου ως δράστη» (προτεινόμενο άρθρο 24 παρ. 8 και 9 Κώδικα Μετανάστευσης), χωρίς να έχει εκδικαστεί η υπόθεση και να έχει επέλθει καταδικαστική απόφαση για αξιόποινη πράξη, πλήττει επίσης κατοχυρωμένες εγγυήσεις υπερνομοθετικής ισχύος και δη την ασφάλεια δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Συνιστά, δε, επίσης αυθαίρετο περιορισμό του δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και διακριτική μεταχείριση σε βάρος των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, χωρίς να δικαιολογείται από το νομοσχέδιο ή από την ανάλυση συνεπειών ρύθμισης η υπαγωγή τους σε αυστηρότερες διατάξεις σε σχέση με έτερα πλαίσια εγγραφής οργανώσεων, όπως το «Ειδικό Μητρώο ΟΚοιΠ» των άρθρων 7 και 8 Ν 4873/2021 (Α΄ 248), στο οποίο αποτελεί κώλυμα εγγραφής η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα όπως και για ορισμένα πλημμελήματα.

    7. Επίσης, ανεπίτρεπτη, δυσανάλογη και αντιβαίνουσα στο διεθνές δίκαιο είναι και η περαιτέρω αυστηροποίηση του ήδη δυσανάλογα και αυθαίρετα αυστηρού πλαισίου των προβλεπόμενων κυρώσεων στα άρθρα 15 και 16 του Σχεδίου Νόμου.

    8. Η παραβίαση των θεμελιωδών αρχών της νομιμότητας, της ισότητας απέναντι στο νόμο, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ελευθερίας της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και της υπέρβασης των ορίων της διεθνούς, ενωσιακής και συνταγματικής τάξης είναι προφανής και εκθέτει τους συντάκτες του νομοσχεδίου. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να απαλειφθούν στο σύνολό τους.

  • Επαναφέρουμε τις παρατηρήσεις μας (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1173) αναφορικά με το άρθρο 25 του Κώδικα Μετανάστευσης (Ν 5038/2023, Α΄ 81) και συγκεκριμένα:

    ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ

    Οι ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου για την καταπολέμηση της διακίνησης μεταναστών και δη το άρθρο 1 της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ ερμηνεύονται υποχρεωτικά κατά τρόπο σύμφωνο προς τα θεμελιώδη δικαίωματα και προς το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών (ΔΕΕ C-460/23 Kinsa, 03-06-2025, σκ. 66). Πραγματικός σκοπός και αναπόσπαστο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της διακίνησης μεταναστών είναι η προσπόριση οικονομικού ή άλλου υλικού κέρδους, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ για τον ορισμό και την πρόληψη της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής, 2020/C 323/01, 01-10-2020, σκ. 2.1), ενώ προβλέπεται και ρητώς στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄ της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ για την υποβοήθηση της παράνομης εισόδου και διαμονής, αναφορικά με τη διευκόλυνση της παράνομης διαμονής.

    Το άρθρο 25 παρ. 1 του Κώδικα Μετανάστευσης, ωστόσο, διατηρεί την ευρεία ποινικοποίηση των πράξεων της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα, της παραλαβής από σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος, της διευκόλυνσης της μεταφοράς ή της εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη, χωρίς να απαιτείται να ενεργεί ο μεταφορέας από κερδοσκοπία – η τελευταία αποτελεί στοιχείο του διακεκριμένου εγκλήματος της περ. β΄ της παρ. 1 της διάταξης.

    Η ως άνω διατύπωση υπερβαίνει τα όρια του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ αλλά και του άρθρου 1 της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ, οδηγεί, δε, σε συστηματική άδικη επιβολή ποινικών κυρώσεων σε βάρος ανθρώπων οι οποίοι εισέρχονται στη χώρα προς αναζήτηση διεθνούς προστασίας ή/και δρουν με ανθρωπιστικά ή κοινωνικά κίνητρα, για πράξεις που δεν αποτελούν αντικείμενο των ρυθμίσεων του Πρωτοκόλλου και της Οδηγίας (ΔΕΕ C-460/23 Kinsa, 03-06-2025, σκ. 71).

    Για τον λόγο αυτό, η RSA συνιστά να εισαχθεί η «κερδοσκοπία» ως απαραίτητο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 25 παρ. 1 του Κώδικα Μετανάστευσης σε άπασες τις μορφές του: «1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που, ενεργώντας από κερδοσκοπία, μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: …»

    ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ

    Ο ενωσιακός νομοθέτης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ για την υποβοήθηση της παράνομης εισόδου και διαμονής προβλέπει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν «την μη επιβολή κυρώσεων… εφόσον η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στο συγκεκριμένο πρόσωπο». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκρινίζει, στις κατευθυντήριες γραμμές της, ότι «το άρθρο 1 της οδηγίας για την υποβοήθηση πρέπει να ερμηνεύεται ως εξής: i) η ανθρωπιστική βοήθεια που προβλέπεται από τον νόμο δεν μπορεί και δεν πρέπει να ποινικοποιείται», καλεί, δε, το σύνολο των κρατών μελών να μεταφέρουν πλήρως το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ για τον ορισμό και την πρόληψη της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής, 2020/C 323/01, 01-10-2020, σκ. 4 και 5).

    Η παρ. 6 του άρθρου 25 διατηρεί την εν ισχύ εξαίρεση από τις ανωτέρω κυρώσεις «στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, καθώς και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς τον σκοπό της υπαγωγής στις διαδικασίες του άρθρου 83 του ν. 3386/2005 (Α΄212) ή του άρθρου 42 του ν. 4939/2022 (Α΄ 111) κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών.» Ωστόσο, η διάταξη έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανεπαρκής εν τοις πράγμασι για την αποφυγή της άδικης ποινικοποίησης ή/και επιβολής άδικων κυρώσεων στους παρέχοντες ανθρωπιστική βοήθεια σε ανθρώπους που φτάνουν στην ελληνική επικράτεια προς αναζήτηση διεθνούς προστασίας, με πληθώρα ποινικών διώξεων στις οποίες ακόμη και οι ίδιοι οι πρόσφυγες που εισέρχονται στην επικράτεια προς αναζήτηση προστασίας αντιμετωπίζονται ως «κοινοί εγκληματίες» με βάση τις διατάξεις περί ευθύνης μεταφορέων, αντιμετωπίζοντας σοβαρές κατηγορίες που συνεπάγονται καταδίκες εκατοντάδων ετών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε η κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή/και οι ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες βρίσκονται και, σε κάθε περίπτωση προβλέπονται από το διεθνές, το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο για την απαλλαγή τους από τα σχετικά αδικήματα και ποινές.

    Αυστηρή κριτική κατά των διατάξεων έχει ασκηθεί και από τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Memorandum on migration and border control, following the Commissioner’s visit to Greece from 3 to 7 February 2025, CommHR(2025)16, 17-04-2025, σκ. 34, https://shorturl.at/Y088t) και από τις Ειδικές Διαδικασίες του ΟΗΕ (Visit to Greece, A/HRC/52/29/Add.1, 02-03-2023, σκ. 76 επ., https://shorturl.at/drCMP).

    Πρώτον, η εξαίρεση στο άρθρο 25 παρ. 6 είναι κατά πολύ στενότερη της διάταξης του αρ. 1, παρ. 2 της Οδηγίας για την υποβοήθηση, καθώς αποκλείει τις μορφές ανθρωπιστικής βοήθειας πέραν της «διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα», της «μεταφοράς» και της «προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς». Τέτοια βοήθεια δύναται να αποτελεί, ενδεικτικά, η παροχή νερού και τροφής σε νεοαφιχθέντες πρόσφυγες που επιθυμούσαν να καταθέσουν αίτηση διεθνούς προστασίας, για την οποία έχουν ασκηθεί αδίκως σχετικές ποινικές διώξεις (https://bit.ly/3FaIofi).

    Δεύτερον, καθ’ ό μέρος εφαρμόζεται αυστηρά στην περίπτωση της «μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου», η διατύπωση της εξαίρεσης οδηγεί σε πιθανή άδικη ποινικοποίηση όσων καλούνται, με βάση περιοριστικές και εσφαλμένες ερμηνείες, να αποδείξουν ότι, κατά τον χρόνο παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, οι υπερ ών παρέχεται εμπίπτουν στο καθεστώς της διεθνούς προστασίας πριν καν κατατεθεί και εξεταστεί το αίτημα ασύλου τους ενώπιον των Αρμόδιων Αρχών Παραλαβής του άρθρου 1 περ. ιζ΄ του Κώδικα Ασύλου (Ν 4939/2022, Α΄ 111). Μία τέτοια ερμηνεία αντίκειται, ωστόσο, στις επιταγές του διεθνούς αλλά και ενωσιακού δικαίου κατά πρόσφατη μάλιστα κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην Υπόθεση C-821/19 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, εφόσον «δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από τα πρόσωπα που παρέχουν συνδρομή στους αιτούντες άσυλο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας με την οποία παρεμβαίνουν, να ασκούν παρόμοιο έλεγχο προτού μπορέσουν να βοηθήσουν υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή να υποβάλει ή να καταθέσει αίτηση ασύλου. Εξάλλου, ενδέχεται να είναι δύσκολο για τους αιτούντες άσυλο να προβάλουν, ήδη από το στάδιο της υποβολής ή της κατάθεσης της αιτήσεώς τους, τα κρίσιμα στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί το δικαίωμά τους να υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα.» (ΔΕΕ C-821/19 Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, 16-11-2021, σκ. 129-130). Επομένως, η ρητή αναφορά στην εξαίρεση υπέρ προσώπων «που χρήζουν διεθνούς προστασίας» πρέπει να συμπληρωθεί και να περιλάβει και πρόσωπα που χρήζουν και άλλων μορφών προστασίας, όπως π.χ. πρόσωπα με προβλήματα υγείας, τραυματίες, ανήλικοι κ.α.

    Τρίτον, στην ελληνική έννομη τάξη, οι παράτυπα εισερχόμενοι ή διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς υπάγονται ανεξαιρέτως σε διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης και μεταφέρονται αμελλητί στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) και τις Κλειστές Ελεγχόμενες Δομές (ΚΕΔ) της επικράτειας με μέριμνα των αστυνομικών και λιμενικών αρχών, κατά τα άρθρα 38 επ. του Κώδικα Ασύλου – και όχι πλέον το άρθρο 83 Ν 3386/2005 (Α΄ 212). Επισημαίνεται, δε, ρητώς και συστηματικά από την Ελληνική Αστυνομία ότι «το σύνολο σχεδόν- των εισερχομένων αλλοδαπών στη χώρα μας κατά τη διαδικασία της υποδοχής και ταυτοποίησης υποβάλλει αίτηση χορήγησης ασύλου» (Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Απάντηση σε κοινοβουλευτική ερώτηση, 7017/4/27283-στ΄, 28-03-2025, https://tinyurl.com/36xzdfej, 7017/4/26888-γ΄, 13-08-2024, https://tinyurl.com/5xh448wj, 7017/4/25899-γ΄, 16-03-2022, https://tinyurl.com/2e6fyx4b), καταλείποντας ελάχιστο περιθώριο αμφιβολίας ως προς τη βούληση των εισερχομένων να καταθέσουν αίτηση διεθνούς προστασίας ενώπιον των Αρμόδιων Αρχών Παραλαβής.

    Το άρθρο 25 παρ. 6 πρέπει, λοιπόν, να παραπέμπει όχι μόνο στο άρθρο 42 του Κώδικα Ασύλου, που αφορά την παραπομπή των αιτούντων άσυλο από την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥπΥΤ) στην Υπηρεσία Ασύλου, αλλά στα άρθρα 38 επ. του Κώδικα Ασύλου που αφορούν το σύνολο της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης και ιδίως την υποχρέωση των αρχών να οδηγούν τους παράτυπα εισερχόμενους ή διαμένοντες στην ελληνική επικράτεια σε ΚΥΤ και ΚΕΔ. Αντίστοιχη τροποποίηση, για νομοτεχνικούς λόγους, εισήχθη, άλλωστε, από το επισπεύδον Υπουργείο στο άρθρο 83 παρ. 2 Ν 3386/2005 με το άρθρο 27 Ν 5226/2025 (Α΄ 154).

    Για τους λόγους αυτούς, η RSA συνιστά την τροποποίηση του άρθρου 25 παρ. 6 του Κώδικα Μετανάστευσης ως εξής: «6. Δεν συντρέχει η συνδρομή των αξιόποινων πράξεων του παρόντος άρθρου και οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται σε περιπτώσεις παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας και ιδίως της διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του Διεθνούς δικαίου ή άλλων μορφών ειδικής προστασίας και συνδρομής, καθώς και στις περιπτώσεις της μεταφοράς ή προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς τον σκοπό της υπαγωγής στις διαδικασίες των άρθρων 38 έως 46 του Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (ν. 4939/2022, Α΄ 111), κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών.»