Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο: Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με ...Άρθρο 18 Εκσυγχρονισμός της διαδικασίας εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών για παροχή εξαρτημένης εργασίας – Τροποποίηση άρθρου 27 Κώδικα ΜετανάστευσηςΣχόλιο του χρήστη Θεοδώρα Καραμπατζάκη (LMW) | 13 Ιανουαρίου 2026, 22:10




Υποβολή σχολίων επί του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου από τις ΕΠΑ: LMW, ACTIONLINE, ADD HUMAN, ERGANET και OPTIMAL Με το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου (στο εξής θα αναφέρεται και ως: Σχέδιο) προβλέπεται, το πρώτον, το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Πρόκειται για μία σημαντική καινοτομία, που, αν εφαρμοστεί, θα ενισχύσει σημαντικά την εν λόγω αγορά και τις προοπτικές της, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή τη στιγμή, οι ΕΠΑ απασχολούν ετησίως πάνω από 100.000 εργαζομένους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το άρθρο 18 του ίδιου Σχεδίου Νόμου εξαρτά τούτο το δικαίωμα από μία ειδική προϋπόθεση που αφορά μόνον αυτές τις, ούτως ή άλλως «βαριά ρυθμιζόμενες», επιχειρήσεις και κανέναν άλλο εργοδότη που δραστηριοποιείται στην αγορά: Την ύπαρξη μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ. Πρόκειται για μία πρόβλεψη που πάσχει πολλαπλώς: 1. Καταρχάς, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι, μάλλον, ακατάληπτη: Αναφέρεται σε μετοχικό κεφάλαιο (ορολογία που προσιδιάζει σε κεφαλαιουχικές -και δη ανώνυμες- εταιρείες), τη στιγμή που βάσει του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, οι ΕΠΑ μπορεί να προσλάβουν οιαδήποτε νομική μορφή· ουδόλως αποκλείεται, εξάλλου, μία επιχείρηση αυτής της κατηγορίας να λειτουργεί ως ατομική. Αν, λοιπόν, η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου ερμηνευθεί συστηματικά με αυτήν του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, τότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι προκειμένου μία ΕΠΑ να ασκήσει το δικαίωμα που της αναγνωρίζεται στο άρθρο 2 του Σχεδίου, θα πρέπει να λάβει τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας, κατά παράβαση του κανόνα της ελευθερίας επιλογής εταιρικής μορφής, που ισχύει στο εμπορικό δίκαιο και επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση του άρθρου 116.2 π.δ. 62/2025. Πρόκειται, δε, για έναν κανόνα με συνταγματική περιωπή, που ανάγεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος: Πράγματι, η ελευθερία σύστασης και λειτουργίας εμπορικών εταιρειών προστατεύεται από την οικονομική ελευθερία, υπό την ειδικότερη εκδοχή της ελευθερίας ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, τόσο ως ατομικό δικαίωμα όσο και ως θεσμική εγγύηση προστασίας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Έκφανση τούτης της ελευθερίας είναι, βέβαια, η επιλογή της εταιρικής μορφής. Αντίστροφα, τυχόν περιορισμοί στην εν λόγω ελευθερία, όπως ο επίμαχος, θα πρέπει να σέβονται τους περιορισμούς των περιορισμών και δη (α) την αρχή της αναλογικότητας, που τυποποιείται στο άρθρο 25.1 Συντάγματος και (β) τον πυρήνα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος. Εξάλλου, (γ) ο όποιος περιορισμός θα πρέπει να αποσκοπεί στην προστασία κάποιου υπέρτερου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Ουδεμία εκ των τριών αυτών προϋποθέσεων πληρείται εν προκειμένω και, εν πάση περιπτώσει, από κανένα διαθέσιμο στοιχείο ή αιτιολογία δεν προκύπτει η σύνδεση μεταξύ της νομικής μορφής της ΕΠΑ και της απόλαυσης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του προτεινόμενου Σχεδίου εισάγει μία πρόβλεψη (=έναν περιορισμό) που (α) δεν βρίσκεται σε αρμονία με τις ρυθμίσεις της έννομης τάξης και (β) δεν δικαιολογείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο. 2. Πέραν τούτων, όμως, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να απαλειφθεί για τον εξής πρόσθετο λόγο: Όπως προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου, στη διαδικασία της μετάκλησης μπορεί να συμμετέχει οιοσδήποτε εργοδότης επιθυμεί (φυσικό ή νομικό πρόσωπο). Αν, όμως, ο εργοδότης αυτός λειτουργεί ως ΕΠΑ, τότε στην εν λόγω διαδικασία μπορεί να συμμετέχει μόνον (α) αν είναι κεφαλαιουχική εταιρεία και (β) αν έχει μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ. Εν προκειμένω, η παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των ΕΠΑ -που τελούν σε όμοιες συνθήκες με τους λοιπούς εργοδότες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά- είναι παραπάνω από ορατή. Πράγματι, σε πρόδηλη αντίθεση με το άρθρο 4.1 Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας, μία ΕΠΑ δεν μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία της μετάκλησης, την ίδια στιγμή που ένα φυσικό πρόσωπο (=ατομική επιχείρηση) -που, κατά τα λοιπά, απασχολεί μηδενικό προσωπικό και, εξ ορισμού, δεν διαθέτει μετοχικό κεφάλαιο- δύναται να την αξιοποιήσει προς όφελός του. Στο ίδιο πνεύμα, μία εταιρεία (που δεν είναι ΕΠΑ) δύναται να εκμεταλλευτεί τη ρύθμιση του άρθρου 2 του Σχεδίου, ανεξαρτήτως του μετοχικού της κεφαλαίου και της νομικής της μορφής. Εξίσου πρόδηλη είναι η παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υφιστάμενων ΕΠΑ: Από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ήδη στον χώρο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη ωφελεί, εξ όσων μπορεί να δει κανείς, δύο συγκεκριμένες εταιρείες σε βάρος όλων των υπολοίπων. Με άλλες λέξεις, πρόκειται για μία φωτογραφική διάταξη, η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας, νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και εισάγοντας προστατευτικά μέτρα υπέρ ορισμένων οικονομικών φορέων (και σε βάρος όλων των υπολοίπων). Και τούτο διότι ο νομοθέτης δίδει στις εν λόγω δύο εταιρείες τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τη διαδικασία της μετάκλησης και να αποκτήσουν τα αυτονόητα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, αποστερώντας από όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις με ίδιο αντικείμενο εργασίας την προοπτική που προσφέρει -κατά τα λοιπά- το άρθρο 2 του Σχεδίου. Τούτη η απόκλιση, όμως, δεν δικαιολογείται από οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ούτε και βρίσκεται σε οιαδήποτε σχέση συνάφειας με αυτόν· ούτε, φυσικά, προκύπτει ποια είναι η ακριβής στόχευση του νομοθέτη και πώς επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης ενός τέτοιου μέτρου. Κοντολογίς: (α) Η προτεινόμενη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4.1 Συντάγματος), εισάγοντας αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση (i) υπέρ όλων των λοιπών εργοδοτών (ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής και της ύπαρξης ή/και του ύψους του μετοχικού κεφαλαίου τους) σε βάρος των ΕΠΑ και (ii) των ΕΠΑ που έχουν συσταθεί ως κεφαλαιουχικές εταιρείες και διαθέτουν μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ σε βάρος όλων των υπόλοιπων ΕΠΑ, παρότι όλες τους τελούν (με σημείο αναφοράς το κρίσιμο ζήτημα) σε απολύτως όμοιες συνθήκες. Θα έλεγε, μάλιστα, κανείς ότι αν ο νομοθέτης επιδιώκει, μέσω της σχολιαζόμενης πρόβλεψης, να ρυθμίσει και να «ελέγξει» τη σχετική αγορά εργασίας, εστιάζει με εσφαλμένο τρόπο σε φορείς τους οποίους, όπως θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω, ελέγχει ποικιλοτρόπως. Ταυτοχρόνως, ουδόλως προβλέπει εξίσου αυστηρές ρυθμίσεις για όλες τις άλλες επιχειρήσεις (ατομικές ή εταιρείες) που θα αξιοποιήσουν τον θεσμό, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αντίστοιχα αυστηρούς ελέγχους. Περαιτέρω, (β) η πρόβλεψη του ορίου του μετοχικού κεφαλαίου των 2.000.000 ευρώ -που επιβάλλει, όπως σημειώθηκε, την πρόσθετη υποχρέωση της περιβολής της κάθε ΕΠΑ με τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας- είναι παντελώς αυθαίρετη και, ως εκ τούτου, αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και υπό τη στενή της εκδοχή που υιοθετείται το ΣτΕ. Ο εν λόγω περιορισμός δεν εξυπηρετεί οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης έχει κατά νου κάποια απώτερη στόχευση (την οποία έχει αποτύχει να αναδείξει στο κείμενο του Σχεδίου), τούτη μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα αλλά και συναφή, ως προς αυτήν, μέσα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, οι ΕΠΑ αποτελούν «βαριά ρυθμιζόμενες» επιχειρήσεις, οι οποίες ελέγχονται ποικιλοτρόπως από το κράτος και τους φορείς του, επί τη βάσει μοναδικών, στο είδος τους, ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, οι ΕΠΑ υποχρεούνται να καταθέτουν εγγυητικές επιστολές για την άσκηση της δραστηριότητάς τους και τη διασφάλιση των αποδοχών των ασφαλιστικών εισφορών των προσωρινών απασχολούμενων· υποχρεούνται να υποβάλουν κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε έτους έκθεση δραστηριοτήτων στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ.ο.κ. 3. Δεν μπορεί να παροραθεί, φυσικά, ότι το επίμαχο Σχέδιο, που εισάγει αποκλίσεις από τις προβλέψεις των άρθρων 114 επ. π.δ. 62/2025 (οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ επί τω τέλει της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ) έρχονται σε τριβή με το πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο. Όπως επισημάνθηκε, το άρθρο 18 του Σχεδίου δημιουργεί συνθήκη νόθευσης του ανταγωνισμού υπέρ των οικονομικών φορέων που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Μεταξύ άλλων, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αφού το πλεονέκτημα που χορηγείται σε συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς (οι οποίοι αξιοποιώντας το μπορούν να κυριαρχήσουν στη σχετική αγορά) εξομοιώνεται με κρατική ενίσχυση υπέρ τους. Ειδικότερα, πρόκειται για αρνητική ενίσχυση, αφού η εν λόγω φωτογραφική ρύθμιση συνιστά έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχει το κράτος προς ορισμένους -δυνάμενους να συγκεκριμενοποιηθούν- οικονομικούς φορείς, οι οποίοι αυτονοήτως θα αποκτήσουν προβάδισμα σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του κλάδου (τις ΕΠΑ). 4. Η δυνατότητα, εξάλλου, όλων των υπόλοιπων (=της συντριπτικής πλειοψηφίας) ΕΠΑ να προσαρμοστούν στις σχετικές απαιτήσεις του νόμου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για τη διαπίστωση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το κείμενο, υπέρτερης τυπικής ισχύος, νομοθετικό πλαίσιο. Τούτο διότι, ακόμη και υπό αυτήν την εκδοχή, (α) οι ΕΠΑ θα εξακολουθούν να φέρουν μία υποχρέωση που δεν βαρύνει όλους τους υπόλοιπους εργοδότες (χωρίς αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά κριτήρια, ως απαιτεί η νομολογία του ΣτΕ, του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ) και (β) η δέσμευση 2.000.000 ευρώ (ως μετοχικό κεφάλαιο) αποτελεί μία υπερβολική και δυσβάστακτη απαίτηση, η οποία μετά βεβαιότητας θα οδηγήσει την πλειοψηφία των ΕΠΑ εκτός του συγκεκριμένου πεδίου δραστηριοποίησης και, ενδεχομένως, εκτός αγοράς λόγω της νόθευσης του ανταγωνισμού εκ μέρους του κράτους. 5. Με λίγες λέξεις, το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου κατοχυρώνει το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία της μετάκλησης και το άρθρο 18 συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα άσκησης τούτου του δικαιώματος σε ελάχιστες, δυνάμενες να προσδιοριστούν, εταιρείες. Με διαφορετική διατύπωση, το άρθρο 2 κατοχυρώνει μόνον κατ’ όνομα το σχετικό δικαίωμα, αφού το άρθρο 18 το αφαιρεί για το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου, περιάγοντάς τες σε δυσμενέστερη συνθήκη ανταγωνισμού εν σχέσει προς τους λοιπούς οικονομικούς φορείς. Είναι απολύτως βέβαιο ότι αν η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου αξιολογηθεί παρεμπιπτόντως ως προς τη συνταγματικότητά της από τα ελληνικά δικαστήρια (π.χ. με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε κανονιστικής πράξης εκδοθεί για την εφαρμογή της ή με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε ατομικής πράξης την εφαρμόζει) θα κριθεί ως αντίθετη με τον θεμελιώδη νόμου του κράτους, βάσει της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ. Αντίστοιχα, αν η συγκεκριμένη ρύθμιση τεθεί υπόψη των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κριθεί ότι έρχεται σε τριβή με το ενωσιακό δίκαιο, αφού οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του Σχεδίου, που επιβάλλει στις ΕΠΑ που επιθυμούν να προσφύγουν στη διαδικασία του άρθρου 2 να περιβληθούν συγκεκριμένης νομικής μορφής και να δεσμεύσουν μετοχικό κεφάλαιο τεράστιου ύψους, πρέπει να αφαιρεθεί από το Σχέδιο.