Άρθρο 18 Εκσυγχρονισμός της διαδικασίας εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών για παροχή εξαρτημένης εργασίας – Τροποποίηση άρθρου 27 Κώδικα Μετανάστευσης

Στο άρθρο 27 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α΄ 81), περί ρύθμισης θεμάτων διαδικασίας εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών για παροχή εξαρτημένης εργασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «προσωπικό» αντικαθίσταται από τις λέξεις «πολίτες τρίτων χωρών», αβ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «αποφάσεων των παρ. 1 και 29 του άρθρου 176» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κοινών αποφάσεων των παρ. 1, 29 και 29Α του άρθρου 176», β) στην παρ. 2, βα) στο δεύτερο εδάφιο, προστίθενται οι λέξεις «ή μέσω της υπηρεσίας διαλειτουργικότητας του Ολοκληρωμένου Πληροφορικού Συστήματος (Ο.Π.Σ. «Μετανάστευση») του άρθρου 173», ββ) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «Σε κάθε περίπτωση, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ομοίως, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω της υπηρεσίας διαλειτουργικότητας του Ο.Π.Σ. «Μετανάστευση» του άρθρου 173», γ) στην παρ. 3 προστίθεται τρίτο εδάφιο, δ) προστίθενται παρ. 4 και 5 και το άρθρο 27 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 27

Ρύθμιση θεμάτων διαδικασίας εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών για παροχή εξαρτημένης εργασίας

  1. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει πολίτες τρίτων χωρών για παροχή εξαρτημένης εργασίας, καταθέτει αίτηση μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, στην οποία αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, ο τομέας, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης. Η αίτηση συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά των κοινών αποφάσεων των παρ. 1, 29 και 29Α του άρθρου 176.
  2. Η αρμόδια υπηρεσία εκδίδει πράξη, με την οποία εγκρίνεται η απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας σε συγκεκριμένο εργοδότη μόνον εφόσον: α) τα δικαιολογητικά είναι πλήρη και β) για τις περιπτώσεις των αιτήσεων για χορήγηση αδειών διαμονής με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης (άδεια διαμονής τύπου «Ε.1»), την απασχόληση κατόπιν μετάκλησης (άδεια διαμονής τύπου «Ε.4»), καθώς και των αιτήσεων για χορήγηση θεώρησης εισόδου για διαμονή με σκοπό την εποχιακή εργασία (τίτλος διαμονής τύπου «Ε.5), ο αριθμός των προβλεπόμενων θέσεων εργασίας στην Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου του άρθρου 26 δεν έχει εξαντληθεί. Η σχετική πράξη έγκρισης διαβιβάζεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω της υπηρεσίας διαλειτουργικότητας του Ολοκληρωμένου Πληροφορικού Συστήματος (Ο.Π.Σ. «Μετανάστευση») του άρθρου 173, μαζί με την υπογεγραμμένη από τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή. Ομοίως, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω της υπηρεσίας διαλειτουργικότητας του Ο.Π.Σ. «Μετανάστευση» του άρθρου 173, αποστέλλονται προς τα οικεία προξενεία και κατάλογοι με τις πράξεις έγκρισης για όλες τις περιπτώσεις μετακλήσεων, σύμφωνα με τον παρόντα.
  3. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή καλεί τους ενδιαφερόμενους πολίτες τρίτων χωρών, για τους οποίους έχει εκδοθεί πράξη έγκρισης για την είσοδο στην Ελλάδα με σκοπό την απασχόληση. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να παρουσιάζονται αυτοπροσώπως στην ανωτέρω υπηρεσία, προκειμένου να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εργασίας και να τους χορηγηθεί η εθνική θεώρηση εισόδου, τηρουμένων κατά τα λοιπά των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή ενημερώνει, εγγράφως είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είτε διαλειτουργικά μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Ο.Π.Σ. «Μετανάστευση», την αρμόδια υπηρεσία μιας στάσης, για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος χορήγησης εθνικής θεώρησης εισόδου των προς μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την έγκριση ή την απόρριψη του σχετικού αιτήματος και η υπηρεσία μιας στάσης ενημερώνει με τη σειρά της τον αιτούντα εργοδότη εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών.
  4. Για την εφαρμογή της διαδικασίας μετάκλησης, ως άμεσος εργοδότης του πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29Α του άρθρου 176.

5. Σε περίπτωση παραβίασης από την Ε.Π.Α. των όρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 23 και του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.».

  • 14 Ιανουαρίου 2026, 08:11 | Θεοδώρα Καραμπατζάκη (LMW)

    Υποβολή σχολίων επί του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου από τις ΕΠΑ: LMW, ACTIONLINE, ADD HUMAN, ERGANET και OPTIMAL

    Με το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου (στο εξής θα αναφέρεται και ως: Σχέδιο) προβλέπεται, το πρώτον, το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Πρόκειται για μία σημαντική καινοτομία, που, αν εφαρμοστεί, θα ενισχύσει σημαντικά την εν λόγω αγορά και τις προοπτικές της, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή τη στιγμή, οι ΕΠΑ απασχολούν ετησίως πάνω από 100.000 εργαζομένους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το άρθρο 18 του ίδιου Σχεδίου Νόμου εξαρτά τούτο το δικαίωμα από μία ειδική προϋπόθεση που αφορά μόνον αυτές τις, ούτως ή άλλως «βαριά ρυθμιζόμενες», επιχειρήσεις και κανέναν άλλο εργοδότη που δραστηριοποιείται στην αγορά: Την ύπαρξη μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.
    Πρόκειται για μία πρόβλεψη που πάσχει πολλαπλώς:
    1. Καταρχάς, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι, μάλλον, ακατάληπτη: Αναφέρεται σε μετοχικό κεφάλαιο (ορολογία που προσιδιάζει σε κεφαλαιουχικές -και δη ανώνυμες- εταιρείες), τη στιγμή που βάσει του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, οι ΕΠΑ μπορεί να προσλάβουν οιαδήποτε νομική μορφή· ουδόλως αποκλείεται, εξάλλου, μία επιχείρηση αυτής της κατηγορίας να λειτουργεί ως ατομική.
    Αν, λοιπόν, η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου ερμηνευθεί συστηματικά με αυτήν του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, τότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι προκειμένου μία ΕΠΑ να ασκήσει το δικαίωμα που της αναγνωρίζεται στο άρθρο 2 του Σχεδίου, θα πρέπει να λάβει τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας, κατά παράβαση του κανόνα της ελευθερίας επιλογής εταιρικής μορφής, που ισχύει στο εμπορικό δίκαιο και επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση του άρθρου 116.2 π.δ. 62/2025. Πρόκειται, δε, για έναν κανόνα με συνταγματική περιωπή, που ανάγεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος: Πράγματι, η ελευθερία σύστασης και λειτουργίας εμπορικών εταιρειών προστατεύεται από την οικονομική ελευθερία, υπό την ειδικότερη εκδοχή της ελευθερίας ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, τόσο ως ατομικό δικαίωμα όσο και ως θεσμική εγγύηση προστασίας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Έκφανση τούτης της ελευθερίας είναι, βέβαια, η επιλογή της εταιρικής μορφής. Αντίστροφα, τυχόν περιορισμοί στην εν λόγω ελευθερία, όπως ο επίμαχος, θα πρέπει να σέβονται τους περιορισμούς των περιορισμών και δη (α) την αρχή της αναλογικότητας, που τυποποιείται στο άρθρο 25.1 Συντάγματος και (β) τον πυρήνα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος. Εξάλλου, (γ) ο όποιος περιορισμός θα πρέπει να αποσκοπεί στην προστασία κάποιου υπέρτερου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Ουδεμία εκ των τριών αυτών προϋποθέσεων πληρείται εν προκειμένω και, εν πάση περιπτώσει, από κανένα διαθέσιμο στοιχείο ή αιτιολογία δεν προκύπτει η σύνδεση μεταξύ της νομικής μορφής της ΕΠΑ και της απόλαυσης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του προτεινόμενου Σχεδίου εισάγει μία πρόβλεψη (=έναν περιορισμό) που (α) δεν βρίσκεται σε αρμονία με τις ρυθμίσεις της έννομης τάξης και (β) δεν δικαιολογείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
    2. Πέραν τούτων, όμως, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να απαλειφθεί για τον εξής πρόσθετο λόγο:
    Όπως προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου, στη διαδικασία της μετάκλησης μπορεί να συμμετέχει οιοσδήποτε εργοδότης επιθυμεί (φυσικό ή νομικό πρόσωπο). Αν, όμως, ο εργοδότης αυτός λειτουργεί ως ΕΠΑ, τότε στην εν λόγω διαδικασία μπορεί να συμμετέχει μόνον (α) αν είναι κεφαλαιουχική εταιρεία και (β) αν έχει μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ.
    Εν προκειμένω, η παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των ΕΠΑ -που τελούν σε όμοιες συνθήκες με τους λοιπούς εργοδότες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά- είναι παραπάνω από ορατή. Πράγματι, σε πρόδηλη αντίθεση με το άρθρο 4.1 Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας, μία ΕΠΑ δεν μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία της μετάκλησης, την ίδια στιγμή που ένα φυσικό πρόσωπο (=ατομική επιχείρηση) -που, κατά τα λοιπά, απασχολεί μηδενικό προσωπικό και, εξ ορισμού, δεν διαθέτει μετοχικό κεφάλαιο- δύναται να την αξιοποιήσει προς όφελός του. Στο ίδιο πνεύμα, μία εταιρεία (που δεν είναι ΕΠΑ) δύναται να εκμεταλλευτεί τη ρύθμιση του άρθρου 2 του Σχεδίου, ανεξαρτήτως του μετοχικού της κεφαλαίου και της νομικής της μορφής.
    Εξίσου πρόδηλη είναι η παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υφιστάμενων ΕΠΑ: Από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ήδη στον χώρο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη ωφελεί, εξ όσων μπορεί να δει κανείς, δύο συγκεκριμένες εταιρείες σε βάρος όλων των υπολοίπων. Με άλλες λέξεις, πρόκειται για μία φωτογραφική διάταξη, η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας, νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και εισάγοντας προστατευτικά μέτρα υπέρ ορισμένων οικονομικών φορέων (και σε βάρος όλων των υπολοίπων). Και τούτο διότι ο νομοθέτης δίδει στις εν λόγω δύο εταιρείες τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τη διαδικασία της μετάκλησης και να αποκτήσουν τα αυτονόητα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, αποστερώντας από όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις με ίδιο αντικείμενο εργασίας την προοπτική που προσφέρει -κατά τα λοιπά- το άρθρο 2 του Σχεδίου.
    Τούτη η απόκλιση, όμως, δεν δικαιολογείται από οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ούτε και βρίσκεται σε οιαδήποτε σχέση συνάφειας με αυτόν· ούτε, φυσικά, προκύπτει ποια είναι η ακριβής στόχευση του νομοθέτη και πώς επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης ενός τέτοιου μέτρου. Κοντολογίς:
    (α) Η προτεινόμενη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4.1 Συντάγματος), εισάγοντας αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση (i) υπέρ όλων των λοιπών εργοδοτών (ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής και της ύπαρξης ή/και του ύψους του μετοχικού κεφαλαίου τους) σε βάρος των ΕΠΑ και (ii) των ΕΠΑ που έχουν συσταθεί ως κεφαλαιουχικές εταιρείες και διαθέτουν μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ σε βάρος όλων των υπόλοιπων ΕΠΑ, παρότι όλες τους τελούν (με σημείο αναφοράς το κρίσιμο ζήτημα) σε απολύτως όμοιες συνθήκες. Θα έλεγε, μάλιστα, κανείς ότι αν ο νομοθέτης επιδιώκει, μέσω της σχολιαζόμενης πρόβλεψης, να ρυθμίσει και να «ελέγξει» τη σχετική αγορά εργασίας, εστιάζει με εσφαλμένο τρόπο σε φορείς τους οποίους, όπως θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω, ελέγχει ποικιλοτρόπως. Ταυτοχρόνως, ουδόλως προβλέπει εξίσου αυστηρές ρυθμίσεις για όλες τις άλλες επιχειρήσεις (ατομικές ή εταιρείες) που θα αξιοποιήσουν τον θεσμό, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αντίστοιχα αυστηρούς ελέγχους.
    Περαιτέρω, (β) η πρόβλεψη του ορίου του μετοχικού κεφαλαίου των 2.000.000 ευρώ -που επιβάλλει, όπως σημειώθηκε, την πρόσθετη υποχρέωση της περιβολής της κάθε ΕΠΑ με τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας- είναι παντελώς αυθαίρετη και, ως εκ τούτου, αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και υπό τη στενή της εκδοχή που υιοθετείται το ΣτΕ. Ο εν λόγω περιορισμός δεν εξυπηρετεί οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης έχει κατά νου κάποια απώτερη στόχευση (την οποία έχει αποτύχει να αναδείξει στο κείμενο του Σχεδίου), τούτη μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα αλλά και συναφή, ως προς αυτήν, μέσα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, οι ΕΠΑ αποτελούν «βαριά ρυθμιζόμενες» επιχειρήσεις, οι οποίες ελέγχονται ποικιλοτρόπως από το κράτος και τους φορείς του, επί τη βάσει μοναδικών, στο είδος τους, ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, οι ΕΠΑ υποχρεούνται να καταθέτουν εγγυητικές επιστολές για την άσκηση της δραστηριότητάς τους και τη διασφάλιση των αποδοχών των ασφαλιστικών εισφορών των προσωρινών απασχολούμενων· υποχρεούνται να υποβάλουν κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε έτους έκθεση δραστηριοτήτων στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ.ο.κ.
    3. Δεν μπορεί να παροραθεί, φυσικά, ότι το επίμαχο Σχέδιο, που εισάγει αποκλίσεις από τις προβλέψεις των άρθρων 114 επ. π.δ. 62/2025 (οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ επί τω τέλει της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ) έρχονται σε τριβή με το πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο. Όπως επισημάνθηκε, το άρθρο 18 του Σχεδίου δημιουργεί συνθήκη νόθευσης του ανταγωνισμού υπέρ των οικονομικών φορέων που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Μεταξύ άλλων, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αφού το πλεονέκτημα που χορηγείται σε συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς (οι οποίοι αξιοποιώντας το μπορούν να κυριαρχήσουν στη σχετική αγορά) εξομοιώνεται με κρατική ενίσχυση υπέρ τους. Ειδικότερα, πρόκειται για αρνητική ενίσχυση, αφού η εν λόγω φωτογραφική ρύθμιση συνιστά έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχει το κράτος προς ορισμένους -δυνάμενους να συγκεκριμενοποιηθούν- οικονομικούς φορείς, οι οποίοι αυτονοήτως θα αποκτήσουν προβάδισμα σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του κλάδου (τις ΕΠΑ).
    4. Η δυνατότητα, εξάλλου, όλων των υπόλοιπων (=της συντριπτικής πλειοψηφίας) ΕΠΑ να προσαρμοστούν στις σχετικές απαιτήσεις του νόμου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για τη διαπίστωση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το κείμενο, υπέρτερης τυπικής ισχύος, νομοθετικό πλαίσιο. Τούτο διότι, ακόμη και υπό αυτήν την εκδοχή, (α) οι ΕΠΑ θα εξακολουθούν να φέρουν μία υποχρέωση που δεν βαρύνει όλους τους υπόλοιπους εργοδότες (χωρίς αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά κριτήρια, ως απαιτεί η νομολογία του ΣτΕ, του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ) και (β) η δέσμευση 2.000.000 ευρώ (ως μετοχικό κεφάλαιο) αποτελεί μία υπερβολική και δυσβάστακτη απαίτηση, η οποία μετά βεβαιότητας θα οδηγήσει την πλειοψηφία των ΕΠΑ εκτός του συγκεκριμένου πεδίου δραστηριοποίησης και, ενδεχομένως, εκτός αγοράς λόγω της νόθευσης του ανταγωνισμού εκ μέρους του κράτους.
    5. Με λίγες λέξεις, το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου κατοχυρώνει το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία της μετάκλησης και το άρθρο 18 συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα άσκησης τούτου του δικαιώματος σε ελάχιστες, δυνάμενες να προσδιοριστούν, εταιρείες. Με διαφορετική διατύπωση, το άρθρο 2 κατοχυρώνει μόνον κατ’ όνομα το σχετικό δικαίωμα, αφού το άρθρο 18 το αφαιρεί για το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου, περιάγοντάς τες σε δυσμενέστερη συνθήκη ανταγωνισμού εν σχέσει προς τους λοιπούς οικονομικούς φορείς.
    Είναι απολύτως βέβαιο ότι αν η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου αξιολογηθεί παρεμπιπτόντως ως προς τη συνταγματικότητά της από τα ελληνικά δικαστήρια (π.χ. με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε κανονιστικής πράξης εκδοθεί για την εφαρμογή της ή με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε ατομικής πράξης την εφαρμόζει) θα κριθεί ως αντίθετη με τον θεμελιώδη νόμου του κράτους, βάσει της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ. Αντίστοιχα, αν η συγκεκριμένη ρύθμιση τεθεί υπόψη των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κριθεί ότι έρχεται σε τριβή με το ενωσιακό δίκαιο, αφού οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του Σχεδίου, που επιβάλλει στις ΕΠΑ που επιθυμούν να προσφύγουν στη διαδικασία του άρθρου 2 να περιβληθούν συγκεκριμένης νομικής μορφής και να δεσμεύσουν μετοχικό κεφάλαιο τεράστιου ύψους, πρέπει να αφαιρεθεί από το Σχέδιο.

  • 14 Ιανουαρίου 2026, 07:30 | ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

    1. Διευκρίνιση ορισμών:
    • Να διευκρινιστεί ότι οι Κοινοπραξίες δημοσίων συγκοινωνιών θεωρούνται «εργοδότες» ή «άμεσοι εργοδότες» για σκοπούς εισδοχής οδηγών από τρίτες χώρες.
    2. Ευελιξία κατά τη διαδικασία αίτησης:
    • Να επιτραπεί η υποβολή αίτησης ανά ειδικότητα και αριθμό θέσεων, με συμπλήρωση των ατομικών στοιχείων σε μεταγενέστερο στάδιο, ιδίως για εργοδότες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες δημόσιας υπηρεσίας.
    3. Απλοποίηση διαδικασιών:
    • Να επιτραπεί η υποβολή αιτήσεων και δικαιολογητικών για πολλούς οδηγούς ταυτόχρονα, ώστε να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση.
    4. Σύνδεση με ΠΥΣ άρθρου 26:
    • Να προβλεφθεί μηχανισμός ταχείας αναπλήρωσης θέσεων και ειδική προτεραιοποίηση αιτημάτων για κρίσιμους τομείς, όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες.
    5. Η πρόβλεψη ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ για τις Ε.Π.Α.:
    • περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των επιχειρήσεων που μπορούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία

  • 14 Ιανουαρίου 2026, 01:41 | Smaro Maniati

    Ασχολούμαι με την εύρεση προσωπικού σχεδόν 20 χρόνια και είμαι ιδιοκτήτρια δύο επιχειρήσεων με άδεια ΙΓΕΕ. Δραστηριοποιούμαι στον σχεδιασμό και τη θεσμική συζήτηση για τη νόμιμη μετανάστευση, στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

    Το άρθρο 18 ρυθμίζει τη διαδικασία εισδοχής και ορίζει ποιος μπορεί να είναι εργοδότης. Δεν ρυθμίζει όμως ποιος ασκεί τη διαμεσολάβηση και τη στρατολόγηση – δηλαδή τη διαδικασία πριν την κατάθεση της αίτησης: ποιος φέρνει σε επαφή τον εργοδότη με τον εργαζόμενο. Επίσης, δεν προβλέπεται μηχανισμός επιβεβαίωσης ότι η τοποθέτηση πράγματι ολοκληρώθηκε.

    Αυτό το κενό έχει πρακτικές συνέπειες: επηρεάζει την αξιοπιστία της διαδικασίας, αφήνει τους εργαζομένους χωρίς προστασία και το κράτος χωρίς δυνατότητα ελέγχου.

    ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

    Ο Ν. 4052/2012 (άρθρα 98-112) θέτει συγκεκριμένους κανόνες για τα ΙΓΕΕ: αδειοδότηση, έλεγχοι από την Επιθεώρηση Εργασίας, απαγόρευση χρέωσης του εργαζομένου (άρθρο 98 παρ. 4, άρθρο 106).

    Το νομοσχέδιο όμως δεν ορίζει ποιος κάνει τη διαμεσολάβηση. Ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται. Όλοι μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα – «σύμβουλοι», «γραφεία εξωτερικού», μεσάζοντες – χωρίς άδεια, ελέγχους ή υποχρεώσεις.

    Τα ΙΓΕΕ αμείβονται αποκλειστικά από τον εργοδότη – ο νόμος τους απαγορεύει να χρεώσουν τον εργαζόμενο. Οι μη αδειοδοτημένοι φορείς δεν έχουν αυτή την υποχρέωση. Μπορούν να χρεώνουν τον εργαζόμενο και να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές στον εργοδότη.

    Αποτέλεσμα: η συμμόρφωση γίνεται ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

    ΠΡΟΤΑΣΗ

    Θα ήταν σκόπιμο το θεσμικό πλαίσιο να προβλέπει ρητά ότι η διαμεσολάβηση στη διαδικασία μετάκλησης ασκείται αποκλειστικά από αδειοδοτημένους και ελεγχόμενους φορείς, με υποχρέωση δήλωσης και ιχνηλασιμότητας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

    Προτείνεται η ρητή διασύνδεση του παρόντος νομοσχεδίου με το υφιστάμενο πλαίσιο των ΙΓΕΕ (Ν. 4052/2012), ώστε η διαμεσολάβηση στη μετάκληση να υπάγεται σε κοινούς κανόνες αδειοδότησης και εποπτείας.

    ΘΕΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

    Η κατεύθυνση είναι σωστή – ιδιαίτερα η ηλεκτρονική διασύνδεση και η Επιτροπή Συντονισμού Μεταναστευτικής Πολιτικής. Η μετάκληση είναι εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και αξίζει μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 22:26 | Θεοδώρα Καραμπατζάκη (LMW)

    Υποβολή σχολίων επί του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου από τις ΕΠΑ: LMW, ACTIONLINE, ADD HUMAN, ERGANET και OPTIMAL

    Με το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου (στο εξής θα αναφέρεται και ως: Σχέδιο) προβλέπεται, το πρώτον, το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Πρόκειται για μία σημαντική καινοτομία, που, αν εφαρμοστεί, θα ενισχύσει σημαντικά την εν λόγω αγορά και τις προοπτικές της, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή τη στιγμή, οι ΕΠΑ απασχολούν ετησίως πάνω από 100.000 εργαζομένους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το άρθρο 18 του ίδιου Σχεδίου Νόμου εξαρτά τούτο το δικαίωμα από μία ειδική προϋπόθεση που αφορά μόνον αυτές τις, ούτως ή άλλως «βαριά ρυθμιζόμενες», επιχειρήσεις και κανέναν άλλο εργοδότη που δραστηριοποιείται στην αγορά: Την ύπαρξη μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.
    Πρόκειται για μία πρόβλεψη που πάσχει πολλαπλώς:
    1. Καταρχάς, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι, μάλλον, ακατάληπτη: Αναφέρεται σε μετοχικό κεφάλαιο (ορολογία που προσιδιάζει σε κεφαλαιουχικές -και δη ανώνυμες- εταιρείες), τη στιγμή που βάσει του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, οι ΕΠΑ μπορεί να προσλάβουν οιαδήποτε νομική μορφή· ουδόλως αποκλείεται, εξάλλου, μία επιχείρηση αυτής της κατηγορίας να λειτουργεί ως ατομική.
    Αν, λοιπόν, η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου ερμηνευθεί συστηματικά με αυτήν του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, τότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι προκειμένου μία ΕΠΑ να ασκήσει το δικαίωμα που της αναγνωρίζεται στο άρθρο 2 του Σχεδίου, θα πρέπει να λάβει τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας, κατά παράβαση του κανόνα της ελευθερίας επιλογής εταιρικής μορφής, που ισχύει στο εμπορικό δίκαιο και επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση του άρθρου 116.2 π.δ. 62/2025. Πρόκειται, δε, για έναν κανόνα με συνταγματική περιωπή, που ανάγεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος: Πράγματι, η ελευθερία σύστασης και λειτουργίας εμπορικών εταιρειών προστατεύεται από την οικονομική ελευθερία, υπό την ειδικότερη εκδοχή της ελευθερίας ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, τόσο ως ατομικό δικαίωμα όσο και ως θεσμική εγγύηση προστασίας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Έκφανση τούτης της ελευθερίας είναι, βέβαια, η επιλογή της εταιρικής μορφής. Αντίστροφα, τυχόν περιορισμοί στην εν λόγω ελευθερία, όπως ο επίμαχος, θα πρέπει να σέβονται τους περιορισμούς των περιορισμών και δη (α) την αρχή της αναλογικότητας, που τυποποιείται στο άρθρο 25.1 Συντάγματος και (β) τον πυρήνα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος. Εξάλλου, (γ) ο όποιος περιορισμός θα πρέπει να αποσκοπεί στην προστασία κάποιου υπέρτερου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Ουδεμία εκ των τριών αυτών προϋποθέσεων πληρείται εν προκειμένω και, εν πάση περιπτώσει, από κανένα διαθέσιμο στοιχείο ή αιτιολογία δεν προκύπτει η σύνδεση μεταξύ της νομικής μορφής της ΕΠΑ και της απόλαυσης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του προτεινόμενου Σχεδίου εισάγει μία πρόβλεψη (=έναν περιορισμό) που (α) δεν βρίσκεται σε αρμονία με τις ρυθμίσεις της έννομης τάξης και (β) δεν δικαιολογείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
    2. Πέραν τούτων, όμως, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να απαλειφθεί για τον εξής πρόσθετο λόγο:
    Όπως προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου, στη διαδικασία της μετάκλησης μπορεί να συμμετέχει οιοσδήποτε εργοδότης επιθυμεί (φυσικό ή νομικό πρόσωπο). Αν, όμως, ο εργοδότης αυτός λειτουργεί ως ΕΠΑ, τότε στην εν λόγω διαδικασία μπορεί να συμμετέχει μόνον (α) αν είναι κεφαλαιουχική εταιρεία και (β) αν έχει μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ.
    Εν προκειμένω, η παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των ΕΠΑ -που τελούν σε όμοιες συνθήκες με τους λοιπούς εργοδότες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά- είναι παραπάνω από ορατή. Πράγματι, σε πρόδηλη αντίθεση με το άρθρο 4.1 Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας, μία ΕΠΑ δεν μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία της μετάκλησης, την ίδια στιγμή που ένα φυσικό πρόσωπο (=ατομική επιχείρηση) -που, κατά τα λοιπά, απασχολεί μηδενικό προσωπικό και, εξ ορισμού, δεν διαθέτει μετοχικό κεφάλαιο- δύναται να την αξιοποιήσει προς όφελός του. Στο ίδιο πνεύμα, μία εταιρεία (που δεν είναι ΕΠΑ) δύναται να εκμεταλλευτεί τη ρύθμιση του άρθρου 2 του Σχεδίου, ανεξαρτήτως του μετοχικού της κεφαλαίου και της νομικής της μορφής.
    Εξίσου πρόδηλη είναι η παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υφιστάμενων ΕΠΑ: Από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ήδη στον χώρο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη ωφελεί, εξ όσων μπορεί να δει κανείς, δύο συγκεκριμένες εταιρείες σε βάρος όλων των υπολοίπων. Με άλλες λέξεις, πρόκειται για μία φωτογραφική διάταξη, η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας, νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και εισάγοντας προστατευτικά μέτρα υπέρ ορισμένων οικονομικών φορέων (και σε βάρος όλων των υπολοίπων). Και τούτο διότι ο νομοθέτης δίδει στις εν λόγω δύο εταιρείες τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τη διαδικασία της μετάκλησης και να αποκτήσουν τα αυτονόητα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, αποστερώντας από όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις με ίδιο αντικείμενο εργασίας την προοπτική που προσφέρει -κατά τα λοιπά- το άρθρο 2 του Σχεδίου.
    Τούτη η απόκλιση, όμως, δεν δικαιολογείται από οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ούτε και βρίσκεται σε οιαδήποτε σχέση συνάφειας με αυτόν· ούτε, φυσικά, προκύπτει ποια είναι η ακριβής στόχευση του νομοθέτη και πώς επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης ενός τέτοιου μέτρου. Κοντολογίς:
    (α) Η προτεινόμενη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4.1 Συντάγματος), εισάγοντας αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση (i) υπέρ όλων των λοιπών εργοδοτών (ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής και της ύπαρξης ή/και του ύψους του μετοχικού κεφαλαίου τους) σε βάρος των ΕΠΑ και (ii) των ΕΠΑ που έχουν συσταθεί ως κεφαλαιουχικές εταιρείες και διαθέτουν μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ σε βάρος όλων των υπόλοιπων ΕΠΑ, παρότι όλες τους τελούν (με σημείο αναφοράς το κρίσιμο ζήτημα) σε απολύτως όμοιες συνθήκες. Θα έλεγε, μάλιστα, κανείς ότι αν ο νομοθέτης επιδιώκει, μέσω της σχολιαζόμενης πρόβλεψης, να ρυθμίσει και να «ελέγξει» τη σχετική αγορά εργασίας, εστιάζει με εσφαλμένο τρόπο σε φορείς τους οποίους, όπως θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω, ελέγχει ποικιλοτρόπως. Ταυτοχρόνως, ουδόλως προβλέπει εξίσου αυστηρές ρυθμίσεις για όλες τις άλλες επιχειρήσεις (ατομικές ή εταιρείες) που θα αξιοποιήσουν τον θεσμό, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αντίστοιχα αυστηρούς ελέγχους.
    Περαιτέρω, (β) η πρόβλεψη του ορίου του μετοχικού κεφαλαίου των 2.000.000 ευρώ -που επιβάλλει, όπως σημειώθηκε, την πρόσθετη υποχρέωση της περιβολής της κάθε ΕΠΑ με τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας- είναι παντελώς αυθαίρετη και, ως εκ τούτου, αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και υπό τη στενή της εκδοχή που υιοθετείται το ΣτΕ. Ο εν λόγω περιορισμός δεν εξυπηρετεί οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης έχει κατά νου κάποια απώτερη στόχευση (την οποία έχει αποτύχει να αναδείξει στο κείμενο του Σχεδίου), τούτη μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα αλλά και συναφή, ως προς αυτήν, μέσα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, οι ΕΠΑ αποτελούν «βαριά ρυθμιζόμενες» επιχειρήσεις, οι οποίες ελέγχονται ποικιλοτρόπως από το κράτος και τους φορείς του, επί τη βάσει μοναδικών, στο είδος τους, ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, οι ΕΠΑ υποχρεούνται να καταθέτουν εγγυητικές επιστολές για την άσκηση της δραστηριότητάς τους και τη διασφάλιση των αποδοχών των ασφαλιστικών εισφορών των προσωρινών απασχολούμενων· υποχρεούνται να υποβάλουν κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε έτους έκθεση δραστηριοτήτων στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ.ο.κ.
    3. Δεν μπορεί να παροραθεί, φυσικά, ότι το επίμαχο Σχέδιο, που εισάγει αποκλίσεις από τις προβλέψεις των άρθρων 114 επ. π.δ. 62/2025 (οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ επί τω τέλει της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ) έρχονται σε τριβή με το πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο. Όπως επισημάνθηκε, το άρθρο 18 του Σχεδίου δημιουργεί συνθήκη νόθευσης του ανταγωνισμού υπέρ των οικονομικών φορέων που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Μεταξύ άλλων, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αφού το πλεονέκτημα που χορηγείται σε συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς (οι οποίοι αξιοποιώντας το μπορούν να κυριαρχήσουν στη σχετική αγορά) εξομοιώνεται με κρατική ενίσχυση υπέρ τους. Ειδικότερα, πρόκειται για αρνητική ενίσχυση, αφού η εν λόγω φωτογραφική ρύθμιση συνιστά έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχει το κράτος προς ορισμένους -δυνάμενους να συγκεκριμενοποιηθούν- οικονομικούς φορείς, οι οποίοι αυτονοήτως θα αποκτήσουν προβάδισμα σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του κλάδου (τις ΕΠΑ).
    4. Η δυνατότητα, εξάλλου, όλων των υπόλοιπων (=της συντριπτικής πλειοψηφίας) ΕΠΑ να προσαρμοστούν στις σχετικές απαιτήσεις του νόμου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για τη διαπίστωση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το κείμενο, υπέρτερης τυπικής ισχύος, νομοθετικό πλαίσιο. Τούτο διότι, ακόμη και υπό αυτήν την εκδοχή, (α) οι ΕΠΑ θα εξακολουθούν να φέρουν μία υποχρέωση που δεν βαρύνει όλους τους υπόλοιπους εργοδότες (χωρίς αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά κριτήρια, ως απαιτεί η νομολογία του ΣτΕ, του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ) και (β) η δέσμευση 2.000.000 ευρώ (ως μετοχικό κεφάλαιο) αποτελεί μία υπερβολική και δυσβάστακτη απαίτηση, η οποία μετά βεβαιότητας θα οδηγήσει την πλειοψηφία των ΕΠΑ εκτός του συγκεκριμένου πεδίου δραστηριοποίησης και, ενδεχομένως, εκτός αγοράς λόγω της νόθευσης του ανταγωνισμού εκ μέρους του κράτους.
    5. Με λίγες λέξεις, το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου κατοχυρώνει το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία της μετάκλησης και το άρθρο 18 συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα άσκησης τούτου του δικαιώματος σε ελάχιστες, δυνάμενες να προσδιοριστούν, εταιρείες. Με διαφορετική διατύπωση, το άρθρο 2 κατοχυρώνει μόνον κατ’ όνομα το σχετικό δικαίωμα, αφού το άρθρο 18 το αφαιρεί για το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου, περιάγοντάς τες σε δυσμενέστερη συνθήκη ανταγωνισμού εν σχέσει προς τους λοιπούς οικονομικούς φορείς.
    Είναι απολύτως βέβαιο ότι αν η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου αξιολογηθεί παρεμπιπτόντως ως προς τη συνταγματικότητά της από τα ελληνικά δικαστήρια (π.χ. με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε κανονιστικής πράξης εκδοθεί για την εφαρμογή της ή με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε ατομικής πράξης την εφαρμόζει) θα κριθεί ως αντίθετη με τον θεμελιώδη νόμου του κράτους, βάσει της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ. Αντίστοιχα, αν η συγκεκριμένη ρύθμιση τεθεί υπόψη των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κριθεί ότι έρχεται σε τριβή με το ενωσιακό δίκαιο, αφού οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του Σχεδίου, που επιβάλλει στις ΕΠΑ που επιθυμούν να προσφύγουν στη διαδικασία του άρθρου 2 να περιβληθούν συγκεκριμένης νομικής μορφής και να δεσμεύσουν μετοχικό κεφάλαιο τεράστιου ύψους, πρέπει να αφαιρεθεί από το Σχέδιο.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 22:10 | Θεοδώρα Καραμπατζάκη (LMW)

    Υποβολή σχολίων επί του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου από τις ΕΠΑ:
    LMW, ACTIONLINE, ADD HUMAN, ERGANET και OPTIMAL

    Με το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης & Ασύλου (στο εξής θα αναφέρεται και ως: Σχέδιο) προβλέπεται, το πρώτον, το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Πρόκειται για μία σημαντική καινοτομία, που, αν εφαρμοστεί, θα ενισχύσει σημαντικά την εν λόγω αγορά και τις προοπτικές της, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή τη στιγμή, οι ΕΠΑ απασχολούν ετησίως πάνω από 100.000 εργαζομένους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το άρθρο 18 του ίδιου Σχεδίου Νόμου εξαρτά τούτο το δικαίωμα από μία ειδική προϋπόθεση που αφορά μόνον αυτές τις, ούτως ή άλλως «βαριά ρυθμιζόμενες», επιχειρήσεις και κανέναν άλλο εργοδότη που δραστηριοποιείται στην αγορά: Την ύπαρξη μετοχικού κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.
    Πρόκειται για μία πρόβλεψη που πάσχει πολλαπλώς:
    1. Καταρχάς, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι, μάλλον, ακατάληπτη: Αναφέρεται σε μετοχικό κεφάλαιο (ορολογία που προσιδιάζει σε κεφαλαιουχικές -και δη ανώνυμες- εταιρείες), τη στιγμή που βάσει του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, οι ΕΠΑ μπορεί να προσλάβουν οιαδήποτε νομική μορφή· ουδόλως αποκλείεται, εξάλλου, μία επιχείρηση αυτής της κατηγορίας να λειτουργεί ως ατομική.
    Αν, λοιπόν, η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου ερμηνευθεί συστηματικά με αυτήν του άρθρου 116.β π.δ. 62/2025, τότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι προκειμένου μία ΕΠΑ να ασκήσει το δικαίωμα που της αναγνωρίζεται στο άρθρο 2 του Σχεδίου, θα πρέπει να λάβει τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας, κατά παράβαση του κανόνα της ελευθερίας επιλογής εταιρικής μορφής, που ισχύει στο εμπορικό δίκαιο και επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση του άρθρου 116.2 π.δ. 62/2025. Πρόκειται, δε, για έναν κανόνα με συνταγματική περιωπή, που ανάγεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος: Πράγματι, η ελευθερία σύστασης και λειτουργίας εμπορικών εταιρειών προστατεύεται από την οικονομική ελευθερία, υπό την ειδικότερη εκδοχή της ελευθερίας ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, τόσο ως ατομικό δικαίωμα όσο και ως θεσμική εγγύηση προστασίας του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Έκφανση τούτης της ελευθερίας είναι, βέβαια, η επιλογή της εταιρικής μορφής. Αντίστροφα, τυχόν περιορισμοί στην εν λόγω ελευθερία, όπως ο επίμαχος, θα πρέπει να σέβονται τους περιορισμούς των περιορισμών και δη (α) την αρχή της αναλογικότητας, που τυποποιείται στο άρθρο 25.1 Συντάγματος και (β) τον πυρήνα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5.1 Συντάγματος. Εξάλλου, (γ) ο όποιος περιορισμός θα πρέπει να αποσκοπεί στην προστασία κάποιου υπέρτερου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Ουδεμία εκ των τριών αυτών προϋποθέσεων πληρείται εν προκειμένω και, εν πάση περιπτώσει, από κανένα διαθέσιμο στοιχείο ή αιτιολογία δεν προκύπτει η σύνδεση μεταξύ της νομικής μορφής της ΕΠΑ και της απόλαυσης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του προτεινόμενου Σχεδίου εισάγει μία πρόβλεψη (=έναν περιορισμό) που (α) δεν βρίσκεται σε αρμονία με τις ρυθμίσεις της έννομης τάξης και (β) δεν δικαιολογείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
    2. Πέραν τούτων, όμως, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να απαλειφθεί για τον εξής πρόσθετο λόγο:
    Όπως προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου, στη διαδικασία της μετάκλησης μπορεί να συμμετέχει οιοσδήποτε εργοδότης επιθυμεί (φυσικό ή νομικό πρόσωπο). Αν, όμως, ο εργοδότης αυτός λειτουργεί ως ΕΠΑ, τότε στην εν λόγω διαδικασία μπορεί να συμμετέχει μόνον (α) αν είναι κεφαλαιουχική εταιρεία και (β) αν έχει μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ.
    Εν προκειμένω, η παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των ΕΠΑ -που τελούν σε όμοιες συνθήκες με τους λοιπούς εργοδότες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά- είναι παραπάνω από ορατή. Πράγματι, σε πρόδηλη αντίθεση με το άρθρο 4.1 Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας, μία ΕΠΑ δεν μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία της μετάκλησης, την ίδια στιγμή που ένα φυσικό πρόσωπο (=ατομική επιχείρηση) -που, κατά τα λοιπά, απασχολεί μηδενικό προσωπικό και, εξ ορισμού, δεν διαθέτει μετοχικό κεφάλαιο- δύναται να την αξιοποιήσει προς όφελός του. Στο ίδιο πνεύμα, μία εταιρεία (που δεν είναι ΕΠΑ) δύναται να εκμεταλλευτεί τη ρύθμιση του άρθρου 2 του Σχεδίου, ανεξαρτήτως του μετοχικού της κεφαλαίου και της νομικής της μορφής.
    Εξίσου πρόδηλη είναι η παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υφιστάμενων ΕΠΑ: Από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ήδη στον χώρο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη ωφελεί, εξ όσων μπορεί να δει κανείς, δύο συγκεκριμένες εταιρείες σε βάρος όλων των υπολοίπων. Με άλλες λέξεις, πρόκειται για μία φωτογραφική διάταξη, η οποία παραβιάζει την αρχή της ισότητας, νοθεύοντας τον ανταγωνισμό και εισάγοντας προστατευτικά μέτρα υπέρ ορισμένων οικονομικών φορέων (και σε βάρος όλων των υπολοίπων). Και τούτο διότι ο νομοθέτης δίδει στις εν λόγω δύο εταιρείες τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τη διαδικασία της μετάκλησης και να αποκτήσουν τα αυτονόητα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, αποστερώντας από όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις με ίδιο αντικείμενο εργασίας την προοπτική που προσφέρει -κατά τα λοιπά- το άρθρο 2 του Σχεδίου.
    Τούτη η απόκλιση, όμως, δεν δικαιολογείται από οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ούτε και βρίσκεται σε οιαδήποτε σχέση συνάφειας με αυτόν· ούτε, φυσικά, προκύπτει ποια είναι η ακριβής στόχευση του νομοθέτη και πώς επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης ενός τέτοιου μέτρου. Κοντολογίς:
    (α) Η προτεινόμενη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4.1 Συντάγματος), εισάγοντας αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση (i) υπέρ όλων των λοιπών εργοδοτών (ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής και της ύπαρξης ή/και του ύψους του μετοχικού κεφαλαίου τους) σε βάρος των ΕΠΑ και (ii) των ΕΠΑ που έχουν συσταθεί ως κεφαλαιουχικές εταιρείες και διαθέτουν μετοχικό κεφάλαιο άνω των 2.000.000 ευρώ σε βάρος όλων των υπόλοιπων ΕΠΑ, παρότι όλες τους τελούν (με σημείο αναφοράς το κρίσιμο ζήτημα) σε απολύτως όμοιες συνθήκες. Θα έλεγε, μάλιστα, κανείς ότι αν ο νομοθέτης επιδιώκει, μέσω της σχολιαζόμενης πρόβλεψης, να ρυθμίσει και να «ελέγξει» τη σχετική αγορά εργασίας, εστιάζει με εσφαλμένο τρόπο σε φορείς τους οποίους, όπως θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω, ελέγχει ποικιλοτρόπως. Ταυτοχρόνως, ουδόλως προβλέπει εξίσου αυστηρές ρυθμίσεις για όλες τις άλλες επιχειρήσεις (ατομικές ή εταιρείες) που θα αξιοποιήσουν τον θεσμό, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αντίστοιχα αυστηρούς ελέγχους.
    Περαιτέρω, (β) η πρόβλεψη του ορίου του μετοχικού κεφαλαίου των 2.000.000 ευρώ -που επιβάλλει, όπως σημειώθηκε, την πρόσθετη υποχρέωση της περιβολής της κάθε ΕΠΑ με τη νομική μορφή της κεφαλαιουχικής εταιρείας- είναι παντελώς αυθαίρετη και, ως εκ τούτου, αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και υπό τη στενή της εκδοχή που υιοθετείται το ΣτΕ. Ο εν λόγω περιορισμός δεν εξυπηρετεί οιονδήποτε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης έχει κατά νου κάποια απώτερη στόχευση (την οποία έχει αποτύχει να αναδείξει στο κείμενο του Σχεδίου), τούτη μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα αλλά και συναφή, ως προς αυτήν, μέσα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, οι ΕΠΑ αποτελούν «βαριά ρυθμιζόμενες» επιχειρήσεις, οι οποίες ελέγχονται ποικιλοτρόπως από το κράτος και τους φορείς του, επί τη βάσει μοναδικών, στο είδος τους, ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, οι ΕΠΑ υποχρεούνται να καταθέτουν εγγυητικές επιστολές για την άσκηση της δραστηριότητάς τους και τη διασφάλιση των αποδοχών των ασφαλιστικών εισφορών των προσωρινών απασχολούμενων· υποχρεούνται να υποβάλουν κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε έτους έκθεση δραστηριοτήτων στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ.ο.κ.
    3. Δεν μπορεί να παροραθεί, φυσικά, ότι το επίμαχο Σχέδιο, που εισάγει αποκλίσεις από τις προβλέψεις των άρθρων 114 επ. π.δ. 62/2025 (οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ επί τω τέλει της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ) έρχονται σε τριβή με το πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο. Όπως επισημάνθηκε, το άρθρο 18 του Σχεδίου δημιουργεί συνθήκη νόθευσης του ανταγωνισμού υπέρ των οικονομικών φορέων που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Μεταξύ άλλων, ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, αφού το πλεονέκτημα που χορηγείται σε συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς (οι οποίοι αξιοποιώντας το μπορούν να κυριαρχήσουν στη σχετική αγορά) εξομοιώνεται με κρατική ενίσχυση υπέρ τους. Ειδικότερα, πρόκειται για αρνητική ενίσχυση, αφού η εν λόγω φωτογραφική ρύθμιση συνιστά έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχει το κράτος προς ορισμένους -δυνάμενους να συγκεκριμενοποιηθούν- οικονομικούς φορείς, οι οποίοι αυτονοήτως θα αποκτήσουν προβάδισμα σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του κλάδου (τις ΕΠΑ).
    4. Η δυνατότητα, εξάλλου, όλων των υπόλοιπων (=της συντριπτικής πλειοψηφίας) ΕΠΑ να προσαρμοστούν στις σχετικές απαιτήσεις του νόμου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για τη διαπίστωση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το κείμενο, υπέρτερης τυπικής ισχύος, νομοθετικό πλαίσιο. Τούτο διότι, ακόμη και υπό αυτήν την εκδοχή, (α) οι ΕΠΑ θα εξακολουθούν να φέρουν μία υποχρέωση που δεν βαρύνει όλους τους υπόλοιπους εργοδότες (χωρίς αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά κριτήρια, ως απαιτεί η νομολογία του ΣτΕ, του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ) και (β) η δέσμευση 2.000.000 ευρώ (ως μετοχικό κεφάλαιο) αποτελεί μία υπερβολική και δυσβάστακτη απαίτηση, η οποία μετά βεβαιότητας θα οδηγήσει την πλειοψηφία των ΕΠΑ εκτός του συγκεκριμένου πεδίου δραστηριοποίησης και, ενδεχομένως, εκτός αγοράς λόγω της νόθευσης του ανταγωνισμού εκ μέρους του κράτους.
    5. Με λίγες λέξεις, το άρθρο 2 του προτεινόμενου Σχεδίου κατοχυρώνει το δικαίωμα των ΕΠΑ να συμμετέχουν στη διαδικασία της μετάκλησης και το άρθρο 18 συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα άσκησης τούτου του δικαιώματος σε ελάχιστες, δυνάμενες να προσδιοριστούν, εταιρείες. Με διαφορετική διατύπωση, το άρθρο 2 κατοχυρώνει μόνον κατ’ όνομα το σχετικό δικαίωμα, αφού το άρθρο 18 το αφαιρεί για το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου, περιάγοντάς τες σε δυσμενέστερη συνθήκη ανταγωνισμού εν σχέσει προς τους λοιπούς οικονομικούς φορείς.
    Είναι απολύτως βέβαιο ότι αν η ρύθμιση του άρθρου 18 του Σχεδίου Νόμου αξιολογηθεί παρεμπιπτόντως ως προς τη συνταγματικότητά της από τα ελληνικά δικαστήρια (π.χ. με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε κανονιστικής πράξης εκδοθεί για την εφαρμογή της ή με αφορμή την προσβολή οιασδήποτε ατομικής πράξης την εφαρμόζει) θα κριθεί ως αντίθετη με τον θεμελιώδη νόμου του κράτους, βάσει της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ. Αντίστοιχα, αν η συγκεκριμένη ρύθμιση τεθεί υπόψη των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κριθεί ότι έρχεται σε τριβή με το ενωσιακό δίκαιο, αφού οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η πρόβλεψη του άρθρου 18 του Σχεδίου, που επιβάλλει στις ΕΠΑ που επιθυμούν να προσφύγουν στη διαδικασία του άρθρου 2 να περιβληθούν συγκεκριμένης νομικής μορφής και να δεσμεύσουν μετοχικό κεφάλαιο τεράστιου ύψους, πρέπει να αφαιρεθεί από το Σχέδιο.

  • Υποβάλλεται εκ μέρους 5 ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ε.Π.Α. :
    Των ERGANET, LMW, ADD HUMAN, OPTIMAL, ACTIONLINE

    «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233…»
    Με το άρθρο 18 τού υπό διαβούλευση νομοσχεδίου αναμορφώνεται το άρθρο 27 τού Κώδικα Μετανάστευσης. Στην παράγραφο 4 αυτού τού (αναμορφωμένου) άρθρου 27 ορίζεται ότι «ως άμεσος εργοδότης τού πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29Α του άρθρου 176.»

    Διακριτική και Άνιση Μεταχείριση Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) – Σχόλια επί του Άρθρου 18 παρ. 4 –
    Η διατύπωση του Άρθρου 18 (παρ. 4) εισάγει έναν αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό στις Επιχειρήσεις Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ), απαιτώντας ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο ύψους 2.000.000€, χωρίς αντίστοιχη προϋπόθεση για άλλους εργοδότες.
    Η διάταξη αυτή:
    • Αντίκειται στο Σύνταγμα, την κειμένη νομοθεσία, τον δίκαιο ΕΕ.
    • Δημιουργεί ολιγοπωλιακές συνθήκες στην αγορά εργασίας, στην πρόσβαση στην εργασία.
    • Αποδυναμώνει την εφαρμογή της σχετικής οδηγίας της ΕΕ.

    Σύντομη Ανάπτυξη
    ΟΙ Ε.Π.Α. στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης
    Με το άρθρο 18 τού υπό διαβούλευση νομοσχεδίου αναμορφώνεται το άρθρο 27 τού Κώδικα Μετανάστευσης. Στην παράγραφο 4 αυτού τού (αναμορφωμένου) άρθρου 27 ορίζεται ότι «ως άμεσος εργοδότης τού πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29 Α του άρθρου 176.»
    Εδώ πρόκειται για διπλή παράβαση τής αρχής τής ισότητας και των αρχών τού υγειούς ανταγωνισμού, επειδή (α) προβλέπεται μόνον για τις Ε.Π.Α. ότι πρέπει να έχουν μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον €2.000.000 ενώ για κανέναν άλλο άμεσο εργοδότη δεν απαιτείται ανάλογη οικονομική εγγύηση και (β) υπάρχει δυσμενής μεταχείριση των Ε.Π.Α. που έχουν μετοχικό κεφάλαιο κάτω από € 2.000.000 έναντι εκείνων, των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο υπερβαίνει αυτό το όριο. Επιπροσθέτως, η αναφορά σε «μετοχικό κεφάλαιο» υποχρεώνει τις εν λόγω Ε.Π.Α. να λάβουν τη νομική μορφή ανώνυμης εταιρείας.
    Αυτές οι διατάξεις είναι αντίθετες προς τα άρθρα 4 § 1, 5 § 1 και 25 §§ 1 και 2 τού Συντάγματος αλλά προς τα άρθρα 16 και 2 ο τού χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων τής Ευρωπαϊκής Ένωσης και προς τα άρθρα 101 και 102 τής Συνθήκης για την Λειτουργία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όμως αντίθετες και προς την αιτιολογική σκέψη 8 τής οδηγίας 2024/1233, που καθιερώνει ενιαίες διατάξεις για όλους τούς εργοδότες και για τις Ε.Π.Α.
    Στο πλαίσιο αυτό, ορθά στο άρθρο 124 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121) (ΚΕΔ), το οποίο ρυθμίζει τα της σύστασης και λειτουργίας των ΕΠΑ, δεν προβλέπεται ούτε συγκεκριμένη νομική μορφή που πρέπει να έχει μία ΕΠΑ, ούτε ελάχιστο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο. Ο νομοθέτης μάλιστα έκρινε ότι η κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων των προσωρινά απασχολούμενων δεν διασφαλίζεται μέσω ενός συγκεκριμένου ή ελάχιστου κεφαλαίου αλλά από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 127 του ΚΕΔ δύο (2) εγγυητικές επιστολές τραπέζης που κάθε ΕΠΑ οφείλει να καταθέσει ως οικονομική εγγύηση, η μεν πρώτη για τη διασφάλιση των αποδοχών των προσωρινά απασχολούμενων εργαζομένων της και η δεύτερη για τη διασφάλιση των ασφαλιστικών τους εισφορών. Δηλαδή, οι διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου είναι αντίθετες και με τον ΚΕΔ.
    Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή αιτία που να αιτιολογεί ή έστω δικαιολογεί την επιβολή ελάχιστου κεφαλαίου για τις Ε.Π.Α. (πολλώ δε μάλλον της τάξεως των €2 εκατ.) που θα επιθυμούν να κάνουν μετάκληση εργαζομένων και για το λόγο αυτό η εν λόγω αναφορά πρέπει να απαλειφθεί από το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, καθώς είναι αντίθετη με της προαναφερθείσας διατάξεις για τους λόγους που παρατίθενται ανωτέρω.

  • Υποβάλλεται εκ μέρους 5 ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ε.Π.Α. :
    Των ERGANET,LMW,ADD HUMAN, OPTIMAL, ACTIONLINE

    «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233…»
    Με το άρθρο 18 τού υπό διαβούλευση νομοσχεδίου αναμορφώνεται το άρθρο 27 τού Κώδικα Μετανάστευσης. Στην παράγραφο 4 αυτού τού (αναμορφωμένου) άρθρου 27 ορίζεται ότι «ως άμεσος εργοδότης τού πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29Α του άρθρου 176.»

    Διακριτική και Άνιση Μεταχείριση Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) – Σχόλια επί του Άρθρου 18 παρ. 4 –
    Η διατύπωση του Άρθρου 18 (παρ. 4) εισάγει έναν αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό στις Επιχειρήσεις Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ), απαιτώντας ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο ύψους 2.000.000€, χωρίς αντίστοιχη προϋπόθεση για άλλους εργοδότες.
    Η διάταξη αυτή:
    • Αντίκειται στο Σύνταγμα, την κειμένη νομοθεσία, τον δίκαιο ΕΕ.
    • Δημιουργεί ολιγοπωλιακές συνθήκες στην αγορά εργασίας, στην πρόσβαση στην εργασία.
    • Αποδυναμώνει την εφαρμογή της σχετικής οδηγίας της ΕΕ.

    Σύντομη Ανάπτυξη
    ΟΙ Ε.Π.Α. στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης
    Με το άρθρο 18 τού υπό διαβούλευση νομοσχεδίου αναμορφώνεται το άρθρο 27 τού Κώδικα Μετανάστευσης. Στην παράγραφο 4 αυτού τού (αναμορφωμένου) άρθρου 27 ορίζεται ότι «ως άμεσος εργοδότης τού πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29 Α του άρθρου 176.»
    Εδώ πρόκειται για διπλή παράβαση τής αρχής τής ισότητας και των αρχών τού υγειούς ανταγωνισμού, επειδή (α) προβλέπεται μόνον για τις Ε.Π.Α. ότι πρέπει να έχουν μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον €2.000.000 ενώ για κανέναν άλλο άμεσο εργοδότη δεν απαιτείται ανάλογη οικονομική εγγύηση και (β) υπάρχει δυσμενής μεταχείριση των Ε.Π.Α. που έχουν μετοχικό κεφάλαιο κάτω από € 2.000.000 έναντι εκείνων, των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο υπερβαίνει αυτό το όριο. Επιπροσθέτως, η αναφορά σε «μετοχικό κεφάλαιο» υποχρεώνει τις εν λόγω Ε.Π.Α. να λάβουν τη νομική μορφή ανώνυμης εταιρείας.
    Αυτές οι διατάξεις είναι αντίθετες προς τα άρθρα 4 § 1, 5 § 1 και 25 §§ 1 και 2 τού Συντάγματος αλλά προς τα άρθρα 16 και 2 ο τού χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων τής Ευρωπαϊκής Ένωσης και προς τα άρθρα 101 και 102 τής Συνθήκης για την Λειτουργία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όμως αντίθετες και προς την αιτιολογική σκέψη 8 τής οδηγίας 2024/1233, που καθιερώνει ενιαίες διατάξεις για όλους τούς εργοδότες και για τις Ε.Π.Α.
    Στο πλαίσιο αυτό, ορθά στο άρθρο 124 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121) (ΚΕΔ), το οποίο ρυθμίζει τα της σύστασης και λειτουργίας των ΕΠΑ, δεν προβλέπεται ούτε συγκεκριμένη νομική μορφή που πρέπει να έχει μία ΕΠΑ, ούτε ελάχιστο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο. Ο νομοθέτης μάλιστα έκρινε ότι η κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων των προσωρινά απασχολούμενων δεν διασφαλίζεται μέσω ενός συγκεκριμένου ή ελάχιστου κεφαλαίου αλλά από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 127 του ΚΕΔ δύο (2) εγγυητικές επιστολές τραπέζης που κάθε ΕΠΑ οφείλει να καταθέσει ως οικονομική εγγύηση, η μεν πρώτη για τη διασφάλιση των αποδοχών των προσωρινά απασχολούμενων εργαζομένων της και η δεύτερη για τη διασφάλιση των ασφαλιστικών τους εισφορών. Δηλαδή, οι διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου είναι αντίθετες και με τον ΚΕΔ.
    Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή αιτία που να αιτιολογεί ή έστω δικαιολογεί την επιβολή ελάχιστου κεφαλαίου για τις Ε.Π.Α. (πολλώ δε μάλλον της τάξεως των €2 εκατ.) που θα επιθυμούν να κάνουν μετάκληση εργαζομένων και για το λόγο αυτό η εν λόγω αναφορά πρέπει να απαλειφθεί από το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, καθώς είναι αντίθετη με της προαναφερθείσας διατάξεις για τους λόγους που παρατίθενται ανωτέρω.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 10:17 | ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

    Παραγραφος 2
    Το άρθρο προβλέπει τη διαβίβαση της έγκρισης στην Προξενική Αρχή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω της υπηρεσίας ΟΠΣ.
    Η διατήρηση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ως εναλλακτικού μέσου διαχείρισης αιτήσεων είναι αναχρονιστική και υπονομεύει την αξιοπιστία ενός ΟΠΣ.
    Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο δεν προσφέρει ιχνηλασιμότητα, δεν διασφαλίζει ενιαία διαχείριση και δημιουργεί κίνδυνο απώλειας ή καθυστέρησης.

    Πρόταση: Να καταργηθεί το email ως μέσο διαβίβασης και αυτή να γίνεται αποκλειστικά μέσω του ΟΠΣ «Μετανάστευση».Σε περίπτωση που υπάρχουν Προξενικές Αρχές χωρίς πρόσβαση στο σύστημα, να τεθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ένταξής τους.

    Ο έλεγχος των ποσοστώσεων θα πρέπει να γίνεται αυτόματα μέσω του ΟΠΣ και όχι χειροκίνητα από τις υπηρεσίες. Η αυτοματοποίηση διασφαλίζει την ακρίβεια, την ταχύτητα και την ίση μεταχείριση, μειώνει τη διοικητική επιβάρυνση και περιορίζει τον κίνδυνο λαθών. Σε ένα ψηφιακό σύστημα διαχείρισης μετάκλησης, ο έλεγχος ποσοστώσεων οφείλει να αποτελεί ενσωματωμένη λειτουργία και όχι πρόσθετο διοικητικό στάδιο.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 09:48 | Κατερίνα Σταθοπούλου

    Είναι σημαντικό να οριστεί ρητά ποιοι φορείς έχουν δικαίωμα να ασκούν διαμεσολάβηση στη διαδικασία μετάκλησης. Ειδικά τα ΙΓΕΕ θα πρέπει να αναφέρονται ρητά ως επιτρεπόμενοι φορείς διαμεσολάβησης, καθώς ήδη υπάγονται σε συγκεκριμένο καθεστώς εποπτείας και κυρώσεων βάσει της εργατικής νομοθεσίας. Η σαφής αυτή πρόβλεψη θα ενίσχυε τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ασφάλεια της διαδικασίας.

  • 13 Ιανουαρίου 2026, 00:21 | ΛΙΑΤΖΟΥΡΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (SEPA C&C IKE)

    Εφόσον το άρθρο δεν ορίζει ποιοι επιτρέπεται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων, στην πράξη την ίδια δουλειά μπορούν να την κάνουν όλοι. Όμως μόνο τα ΙΓΕΕ λειτουργούν με άδεια, ελέγχους και υποχρεώσεις. Αυτό συνιστά δύο μέτρα και δύο σταθμά και δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό.

    Να προβλεφθεί ρητά ενιαίο πλαίσιο κανόνων και υποχρεώσεων για όλους όσοι ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 22:47 | Smaro Maniati

    Το άρθρο ρυθμίζει τη διαδικασία εισδοχής αλλά δεν ορίζει ποιοι επιτρέπεται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων.

    Αποτέλεσμα: οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά – γραφεία από το εξωτερικό, μεσάζοντες, ιδιώτες – χωρίς άδεια, ελέγχους ή υποχρεώσεις.

    Ταυτόχρονα, τα ΙΓΕΕ λειτουργούν με άδεια, ελέγχονται από την Επιθεώρηση Εργασίας και υπόκεινται σε σοβαρές κυρώσεις βάσει του Ν. 4052/2012.

    Αυτό είναι αθέμιτος ανταγωνισμός: ίδια δραστηριότητα, άνισοι όροι.

    Πρόταση: Να οριστεί ρητά ποιοι φορείς δύνανται να ασκούν στρατολόγηση για μετάκληση (ΙΓΕΕ, ΕΠΑ, απευθείας εργοδότης) με ενιαίους κανόνες και υποχρεώσεις. Η πρόβλεψη αυτή δεν αυξάνει τη γραφειοκρατία, αλλά ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, την εποπτεία και τη λειτουργικότητα της διαδικασίας.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 21:27 | ΤΣΙΩΤΣΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΣ

    Σύμφωνα με τον Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023), η αίτηση για την έγκριση απασχόλησης πολιτών τρίτων χωρών υποβάλλεται από τον εργοδότη ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο.

    Ωστόσο, το ισχύον μεταναστευτικό πλαίσιο δεν ρυθμίζει ρητά τη δραστηριότητα στρατολόγησης και διαμεσολάβησης που προηγείται της υποβολής της αίτησης, γεγονός που δημιουργεί ασάφεια ως προς το ποιοι φορείς δύνανται να ασκούν νόμιμα τη συγκεκριμένη δραστηριότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας μετάκλησης.
    Δεδομένου ότι η εργατική νομοθεσία (ν. 4052/2012) προβλέπει ότι η διαμεσολάβηση για σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ασκείται αποκλειστικά από αδειοδοτημένα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (ΙΓΕΕ), κρίνεται σκόπιμο να υπάρξει σαφής αποσαφήνιση και στο πλαίσιο της μεταναστευτικής διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια, η νόμιμη διαμεσολάβηση και η αποτροπή άτυπων ή μη ελεγχόμενων πρακτικών.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 19:29 | ΓΕΩΡΓΙΑ ΧΑΤΖΗΣΤΑΜΟΥ

    Το άρθρο δεν ορίζει ρητά ποιοι φορείς επιτρέπεται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων τρίτων χωρών. Στην πράξη, την ίδια δραστηριότητα ασκούν τόσο τα αδειοδοτημένα ΙΓΕΕ, που λειτουργούν με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ελέγχους, όσο και άλλοι φορείς χωρίς αντίστοιχο πλαίσιο. Η απουσία ρύθμισης δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού.

    Να προβλεφθεί ρητά ενιαίο πλαίσιο κανόνων και υποχρεώσεων για όλους όσοι ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 19:27 | ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

    Εφόσον το άρθρο δεν ορίζει ποιοι επιτρέπεται να ασκούν στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων, στην πράξη την ίδια δουλειά μπορούν να την κάνουν όλοι. Όμως μόνο τα ΙΓΕΕ λειτουργούν με άδεια, ελέγχους και υποχρεώσεις. Αυτό συνιστά δύο μέτρα και δύο σταθμά και δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό.

    Να προβλεφθεί ρητά ενιαίο πλαίσιο κανόνων και υποχρεώσεων για όλους όσοι ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 19:39 | ΤΣΙΩΤΣΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΣ

    Το άρθρο δεν διευκρινίζει ποιος επιτρέπεται να ασκεί στρατολόγηση και διαμεσολάβηση για τη σύναψη σύμβασης εργασίας με πολίτες τρίτων χωρών. Στην πράξη, τη δραστηριότητα αυτή ασκούν τόσο αδειοδοτημένα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (ΙΓΕΕ), τα οποία λειτουργούν υπό αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο (Ν. 4052/2012), απαγορεύεται να χρεώνουν τον εργαζόμενο και υπόκεινται σε συγκεκριμένες κυρώσεις, όσο και φορείς χωρίς άδεια, εποπτεία ή υποχρεώσεις.

    Η απουσία σαφούς ρύθμισης δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και αφήνει σημαντικό μέρος της διαμεσολάβησης να ασκείται ανεξέλεγκτα.

    Να προβλεφθεί ρητά ότι η στρατολόγηση και διαμεσολάβηση εργαζομένων τρίτων χωρών για εργασία στην Ελλάδα υπάγεται σε ενιαίο πλαίσιο κανόνων, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του φορέα που την ασκεί.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 16:03 | Myservices Supporting Solutions ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

    Στην παρ. 4 του άρθρου 27 όπως τροποποιείται προβλέπεται ότι «Για την εφαρμογή της διαδικασίας μετάκλησης, ως άμεσος εργοδότης του πολίτη τρίτης χώρας νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.), η οποία λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), έχει μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και πληροί τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ. 29Α του άρθρου 176.».
    Το ελάχιστο αυτό όριο / κατώφλι του μετοχικού κεφαλαίου Επιχείρησης Προσωρινής Απασχόλησης ύψους 2.000.000 ευρώ είναι υπερβολικά υψηλό. Με βάση τις υφιστάμενες συνθήκες της αγοράς αλλά και τη σκοπιμότητα πρόβλεψης τέτοιου ορίου, το ελάχιστο όριο των 2.000.000 ευρώ ως ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας καθόσον τέτοιο όριο περιορίζει υπέρμετρα τον αριθμό των ΕΠΑ που μπορούν να εφαρμόσουν τη διαδικασία μετάκλησης. Προτείνεται η μείωση του ελαχίστου μετοχικού κεφαλαίου ΕΠΑ στο ποσό του 1.000.000 ευρώ το οποίο είναι πρόσφορο, κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της οικονομικής ικανότητας και φερεγγυότητας των ΕΠΑ αλλά και ταυτόχρονα την επίτευξη πρόσβασης του μέγιστου δυνατού αριθμού Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης οι οποίες πράγματι διαθέτουν την αποδεδειγμένη οικονομική ικανότητα για να εφαρμόσουν τη διαδικασία μετάκλησης. Κατά αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται και η μέγιστη εκμετάλλευση των προβλέψεων του νόμου, ώστε να επιτευχθεί και ο σκοπός σχετικά με την δυνατότητα μετάκλησης του πραγματικά αναγκαίου αριθμού εργαζομένων από την αγορά εργασίας στην Ελλάδα.

  • Στο Άρθρο 2β αναφέρεται ότι μεταξύ των αντικειμένων του παρόντος νομοσχεδίου περιλαμβάνεται «η αναμόρφωση της διαδικασίας μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών, μέσω ιδίως της προσθήκης των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) ως εργοδοτών».
    Ωστόσο, η πρόβλεψη περί ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου ύψους 2.000.000 ευρώ περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των ΕΠΑ που δύνανται να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Ενώ σήμερα έχουν αδειοδοτηθεί περισσότερες από 30 ΕΠΑ από το Υπουργείο Εργασίας, το συγκεκριμένο κριτήριο πληρούν ελάχιστες εταιρείες (δύο μόνο), γεγονός που δεν συνάδει με την έννοια της διεύρυνσης ή της ουσιαστικής αναμόρφωσης της διαδικασίας μετάκλησης.
    Οι ΕΠΑ αποτελούν ειδικού σκοπού εταιρείες, οι οποίες αδειοδοτούνται και εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας βάσει συγκεκριμένων και αυστηρών προϋποθέσεων. Στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο:
    • δύνανται να λειτουργούν ως άμεσοι εργοδότες εντός της ελληνικής επικράτειας,
    • δεν προβλέπεται ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο δύο εκατομυρίων ως προϋπόθεση αδειοδότησης,
    • το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου αποτελεί επιχειρηματική επιλογή και όχι κριτήριο φερεγγυότητας.
    Υπό το πρίσμα αυτό, προκύπτουν εύλογα ερωτήματα:
    • Για ποιο λόγο οι ΕΠΑ δύνανται να δραστηριοποιούνται ως εργοδότες εντός Ελλάδος, αλλά ουσιαστικά περιορίζεται η συμμετοχή τους στη διαδικασία μετάκλησης;
    • Ποιος είναι ο λόγος καθορισμού κριτηρίου μετοχικού κεφαλαίου από το Υπουργείο Μετανάστευσης, όταν αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση αδειοδότησης από το αρμόδιο Υπουργείο Εργασίας;
    Σημειώνεται ότι οι ΕΠΑ και οι όμιλοι στους οποίους ανήκουν παρουσιάζουν συνολικό κύκλο εργασιών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως και απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει την επιχειρησιακή και οικονομική τους επάρκεια.
    Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνεται η επανεξέταση και η απαλοιφή του κριτηρίου περί ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου ύψους 2.000.000 ευρώ, ώστε να διασφαλιστεί η αναλογικότητα, ο υγιής ανταγωνισμός και η αποτελεσματική εφαρμογή της διαδικασίας μετάκλησης. Η προτεινόμενη τροποποίηση εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τη διαφάνεια και την πρακτική εφαρμοσιμότητα του νομοσχεδίου.

  • 12 Ιανουαρίου 2026, 10:31 | ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

    Στο άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 5038/2023, όπως τροποποιείται με το άρθρο 18 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, προτείνεται να προστεθεί υποχρέωση των υπηρεσιών ελέγχου διαβατηρίων για ενημέρωση, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος «Μετανάστευση», της αρμόδιας υπηρεσίας μιας στάσης για την είσοδο στη χώρα μας του πολίτη τρίτης χώρας βάσει της προξενικής θεώρησης που χορηγήθηκε επ’ ονόματί του. Αυτή η ενημέρωση κρίνεται επιβεβλημένη καθόσον το γεγονός ότι χορηγήθηκε σε πολίτη τρίτης χώρας προξενική θεώρηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι θα του επιτραπεί και η είσοδό του στη χώρα μας, καθόσον κατά τη διενέργεια του σχετικού διαβατηριακού ελέγχου μπορεί να του απαγορευτεί τελικά η είσοδος με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Συνόρων SCHENGEN. Κατόπιν της συγκεκριμένης ενημέρωσης θα πρέπει η υπηρεσία μίας στάσης αφενός να ενημερώνει τον αιτούντα εργοδότη τόσο για τη χορήγηση προξενικής θεώρησης επ’ ονόματι του υπό μετάκληση αλλοδαπού όσο και για την είσοδο του τελευταίου στη χώρα μας δυνάμει της εν λόγω θεώρησης και αφετέρου να αποστέλλει, στην περίπτωση της μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την εποχιακή εργασία, την οικεία εγκριτική της πράξη για μετάκληση με τα στοιχεία των υπό μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών που έλαβαν τελικά προξενική θεώρηση και εισήλθαν ακολούθως στη χώρα μας, μεταξύ άλλων υπηρεσιών, και στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ώστε η τελευταία να τους εκδώσει Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.). Προς τούτο απαιτείται να τροποποιηθεί και η προβληματική διάταξη του άρθρου 63 παρ. 6 εδάφ. τρίτο του Ν. 5038/2023, η οποία απαιτεί η κοινοποίηση στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων των εγκριτικών πράξεων μετάκλησης των πολιτών τρίτων χωρών, για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχες εθνικές θεωρήσεις από τις προξενικές αρχές, να γίνεται αμελλητί από την ημερομηνία αποστολής τους μαζί με τις συγκεντρωτικές καταστάσεις των αιτούντων στις προξενικές αρχές προς έκδοση των προξενικών θεωρήσεων. Με βάση την εν λόγω αντιφατική διάταξη οι υπηρεσίες μίας στάσης αποστέλλουν τις ως άνω εγκριτικές τους πράξεις στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων χωρίς συγχρόνως να μνημονεύουν τα στοιχεία των αλλοδαπών για τους οποίους εκδόθηκαν τελικά οι απαιτούμενες για την είσοδό τους στη χώρα μας προξενικές θεωρήσεις με αποτέλεσμα να εκδίδονται Αριθμοί Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και στη συνέχεια Αριθμοί Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) από την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. σε πολίτες τρίτων χωρών που δεν έχουν καν υποβάλλει αιτήματα για χορήγηση προξενικών θεωρήσεων εισόδου ή των οποίων τα αιτήματα έχουν απορριφθεί. Τα στοιχεία αυτά (Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α.) κοινοποιούνται και στον εργοδότη δυνάμει του άρθρου 63 παρ. 6 εδάφ. τελευταίο του Ν. 5038/2023. Τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό με τις καταγγελίες που διατυπώνονται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) για χρήση στοιχείων εργατών γης για παράνομη καταβολή ενισχύσεων και επιχορηγήσεων από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. καταδεικνύει το διάτρητο της όλης διοικητικής διαδικασίας. Επίσης, θα πρέπει να συμπληρωθεί και η διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 5038/2023 ώστε να προβλέπεται αφενός συγκεκριμένη προθεσμία από την είσοδό τους στη χώρα μας εντός της οποίας οι πολίτες τρίτων χωρών οφείλουν να εμφανιστούν στον εργοδότη που κίνησε τη διαδικασία μετάκλησής τους και αφετέρου έτερη συγκεκριμένη προθεσμία από την παρέλευση της προηγούμενης εντός της οποίας θα οφείλει ο εργοδότης να ενημερώνει την υπηρεσία μίας στάσης για τη μη εμφάνιση για ανάληψη εργασίας των υπό μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών. Τέλος, η ως άνω ενημέρωση της υπηρεσίας ελέγχου διαβατηρίων προς την υπηρεσία μιας στάσης θα πρέπει να κοινοποιείται και στην καθ’ ύλην αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου παροχής εργασίας προκειμένου να ελέγχει τη συμμόρφωση των εργαζομένων και του εργοδότη τους με τις σχετικές υποχρεώσεις τους.

  • 9 Ιανουαρίου 2026, 12:48 | Μαρια Ρηγάκη

    Σύμφωνα με το άρθρο 104 του Ν. 4052/2012, όπως έχει τροποποιηθεί με την υποπαρ. ΙΑ9 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, τα ΙΓΕΕ και τα υποκαταστήματά τους έχουν υποχρέωση:

    να τηρούν διαρκώς τις προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας τους,
    να δηλώνουν στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας οποιαδήποτε μεταβολή, αναφορικά με τις προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας τους, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την αλλαγή. Ειδικά, αν μεταβληθεί η έδρα του ΙΓΕΕ ή του υποκαταστήματος αυτού εφαρμόζεται η διαδικασία για έναρξη της άσκησης δραστηριότητας-επαγγέλματος ΙΓΕΕ του άρθρου 101, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που αφορούν την επελθούσα μεταβολή, καθώς και τα δικαιολογητικά που έχουν κατατεθεί ήδη, αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους,
    να υποβάλουν, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουλίου και του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, αναλυτική κατάσταση των συμβάσεων εργασίας για τη σύναψη των οποίων μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο,
    να υποβάλουν, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουλίου και του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, στο πληροφοριακό σύστημα ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας, έκθεση δραστηριότητας η οποία θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: τον αριθμό των θέσεων εργασίας για τις οποίες μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο, τις ειδικότητες που αυτές αφορούσαν, το επίπεδο εκπαίδευσης, το φύλο και την ηλικία των τοποθετηθέντων, καθώς και το εάν αυτοί ήταν ήδη εργαζόμενοι ή άνεργοι πριν τη μεσολάβηση του ΙΓΕΕ (Υ.Α. 45675/1393/2020),
    να τηρούν σε φωτοτυπία για τους πολίτες χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους οποίους μεσολάβησαν για την προώθησή τους σε εργασία, τα εξής:
    1. ταυτότητα ή διαβατήριο ή ισοδύναμο έγγραφο

    2. έγγραφο βάσει του οποίου επιτρέπεται η εξαρτημένη εργασία τους στην Ελλάδα (π.χ. άδεια διαμονής για εξηρτημένη εργασία, βεβαίωση τύπου Α΄, του άρθρου 11 του Ν. 3386/2005, ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς, άδεια εργασίας αιτούντος άσυλο, άδεια εργασίας πρόσφυγα κλπ),

    3. η σύμβαση εργασίας

    να συνεργάζονται με τον ΟΑΕΔ και το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ).
    Η παραβίαση των υποχρεώσεων των ΙΓΕΕ και των υποκαταστημάτων τους, συνεπάγεται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις (αρθ. 108, Ν. 4052/2012)

    Με βάση τα ανωτέρω ερωτάται ποια είναι η δικαιολογητική βάση αποκλεισμου των ΙΓΕΕ (λαμβάνοντας υπόψη και του αυστηρότατου πλαισίου επιτήρησης)