Αρχική Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων ΠροσώπωνΔήλωση αποστολήςΣχόλιο του χρήστη Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού | 13 Μαΐου 2026, 15:36
|
Μετανάστευσης και Ασύλου Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Δίκτυο), σωματείο μη κερδοσκοπικό που προάγει και προασπίζεται τα δικαιώματα των παιδιών, δεν θα μπορούσε να μην λάβει μέρος στη συγκεκριμένη δημόσια διαβούλευση καθώς ήταν από τους φορείς που από το 2020 πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του Εθνικού Μηχανισμού Επείγουσας Ανταπόκρισης (ΕΜΕΑ) για την προστασία ασυνόδευτων και χωρισμένων από την οικογένειά τους παιδιών (μαζί με την Άρσις – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων, τη ΜΕΤΑδραση, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την τότε Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων). Ο ΕΜΕΑ ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Απρίλιο του 2021 και αποτέλεσε μια καινοτόμα και πολυεπίπεδη παρέμβαση για την υποστήριξη ασυνόδευτων παιδιών που βρίσκονται σε συνθήκες αστεγίας, επισφαλούς στέγασης ή σοβαρής έκθεσης σε κινδύνους. Ήδη πριν από τη δημιουργία του ΕΜΕΑ, το Δίκτυο παρείχε ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και νομική υποστήριξη στην Αττική σε ασυνόδευτα παιδιά μέσω εξειδικευμένων επαγγελματιών – κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, δικηγόρων και πολιτισμικών διαμεσολαβητών. Η πολυετής αυτή εμπειρία συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του ίδιου του Μηχανισμού, καθώς και των διαφορετικών φάσεων λειτουργίας του. Παράλληλα, πριν την έναρξη του ΕΜΕΑ, πραγματοποιήθηκε έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου, με τη συνδρομή του Δικτύου και άλλων φορέων παιδικής προστασίας, σχετικά με τα ασυνόδευτα παιδιά που διαβιούσαν σε καθεστώς αστεγίας. Η έρευνα αυτή έδωσε στα ίδια τα παιδιά τη δυνατότητα να περιγράψουν τις εμπειρίες, τους κινδύνους, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους για την προστασία τους. Τα ευρήματα και οι συστάσεις της αποτέλεσαν σημαντικό εργαλείο για τη δημιουργία του ΕΜΕΑ. Στα πέντε χρόνια λειτουργίας του ΕΜΕΑ και των συναφών υπηρεσιών, σημαντικός αριθμός επαγγελματιών εκπαιδεύτηκε και εργάστηκε σε προγράμματα προστασίας, στέγασης και υποστήριξης ασυνόδευτων παιδιών (όπως ΔΕΦΑΑ, ΚΦΑΑ, ΕΔΗΔ, Επιτροπεία, πρόγραμμα Πυξίδα, Helios Junior και άλλες δράσεις). Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις έχουν υποστηριχθεί χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά σε όλη την Ελλάδα, πολλά από τα οποία στο παρελθόν ήταν «αόρατα» για το σύστημα προστασίας, πλήρως εκτεθειμένα σε κινδύνους κακοποίησης, εκμετάλλευσης, αστεγίας και εμπορίας ανθρώπων. Η επένδυση αυτή της Ελληνικής Πολιτείας, σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, δημιούργησε σημαντική τεχνογνωσία, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και αποτελεσματικές πρακτικές παιδικής προστασίας. Ενδεικτικά, το πρόγραμμα του ΕΜΕΑ διακρίθηκε το 2023 με το δεύτερο βραβείο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πρόληψης του Εγκλήματος (EUCPN) στον ετήσιο διαγωνισμό βέλτιστων πρακτικών πρόληψης της εμπορίας ανθρώπων στη Βαλένθια και έχει χαρακτηριστεί ως καλή πρακτική σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Υπό αυτό το πρίσμα, η Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων Προσώπων έχει επί της αρχής θετικά στοιχεία εφόσον εφαρμοστούν όσα προβλέπονται σε αυτή. Ωστόσο, δημιουργείται προβληματισμός ως προς το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων δράσεων παρουσιάζεται ως νέα πρωτοβουλία, χωρίς σαφή αναφορά στη μέχρι σήμερα λειτουργία και εμπειρία των ήδη υπαρχόντων μηχανισμών και υπηρεσιών που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, από τη συνολική παρουσίαση της Στρατηγικής προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση των ευάλωτων οικογενειών με παιδιά, καθώς και για το εάν υπάρχει ειδικό και διακριτό σχέδιο προστασίας για την ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα των ασυνόδευτων παιδιών. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα ασυνόδευτα παιδιά, ως παιδιά που στερούνται οικογενειακού πλαισίου προστασίας, οφείλουν να λαμβάνουν εξειδικευμένη υποστήριξη υπό την αιγίδα ενός ενιαίου και σταθερού συστήματος παιδικής προστασίας, όπως άλλωστε επισημαίνουν και οι καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εντάσσονται σε καθεστώς διοικητικής κράτησης. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι οι υπηρεσίες προς τα ασυνόδευτα παιδιά πρέπει να διατηρήσουν τον εξειδικευμένο και διακριτό χαρακτήρα τους και να ενισχυθούν περαιτέρω μέσω μηχανισμών όπως τα Info Desks, οι κινητές μονάδες, το streetwork και άλλες κοινοτικές πρακτικές παρέμβασης. Εξίσου κρίσιμο είναι να επισημανθεί ότι η παιδική προστασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συγκυριακή ανάγκη που εξαρτάται αποκλειστικά από τον εκάστοτε αριθμό αφίξεων. Η ύπαρξη ενός σταθερού συστήματος προστασίας αποτελεί διαρκή υποχρέωση της Πολιτείας και βασική προϋπόθεση ετοιμότητας απέναντι σε πιθανές μεταβολές των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών απέδειξε ότι οι συνθήκες μπορούν να αλλάξουν αιφνιδιαστικά και ότι η αποδυνάμωση υφιστάμενων δομών και υπηρεσιών δημιουργεί σοβαρά κενά προστασίας όταν οι ανάγκες αυξάνονται. Η δημιουργία τεχνογνωσίας, εξειδικευμένου προσωπικού και αποτελεσματικών μηχανισμών απαιτεί χρόνο, συνέχεια και θεσμική σταθερότητα, δεν μπορεί να επαναδημιουργείται κάθε φορά από την αρχή. Κατά συνέπεια, για να είναι πρακτικά εφαρμόσιμη η Στρατηγική και να υλοποιηθούν οι πυλώνες, οι στόχοι και οι σκοποί της, είναι απαραίτητο να συνοδευτεί από συγκεκριμένο οικονομικό σχεδιασμό, κοστολόγηση ανά στόχο και σαφείς προβλέψεις ως προς τους διαθέσιμους πόρους και τους μηχανισμούς οικονομικής στήριξης, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Παράλληλα, απαιτείται ο καθορισμός συγκεκριμένων ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών αξιολόγησης, καθώς και η πρόβλεψη μηχανισμών παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Στρατηγική, παρά τις θετικές της κατευθύνσεις, να παραμείνει ένα σχέδιο επί χάρτου χωρίς ουσιαστική δυνατότητα εφαρμογής και αξιολόγησης. Τέλος, σχετικά και με την εμπειρία του παρελθόντος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά τα δύο τελευταία έτη συνεργασίας του Δικτύου με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου παρατηρήθηκαν επανειλημμένες και σοβαρές καθυστερήσεις στην καταβολή των συμφωνημένων χρηματοδοτήσεων, γεγονός που δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στην ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών. Το Δίκτυο και οι εργαζόμενοί του κλήθηκαν κατ’ επανάληψη να υπερβούν τις δυνατότητές τους, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια της υποστήριξης προς τα παιδιά, ακόμη και χωρίς την έγκαιρη καταβολή των δεδουλευμένων τους. Επιπλέον το Δίκτυο, προκειμένου να μην καταρρεύσει το πρόγραμμα και οι κρίσιμες υπηρεσίες του, για όσο χρονικό διάστημα ήταν δυνατόν, αναγκάστηκε να καλύψει την ασυνέπεια του Υπουργείου με δικούς του πόρους (χωρίς μάλιστα μέχρι και σήμερα να του έχουν καταβληθεί ακόμη αυτά τα οφειλούμενα ποσά), ενώ ως και την ολοκλήρωση της τελευταίας σύμβασης συνεργασίας (30/4/2026) και τελικά τη λήξη των υπηρεσιών, δεν υπήρξε καμία επίσημη ενημέρωση ή σχεδιασμός από το αρμόδιο Υπουργείο σχετικά με τη συνέχιση του προγράμματος με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να υπάρχει ένα σοβαρό κενό. Για όλους τους παραπάνω λόγους, καθίσταται υψίστης σημασίας η διασφάλιση σταθερής, επαρκούς και έγκαιρης χρηματοδότησης προς τους φορείς που υλοποιούν προγράμματα παιδικής προστασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχεια, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών προς τα ασυνόδευτα και ευάλωτα παιδιά. Η παιδική προστασία και η προστασία των ασυνόδευτων παιδιών αποτελεί θεσμική ευθύνη και υποχρέωση της Πολιτείας σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι αναγκαίο η τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί να διατηρηθεί και να εξελιχθεί ακόμα περισσότερο με παράλληλη επένδυση στην κοινωνική συνοχή και στην ενσωμάτωση των παιδιών και του ευάλωτου πληθυσμού στην κοινωνία μας. Λαμβάνοντας υπόψιν την εμπειρία που έχει αποκτηθεί από τα προηγούμενα χρόνια και με αφορμή τη συγκεκριμένη Στρατηγική η ευκαιρία είναι μπροστά μας.