Η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας (εφεξής Γενική Γραμματεία) συστάθηκε στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου με το άρ. 6 του π.δ. 77/27.06.2023 (Α’ 130), με σκοπό τον σχεδιασμό και τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού προστατευτικού πλαισίου για τις ευάλωτες ομάδες του προσφυγικού και μεταναστευτικού πληθυσμού της χώρας. Στη Γενική Γραμματεία μεταφέρθηκε το σύνολο αρμοδιοτήτων, οργανικών μονάδων, θέσεων προσωπικού και εποπτευόμενων φορέων της Ειδικής Γραμματείας Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων του άρθρου 39 του π.δ. 106/2020 (Α ́ 255), και ως εκ τούτου είναι η αρμόδια αρχή για την προστασία, την στέγαση, την επιτροπεία, την κοινωνική ένταξη, την ποιοτική παροχή υπηρεσιών και για την εν γένει διασφάλιση της ευημερίας και της προστασίας των ασυνόδευτων και χωρισμένων από την οικογένειά τους ανήλικων πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών (άρ. 65 του ν. 4939/2022 (Α’ 111)). Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίστηκε το 2022 η Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ασυνόδευτων Ανηλίκων, καθορίζοντας το σύνολο των πολιτικών και κατευθύνσεων της χώρας και το συνεκτικό πλαίσιο δράσεων, παρεμβάσεων και έργων για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής. Τέλος, η Γενική Γραμματεία, βάσει του άρθρου 66ΛΓ του ν. 4939/2022, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4960/2022, έχει την αρμοδιότητα του Εθνικού Μηχανισμού Επείγουσας Ανταπόκρισης.
Η Γενική Γραμματεία αποτελεί την κεντρική αρχή σχεδιασμού, υλοποίησης και εποπτείας των πολιτικών, διαδικασιών, δράσεων και προγραμμάτων για την προστασία των ευάλωτων πολιτών τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που βρίσκονται στη χώρα, σε συνεργασία με άλλες συναρμόδιες υπηρεσίες, αρχές και φορείς. Παράλληλα, έχει ως στόχο τον συντονισμό των υπηρεσιών και φορέων που εμπλέκονται στην προστασία και διαχείριση του πληθυσμού που είναι ευάλωτος ή σε κίνδυνο να καταστεί ευάλωτος.
Με την έκδοση του π.δ. 13/2026 (Α΄ 43) καθορίστηκε το οργανωτικό πλαίσιο της Γενικής Γραμματείας, αποσαφηνίζοντας το εύρος των αρμοδιοτήτων της για την εκπλήρωση της αποστολής της. Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίστηκαν διακριτές διοικητικές δομές για την εξειδικευμένη υποστήριξη των ωφελούμενων πληθυσμών. Συγκεκριμένα, συστάθηκε η Διεύθυνση Ευάλωτων Προσώπων, στην οποία συγκεντρώθηκαν οι αρμοδιότητες που αφορούν την προστασία των ευάλωτων προσώπων, ενώ οι αρμοδιότητες που σχετίζονται με τους ασυνόδευτους ανηλίκους εντάχθηκαν στη Διεύθυνση Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων.
Η Διεύθυνση Ευάλωτων Προσώπων συγκροτείται από α) το Τμήμα Θεσμικής Εποπτείας που είναι αρμόδιο για την διαμόρφωση και την παρακολούθηση του θεσμικού και επιχειρησιακού πλαισίου προστασίας, την ανάπτυξη πρoτυποποιημένων εγγράφων και διαδικασιών για την αναγνώριση ευαλωτότητας και την περαιτέρω υποστήριξη των ευάλωτων προσώπων και τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, β) το Τμήμα Υποστήριξης, Στέγασης και Διασύνδεσης, που είναι αρμόδιο για την πρόσβαση των ευάλωτων προσώπων σε κατάλληλη στέγαση και υπηρεσίες υποστήριξης, την διαχείριση των σχετικών αιτημάτων στέγασης και την εποπτεία των υπηρεσιών υποστήριξης σε ευάλωτα πρόσωπα που έχουν ενταχθεί σε εξειδικευμένα στεγαστικά προγράμματα και γ) το Τμήμα Προστασίας Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων και Βίας, που είναι αρμόδιο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών και δράσεων πρόληψης, έγκαιρου εντοπισμού και προστασίας θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης, καθώς και για τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων και την ανάπτυξη εργαλείων και εκπαιδευτικών δράσεων για την αποτελεσματική διαχείριση των σχετικών περιστατικών.
Επιπλέον, ο Εθνικός Μηχανισμός Επείγουσας Ανταπόκρισης αναβαθμίζεται σε Αυτοτελές Τμήμα, μετά από πέντε χρόνια αποτελεσματικής λειτουργίας στο τομέα της παιδικής προστασίας, με διευρυμένες αρμοδιότητες που καλύπτουν πλέον το σύνολο των ευάλωτων ομάδων, πέραν των ασυνόδευτων ανηλίκων.
Απόλυτα συναφές δε είναι και το νεοσύστατο Αυτοτελές Τμήμα Προγραμμάτων που αποτελεί τον κεντρικό μηχανισμό για τον σχεδιασμό, την εξασφάλιση χρηματοδότησης, την υλοποίηση και την παρακολούθηση εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών προγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας, διασφαλίζοντας τη βέλτιστη αξιοποίηση πόρων και την αποτελεσματική υλοποίηση δράσεων για την προστασία των ευάλωτων προσώπων.
Η ομάδα στόχου της Γενικής Γραμματείας περιλαμβάνει πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται σε κατάσταση ευαλωτότητας, είτε εντός του συστήματος υποδοχής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (όπως σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ), σε Κλειστές Ελεγχόμενες Δομές (ΚΕΔ), και σε Ελεγχόμενες Δομές Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο (ΕΔΠΦΑΑ)[1] είτε εκτός αυτού. Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, ευάλωτα πρόσωπα θεωρούνται, ιδίως, οι ανήλικοι ασυνόδευτοι ή μη, οι άμεσοι συγγενείς θυμάτων σε ναυάγια (γονείς, αδέρφια, τέκνα και σύζυγοι), τα άτομα με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, τα άτομα με σοβαρές ασθένειες, τα άτομα με νοητική και ψυχική αναπηρία και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, όπως τα θύματα ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων.
Περαιτέρω, το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση[2] στο πλαίσιο της νέας Οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, προβλέπει ότι στους αιτούντες που είναι πιθανότερο να έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής, περιλαμβάνονται «γυναίκες και άνδρες ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, διεμφυλικά και διαφυλικά άτομα, άτομα με ψυχικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής μετατραυματικής καταπόνησης – καθώς και θύματα έμφυλης βίας, ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, γάμου παιδιών ή καταναγκαστικού γάμου, ή βίας με σεξουαλικό, έμφυλο, ρατσιστικό ή θρησκευτικό κίνητρο». Οι εν λόγω περιπτώσεις έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η ευαλωτότητα δύναται να προκύπτει και από ειδικές ή συγκυριακές περιστάσεις που δεν εντάσσονται σε προκαθορισμένες κατηγοριοποιήσεις.
Ειδικότερα, η ευαλωτότητα δεν αποτελεί στατική συνθήκη αλλά μπορεί να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, επηρεαζόμενη από κοινωνικούς και ατομικούς παράγοντες, καθώς και από εξωτερικές συνθήκες, όπως κοινωνικά εμπόδια, περιβαλλοντικούς παράγοντες, προσωπικά χαρακτηριστικά και την ψυχική ανθεκτικότητα του κάθε ατόμου. Ο συνδυασμός και η αλληλεπίδραση των παραγόντων αυτών, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσει ενδυναμωτικά, ενώ σε άλλες να δημιουργεί ή να εντείνει ειδικές ανάγκες και κινδύνους βλάβης δυσχεραίνοντας την πρόσβαση στις απαραίτητες υπηρεσίες. Για το λόγο αυτό, απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών κάθε προσώπου, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα και να εξασφαλίζεται η κατάλληλη υποστήριξη και προστασία.
Η Γενική Γραμματεία επικεντρώνεται συνεπώς:
- Στον έγκαιρο εντοπισμό και στην υποστήριξη των ευάλωτων προσώπων, διασφαλίζοντας την πρόσβασή τους σε κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και υπηρεσίες, όπως η ιατρική φροντίδα και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη.
- Στη διαμόρφωση συνθηκών που προλαμβάνουν την περαιτέρω επιδείνωση της ευάλωτης θέσης των προσώπων αυτών, μέσω εξειδικευμένων προγραμμάτων στέγασης, κοινωνικής ένταξης και εργασιακής ενσωμάτωσης.
- Στον διατομεακό συντονισμό και συνεργασία μεταξύ όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, αλλά και των συναρμόδιων Υπουργείων, διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, της τοπικής αυτοδιοίκησης και φορέων της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να διασφαλίζεται μια ολιστική προσέγγιση στην προστασία και υποστήριξη των ευάλωτων πληθυσμών υπό την αρμοδιότητά της.
- Στην ψηφιακή και προγραμματική αξιοποίηση των δεδομένων που σχετίζονται με τα ευάλωτα πρόσωπα με σκοπό τη βελτίωση των εφαρμοζόμενων πολιτικών και δράσεων.
Η Γενική Γραμματεία, εστιάζει επίσης στην ενσωμάτωση των απαιτήσεων και των εγγυήσεων που ορίζει το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των νέων κανόνων για τη διαχείριση της μετανάστευσης και την ενίσχυση ενός κοινού συστήματος ασύλου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προβλέπεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026. Η έμφαση στον έγκαιρο εντοπισμό και την υποστήριξη των προσώπων με ειδικές ανάγκες υποδοχής και/ή χρηζόντων ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων ενισχύεται ακόμα περισσότερο, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης πρόσβασή τους στα δικαιώματα και η συμμετοχή τους στις διαδικασίες υποδοχής και ασύλου με ίσους όρους με τα μη ευάλωτα άτομα.
Στο πλαίσιο της αποστολής της, η Γενική Γραμματεία στοχεύει στην ευρύτερη ενίσχυση της προστασίας των ευάλωτων προσώπων τρίτων χωρών, με έμφαση στην πρόσβασή τους σε κρίσιμες υπηρεσίες. Παράλληλα, ιδιαίτερη προτεραιότητα δίνεται στην προστασία των θυμάτων εμπορίας. Αναγνωρίζοντας την πολυδιάστατη ευαλωτότητά τους, η Γενική Γραμματεία προωθεί την έγκαιρη ταυτοποίησή τους, τη διασφάλιση της άμεσης προστασίας τους, την πρόσβασή τους σε κατάλληλες δομές στήριξης και την παραπομπή τους σε εξειδικευμένες υπηρεσίες. Προς τον σκοπό αυτό, θα εκπονηθεί ειδικός Θεματικός Άξονας Στρατηγικής, εκτός της παρούσας Στρατηγικής, για την ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, στον οποίο θα εξειδικεύονται οι απαραίτητες πολιτικές, παρεμβάσεις και μέτρα για την ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης, εντοπισμού και υποστήριξής τους.
[1] Άρ. 1 περ. λγ’ του ν. 4939/2022 Κύρωση Κώδικα Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών (A’ 111)
[2] Άρθρο 24 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 σχετικά με τα πρότυπα υποδοχής αιτούντων διεθνή προστασία (OJ L, 2024/1346, 22.5.2024)





Το SolidarityNow χαιρετίζει την πρωτοβουλία σύνταξης της παρούσας Εθνικής Στρατηγικής, η οποία σηματοδοτεί μια κρίσιμη μετάβαση προς ένα δομημένο και ολιστικό πλαίσιο προστασίας των ευάλωτων πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα. Σε ένα πεδίο που χαρακτηρίζεται από υψηλή πολυπλοκότητα και πληθώρα εμπλεκόμενων φορέων, η υιοθέτηση μιας ενιαίας στρατηγικής προσέγγισης συνιστά εξέλιξη με βαρύνουσα θεσμική σημασία και ουσιαστική επιχειρησιακή αξία για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Μεταξύ των θετικών στοιχείων της παρούσας Στρατηγικής, συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Εξαιρετικά σημαντική είναι η έμφαση που δίνεται στον συντονισμό και τη διατομεακή συνεργασία. Η πρόβλεψη αυτή μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποφυγή κενών προστασίας και στη βελτίωση της συνέχειας των υπηρεσιών. Η θεσμοθέτηση και επέκταση του Εθνικού Μηχανισμού Επείγουσας Ανταπόκρισης (ΕΜΕΑ) αποτελεί μια καινοτομία που μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του εντοπισμού ενός ευάλωτου ατόμου στον δρόμο ή σε μη τυπικές συνθήκες και της ένταξής του σε ένα ασφαλές πλαίσιο προστασίας, προλαμβάνοντας την περαιτέρω θυματοποίηση.
Σημαντική είναι επίσης η ενσωμάτωση της έρευνας ως εργαλείου πολιτικής. Η σύνδεση της έρευνας με τον σχεδιασμό παρεμβάσεων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη πιο στοχευμένων και αποτελεσματικών πολιτικών. Εξίσου κρίσιμη είναι η έμφαση στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, ως εργαλείο πρόληψης. Οι δράσεις ενημέρωσης πολιτών, μαθητών, εργοδοτών και τοπικών κοινωνιών μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση στερεοτύπων, στη μείωση του κινδύνου εκμετάλλευσης και στη δημιουργία ενός πιο συμπεριληπτικού κοινωνικού περιβάλλοντος.
Παρά τα σημαντικά αυτά θετικά στοιχεία, το SolidarityNow θεωρεί ότι η Στρατηγική μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω σε ορισμένα κρίσιμα σημεία:
Πρώτον, παρά την αναφορά στις κατηγορίες του ν. 4939/2022, η Στρατηγική στερείται ενός δυναμικού και οριζόντιου ορισμού της ευαλωτότητας. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επιτακτική δεδομένου ότι η Στρατηγική προϋποθέτει τη συνεργασία πολλών και διαφορετικών φορέων, με ενδεχομένως διαφορετικές ερμηνείες και πρακτικές. Η ύπαρξη ενός κοινού ορισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενοποιητικό εργαλείο, διασφαλίζοντας την εφαρμογή μιας ενιαίας πολιτικής και αποφεύγοντας αποκλίσεις στην αναγνώριση και διαχείριση των περιπτώσεων.
Δεύτερον, παρά τη θετική διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής, η Στρατηγική παραμένει σε σημαντικό βαθμό προσανατολισμένη στο πλαίσιο του ασύλου. Η Στρατηγική αναφέρει ρητά ότι η ομάδα στόχος περιλαμβάνει πολίτες τρίτων χωρών «είτε εντός του συστήματος υποδοχής… είτε εκτός αυτού». Ωστόσο, οι περισσότερες δράσεις συνδέονται άρρηκτα με τις «διαδικασίες υποδοχής και ασύλου» και τις δομές υποδοχής (ΚΥΤ/ΚΕΔ). Αν και γίνεται αναφορά σε ευάλωτους πολίτες τρίτων χωρών, απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των παρεμβάσεων για τον μεταναστευτικό πληθυσμό εκτός διαδικασιών ασύλου, ιδίως για άτομα χωρίς καθεστώς διαμονής. Η ενίσχυση της κάλυψης αυτών των ομάδων είναι κρίσιμη για την αποτροπή της περιθωριοποίησης και της εκμετάλλευσης.
Τέταρτον, η πρόθεση επέκτασης του ΕΜΕΑ πέρα από τους ασυνόδευτους ανηλίκους και σε άλλες ευάλωτες ομάδες, καθώς μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποφυγή κενών προστασίας, ωστόσο, οι προβλεπόμενες δράσεις διατυπώνονται σε σχετικά γενικό επίπεδο. Η περαιτέρω εξειδίκευση συνολικά των δράσεων της Στρατηγικής ως προς τα εργαλεία υλοποίησης, τους αρμόδιους φορείς, τα χρονοδιαγράμματα και τους δείκτες παρακολούθησης θα ενίσχυε σημαντικά την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της Στρατηγικής και τη δυνατότητα αξιολόγησής της.
Πέμπτον, ενώ η Στρατηγική αναφέρει την προώθηση εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης, δεν εξειδικεύει το πλαίσιο εφαρμογής τους, ειδικά για τα πρόσωπα με αυξημένη ευαλωτότητα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο περιορισμός της ελευθερίας εντός των ΚΕΔ/ΚΥΤ. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαία η σαφής δέσμευση της Στρατηγικής για την πλήρη αποφυγή κράτησης ευάλωτων ατόμων, καθώς και η διασφάλιση ότι η διαμονή σε κλειστές ελεγχόμενες δομές δεν θα συνεπάγεται στην πράξη στέρηση της ελευθερίας ή περιορισμό της πρόσβασης σε κατάλληλες και εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης.
Συνολικά, η Στρατηγική θέτει μια ισχυρή βάση για την ανάπτυξη ενός πιο αποτελεσματικού συστήματος προστασίας, που θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι κανένα πρόσωπο σε κατάσταση κινδύνου δεν θα παραμείνει «αόρατο» για το σύστημα προστασίας.
Στο κείμενο αναφέρεται μεν ότι η απαρίθμηση των ευάλωτων προσώπων είναι ενδεικτική, προτείνουμε όμως να γίνει ρητή αναφορά στους τοξικοεξαρτημένους και εν γένει στα άτομα με διαταραχές εξάρτησης ή άλλες μορφές εθισμού, καθώς είναι μια κατηγορία που αντιμετωπίζει πολλαπλές και αλληλένδετες μορφές ευαλωτότητας και αυξημένο κίνδυνο θυματοποίησης. Η ρητή αναφορά τους θα ενίσχυε την ασφάλεια δικαίου και θα συνέβαλλε στην ομοιόμορφη εφαρμογή της στρατηγικής από τις αρμόδιες υπηρεσίες, διασφαλίζοντας ότι οι ανάγκες των ατόμων με εξαρτήσεις θα λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μέτρων προστασίας και κοινωνικής ένταξης.
Πέραν των ανωτέρω, προτείνεται να προστεθεί ρητή αναφορά και στα άτομα που πάσχουν από χρόνιες παθήσεις, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος οι περιπτώσεις αυτές να μην εντάσσονται πάντοτε στην έννοια των «σοβαρών ασθενειών» κατά την εφαρμογή του πλαισίου. Η απουσία σαφούς αναφοράς ενδέχεται να οδηγήσει σε περιοριστική ερμηνεία, παρά το γεγονός ότι πολλά χρόνια νοσήματα απαιτούν συνεχή ιατρική παρακολούθηση, σταθερή φαρμακευτική αγωγή και τακτική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ενώ η διακοπή της φροντίδας μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τη ζωή και την υγεία των προσώπων αυτών.
Το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Δίκτυο), σωματείο μη κερδοσκοπικό που προάγει και προασπίζεται τα δικαιώματα των παιδιών, δεν θα μπορούσε να μην λάβει μέρος στη συγκεκριμένη δημόσια διαβούλευση καθώς ήταν από τους φορείς που από το 2020 πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του Εθνικού Μηχανισμού Επείγουσας Ανταπόκρισης (ΕΜΕΑ) για την προστασία ασυνόδευτων και χωρισμένων από την οικογένειά τους παιδιών (μαζί με την Άρσις – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων, τη ΜΕΤΑδραση, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την τότε Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων).
Ο ΕΜΕΑ ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Απρίλιο του 2021 και αποτέλεσε μια καινοτόμα και πολυεπίπεδη παρέμβαση για την υποστήριξη ασυνόδευτων παιδιών που βρίσκονται σε συνθήκες αστεγίας, επισφαλούς στέγασης ή σοβαρής έκθεσης σε κινδύνους.
Ήδη πριν από τη δημιουργία του ΕΜΕΑ, το Δίκτυο παρείχε ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και νομική υποστήριξη στην Αττική σε ασυνόδευτα παιδιά μέσω εξειδικευμένων επαγγελματιών – κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, δικηγόρων και πολιτισμικών διαμεσολαβητών. Η πολυετής αυτή εμπειρία συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του ίδιου του Μηχανισμού, καθώς και των διαφορετικών φάσεων λειτουργίας του.
Παράλληλα, πριν την έναρξη του ΕΜΕΑ, πραγματοποιήθηκε έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου, με τη συνδρομή του Δικτύου και άλλων φορέων παιδικής προστασίας, σχετικά με τα ασυνόδευτα παιδιά που διαβιούσαν σε καθεστώς αστεγίας. Η έρευνα αυτή έδωσε στα ίδια τα παιδιά τη δυνατότητα να περιγράψουν τις εμπειρίες, τους κινδύνους, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους για την προστασία τους. Τα ευρήματα και οι συστάσεις της αποτέλεσαν σημαντικό εργαλείο για τη δημιουργία του ΕΜΕΑ.
Στα πέντε χρόνια λειτουργίας του ΕΜΕΑ και των συναφών υπηρεσιών, σημαντικός αριθμός επαγγελματιών εκπαιδεύτηκε και εργάστηκε σε προγράμματα προστασίας, στέγασης και υποστήριξης ασυνόδευτων παιδιών (όπως ΔΕΦΑΑ, ΚΦΑΑ, ΕΔΗΔ, Επιτροπεία, πρόγραμμα Πυξίδα, Helios Junior και άλλες δράσεις). Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις έχουν υποστηριχθεί χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά σε όλη την Ελλάδα, πολλά από τα οποία στο παρελθόν ήταν «αόρατα» για το σύστημα προστασίας, πλήρως εκτεθειμένα σε κινδύνους κακοποίησης, εκμετάλλευσης, αστεγίας και εμπορίας ανθρώπων.
Η επένδυση αυτή της Ελληνικής Πολιτείας, σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, δημιούργησε σημαντική τεχνογνωσία, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και αποτελεσματικές πρακτικές παιδικής προστασίας. Ενδεικτικά, το πρόγραμμα του ΕΜΕΑ διακρίθηκε το 2023 με το δεύτερο βραβείο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πρόληψης του Εγκλήματος (EUCPN) στον ετήσιο διαγωνισμό βέλτιστων πρακτικών πρόληψης της εμπορίας ανθρώπων στη Βαλένθια και έχει χαρακτηριστεί ως καλή πρακτική σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων Προσώπων έχει επί της αρχής θετικά στοιχεία εφόσον εφαρμοστούν όσα προβλέπονται σε αυτή. Ωστόσο, δημιουργείται προβληματισμός ως προς το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων δράσεων παρουσιάζεται ως νέα πρωτοβουλία, χωρίς σαφή αναφορά στη μέχρι σήμερα λειτουργία και εμπειρία των ήδη υπαρχόντων μηχανισμών και υπηρεσιών που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, από τη συνολική παρουσίαση της Στρατηγικής προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση των ευάλωτων οικογενειών με παιδιά, καθώς και για το εάν υπάρχει ειδικό και διακριτό σχέδιο προστασίας για την ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα των ασυνόδευτων παιδιών.
Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα ασυνόδευτα παιδιά, ως παιδιά που στερούνται οικογενειακού πλαισίου προστασίας, οφείλουν να λαμβάνουν εξειδικευμένη υποστήριξη υπό την αιγίδα ενός ενιαίου και σταθερού συστήματος παιδικής προστασίας, όπως άλλωστε επισημαίνουν και οι καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εντάσσονται σε καθεστώς διοικητικής κράτησης.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι οι υπηρεσίες προς τα ασυνόδευτα παιδιά πρέπει να διατηρήσουν τον εξειδικευμένο και διακριτό χαρακτήρα τους και να ενισχυθούν περαιτέρω μέσω μηχανισμών όπως τα Info Desks, οι κινητές μονάδες, το streetwork και άλλες κοινοτικές πρακτικές παρέμβασης.
Εξίσου κρίσιμο είναι να επισημανθεί ότι η παιδική προστασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συγκυριακή ανάγκη που εξαρτάται αποκλειστικά από τον εκάστοτε αριθμό αφίξεων. Η ύπαρξη ενός σταθερού συστήματος προστασίας αποτελεί διαρκή υποχρέωση της Πολιτείας και βασική προϋπόθεση ετοιμότητας απέναντι σε πιθανές μεταβολές των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών απέδειξε ότι οι συνθήκες μπορούν να αλλάξουν αιφνιδιαστικά και ότι η αποδυνάμωση υφιστάμενων δομών και υπηρεσιών δημιουργεί σοβαρά κενά προστασίας όταν οι ανάγκες αυξάνονται. Η δημιουργία τεχνογνωσίας, εξειδικευμένου προσωπικού και αποτελεσματικών μηχανισμών απαιτεί χρόνο, συνέχεια και θεσμική σταθερότητα, δεν μπορεί να επαναδημιουργείται κάθε φορά από την αρχή.
Κατά συνέπεια, για να είναι πρακτικά εφαρμόσιμη η Στρατηγική και να υλοποιηθούν οι πυλώνες, οι στόχοι και οι σκοποί της, είναι απαραίτητο να συνοδευτεί από συγκεκριμένο οικονομικό σχεδιασμό, κοστολόγηση ανά στόχο και σαφείς προβλέψεις ως προς τους διαθέσιμους πόρους και τους μηχανισμούς οικονομικής στήριξης, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Παράλληλα, απαιτείται ο καθορισμός συγκεκριμένων ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών αξιολόγησης, καθώς και η πρόβλεψη μηχανισμών παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.
Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Στρατηγική, παρά τις θετικές της κατευθύνσεις, να παραμείνει ένα σχέδιο επί χάρτου χωρίς ουσιαστική δυνατότητα εφαρμογής και αξιολόγησης.
Τέλος, σχετικά και με την εμπειρία του παρελθόντος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά τα δύο τελευταία έτη συνεργασίας του Δικτύου με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου παρατηρήθηκαν επανειλημμένες και σοβαρές καθυστερήσεις στην καταβολή των συμφωνημένων χρηματοδοτήσεων, γεγονός που δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στην ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών. Το Δίκτυο και οι εργαζόμενοί του κλήθηκαν κατ’ επανάληψη να υπερβούν τις δυνατότητές τους, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια της υποστήριξης προς τα παιδιά, ακόμη και χωρίς την έγκαιρη καταβολή των δεδουλευμένων τους. Επιπλέον το Δίκτυο, προκειμένου να μην καταρρεύσει το πρόγραμμα και οι κρίσιμες υπηρεσίες του, για όσο χρονικό διάστημα ήταν δυνατόν, αναγκάστηκε να καλύψει την ασυνέπεια του Υπουργείου με δικούς του πόρους (χωρίς μάλιστα μέχρι και σήμερα να του έχουν καταβληθεί ακόμη αυτά τα οφειλούμενα ποσά), ενώ ως και την ολοκλήρωση της τελευταίας σύμβασης συνεργασίας (30/4/2026) και τελικά τη λήξη των υπηρεσιών, δεν υπήρξε καμία επίσημη ενημέρωση ή σχεδιασμός από το αρμόδιο Υπουργείο σχετικά με τη συνέχιση του προγράμματος με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να υπάρχει ένα σοβαρό κενό.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, καθίσταται υψίστης σημασίας η διασφάλιση σταθερής, επαρκούς και έγκαιρης χρηματοδότησης προς τους φορείς που υλοποιούν προγράμματα παιδικής προστασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχεια, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών προς τα ασυνόδευτα και ευάλωτα παιδιά.
Η παιδική προστασία και η προστασία των ασυνόδευτων παιδιών αποτελεί θεσμική ευθύνη και υποχρέωση της Πολιτείας σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι αναγκαίο η τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί να διατηρηθεί και να εξελιχθεί ακόμα περισσότερο με παράλληλη επένδυση στην κοινωνική συνοχή και στην ενσωμάτωση των παιδιών και του ευάλωτου πληθυσμού στην κοινωνία μας. Λαμβάνοντας υπόψιν την εμπειρία που έχει αποκτηθεί από τα προηγούμενα χρόνια και με αφορμή τη συγκεκριμένη Στρατηγική η ευκαιρία είναι μπροστά μας.
Στη σελ.5 στην παράγραφο για την ομάδα στόχου, μολονότι στην επόμενη παράγραφο γίνεται ρητή μνεία ότι η αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ευαλωτότητας έχει ενδεικτικό χαρακτήρα, σκόπιμο θα ήταν να μνημονεύονται ρητά και οι τοξικοεξαρτημένοι, οπότε και στο Παράρτημα 2 («Θεσμικό πλαίσιο για την προστασία ευάλωτων προσώπων»), στο τμήμα του που αναφέρεται στην εθνική νομοθεσία (1.3) να προστεθεί και ο Ν.5275/2026 «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών, ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος, τροποποιήσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα τα άρθρα 2 η) και 54 αυτού που προβλέπουν τα περί παροχής υπηρεσιών υποκατάστασης της εξάρτησης σε χώρους, υποδομές και οριοθετούμενα τμήματα δομών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
σχετικα με τον καθορισμό της ευαλωτοτητας. Σαυτο εχει γινει παλαιοτερη δουλεια απο το προγραμμα PHILOS του ΥΥ και ΕΟΔΥ και σαφως απο την EASO. Εδω δεν περιγραφεται η «ευαλωτότητα» με σαφήνεια. Και δεν ειναι σαφές αν εω περιλαμβάνονται και παράτυπος μεταναστευτικός πληθυσμός.
επισης καθώς η ευαλωτότητα περαν του νομικου ορου εχει και ιατρικη πλευρα οπως σωστά θίγεται στο κειμενο, οφείλει να υπάρξει σαφήνεια ως προς τον ιατρικό ορισμό της (αναπηρία, μετατραματικό stress, αξιολόγηση των διαφορετικών σταδίων κατα WHO του ακρωτηριασμού των γεννητικων οργάνων.
Επισης οσον αφορα στους/στις επιβιωσαντες/σασες βασανιστηρίων σκολουθείται το πρωτόκολλο της Κων/πολης θεωρώ ..; Π’ρεπει επισης να είναι σαφές, ενω προηγηθείσα ρύθμιση που η αναγνωριση γίνεται απο δημόσια νοσοκομεία έιναι ατυχής καθώς ο ιατρικός κόσμος δεν ειναι εκπαδευμένος γι αυτο οπως ουτε κσι στην αναγνωριση θυμάτων trafficking