• Σχόλιο του χρήστη 'Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA)' | 19 Μαΐου 2026, 14:25

    Καθορισμός αρμόδιων αρχών: άρθρο 95 Για νομοτεχνικούς λόγους, συνιστάται ρητή αναφορά στα ακριβή άρθρα του ΠΔ 106/2020 (Α΄ 255) στο παρόν άρθρο. Επίσης, στην περ. γ΄, να προστεθεί ρητή παραπομπή στην ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 110 παρ. 7. Αντιστοίχως, στην περ. δ΄ να προστεθεί ρητή παραπομπή στην ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 109 παρ. 3. Θεώρηση γνησίου υπογραφής: άρθρο 96 Στο εδ. β΄ της παρ. 6, πρέπει να διαγραφούν οι όροι «δύνανται να» και να διατηρηθεί η υποχρέωση θεώρησης του γνησίου υπογραφής των αιτουσών/ούντων άσυλο που δεν διαθέτουν Δελτίο Αιτούντος Διεθνή Προστασία (ΔΑΔΠ) από τις αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής, οι οποίες αποτελούν «διοικητικές αρχές» κατά την έννοια του άρθρου 11 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν 2690/1999, Α΄ 45). Σε αντίθετη περίπτωση, καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση των αιτουσών/ούντων σε απαραίτητες διαδικασίες που διεξάγονται υποχρεωτικά εγγράφως, μεταξύ των οποίων η αίτηση νομικής καθοδήγησης κατ’ άρθρο 102 παρ. 2, η αίτηση αποκατάστασης υλικών συνθηκών υποδοχής του άρθρου 33 παρ. 3 ή η εξουσιοδότηση δικηγόρου για την άσκηση δικαιωμάτων και ένδικων βοηθημάτων, όπως αυτό του άρθρου 42 παρ. 1, ζήτημα, άλλωστε, το οποίο ανακύπτει ήδη στην παρούσα πρακτική της Διοίκησης (ΔΠρΑθ ΑΡ2200/2024, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/). Η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής των αιτουσών/ούντων άσυλο από την ΥπΥΤ και την Υπηρεσία Ασύλου υπαγορεύεται και από τη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 της Οδηγίας 2024/1346 και ήδη άρθρου 20 παρ. 2 του παρόντος. Τεχνητή νοημοσύνη: άρθρα 97 και 101 Στο άρθρο 97 παρ. 5, πρέπει να διαγραφεί το εδ. γ΄ περί της χρήσης μέσων τεχνητής νοημοσύνης καθ’ υποκατάσταση του διερμηνέα στη διαδικασία ασύλου, η οποία δεν επιτρέπεται από τον Κανονισμό 2024/1348 (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1360). Είναι καθολικά απαγορευτική η χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε διαδικασίες που απαιτούν ακρίβεια, λεπτό χειρισμό και συναισθηματική κατανόηση, πέραν των σοβαρών ζητημάτων που εγείρονται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της εμπιστευτικότητας της διαδικασίας ασύλου. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο ενωσιακός νομοθέτης του «AI Act» χαρακτηρίζει ως «υψηλού κινδύνου» την τεχνητή νοημοσύνη στον τομέα του ασύλου και περιορίζει τη χρήση της σε περιπτώσεις που επιτρέπονται από το ενωσιακό δίκαιο (αιτ σκ. 60 και σημ. 7 Παραρτήματος ΙΙΙ Κανονισμού 2024/1689). Για τους λόγους που εκτέθηκαν επί του άρθρου 97, πρέπει αντιστοίχως να διαγραφεί το εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 101 καθώς δεν επιτρέπεται η παράλειψη τήρησης πρακτικού συνέντευξης (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1360). Προσωπική συνέντευξη: άρθρα 99 και 100 Στο άρθρο 99 παρ. 1, πρέπει να προστεθούν οι όροι «που αποφαίνεται επί της αίτησης», για τη διασφάλιση της τήρησης της υποχρέωσης πλήρους συνεκτίμησης κάθε αναγκαίου και συναφούς στοιχείου της αίτησης ασύλου, «στο πλαίσιο μιας σφαιρικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης» (ΔΕΕ C-756/21 International Protection Appeals Tribunal, 29-06-2023, σκ. 92). Στο άρθρο 99 παρ. 2, είναι προδήλως ανεπαρκής η προθεσμία 24 ωρών για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος (πρβλ. ΔΕΕ C-58/23 Abboudnam, 29-09-2023, σκ. 30-31), δοθέντος ιδίως ότι στο στάδιο αυτό η Υπηρεσία Ασύλου έχει ήδη υπαγάγει την αίτηση σε συγκεκριμένη διαδικασία ήδη από την καταχώριση αυτής και γνωρίζει το περιεχόμενο της επικείμενης συνέντευξης, ήτοι παραδεκτό, ουσία κ.ο.κ. Η ενημέρωση της/του αιτούσας/ούντος για το περιεχόμενο της συνέντευξης κατά το στάδιο του προγραμματισμού της συνέντευξης και της επίδοσης της σχετικής κλήσης, πέραν από επιβεβλημένη σύμφωνα με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, είναι και ευχερέστερη για τη Διοίκηση, ούτως ώστε αποφεύγεται η υποχρέωση πρόσθετων διοικητικών ενεργειών στη διαδικασία α΄ βαθμού. Για τον λόγο αυτό, το εδ. α΄ της παρ. 2 πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Η συνέντευξη επί της ουσίας δύναται να διεξαχθεί ταυτόχρονα με τη συνέντευξη επί του παραδεκτού σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον ο αιτών έχει ενημερωθεί κατά την πρόσκληση της παρ. 8 του άρθρου 120.» Στο άρθρο 100 παρ. 2, πρέπει να διαγραφούν οι όροι «ο οποίος δύναται να παρεμβαίνει αποκλειστικά στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης», που εισάγει αδικαιολόγητο περιορισμό της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ενεργός συνεργασία της Υπηρεσίας Ασύλου με δικηγόρους και νομικούς συμβούλους για την υποστήριξη της ορθής και εύρυθμης διεξαγωγής της διαδικασίας, αλλά και η επιβεβλημένη δυνατότητα έγκαιρης προβολής ενστάσεων που αφορούν τη νομιμότητα ή ορθότητα της συνέντευξης, αναγκαία τόσο για την προστασία των αιτουσών/ούντων άσυλο όσο και για τη Διοίκηση (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/). Νομική καθοδήγηση: άρθρο 102 Λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων ενεργειών και πράξεων που εντάσσονται στην έννοια της νομικής καθοδήγησης του άρθρου 16 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 και του άρθρου 21 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1351, υπογραμμίζουμε ότι το ενωσιακό δίκαιο θέτει αυστηρές προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο και τις συνθήκες παροχής της καθοδήγησης και τα απαραίτητα προσόντα και την ανεξαρτησία των φορέων υλοποίησής της. Ο ενωσιακός νομοθέτης επιλέγει ειδικώς τον όρο «συνδρομή» και όχι «καθοδήγηση» για τα επί μέρους στάδια της κατάθεσης της αίτησης ασύλου κατ’ άρθρο 28 του Κανονισμού 2024/1348 και της υποβολής των στοιχείων που σχετίζονται με τις διαδικασίες του Κανονισμού 2024/1351. Η χρήση του συγκεκριμένου όρου συνεπάγεται την κατοχύρωση δικαιώματος των αιτουσών/ούντων άσυλο όχι μόνο να λαμβάνουν πληροφορίες ή καθοδήγηση στα στάδια αυτά, αλλά κατ’ ελάχιστο να τις/τους συνοδεύει και πράγματι να τους συνδράμει σύμβουλος κατά την κατάθεση της αίτησής τους και την υποβολή των στοιχείων που σχετίζονται με τις «διαδικασίες Δουβλίνου» του Κανονισμού 2024/1351. Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τον «αναπόσπαστο» ρόλο της νομικής καθοδήγησης στην αιτιολογική σκέψη 16 του Κανονισμού 2024/1348 και διασφαλίζει την έγκαιρη υποβολή όλων των απαραίτητων στοιχείων για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και τη δίκαιη και αποτελεσματική εξέταση των αιτήσεων ασύλου. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις και ανάγκες καλύπτονται με κατάλληλο και αποτελεσματικό τρόπο στην περίπτωση της παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης σε α΄ βαθμό, την οποία επαναλαμβάνουμε ως επιβεβλημένη εγγύηση στη διαδικασία (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/). Κατ’ ελάχιστον, υπό την παρούσα προτεινόμενη διάταξη, υπενθυμίζουμε ότι η παροχή νομικής συμβουλευτικής, ως ορίζεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού 2024/1356 και στο άρθρο 21 του Κανονισμού 2024/1351, πρέπει να υλοποιείται σύμφωνα με τις επιταγές του εθνικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208), «Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή.» Η ανάθεση της αποκλειστικής άσκησης του έργου της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων στις/στους δικηγόρους επιβεβαιώνεται από τη νομολογία (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021). Επομένως, η παροχή της νομικής καθοδήγησης σύμφωνα με τους ανωτέρω Κανονισμούς εντάσσεται στο αποκλειστικό έργο του δικηγορικού λειτουργήματος και υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Περαιτέρω, είναι αντικειμενικώς αδύνατο να παρασχεθεί αποτελεσματική καθοδήγηση σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 16 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 και του άρθρου 21 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1351 σε ομάδες 15 ατόμων ή 50 ατόμων, όπως προτείνεται στην παρ. 3. Η νομική καθοδήγηση διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία παροχής ενημέρωσης του άρθρου 8 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348. Περικλείει πράξεις συνδρομής στην κατάθεση της αίτησης και συμβουλευτική επί παντός ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, διαρκούσης της διαδικασίας α΄ βαθμού, επομένως πρέπει να παρέχεται πάντοτε σε εξατομικευμένη βάση, τηρούμενων, δε, των εγγυήσεων και υποχρεώσεων που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να αναδιατυπωθεί η παρ. 3 του άρθρου 102 ως εξής: «Η νομική καθοδήγηση της παρ. 1 μπορεί να παρέχεται από δικηγόρους εγγεγραμμένους σε οικείους δικηγορικούς συλλόγους, κατόπιν σύναψης σχετικής συμφωνίας με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Για τον λόγο αυτό, τα πρόσωπα που παρέχουν νομική καθοδήγηση έχουν πρόσβαση στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης και στις άλλες εγκαταστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η νομική καθοδήγηση παρέχεται σε ατομικό επίπεδο. Η συνεδρία διενεργείται σε γλώσσα που κατανοούν ή που ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν οι αιτούντες, με τη συνδρομή διερμηνέα, και υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα.» Τέλος, πρέπει να εισαχθεί νέα παρ. 5 στο άρθρο 102 ως εξής: «Στο έντυπο κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και το άρθρο 110 του παρόντος, αναγράφονται τα στοιχεία του συμβούλου του αιτούντος, άλλως αναφέρονται οι λόγοι παραίτησης του αιτούντος από το δικαίωμα σε δωρεάν νομική καθοδήγηση σύμφωνα με την παρ. 1.» Νομική συνδρομή και εκπροσώπηση: άρθρο 103 Στην παρ. 4, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 18 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 περί διαβαθμισμένων εγγράφων, εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο ο προσδιορισμός των ειδικότερων ρυθμίσεων και λεπτομερειών βάσει των οποίων διασφαλίζεται η ενάσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης του αιτούντος (ΔΕΕ C-431/24 Multan, 29-01-2026, σκ. 54, C-159/21 Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, 22-09-2022, σκ. 43 και 44). Σύμφωνα, άλλωστε, με την επίκαιρη νομολογία και του ΔΕΕ και του Συμβουλίου της Επικρατείας, τόσο στις περιπτώσεις κινδύνου για την εθνική ασφάλεια όσο και σε αυτές που αφορούν τις έρευνες για την κατάσταση στις χώρες καταγωγής, η Διοίκηση πρέπει κατ’ ελάχιστον να γνωστοποιεί το ουσιώδες περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων του φακέλου στην/στον αιτούσα/ούντα (ΣτΕ Ολ 535/2026, ΔΕΕ C-431/24 Multan, 29-01-2026, σκ. 55, C-159/21 Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, 22-09-2022, σκ. 53). Δεν δύναται, επομένως, να απαγορεύεται η γνωστοποίηση των πληροφοριών χωρίς να δίνεται πρόσβαση έστω στα ουσιώδη στοιχεία αυτών. Αξιολόγηση ανάγκης ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων: άρθρο 104 Η παρ. 1 δεν εισάγει τα απαραίτητα εθνικά μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348, καθώς δεν εξειδικεύεται ούτε η αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση της ανάγκης της/του αιτούσας/ούντος για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, ούτε ο τρόπος με τον οποίο καλείται να διεξαγάγει την εν λόγω αξιολόγηση βάσει των στοιχείων του ελέγχου διαλογής ή/και σε περίπτωση που ανακύψει οιαδήποτε ανάγκη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου. Η διάταξη πρέπει να αναφέρεται ρητά σε αμφότερες τις αρμόδιες αρχές απόφασης του άρθρου 95 περ. β΄ του παρόντος και να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αυτές εξετάζουν και διαπιστώνουν αιτιολογημένα ποιες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις είναι εφαρμοστέες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της/του αιτούσας/ούντος. Σε αντίθετη περίπτωση, μένει «κενό γράμμα» τόσο η εγγύηση του άρθρου 20 του Κανονισμού 2024/1348 όσο και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της εφαρμογής του, με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ αντικειμένου η μεταχείριση που επιφυλάσσει ο ενωσιακός νομοθέτης στα ευάλωτα πρόσωπα που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων (αντί πολλών, ΔΠρΑθ ΑΔ835/2025, ΑΔ654/2024, ΔΕφΠειρ Α65/2023, Α94/2021, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/). Στοιχεία ταυτότητας αιτούντων: άρθρο 111 Απαλείφεται αναιτιολόγητα από την παρ. 5 η δυνατότητα της Υπηρεσίας Ασύλου να προβεί σε διόρθωση των στοιχείων μετά τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως ισχύει στο άρθρο 84 παρ. 7 Ν 4939/2022 (Α΄ 111). Η δυνατότητα αυτή πρέπει να επαναφερθεί είτε στην παρούσα διάταξη είτε στο άρθρο 165 του παρόντος, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την εφαρμογή του άρθρου 25 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων: άρθρο 113 Όπως επισημάνθηκε στα σχόλιά μας επί του άρθρου 13, η είσοδος των δικηγόρων σε δημόσια καταστήματα δεν υπόκειται σε αδειοδότηση, αλλά υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 34 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208) και πρέπει να τηρεί το άρθρο 18 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348. Μητρώο ΜΚΟ: άρθρο 114 Επαναφέρονται στο σύνολό τους οι πρόσφατες παρατηρήσεις μας, ως διατυπώθηκαν προ της ψήφισης του Ν 5275/2026 (Α΄ 17) αναφορικά με το Μητρώο ΜΚΟ και την επιτακτική ανάγκη τροποποίησης της σχετικής διάταξης (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1556), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι το άρθρο 13 παρ. 2, το άρθρο 26 παρ. 4 και το άρθρο 113 παρ. 2 του παρόντος εξαρτούν την πρόσβαση των αιτουσών/ούντων άσυλο σε νομικές και άλλες υπηρεσίες από την εγγραφή των οργανώσεων στο οικείο Μητρώο. Μετάφραση εγγράφων: άρθρο 118 Προσκρούει στην αρχή της εμπιστευτικότητας του άρθρου 7 του Κανονισμού 2024/1348 η κατά την παρ. 2 ανάθεση της μετάφρασης κρίσιμων εγγράφων που αφορούν την αίτηση διεθνούς προστασίας σε παρόχους υπηρεσιών εκτός της Υπηρεσίας Ασύλου. Πρέπει να διαγραφούν από την παρ. 2 οι όροι «και δύναται να αναθέτει τη μετάφραση σε άλλους κατάλληλους παρόχους υπηρεσιών». Αντίστοιχως, ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της υπερνομοθετικής ισχύος αρχής της μη επαναπροώθησης, προσκρούει στο άρθρο 19 παρ. 2 ΧΘΔ, στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ, στο άρθρο 7 ΔΣΑΠΔ, στο άρθρο 3 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων κ.α. η μη λήψη υπόψη ουσιωδών εγγράφων που δεν είναι μεταφρασμένα με έξοδα του αιτούντος, ενδεικτικά στο πλαίσιο μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Και τούτο διότι πρέπει η αρμόδια αρχή απόφασης, προ της έκδοσης απόφασης επιστροφής κατ’ άρθρο 37 του Κανονισμού 2024/1348, «πρέπει να είναι σε θέση να ερευνά και κάθε άλλο κρίσιμο για την απόφασή της στοιχείο σε περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο» (ΔΕΕ C-313/25 PPU Adrar, 04-09-2025, σκ. 71). Απόφαση επιστροφής: άρθρα 121 και 138 Αφενός, εφαρμόζεται εσφαλμένως η διάταξη του άρθρου 37 του Κανονισμού 2024/1348, σύμφωνα με την οποία η απόφαση επιστροφής πρέπει να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης: «[…] και η οποία τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης». Αφετέρου, λαμβανομένης υπόψη της πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ επί της απόλυτης απαγόρευσης της έκδοσης απόφασης επιστροφής σε περίπτωση μη τήρησης των εγγυήσεων του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115 και ήδη άρθρου 6 Ν 5226/2025 (Α΄ 154) (ΔΕΕ C-202/25 Tadmur, 26-03-2026, σκ. 36 και μνημονευόμενη νομολογία), παρίσταται επιβεβλημένη η εισαγωγή ρήτης ρύθμισης και σαφέστερης διατύπωσης του εδ. α΄ ως ακολούθως: «Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει απόφαση επιστροφής του αιτούντος σύμφωνα με τον ν. 5226/2025 (Α’ 154) εφόσον κρίνει αιτιολογημένα ότι η επιστροφή δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης, στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ή στην προστασία της οικογενειακής ζωής». Στο δε άρθρο 138 παρ. 10, όπως επισημάνθηκε στις παρατηρήσεις επί του άρθρου 121, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η υποχρέωση αποχής των Επιτροπών Προσφυγών από την έκδοση απόφασης επιστροφής όταν δεν τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 6 Ν 5226/2025 (Α΄ 154), όπως επιτάσσει το ενωσιακό δίκαιο κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ (C-202/25 Tadmur, 26-03-2026, σκ. 36 και μνημονευόμενη νομολογία), ώστε να παρέχεται σαφής και επαρκής κατεύθυνση στα διοικητικά όργανα. Απαράδεκτες αιτήσεις: άρθρο 122 Δεν παρίσταται υποχρεωτική κατά το άρθρο 38 του Κανονισμού 2024/1348 η θέσπιση λόγων απαραδέκτου των αιτήσεων ασύλου. Εξόχως προβληματική και επικίνδυνη για την προστασία των προσφύγων από επαναπροώθηση είναι η προτεινόμενη εφαρμογή του λόγου απαραδέκτου της περ. ε΄ της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται 7 εργάσιμες μέρες μετά την επίδοση απόφασης επιστροφής, χωρίς οψιγενή στοιχεία. Και τούτο λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελληνική Αστυνομία συνεχίζει να εκδίδει συστηματικά και αδιάκριτα αποφάσεις απέλασης σε χιλιάδες νεοαφιχθέντες ανθρώπους, μολονότι ζητούν άσυλο στη χώρα και παρά την υποχρέωση προηγούμενης υπαγωγής τους σε διαδικασίες διαλογής (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/). Ενδεικτικά, μόνο το περασμένο έτος, εκδόθηκαν αυθαιρέτως παραπάνω από 10.000 αποφάσεις απέλασης σύμφωνα με τον Ν 3386/2005 (Α΄ 212) από την Αστυνομία σε βάρος νεοαφιχθεισών/έντων πολιτών Αφγανιστάν, Συρίας, Σουδάν, Σομαλίας, Ερυθραίας και Υεμένης, που ζήτησαν και κατά συντριπτική πλειοψηφία έλαβαν άσυλο στη χώρα (https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/). Η εισαγωγή του ανωτέρω λόγου απαραδέκτου πρόκειται να οδηγήσει σε αυθαίρετη και μη ορθή άρνηση εξέτασης βάσιμων αιτημάτων ασύλου και συνακόλουθης έκθεσης ανθρώπων σε σοβαρό κίνδυνο επαναπροώθησης, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της χώρας. Επαναφέρουμε, παράλληλα, την πάγια αντίθεσή μας στην επίκληση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου των αιτήσεων ασύλου (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/), καθώς και στην εφαρμογή αυτής στο ελληνικό σύστημα ασύλου την τελευταία δεκαετία (https://rsaegean.org/el/to-ste-akyronei-ton-charaktirismo-tis-tourkias-os-asfalous-tritis-choras/). Μεταγενέστερες αιτήσεις: άρθρο 131 Επαναλαμβάνουμε και πάλι την ανάγκη διαγραφής της παρ. 4 περί υποχρέωσης καταβολής παραβόλου για την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, η οποία προσκρούει σαφώς στο ενωσιακό δίκαιο (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1361). Ασφαλείς χώρες: άρθρο 132 Κατά την επίκαιρη νομολογία του ΔΕΕ, οι πληροφορίες, βάσει των οποίων αποφασίζεται ο χαρακτηρισμός χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής ή ασφαλών τρίτων χωρών, πρέπει να διατίθενται στις/στους αιτούσες/ούντες, ώστε να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα αντίκρουσης της εφαρμογής των εν λόγω εννοιών στην περίπτωσή τους (ΔΕΕ C-758/24 Alace, 01-08-2025, σκ. 80). Τούτο βαρύνει, άλλωστε, την αποφαινόμενη αρχή ήδη κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 του Κανονισμού 2024/1348. Πρέπει επομένως να εισαχθεί νέο εδ. β΄ στην παρ. 1 ως εξής: «Η εισήγηση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου δημοσιεύεται στο σύνολό της με την απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Μετανάστευσης και Ασύλου.» Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής: άρθρο 136 Το άρθρο 136 παρ. 2, όπως και το άρθρο 68 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348, δεν εξειδικεύει επαρκώς τη διαδικασία που καλούνται να ακολουθήσουν οι αρμόδιες αρχές απόφασης αναφορικά με τη χορήγηση ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην προσφυγή, ώστε να τηρείται στην πράξη ο όρος «με την επιφύλαξη της αρχής της μη επαναπροώθησης» που αναφέρει ρητώς ο Κανονισμός. Ως αποτέλεσμα, ούτε οι αιτούσες/ούντες άσυλο ούτε η Διοίκηση είναι σε θέση να γνωρίζουν πότε οι προσφυγές του άρθρου 68 παρ. 3 του Κανονισμού έχουν πράγματι ανασταλτικό χαρακτήρα και πότε απαιτείται η κατάθεση αιτήματος παραμονής στην Επιτροπή Προσφυγών (https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/). Ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της υπερνομοθετικής ισχύος αρχής της μη επαναπροώθησης και ιδίως στις περιπτώσεις που εκδίδεται απόφαση επιστροφής κατ’ άρθρο 121 του παρόντος, αλλά και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας β΄ βαθμού και κατάλληλης ενημέρωσης των προσφευγουσών/όντων, η προσφυγή πρέπει να φέρει πάντοτε αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν με την απόρριψη της αίτησης ασύλου εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Τούτο υπαγορεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα με τη νομολογία αμφότερων των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (ΔΕΕ C-181/16 Gnandi, 19-06-2018, σκ. 58 και 62-67, ΕΔΔΑ Μ.Κ. κατά Πολωνίας, 40503/17, 23-07-2020, σκ.143 και μνημονευόμενη νομολογία). Κατάθεση προσφυγής: άρθρο 137 Αναιτιολόγητα απαλείφεται η δυνατότητα κατάθεσης της προσφυγής στη δομή της ΥπΥΤ όπου διαμένει η/ο προσφεύγουσα/εύγων όταν αυτή βρίσκεται σε άλλο τόπο από αυτόν του αρμοδίου ΠΓΑ ή ΑΚΑ της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως προβλέπεται στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 99 Ν 4939/2022 (Α΄ 111). Είναι απαραίτητη η επαναφορά της διάταξης, δοθέντος ότι η πλειοψηφία των αιτουσών/ούντων άσυλο διαμένουν χωρίς οικονομικά μέσα σε ΕΔΠΦΑΑ απομακρυσμένες από τον αστικό ιστό και σε απόσταση ακόμη και εκατοντάδων χιλιομέτρων από τα αρμόδια ΠΓΑ και ΑΚΑ στην ενδοχώρα, πολλές/οί, δε, εξ αυτών θα υπόκεινται σε κράτηση ή σε περιορισμό ελευθερίας στο πλαίσιο της συνοριακής διαδικασίας ασύλου του άρθρου 43 του Κανονισμού 2024/1348. Δεν προκύπτει από την παρούσα διατύπωση ο τρόπος με τον οποίο θα δύνανται τα εν λόγω πρόσωπα να καταθέσουν αυτοπροσώπως την προσφυγή τους. Συζήτηση προσφυγής: άρθρο 140 Η προφορική ακρόαση, όπως και η συνέντευξη σε α΄ βαθμό, διενεργείται εξ αποστάσεως μόνο κατ’ εξαίρεση και όχι κατά κανόνα, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 13 παρ. 10 και της αιτιολογικής σκέψης 15 του Κανονισμού 2024/1348. Η χρήση τηλεδιάσκεψης πρέπει, επομένως, να εξετάζεται από την Επιτροπή Προσφυγών σε εξατομικευμένη βάση. Ιδίως, δε, στην περίπτωση αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, επιβάλλεται η δια ζώσης παρουσία ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών και όχι το αντίθετο: «οι εξ αποστάσεως συνεντεύξεις ενδέχεται να μην είναι κατάλληλες για όλους τους αιτούντες άσυλο, λόγω της νεαρής τους ηλικίας, της ύπαρξης προβλημάτων όρασης ή ακοής ή της κατάστασης της ψυχικής τους υγείας, με ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένες ευάλωτες ομάδες, όπως τα θύματα βασανιστηρίων ή οι αιτούντες που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες» (αιτιολογική σκέψη 15 Κανονισμού 2024/1347). Υπενθυμίζουμε τις παρατηρήσεις μας επί του άρθρου 104, αναφορικά με την ανάγκη θέσπισης των συγκεκριμένων διαδικασιών και κριτηρίων, βάσει των οποίων θα διαπιστώνουν αιτιολογημένα οι Επιτροπές Προσφυγών πότε συντρέχει ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Αναβολή της συζήτησης: άρθρο 141 Πρέπει να αναδιατυπωθεί η παρ. 3 ως ακολούθως: «Η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Κανονισμού 2024/1348 συνιστά λόγο αναβολής». Σε αντίθετη περίπτωση και δη με υποχρέωση απόδειξης βλάβης, καθίσταται άνευ αντικειμένου η ειδική μέριμνα του ενωσιακού νομοθέτη για την πρόσβαση των αιτουσών/ούντων άσυλο σε δωρεάν νομική συνδρομή σε β΄ βαθμό για την ενάσκηση της προσφυγής τους (πρβλ. αντί πολλών, ΔΠρΑθ ΑΔ835/2025, ΑΔ654/2024, ΔΕφΠειρ Α65/2023, Α94/2021, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/). Τερματισμός υλικών συνθηκών υποδοχής: άρθρο 147 Για νομοτεχνικούς λόγους και προς αποφυγή σύγχυσης με το άρθρο 37 περί περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής, ο τίτλος του άρθρου 147 να αναδιατυπωθεί ως «Τερματισμός των υλικών συνθηκών υποδοχής» και να μεταφερθεί στο Κεφάλαιο Γ΄ του Μέρους Β΄, μετά το άρθρο 37. Παραμένει αποδεδειγμένα ανεπαρκής η προθεσμία των 30 ημερών για την αποχώρηση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τις δομές της ΥπΥΤ, ιδίως δε στην περίπτωση των ανθρώπων που δεν έχουν λάβει ακόμη τα έγγραφά τους, όπως άδεια διαμονής. Η προθεσμία αυτή οδηγεί συστηματικά σε άμεση έκθεση των ανθρώπων σε αναξιοπρεπείς συνθήκες αστεγίας και ένδειας (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/). Τριπλάσια, άλλωστε, προθεσμία 90 ημερών τάσσεται από το άρθρο 24 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1347 στη Διοίκηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής στα άτομα που λαμβάνουν καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επαναφέρεται η πάγια σύστασή μας για εύλογη προθεσμία για την ομαλή μετάβαση των δικαιούχων από το σύστημα υποδοχής σε αυτόνομη στέγαση, κατ’ ελάχιστον αφότου έχουν εκδώσει τα απαραίτητα έγγραφα για την ένταξή τους στην κοινωνία (https://www.opengov.gr/immigration/?c=834). Παράλληλα, είναι αναγκαία η πρόβλεψη ρητής εξαίρεσης περιπτώσεων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής, όπως άτομα με σοβαρά νοσήματα, άτομα με αναπηρίες κ.α. Προσωρινή δικαστική προστασία: άρθρο 151α Η ισχύουσα διατύπωση της παρ. 7 του άρθρου 15 Ν 3068/2002 (Α΄ 274) δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην προσωρινή δικαστική προστασία στις ακυρωτικές διαφορές ασύλου, καθώς παραμένουν συστηματικές και πολύμηνες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτήσεων αναστολής στα αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, ιδίως στην Αθήνα, καθ’ υπέρβαση των ανώτατων χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος για την εκδίκασή τους και χωρίς να επιτρέπεται η χορήγηση προσωρινής διαταγής. Ως αποτέλεσμα, διακινδυνεύεται το δίκαιωμα σε δικαστική προστασία αλλά και πλήττεται η αποτελεσματικότητα της προστασίας των αιτουσών/ούντων από την επαναπροώθηση. Ειδικότερα, η προθεσμία 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση της αίτησης αναστολής για την προσκόμιση των απόψεων της Διοίκησης σπάνια τηρείται στην πράξη, ενώ ουδέποτε τηρείται στην πράξη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών η προθεσμία 7 ημερολογιακών ημερών για την έκδοση της απόφασης από την πάροδο της προρρηθείσας προθεσμίας. Η εκδίκαση των αιτήσεων αναστολής, από την κατάθεση ως την έκδοση απόφασης, υπερβαίνει συστηματικά το τρίμηνο στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και συχνά υπερβαίνει το εξάμηνο. Ενόψει των ως άνω συνθηκών, πρέπει κατ’ ελάχιστο να επαναφερθεί η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής και στις παρούσες ακυρωτικές διαφορές. Παράλληλα, όσον αφορά την απονομή του ευεργετήματος πενίας στις συγκεκριμένες ακυρωτικές διαφορές, εκ της ισχύουσας διατύπωσης της παρ. 7 του άρθρου 15 Ν 3068/2002, σε συνδυασμό με τους μέσους χρόνους έως και τριών εβδομάδων για την διεκπεραίωση των σχετικών αιτημάτων στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, (α) διατρέχεται σοβαρός κίνδυνος παρόδου άπρακτης της προθεσμίας του άρθρου 148 του παρόντος για την άσκηση της αίτησης ακύρωσης χωρίς να έχει εκδοθεί πράξη επί του ευεργετήματος πενίας, σε περίπτωση που ο αιτών το έχει ζητήσει πριν ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, ενώ (β) σε περίπτωση αίτησης αναστολής, αν αυτή έχει ασκηθεί πριν ζητηθεί το ευεργέτημα πενίας, παρίσταται αντικειμενικά αδύνατο ο αιτών που ζητά την απονομή του ευεργετήματος πενίας να τηρήσει την αυστηρή προθεσμία των 2 εργάσιμων ημερών για την κοινοποίηση της αίτησης αναστολής μέσω δικαστικού επιμελητή. Τα ως άνω καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση του άρθρου 15 παρ. 7 Ν 3068/2002 για την αντιμετώπιση των προσκομμάτων και καθυστερήσεων στην παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. περαιτέρω https://shorturl.at/AmFNl). Πρέπει ιδίως να διασφαλιστεί η αναστολή της προθεσμίας του άρθρου 148 του παρόντος, καθώς και της προθεσμίας επίδοσης της αίτησης αναστολής κατ’ άρθρο 15 παρ. 7 Ν 3068/2002, μέχρι την κρίση του δικαστηρίου επί του αιτήματος απονομής του ευεργετήματος πενίας.