ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 94
Αντικείμενο
Στο παρόν Μέρος θεσπίζονται τα εθνικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμoύ (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (L της 22.5.2024), καθώς και κάθε άλλο συναφές ζήτημα που απαιτείται για την πλήρη εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού στην ελληνική έννομη τάξη.
Άρθρο 95
Καθορισμός αρμόδιων αρχών
Για τις ανάγκες του παρόντος:
α) «αποφαινόμενη αρχή» συνιστούν τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου και τα Κινητά Κλιμάκια Ασύλου, κατά το π.δ. 106/2020 (Α’ 255). Το Τμήμα Ανακλήσεων και Αποκλεισμού της Υπηρεσίας Ασύλου λογίζεται ως αποφαινόμενη αρχή για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατά τη διοικητική διαδικασία του π.δ. 106/2020 (A’ 255),
β) «αρμόδιες αρχές απόφασης» ορίζονται η αποφαινόμενη αρχή και οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών,
γ) «αρμόδιες αρχές κατάθεσης αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές κατάθεσης» είναι τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, τα Αυτοτελή Κλιμάκια και τα Κινητά Κλιμάκια Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 106/2020.
δ) «αρμόδιες αρχές καταχώρισης αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές καταχώρισης» είναι τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, τα Αυτοτελή Κλιμάκια και τα Κινητά Κλιμάκια Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 106/2020,
ε) «αρμόδιες αρχές υποβολής αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές υποβολής» είναι η ΕΛ.ΑΣ., το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης και η Υπηρεσία Ασύλου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
Άρθρο 96
Γενικές εγγυήσεις για τους αιτούντες διεθνή προστασία
1. Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, οι αιτούντες απολαύουν των εγγυήσεων του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Η ενημέρωση των αιτούντων διεθνούς προστασίας για τις πληροφορίες της παρ. 2 του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, παρέχεται σε γλώσσα που κατανοούν, με απλό και προσιτό τρόπο, από τις αρμόδιες αρχές κατά την υποβολή τους στις διαδικασίες ελέγχου διαλογής, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος, και το αργότερο έως την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας από τις αρμόδιες αρχές καταχώρισης.
3. Η ενημέρωση της παρ. 2 λαμβάνει χώρα μέσω του προβλεπόμενου στην παρ. 7 του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ενημερωτικού φυλλαδίου, το οποίο παρέχεται σε φυσική ή ηλεκτρονική μορφή, και όπου είναι αναγκαίο, προφορικά. Οι αιτούντες επιβεβαιώνουν τη λήψη των ως άνω προβλεπόμενων πληροφοριών με την υπογραφή του εγγράφου ενημέρωσης που τους χορηγείται, ή με άλλο πρόσφορο τρόπο. Αντίγραφο του εγγράφου με την υπογραφή του αιτούντος, ή του εκπροσώπου ή προσωρινού εκπροσώπου του, αν πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο, και κάθε άλλου σχετικού έγγραφου στοιχείου διατηρείται στον φάκελο του αιτούντος. Στο ανωτέρω έγγραφο, καταγράφεται και τυχόν άρνηση υπογραφής, συμπεριλαμβανομένου και του λόγου αυτής. Επιπλέον του ενημερωτικού φυλλαδίου, πληροφορίες δύναται να παρέχονται και τηλεφωνικά, με αυτοματοποιημένο τρόπο, ή και με χρήση πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
4. Η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει εγγράφως τους αιτούντες και επιδίδει την απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας σε αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 120.
5. Στους αιτούντες παρέχονται υπηρεσίες διερμηνείας για να υποβάλουν την αίτησή τους, να εκθέσουν την υπόθεσή τους στις αρμόδιες αρχές και για τη διεξαγωγή συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης, τόσο στη διοικητική διαδικασία όσο και στη διαδικασία προσφυγής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η αναγκαία επικοινωνία χωρίς διερμηνέα. Η δαπάνη της διερμηνείας βαρύνει το Δημόσιο. Η παροχή υπηρεσιών διερμηνείας, όπου αυτή απαιτείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, δύναται να παρέχεται και εξ αποστάσεως με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων επικοινωνίας, σε περίπτωση που η φυσική παρουσία διερμηνέα δεν είναι δυνατή. Για την ενίσχυση και υποστήριξη των παρεχόμενων υπηρεσιών διερμηνείας, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να κάνουν χρήση λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης και υποτιτλισμού ηχητικών δεδομένων μέσω πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό της Υπηρεσίας Ασύλου. Εφόσον είναι αποδεδειγμένα αδύνατη η παροχή διερμηνείας στη γλώσσα επιλογής του αιτούντος, παρέχεται διερμηνεία στην επίσημη γλώσσα της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε άλλη γλώσσα που ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς νοηματικής γλώσσας.
6. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής αναγνωρίζουν και θεωρούν το γνήσιο της υπογραφής αιτούντων με την επίδειξη του δελτίου του άρθρου 112. Στις περιπτώσεις κράτησης, ή σε άλλες περιπτώσεις που ο αιτών δεν διαθέτει δελτίο αιτούντος άσυλο, οι αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής δύνανται να βεβαιώνουν την υπογραφή των αιτούντων βάσει των στοιχείων που έχουν καταχωρισθεί.
Άρθρο 97
Υποχρεώσεις των αιτούντων
1. Ο αιτών διεθνή προστασία έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Οι αιτούντες υποχρεούνται να παραδίδουν το ταξιδιωτικό έγγραφο και να προσκομίζουν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχουν στην κατοχή τους και σχετίζεται με την εξέταση της αίτησης και των στοιχείων που πιστοποιούν την ταυτότητα των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο γέννησης τους, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση, το αργότερο μέχρι και τη λήξη της προθεσμίας της κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Στις περιπτώσεις που παραδοθούν τα ανωτέρω έγγραφα, συντάσσεται πρακτικό παράδοσης – παραλαβής, αντίγραφο του οποίου χορηγείται στον αιτούντα. Η κατάθεση και η εξέταση της αίτησης χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθώς και η χορήγηση καθεστώτος, δεν προϋποθέτουν υποχρεωτικά την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων.
3. Οι κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές επικοινωνούν με τον αιτούντα είτε τηλεφωνικά είτε εγγράφως με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ή με την αποστολή ενημερωτικής επιστολής στη διεύθυνση του τόπου διαμονής του, όπως τα στοιχεία αυτά έχουν δηλωθεί από τον αιτούντα κατά την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Στον φάκελο του αιτούντα τηρείται αντίγραφο της σχετικής ενημέρωσης των αρχών, καθώς και κάθε αποδεικτικό έγγραφο από τη ληφθείσα επικοινωνία.
4. Κατά την πραγματοποίηση του ελέγχου της παρ. 5 του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, οι αρμόδιες αρχές συντάσσουν σχετική αναφορά, η οποία περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο του αιτούντος.
5. Ο αιτών συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές υποδοχής σύμφωνα με το Μέρος Β΄ του Πρώτου Βιβλίου.
6. Σε περίπτωση παραβίασης του επιβαλλόμενου καθήκοντος συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές με υπαιτιότητα του αιτούντος, όπως αυτό εξειδικεύεται στις παρ. 1 έως 5, ιδίως, επανειλημμένης μη επικοινωνίας με τις αρχές και μη συνεργασίας, προκειμένου να διαπιστωθούν τα αναγκαία για την εξέταση της αίτησης στοιχεία, που συνεπάγεται την παρεμπόδιση της απρόσκοπτης ολοκλήρωσης των διαδικασιών εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, τεκμαίρεται σιωπηρή ανάκληση της αίτησης διεθνούς προστασίας ή προσφυγής, σύμφωνα με τις περ. β) έως ε) της παρ. 1 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 98
Εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας
Εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 προβλέπεται, όταν συντρέχουν οι όροι της παρ. 4 του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 99
Συνέντευξη επί του παραδεκτού και επί της ουσίας
1. Η προσωπική συνέντευξη για την εξέταση του παραδεκτού ή της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας κατά τα άρθρα 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, διενεργείται από τον χειριστή της Υπηρεσίας Ασύλου.
2. Η συνέντευξη επί της ουσίας δύναται να διεξαχθεί ταυτόχρονα με τη συνέντευξη επί του παραδεκτού σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον ο αιτών έχει ενημερωθεί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη διενέργειά της. Όταν εκτιμάται ότι οι αιτούντες χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, το ανωτέρω διάστημα, και εφόσον η προσωπική συνέντευξη έχει ορισθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, αναπροσαρμόζεται εύλογα και δεν δύναται να υπερβεί τις τρεις (3) ημέρες. Σε περίπτωση αναβολής της συνέντευξης δεν χορηγείται εκ νέου χρόνος προετοιμασίας.
Άρθρο 100
Προϋποθέσεις προσωπικής συνέντευξης
1. Κατά τη διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης των άρθρων 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 τηρούνται οι όροι του άρθρου 13 του εν λόγω Κανονισμού.
2. Κατά τη συνέντευξη, δύνανται να παρίσταται ο νομικός σύμβουλος του αιτούντος, ο οποίος δύναται να παρεμβαίνει αποκλειστικά στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης.
3. Η συνέντευξη διεξάγεται παρά την απουσία νομικού συμβούλου, εκτός εάν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας στο πρόσωπο αυτού, όπως σοβαρή ασθένεια, που αποδεικνύεται με δημόσια έγγραφα αμέσως, και εφόσον κριθεί ότι η απουσία αυτή συνιστά σπουδαίο λόγο αναβολής.
4. Η συνέντευξη διενεργείται από αρμόδιο υπάλληλο της αποφαινόμενης αρχής (χειριστή), ο οποίος διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα και ο οποίος συντάσσει την απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ο Εσωτερικός Κανονισμός της Υπηρεσίας Ασύλου ορίζει τη διαδικασία ορισμού του αρμόδιου υπαλλήλου (χειριστή) καθώς και τα προσόντα και την εκπαίδευσή του από τον προϊστάμενο του κάθε Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου και Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου. Κατ’ εξαίρεση, όταν εξαιτίας μαζικών αφίξεων υποβάλλονται ταυτόχρονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, η προσωπική συνέντευξη επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της αίτησης δύναται να διενεργείται προσωρινά από προσωπικό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, εφόσον το προσωπικό έχει λάβει εκ των προτέρων σχετική κατάρτιση, η οποία περιλαμβάνει τα στοιχεία του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/2303.
5. Εάν μετά την πραγματοποίηση της συνέντευξης, σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω διερεύνηση της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, πραγματοποιείται συμπληρωματική συνέντευξη.
6. Η προσωπική συνέντευξη διεξάγεται με τη συνδρομή διερμηνέα, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 96. Η προσωπική συνέντευξη αναβάλλεται μόνο εφόσον απουσιάζει ο διερμηνέας και δεν καθίσταται δυνατή η επικοινωνία με τον αιτούντα. Στην περίπτωση αυτή, η συνέντευξη επαναπροσδιορίζεται κατά απόλυτη προτεραιότητα.
7. Στις περιπτώσεις που παραλείπεται η προσωπική συνέντευξη βάσει της περ. γ) της παρ. 11 του άρθρου 13 του Κανονισμού 2024/1348, χορηγείται η δυνατότητα στον αιτούντα να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του και να υποβάλει, εφόσον επιθυμεί, περαιτέρω πληροφορίες, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών.
8. Κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης δύνανται να παρίστανται, για λόγους εκπαίδευσης και κατάρτισης, υπάλληλοι των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου καθώς και του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, εφόσον συναινεί ο αιτών που ερωτάται σχετικά.
Άρθρο 101
Έκθεση και καταγραφή των προσωπικών συνεντεύξεων
1. Η προσωπική συνέντευξη του αιτούντος καταγράφεται ηχητικά και ταυτόχρονα τηρείται πρακτικό. Ο αιτών καλείται στο τέλος της συνέντευξης να επιβεβαιώσει ότι δεν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε άλλο, χωρίς να υπογράψει το τηρούμενο πρακτικό. Η καταγραφή της συνέντευξης γίνεται δεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο στη διαδικασία προσφυγής του Κεφαλαίου V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Σε περίπτωση χρήσης πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης ηχογράφησης και αυτόματης έγγραφης αποτύπωσης της συνέντευξης, δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού.
2. Εφόσον δεν είναι δυνατή η ηχητική καταγραφή, τηρείται πλήρες πρακτικό της συνέντευξης. Ο αιτών καλείται να βεβαιώσει την ακρίβεια του περιεχομένου του πρακτικού, υπογράφοντας με τη συνδρομή διερμηνέα, εφόσον παρίσταται, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Το πρακτικό συνυπογράφει και ο διερμηνέας εφόσον παρίσταται.
3. Oι αιτούντες, οι εκπρόσωποι ή οι νομικοί σύμβουλοι έχουν πρόσβαση στα αναφερόμενα στην παρ. 1 πρακτικά και στο ηχητικό αρχείο της συνέντευξης το συντομότερο δυνατό μετά τη συνέντευξη και σε κάθε περίπτωση πριν η αποφαινόμενη αρχή λάβει απόφαση επί της αίτησης.
4. Οι προαναφερόμενες εγγυήσεις τηρούνται σε κάθε συμπληρωματική συνέντευξη ή ακρόαση, καθώς και κατά τη διαδικασία συζήτησης των προσφυγών ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών.
5. Ο Εσωτερικός Κανονισμός της Υπηρεσίας Ασύλου δύναται να ορίζει λεπτομερέστερα τις τεχνικές διαδικασίες της διεξαγωγής και της ηχητικής καταγραφής της συνέντευξης και της τηλεδιάσκεψης.
Άρθρο 102
Νομική καθοδήγηση στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας
1. Στους αιτούντες παρέχεται στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, κατόπιν γραπτού αιτήματός τους στην αρμόδια αρχή καταχώρισης, το οποίο υποβάλλεται το αργότερο κατά την καταχώριση της αίτησης, δωρεάν νομική καθοδήγηση με το περιεχόμενο της παρ. 2 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Οι αιτούντες ενημερώνονται από τις αρμόδιες αρχές υποβολής ή καταχώρισης για το δικαίωμα σε δωρεάν νομική καθοδήγηση κατά την υποβολή της αίτησης στο στάδιο του ελέγχου διαλογής και το αργότερο κατά την καταχώριση της αίτησης.
3. Η νομική καθοδήγηση της παρ. 1 μπορεί να παρέχεται από δικηγόρους εγγεγραμμένους σε οικείους δικηγορικούς συλλόγους ή νομικούς συμβούλους διεθνών οργανισμών, κατόπιν σύναψης σχετικής συμφωνίας με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Για τον λόγο αυτό, τα πρόσωπα που παρέχουν νομική καθοδήγηση έχουν πρόσβαση στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης και στις άλλες εγκαταστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η νομική καθοδήγηση δύναται να παρέχεται είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε ομαδικό επίπεδο, σε ομάδες έως δεκαπέντε (15) ατόμων που υπάγονται στην ίδια διαδικασία ή διαδικαστικό στάδιο ή σε άλλη περίπτωση ομαδοποίησης με τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η συνεδρία διενεργείται σε γλώσσα που κατανοούν ή που ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν οι αιτούντες, με τη συνδρομή διερμηνέα, και υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα. Σε περίπτωση υποβολής δυσανάλογα μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας ή σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο αριθμός των ατόμων ανά ομαδική συνεδρία μπορεί να αυξηθεί μέχρι τον μέγιστο αριθμό των πενήντα (50) ατόμων.
4. Η παροχή δωρεάν νομικής καθοδήγησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 αποκλείεται εφόσον συντρέχει κάποιος από τους λόγους των περ. β) και γ) της παρ. 3 του άρθρου 16 του Κανονισμού.
Άρθρο 103
Νομική συνδρομή και εκπροσώπηση
1. Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται με δαπάνη τους δικηγόρο ή άλλο σύμβουλο σε θέματα σχετικά με την αίτησή τους.
2. Στους αιτούντες παρέχεται, κατόπιν γραπτού αιτήματός τους στην Υπηρεσία Ασύλου, το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από την προθεσμία άσκησης της προσφυγής κατά το άρθρο 135, δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση στις διαδικασίες ενώπιον της Αρχής Προσφυγών. Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, οι αιτούντες είναι δυνατόν να λαμβάνουν δωρεάν νομική βοήθεια, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 3226/2004 (Α’ 24), ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως.
3. Εφόσον ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά για συγκεκριμένες πράξεις, η πληρεξουσιότητα προς τα πρόσωπα της παρ. 1 πρέπει να είναι επίκαιρη και παρέχεται με ιδιωτικό έγγραφο, ως προς το οποίο απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος, η οποία μπορεί να γίνει και με την επίδειξη του εγγράφου της παρ. 1 ή της παρ. 4 του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Το έγγραφο της εξουσιοδότησης κατατίθεται σε πρωτότυπο στις αρμόδιες αρχές.
4. Τα πρόσωπα των παρ. 1 και 2, τα οποία εκπροσωπούν τους αιτούντες, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες του φακέλου τους, βάσει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί η απόφαση, υπό την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρούσας και υπό την προϋπόθεση ότι οι ανωτέρω πληροφορίες δεν σχετίζονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Ο Διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από αιτιολογημένη πράξη του, απαγορεύει τη γνωστοποίηση πληροφοριών ή της πηγής αυτών, εφόσον πρόκειται για διαβαθμισμένες πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ενώ δύναται, μετά από αιτιολογημένη πράξη του, να απαγορεύει τη γνωστοποίησή τους, εφόσον η αποκάλυψή τους ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, την ασφάλεια των οργανισμών ή των προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες ή την ασφάλεια των προσώπων, τα οποία αφορούν οι πληροφορίες, ή εάν θίγονται οι έρευνες σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οι διεθνείς σχέσεις των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές ο Διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου ενεργεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
5. Η παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 αποκλείεται με απόφαση της αποφαινόμενης αρχής, εφόσον συντρέχει κάποιος από τους λόγους των περ. α), γ), και δ) της παρ. 2 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
6. Τα πρόσωπα των παρ. 1 και 2 έχουν πρόσβαση σε περιφερειακές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Επιτρέπεται, επίσης, η πρόσβασή τους σε χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να επικοινωνούν με τους αιτούντες, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Η δυνατότητα πρόσβασης των ως άνω προσώπων στους χώρους αυτούς περιορίζεται, όταν αυτό κρίνεται αντικειμενικά απαραίτητο, από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του εν λόγω χώρου ή την ασφάλεια των αιτούντων, υπό τον όρο ότι δεν περιορίζεται ούτε παρακωλύεται το δικαίωμα του αιτούντος σε εκπροσώπηση και νομική συμπαράσταση, ιδίως όταν η πρόσβαση των δικηγόρων και συμβούλων περιορίζεται υπερβολικά ή καθίσταται αδύνατη. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι εξουσιοδοτημένοι σύμβουλοι μπορούν να επικοινωνούν με τηλεδιάσκεψη με τους αιτούντες σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα.
7. Κάθε πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με την παρ. 3, καθίσταται αυτοδικαίως και αντίκλητος και όλες οι επιδόσεις, σύμφωνα με το άρθρο 120, μπορούν να γίνουν προς αυτόν. Ειδικώς, σε περίπτωση που ο εξουσιοδοτημένος νομικός σύμβουλος ενεργεί για λογαριασμό οργάνωσης που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο των Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, αντίκλητος καθίσταται αυτοδικαίως και η οργάνωση αυτή. Η ιδιότητα του αντικλήτου παύει μόνο με έγγραφη δήλωση του αιτούντος με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από δημόσια αρχή, η οποία προσκομίζεται στην αρχή ενώπιον της οποίας κατατέθηκε η αίτηση ή η προσφυγή.
Άρθρο 104
Αξιολόγηση της ανάγκης για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις
1. Η αξιολόγηση για το εάν ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων εκκινεί με τις διαπιστώσεις των προκαταρκτικών ελέγχων του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και του άρθρου 9 του παρόντος, οι οποίες κοινοποιούνται στην αποφαινόμενη αρχή, και δύναται να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Μορφές επαρκούς υποστήριξης, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, συνιστούν ιδίως η δυνατότητα επιπλέον διαλειμμάτων κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, η δυνατότητα στον αιτούντα να κινείται κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, εάν αυτό καθίσταται αναγκαίο από την κατάσταση υγείας του, καθώς και η επιείκεια σε μη μείζονες ανακρίβειες και αντιφάσεις, εφόσον αυτές σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του.
Άρθρο 105
Ειδικές εγγυήσεις για ασυνόδευτους ανήλικους
1. Όταν υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας από πρόσωπο που δηλώνει ότι είναι ασυνόδευτος ανήλικος, ή για το οποίο υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι να πιστεύεται ότι είναι ανήλικος, όπως στην περίπτωση ενός εμφανώς ανηλίκου, ή όταν εγείρεται αμφιβολία σχετικά με την ανηλικότητα του προσώπου αυτού, οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης ενημερώνουν αμελλητί τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας για την παρουσία του ανηλίκου. Οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, διασφαλίζουν ότι ο ανήλικος διαθέτει προσωρινό εκπρόσωπο ή εκπρόσωπο σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 56 έως 77, ώστε να απολαμβάνει τα δικαιώματα και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο νόμος.
2. Οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης και κατάθεσης ενημερώνουν τον προσωρινό εκπρόσωπο ή τον εκπρόσωπο του ανηλίκου για τις διαδικασίες και τις προθεσμίες που αφορούν κάθε στάδιο της αίτησης του ασυνόδευτου ανηλίκου, και παρέχουν πρόσβαση στο περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων στον φάκελο του ανηλίκου και σε κατάλληλο ενημερωτικό υλικό για ασυνόδευτους ανηλίκους. Ο προσωρινός εκπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος του ανηλίκου, με την κατά περίπτωση συνδρομή δικηγόρου, ενημερώνει επαρκώς και με κατάλληλο τρόπο τον ανήλικο για τις διαδικασίες που προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΕ) 2024/1348, (ΕΕ) 2024/1351 και (ΕΕ) 2024/1358. Ο εκπρόσωπος του ανηλίκου μπορεί να τοποθετηθεί, δίνοντας χρήσιμες πληροφορίες για τον ανήλικο, στο τέλος της συνέντευξής του.
Άρθρο 106
Ιατρική εξέταση
1. Η ιατρική εξέταση του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, πραγματοποιείται, κατόπιν παραπομπής του αιτούντος από την αποφαινόμενη αρχή σε ιατρούς δημόσιων νοσοκομείων και θεραπευτηρίων ή δημόσιων δομών ψυχικής υγείας ή άλλους, ειδικώς συμβεβλημένους με το ελληνικό δημόσιο, ιδιώτες ιατρούς ή στο κλιμάκιο ιατρικού ελέγχου και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης, των Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών, και των Ελεγχόμενων Δομών Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο. Οι εξετάσεις, εφόσον διενεργούνται σε δημόσια δομή υγείας, πραγματοποιούνται δωρεάν από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό ανάλογης ειδικότητας. Τα αποτελέσματα ή οι γνωματεύσεις υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές το συντομότερο δυνατό και καταχωρίζονται στον ατομικό διοικητικό φάκελο του αιτούντος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι αιτούντες ενημερώνονται ότι μπορούν με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για εξέταση και διάγνωση στις περιπτώσεις ενδείξεων που ενδεχομένως υποδηλώνουν δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
2. Τα αποτελέσματα ελέγχων υγείας και εκτιμήσεων ευαλωτότητας που διενεργήθηκαν κατά τον έλεγχο διαλογής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή των ανωτέρω.
Άρθρο 107
Εκτίμηση ηλικίας ανηλίκων
1. Η εκτίμηση της ηλικίας υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, εάν ανακύπτει αμφιβολία σχετικά με την ανηλικότητά τους διενεργείται σύμφωνα το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 153 του παρόντος.
2. Η αποφαινόμενη αρχή αναγνωρίζει αποφάσεις εκτίμησης ηλικίας που εκδόθηκαν από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 108
Υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας
Κάθε υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας. Η υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον των αρχών της περ. ε) του άρθρου 95, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής και ενημερώνεται άμεσα η αρμόδια αρχή καταχώρισης.
Άρθρο 109
Καταχώριση αιτήσεων διεθνούς προστασίας
1. Οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας του άρθρου 95 προβαίνουν στην καταχώριση της αίτησης εντός της προθεσμίας του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η καταχώριση πραγματοποιείται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήξη των προθεσμιών για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής, όπου αυτός απαιτείται. Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν διενεργείται έλεγχος διαλογής, η ως άνω προθεσμία εκκινεί από την υποβολή της αίτησης.
2. Τα στοιχεία της παρ. 1 του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 αντλούνται από υφιστάμενα διοικητικά έγγραφα ή βάσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων που έχουν συλλεχθεί στο πλαίσιο προηγούμενων διοικητικών διαδικασιών όπως στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου υποβολή τους από τον αιτούντα, εφόσον είναι διαθέσιμα. Εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν είναι διαθέσιμα, ο αιτών καλείται να τα δηλώσει ή να τα συμπληρώσει, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ολοκλήρωση της καταχώρισης. Σε περίπτωση που ο αιτών δηλώσει κατά την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που έχουν αντληθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η μεταβολή των στοιχείων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατόπιν αίτησης του αιτούντος και με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 111 του παρόντος.
3. Η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης και η Υπηρεσία Ασύλου είναι αρμόδιες για την καταχώριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ως προς τις μεταγενέστερες αιτήσεις, τις αιτήσεις προσώπων που είχαν προηγούμενη νόμιμη είσοδο, τις αιτήσεις των κρατουμένων οι οποίοι ευρίσκονται στην ενδοχώρα καθώς και τις αιτήσεις των μελών της οικογένειας αιτούντων ή δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αρμόδια για την καταχώρισή τους είναι η Υπηρεσία Ασύλου.
Άρθρο 110
Κατάθεση αίτησης διεθνούς προστασίας
1. Η κατάθεση της αίτησης του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ενώπιον των αρμόδιων αρχών κατάθεσης γίνεται εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την καταχώριση της αίτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας Ασύλου από την αρχή στην οποία έχει κατατεθεί η αίτηση πραγματοποιείται αμελλητί. Σε περίπτωση μεταφοράς του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, η αίτηση κατατίθεται εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την ημέρα που ο αιτών παρουσιάζεται στις αρμόδιες αρχές κατάθεσης. Η αίτηση κατατίθεται εντός πέντε (5) ημερών από την καταχώριση στην περίπτωση της διαδικασίας στα σύνορα ή στην περίπτωση μετεγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης διασφαλίζουν την άσκηση του δικαιώματος κατάθεσης αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών θα παρουσιασθεί αυτοπροσώπως ενώπιoν των αρμόδιων αρχών κατάθεσης.
3. Ο αιτών υποβάλλει άμεσα κατά την κατάθεση και το αργότερο μία (1) εργάσιμη ημέρα πριν από τη διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης όλα τα στοιχεία και τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του και αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Τυχόν επιπρόσθετα στοιχεία, προσκομίζονται το αργότερο εντός τριών (3) ημερών από τη συνέντευξη, ή εντός μίας (1) ημέρας από τη συνέντευξη, όταν η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία στα σύνορα.
4. Εάν ο αιτών, για τον οποίο έχει διενεργηθεί καταχώριση των στοιχείων της παρ. 1 του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη διενέργεια κατάθεσης της αίτησης βάσει της παρ. 1 του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η αίτησή του τίθεται στο αρχείο με απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου, ή του Διοικητή της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Ο αιτών ενημερώνεται για τις συνέπειες της απόφασής του και για το γεγονός ότι οφείλει να εγκαταλείψει τη χώρα, εφόσον δεν είναι κάτοχος τίτλου διαμονής. Παράλληλα, ο αιτών ενημερώνεται για τη δυνατότητα να υπαχθεί σε διαδικασίες οικειοθελούς επαναπατρισμού και, εφόσον επιθυμεί, του παρέχεται κάθε συνδρομή προκειμένου να διευκολυνθεί στον επαναπατρισμό του, διαφορετικά, εφόσον υφίσταται ήδη σε ισχύ απόφαση επιστροφής ή επανεισδοχής ή απέλασης σε βάρος του, παραπέμπεται στην αρμόδια αρχή που επιμελείται της εκτέλεσης των διαδικασιών επιστροφής, επανεισδοχής ή απέλασης.
5. Αν υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, για τον οποίο έχει διενεργηθεί καταχώριση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δεν εμφανιστεί για την κατάθεσή της κατά την ορισθείσα ημερομηνία σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η αίτησή του θεωρείται σιωπηρώς ανακληθείσα σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου εκδίδει απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον υφίσταται ήδη σε ισχύ απόφαση επιστροφής ή επανεισδοχής ή απέλασης σε βάρος του αιτούντος, ενημερώνεται άμεσα η αρμόδια αρχή που επιμελείται της εκτέλεσης των ως άνω διαδικασιών. Παράλληλα, εφόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής διαμένει σε Περιφερειακή Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, ενημερώνεται και ο αρμόδιος Διοικητής, προκειμένου να λάβει απόφαση διακοπής υλικών συνθηκών υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 147 του παρόντος.
6. Αν ο αιτών δηλώσει κατά την κατάθεση της αίτησης διεθνούς προστασίας στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που έχουν καταχωρισθεί, η μεταβολή των στοιχείων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατόπιν αίτησης του αιτούντος και με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 111.
7. Η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης και η Υπηρεσία Ασύλου είναι αρμόδιες για την κατάθεση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ως προς τις μεταγενέστερες αιτήσεις, τις αιτήσεις προσώπων που είχαν προηγούμενη νόμιμη είσοδο, τις αιτήσεις των κρατουμένων οι οποίοι ευρίσκονται στην ενδοχώρα καθώς και τις αιτήσεις των μελών της οικογένειας αιτούντων ή δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αρμόδια για την κατάθεση τους είναι η Υπηρεσία Ασύλου.
Άρθρο 111
Στοιχεία ταυτότητας αιτούντων
1. Τα στοιχεία ταυτότητας των αιτούντων προκύπτουν από το διαβατήριό τους, το δελτίο ταυτότητάς τους, εφόσον αναγράφεται σε αυτό η πλήρης ημερομηνία γέννησής τους, ή τη ληξιαρχική πράξη γέννησής τους, εφόσον έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Σε περίπτωση έλλειψης των εγγράφων αυτών, τα στοιχεία ταυτότητας καταγράφονται με βάση τη σχετική δήλωση του αιτούντος, ο οποίος παρέχει εξηγήσεις για τη μη κατοχή ταυτοποιητικού εγγράφου σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Τα στοιχεία ταυτότητας δύναται να τροποποιηθούν με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας αρχής καταχώρισης ή κατάθεσης μετά από σχετική αίτηση του αιτούντος διεθνή προστασία στις ανωτέρω αρχές, η οποία συνοδεύεται από πρωτότυπα έγγραφα της παρ. 1, εκτός εάν η τροποποίηση αφορά προφανείς γραφικές παραδρομές ή παραδρομές προφανώς οφειλόμενες στη μεταφορά άλλων αλφαβήτων στο λατινικό αλφάβητο, οπότε αρκεί απλή αίτηση του ενδιαφερόμενου. Μετά την κατάθεση της αίτησης διεθνούς προστασίας, η σχετική αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται αποκλειστικά ενώπιον των αρμόδιων Περιφερειακών Γραφείων και Αυτοτελών Κλιμακίων της Υπηρεσίας Ασύλου.
3. Κατ’ εξαίρεση, τα στοιχεία της ιθαγένειας και του τόπου γέννησης μπορούν να τροποποιηθούν με απόφαση του Προϊσταμένου της αποφαινόμενης αρχής, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του αρμόδιου χειριστή, εφόσον κατά τη συνέντευξη του άρθρου 99 θεμελιωθεί ότι τα στοιχεία αυτά έχουν καταγραφεί εσφαλμένα. Ομοίως, κατ’ εξαίρεση, μπορεί να τροποποιηθούν τα ανωτέρω στοιχεία με τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου, εάν κατά τη συνέντευξη προβληθούν βάσιμοι και σοβαροί λόγοι, για τους οποίους ο αιτών αρχικά δεν είχε δηλώσει τα πραγματικά του στοιχεία. Το έτος γέννησης τροποποιείται μετά από διενέργεια διαδικασίας προσδιορισμού ηλικίας, σύμφωνα με το άρθρο 107.
4. Η διαδικασία τροποποίησης των στοιχείων που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 δεν συνιστά σε καμία περίπτωση λόγο καθυστέρησης της εξέτασης της αίτησης ή της προσφυγής ή λόγο αναβολής της διεξαγωγής της συνέντευξης του αιτούντος. Η απόφαση επί της αίτησης αλλαγής στοιχείων λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση πριν από την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας.
5. Αν διαπιστωθεί η ανάγκη τροποποίησης των στοιχείων της παρ. 3, κατά το στάδιο της συζήτησης της προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 140, η τροποποίηση γίνεται με την απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών. Στη συνέχεια, ο Διοικητικός Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών μεριμνά για την καταχώριση της αλλαγής στον διοικητικό φάκελο του προσφεύγοντος. Η ανάγκη τροποποίησης των στοιχείων της παρ. 3 δεν συνιστά σε καμία περίπτωση λόγο αναβολής της εξέτασης της προσφυγής.
Άρθρο 112
Έγγραφα που παρέχονται στον αιτούντα
1. Με την καταχώριση της αίτησης του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, οι αρμόδιες αρχές καταχώρισης εκδίδουν βεβαίωση καταχώρισης της αίτησης την οποία παρέχουν στον αιτούντα. Μετά την κατάθεση της αίτησης, η αρμόδια αρχή κατάθεσης εκδίδει το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία, το οποίο περιλαμβάνει τα στοιχεία των παρ. 4 και 8 του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, καθώς και τον Προσωρινό Αριθμό Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (Π.Α.Α.Υ.Π.Α.). Το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία αποτελεί προσωρινό τίτλο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για έκδοση άδειας διαμονής, διασφαλίζει την απόλαυση των δικαιωμάτων των αιτούντων όπου αυτά προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εξασφαλίζει τις απαραίτητες αναγκαίες συναλλαγές κατά τον χρόνο ισχύος του και τους επιτρέπει την παραμονή στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Εάν ο αιτών κρατείται, το δελτίο της παρ. 1 χορηγείται μετά την άρση της κράτησης.
3. Το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία μπορεί να εκδίδεται σε μορφή κάρτας με ηλεκτρονική καταγραφή και ανανέωση, καθώς και με κάθε πρόσφορο τεχνολογικά μέσο.
4. Το δελτίο έχει διάρκεια ισχύος ενός (1) έτους και ανανεώνεται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Για τις αιτήσεις που εξετάζονται με τη διαδικασία στα σύνορα του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, το δελτίο έχει διάρκεια δώδεκα (12) εβδομάδων. Η επίδοση στον αιτούντα της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησής του έχει ως συνέπεια την παύση ισχύος του δελτίου της παρ. 1.
5. Εάν ο αιτών δεν εμφανιστεί για να ανανεώσει το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία το αργότερο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του, τούτο παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Κατ’ εξαίρεση, αναστέλλεται η λήξη της ισχύος του δελτίου σε περίπτωση συνδρομής ανωτέρας βίας, εξαιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατη η ανανέωσή του, η δε αναστολή αυτή διαρκεί καθ` όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ανωτέρα βία. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να γίνεται επίκληση από τον αιτούντα, κατά τρόπον ορισμένο, των περιστατικών που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη ανανέωση του δελτίου, πρέπει δε ο ισχυρισμός να αποδεικνύεται αμέσως με έγγραφα στοιχεία.
6. Οι αρμόδιες αρχές έκδοσης του δελτίου ενημερώνουν το ηλεκτρονικό σύστημα ασύλου για οποιαδήποτε γεγονός επηρέασε την απρόσκοπτη λειτουργία του με ειδική επισημείωση σε αυτό. Τυχόν δυσλειτουργίες του ανωτέρω συστήματος δεν μπορούν να αποβούν σε βάρος των αιτούντων. Η ισχύς των δελτίων που λήγουν κατά τη διάρκεια αυτής της δυσλειτουργίας, παρατείνεται αυτοδικαίως για όσο χρόνο αυτή διήρκησε. Ισχυρισμοί του αιτούντος που αφορούν τη δυσλειτουργία του ηλεκτρονικού συστήματος ασύλου, αποδεικνύονται με τη χορήγηση σχετικής βεβαίωσης των αρμόδιων αρχών.
7. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, μπορεί να μειώνεται η διάρκεια ισχύος των δελτίων αιτούντων που οι αιτήσεις τους εξετάζονται κατά προτεραιότητα ή εξετάζονται σύμφωνα με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ή κρίνονται απαράδεκτες σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, καθώς και όταν εκκρεμεί μεταφορά στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351. Στην περίπτωση αυτή η διάρκεια του δελτίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών.
8. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν επίκειται άμεσα η επίδοση απόφασης ή όταν ο αιτών υποβάλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει, να εμποδίσει ή να αποτρέψει την εκτέλεση απόφασης για την απομάκρυνσή του, η διάρκεια του δελτίου συγκεκριμένου αιτούντος δύναται να περιορίζεται στις τριάντα (30) ημέρες με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου.
Άρθρο 113
Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης των συνόρων
1. Οι αρμόδιες αρχές υποβολής, σε συνεργασία με τις αρχές που δραστηριοποιούνται στις εγκαταστάσεις κράτησης ή σε σημεία διέλευσης των συνόρων, μεριμνούν για την παροχή πληροφόρησης σε υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας.
2. Η πρόσβαση των εγγεγραμμένων στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου οργανώσεων και εξουσιοδοτημένων προσώπων που παρέχουν νομική, ιατρική και ψυχολογική καθοδήγηση και συνδρομή παρέχεται κατόπιν προηγούμενης άδειας από τις αρμόδιες αρχές στα ανωτέρω σημεία, και δύναται να περιοριστεί από αυτές εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ή λόγοι που υπαγορεύονται από τη διοικητική διαχείριση του συγκεκριμένου σημείου διέλευσης των συνόρων και επιβάλλουν τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα με τους όρους της παρ. 3 του άρθρου 30 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 114
Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και Μητρώο Μελών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων
1. Στη Μονάδα Μητρώου Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου λειτουργεί το Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Στο Μητρώο αυτό διενεργείται από την αρμόδια υπηρεσία η εγγραφή όλων των ελληνικών και διεθνών εθελοντικών οργανώσεων και των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, οι οποίες πληρούν τους ελάχιστους αναγκαίους όρους συμμετοχής στην υλοποίηση δράσεων διεθνούς προστασίας, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης. Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εθελοντικές οργανώσεις και κάθε αντίστοιχη οργάνωση, ελληνική ή διεθνής, που δεν έχει εγγραφεί στο μητρώο, δεν δύναται να λαμβάνει κρατική ή ενωσιακή χρηματοδότηση ή να δραστηριοποιείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο εντός των δομών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
2. Οι ελάχιστοι αναγκαίοι όροι και προϋποθέσεις για την εγγραφή των δικαιούμενων εγγραφής, ελληνικών και διεθνών εθελοντικών οργανώσεων και των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, είναι οι ακόλουθοι:
α) η ρητή πρόβλεψη, ως σκοπού σύστασής τους, της υλοποίησης δραστηριοτήτων κοινωνικού και ανθρωπιστικού χαρακτήρα, διεθνούς προστασίας, μετανάστευσης ή κοινωνικής ένταξης,
β) ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας του αιτούμενου την εγγραφή νομικού προσώπου και η μη διανομή κερδών στα μέλη και τους εταίρους του,
γ) η μη σύναψη συμβάσεων οιουδήποτε είδους, με:
γα) φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στα όργανα διοίκησής τους ή είναι μέλη ή εταίροι τους που έχουν τον καταστατικό έλεγχο τους, συζύγους, τέκνα και γονείς των ανωτέρω προσώπων ή πρόσωπα με τα οποία αυτά έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και
γβ) νομικά πρόσωπα, τα οποία ελέγχονται από τα πρόσωπα της υποπερ. γα),
δ) η μη λήψη τακτικής κρατικής επιχορήγησης μεγαλύτερης του τριάντα τοις εκατό (30%) επί του προϋπολογισμού για τη λειτουργία τους, εξαιρουμένου του μισθολογικού τους κόστους, καθώς και δανείων με εγγύηση του Δημοσίου. Η προϋπόθεση του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει εφόσον η επιχορήγηση δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ ετησίως,
ε) η μη άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος των φυσικών προσώπων που ασκούν τη διοίκησή τους ή είναι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, για οποιοδήποτε κακούργημα και η μη ύπαρξη τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για τα πλημμελήματα της παράνομης διακίνησης πολιτών τρίτων χωρών, κλοπής [άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95)], υπεξαίρεσης (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα), απάτης (άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα), εκβίασης (άρθρο 385 του Ποινικού Κώδικα), πλαστογραφίας (άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 του Ποινικού Κώδικα), δωροδοκίας (άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα), απιστίας (άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα), ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα), συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα), νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες του ν. 4557/2018 (Α’ 139), πλημμελήματα των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, του νόμου περί όπλων (ν. 2168/1993, Α΄ 147), του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 4139/2013, Α’ 74), καθώς και για οποιοδήποτε πλημμέλημα του 19ου Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα,
στ) η τήρηση αναλυτικών οικονομικών καταστάσεων από ορκωτούς ελεγκτές, υπό την εποπτεία υπεύθυνου οικονομικής διαχείρισης ή Ταμία με πτυχίο οικονομικού τμήματος αναγνωρισμένου πανεπιστημίου, και η διασφάλιση μηχανισμού πλήρους λογοδοσίας των υπόχρεων για την υλοποίηση των δράσεών τους,
ζ) η εκπλήρωση των ασφαλιστικών και φορολογικών τους υποχρεώσεων και
η) ο ορισμός και η απασχόληση Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων, επιφορτισμένου με τη διαρκή συμμόρφωση της αντίστοιχης εθελοντικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης με τη νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με την ενωσιακή και την εθνική νομοθεσία.
3. Με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 153 δύναται να ορίζονται επιπρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις για την εγγραφή των δικαιούμενων εγγραφής, ελληνικών και διεθνών εθελοντικών οργανώσεων και των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ορίζονται οι διαδικαστικές λεπτομέρειες σύστασης και τήρησης του Μητρώου Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, προβλέπεται η διαδικασία δημόσιας πρόσκλησης για την εγγραφή, εξειδικεύονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εγγραφής των δικαιούμενων στο Μητρώο ή προβλέπονται εξαιρέσεις ως προς αυτές και προσδιορίζονται το σύνολο των σχετικώς προσκομιζόμενων αναγκαίων εγγράφων, οι προϋποθέσεις διατήρησης της εγγραφής τους στο Μητρώο, τα χρονικά σημεία επανυποβολής των αναγκαίων εγγράφων, η διαδικασία διαγραφής από το μητρώο και ο τρόπος γνωστοποίησής της στον αποδέκτη, η δημοσιοποίηση του Μητρώου μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για τη διασφάλιση της αναγκαίας διαφάνειας, καθώς και κάθε συναφής και αναγκαία λεπτομέρεια για τη θέση σε λειτουργία και τη διαχρονική τήρηση του Μητρώου Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
4. Στη Μονάδα Μητρώου Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων της Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου λειτουργεί Μητρώο Μελών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που δραστηριοποιούνται σε θέματα διεθνούς προστασίας, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης, στο οποίο εγγράφονται και καταχωρίζονται τα μέλη, οι υπάλληλοι και οι συνεργάτες των οργανώσεων του μητρώου της παρ. 1. Η εγγραφή των προσώπων αυτών στο Μητρώο και η πιστοποίησή τους αποτελούν προϋπόθεση τόσο για τη δραστηριοποίησή τους εντός της ελληνικής επικράτειας όσο και για τη συνεργασία τους με τους φορείς του δημοσίου.
5. Με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 153 ορίζονται οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά εγγραφής και πιστοποίησης στο Μητρώο της παρ. 4, οι προϋποθέσεις διαγραφής από αυτό, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία του Μητρώου.
Άρθρο 115
Αιτήσεις στο όνομα ενηλίκων χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα
1. Για την εφαρμογή του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ως εξαρτώμενος ενήλικος νοείται ο ενήλικος που χρήζει δικαστικής συμπαράστασης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1666 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).
2. Αίτηση διεθνούς προστασίας υποβάλλεται και κατατίθεται στο όνομα εξαρτώμενου ενήλικου από το πρόσωπο που έχει οριστεί ως δικαστικός ή προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. Κατ’ εξαίρεση και μέχρι να διοριστεί το πρόσωπο του πρώτου εδαφίου, η καταχώριση και η κατάθεση της αίτησης γίνονται και από τον ενήλικο συγγενή ή άλλο οικείο του πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη φροντίδα του ανωτέρω ενηλίκου.
Άρθρο 116
Αιτήσεις στο όνομα συνοδευόμενων ανηλίκων
1. Για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ο συνοδευόμενος ανήλικος άνω των δεκαπέντε (15) ετών δύναται να καταθέσει αυτοτελώς αίτηση διεθνούς προστασίας. Συνοδευόμενος ανήλικος κάτω των δεκαπέντε (15) ετών καταθέτει αίτηση διά του ενηλίκου μέλους της οικογένειάς του, όπως ορίζεται στην περ. ιγ) του άρθρου 17 του παρόντος. Στις ως άνω περιπτώσεις, οι ανήλικοι δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτοπρόσωπης παράστασής τους εκτός εάν υπάρχουν δικαιολογημένοι λόγοι, όπως όταν έχουν σοβαρά ζητήματα υγείας ή αναπηρία που καθιστούν τη μετακίνησή τους δυσχερή ή αδύνατη, και αυτό αποδεικνύεται από έγγραφα δημόσιας δομής υγείας, ή του αρμόδιου Κλιμακίου των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.
2. Η παρ. 2 του άρθρου 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο αιτών αποκτά τέκνο μετά την είσοδό του στη χώρα ενόσω διαρκεί η διοικητική διαδικασία του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή ο αιτών δύναται να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στο όνομα του τέκνου, η κατάθεση της οποίας συνοδεύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Η αίτηση αυτή συνενώνεται με την αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτούντος γονέα, σε όποιο στάδιο και βαθμό της διαδικασίας βρίσκεται αυτή.
Άρθρο 117
Αιτήσεις ασυνόδευτων ανηλίκων
1. Ο προσωρινός εκπρόσωπος ή ο επίτροπος του ασυνόδευτου ανηλίκου συνδράμει τον ανήλικο κατά την καταχώριση και κατάθεση της αίτησης διεθνούς προστασίας ή καταθέτει την αίτηση στο όνομά του. Ο ασυνόδευτος ανήλικος είναι παρών κατά τη διαδικασία κατάθεσης της αίτησής του, εκτός εάν υπάρχουν δικαιολογημένοι λόγοι, όπως όταν έχει σοβαρά ζητήματα υγείας ή αναπηρία που καθιστούν τη μετακίνησή του δυσχερή ή αδύνατη, και αυτό αποδεικνύεται από έγγραφα δημόσιας δομής υγείας ή του αρμόδιου Κλιμακίου των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Σε αυτή την περίπτωση, η αίτηση κατατίθεται από τον εκπρόσωπο ή τον προσωρινό εκπρόσωπο του ανηλίκου μέσω εντύπου που παρέχεται από την αρμόδια αρχή κατάθεσης, το οποίο έχει περιεχόμενο όμοιο με τη φόρμα κατάθεσης.
2. Όταν ο ασυνόδευτος ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του, την αίτηση καταθέτει στο όνομά του ο προσωρινός εκπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός του.
3. Ο ασυνόδευτος ανήλικος άνω των δεκαπέντε (15) ετών, εφόσον έχει ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με τις διαδικασίες αίτησης διεθνούς προστασίας, δύναται να καταθέτει αυτοτελώς αίτηση διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 118
Εξέταση των αιτήσεων
1. Η εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για τη μετάφραση, κατά περίπτωση, των εγγράφων της παρ. 4 του άρθρου 34 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και της παρ. 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 που θεωρούνται συναφή με την εξέταση της αίτησης ή μέρους αυτών, στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, και δύναται να αναθέτει τη μετάφραση σε άλλους κατάλληλους παρόχους υπηρεσιών και η σχετική δαπάνη βαρύνει το Δημόσιο. Άλλα έγγραφα επισήμως μεταφρασμένα με επιμέλεια του αιτούντος γίνονται αποδεκτά από τις αρμόδιες αρχές. Ο αιτών μεταφράζει με δική του δαπάνη τα έγγραφα που σχετίζονται με μεταγενέστερη αίτησή του.
3. Η αποφαινόμενη αρχή εξετάζει κατά προτεραιότητα την αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 34 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 119
Διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης
1. Η εξέταση της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ολοκληρώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Στην περίπτωση της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η εξέταση ολοκληρώνεται εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών.
2. Η εξέταση της αίτησης στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας ολοκληρώνεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.
3. Η εξέταση της αίτησης της παρ. 4 του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.
4. Αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση, ούτε για τη διενέργεια συνέντευξης ή συμπληρωματικής συνέντευξης. Στην περίπτωση που η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών θεωρήσει αναγκαία τη διενέργεια συνέντευξης, αυτή πραγματοποιείται από την ίδια την Επιτροπή. Η σχετική απόφαση αναγράφεται σε πρακτικό με το οποίο αναβάλλεται η συζήτηση της υπόθεσης και ορίζεται η διενέργεια της συνέντευξης σε επόμενη συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν του ενός (1) μηνός.
5. Σε περίπτωση αναβολής της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης κατά την παρ. 7 του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, περί διάρκειας της διαδικασίας εξέτασης, η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής, η οποία ακολούθως ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο το συντομότερο δυνατόν για την αναβολή των διαδικασιών για την εν λόγω χώρα καταγωγής.
Άρθρο 120
Αιτιολογία και επίδοση αποφάσεων και άλλων διαδικαστικών εγγράφων
1. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων μεταφοράς βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 και των αποφάσεων ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας του άρθρου 134 του παρόντος, επιδίδονται το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους, σύμφωνα με τα το παρόν άρθρο. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον εφαρμόζεται η διαδικασία ασύλου στα σύνορα, η απόφαση επιδίδεται εντός μίας (1) ημέρας.
2. Η επίδοση της απόφασης προς τον αιτούντα διενεργείται:
α) αυτοπροσώπως στον αιτούντα ή
β) με συστημένη επιστολή που αποστέλλεται ταχυδρομικώς στη δηλωθείσα στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή την Υπηρεσία Ασύλου διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής, ή στον χώρο εργασίας, προσωπικώς στον ίδιο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή στον νόμιμο εκπρόσωπό του ή
γ) με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε διεύθυνση που έχει δηλώσει ο αιτών στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή την Υπηρεσία Ασύλου ή σε διεύθυνση που έχει δηλωθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή
δ) σε ηλεκτρονική εφαρμογή που διαχειρίζεται η Υπηρεσία Ασύλου και στην οποία έχει πρόσβαση ο αιτών μέσω λογαριασμού που διατηρεί. Η προς επίδοση απόφαση που έχει διαβιβαστεί με ηλεκτρονικά μέσα στη δηλωθείσα κατά τα ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση του αιτούντος, θεωρείται ότι επιδόθηκε μετά την παρέλευση σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ηλεκτρονική αποστολή της. Μαζί με την απόφαση, επιδίδεται συνοδευτικό έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί ο αιτών, και το οποίο εξηγεί με τρόπο απλό και προσιτό το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε, τις συνέπειές του για τον ίδιο και τις ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί ή εναλλακτικά δίνεται η διεύθυνση σε ιστοσελίδα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που περιλαμβάνει αυτές τις πληροφορίες σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί ο αιτών.
3. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον με την απόφαση αναγνωρίζεται ο αιτών ως δικαιούχος προσφυγικού καθεστώτος, επιδίδεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 μόνο το απόσπασμα του διατακτικού της απόφασης.
4. Αν ο αιτών είναι κρατούμενος ή παραμένει σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Υποδοχής και Ταυτοποίησης, η απορριπτική απόφαση ή το απόσπασμα του διατακτικού της απόφασης που χορηγεί καθεστώς διεθνούς προστασίας και το συνοδευτικό επεξηγηματικό έγγραφο του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 αποστέλλονται με κάθε πρόσφορο τρόπο στον Διοικητή της εκάστοτε Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή καταστήματος ή εγκατάστασης, ο οποίος μεριμνά για την άμεση ανάρτηση ανακοίνωσης περί της σχετικής παραλαβής, καθώς και των ωρών παράδοσης και διανομής των εγγράφων στους αιτούντες για κάθε εργάσιμη ημέρα και ώρα, σε εμφανείς χώρους των εγκαταστάσεων και συντάσσει σχετική πράξη παραλαβής και ανάρτησης. Οι αιτούντες εξασφαλίζουν ότι προσέρχονται στο κέντρο εντός των ωρών παράδοσης και διανομής αλληλογραφίας, προκειμένου να τους επιδοθεί η σχετική αλληλογραφία. Για κάθε επίδοση στον αιτούντα συντάσσεται σχετική έκθεση επίδοσης. Η επίδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί μετά την πάροδο τριών (3) ημερών από την ημερομηνία σύνταξης της σχετικής πράξης παραλαβής του πρώτου εδαφίου.
5. Σε περίπτωση διαπιστωμένης μη ανεύρεσης του αιτούντος, με τους τρόπους που περιγράφονται στην παρ. 2, και μη υπάρχοντος διορισμένου δικηγόρου ή νόμιμου εκπροσώπου, η απόφαση επιδίδεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας αποφαινόμενης αρχής ενώπιον της οποίας κατατέθηκε η αίτηση. Με την επίδοση αυτή τεκμαίρεται ότι ο αιτών έλαβε γνώση. Σε περίπτωση διαπιστωμένης μη ανεύρεσης του αιτούντος, κατά την παρ. 4, και μη υπάρχοντος διορισμένου δικηγόρου ή εκπροσώπου, συντάσσεται σχετική πράξη από τον Διοικητή της εκάστοτε Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή καταστήματος ή εγκατάστασης. Από την ημερομηνία σύνταξης της πράξης αυτής τεκμαίρεται αφενός η συντέλεση της επίδοσης και αφετέρου ότι ο αιτών έλαβε γνώση.
6. Από την επομένη της επίδοσης κατά τις παρ. 1 έως 5, αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση της, κατά το άρθρο 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, προσφυγής ή της, κατά το άρθρο 148 του παρόντος, αίτησης ακύρωσης, με την επιφύλαξη των παρ. 7 έως 9 του παρόντος.
7. Για την επίδοση των παρ. 1 έως 5, συντάσσεται σχετική πράξη από το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις της παρ. 4, η σχετική πράξη φέρει τόπο και ημερομηνία της παραγγελίας προς επίδοση της πράξης, το όνομα και την υπογραφή του υπαλλήλου που προέβη στην παραγγελία προς επίδοση, και τον αριθμό της απόφασης, το διατακτικό της οποίας, μαζί με το σχετικό συνοδευτικό έγγραφο, επιδόθηκε στον αιτούντα. Η πράξη αυτή μαζί με τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης ή αποδείξεις παραλαβής των ΕΛ.ΤΑ., τηρούνται στον φάκελο του αιτούντος ή σε ειδικό βιβλίο.
8. Προσκλήσεις του αιτούντος από την αποφαινόμενη αρχή στη συνέντευξη που αναφέρεται στο άρθρο 118 και από την Αρχή Προσφυγών σε ακρόαση κατά την παρ. 4 του άρθρου 140 πραγματοποιούνται με κάθε πρόσφορο μέσο, με βάση τα δηλωθέντα υπευθύνως από τον αιτούντα, πλέον πρόσφατα στοιχεία επικοινωνίας, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεφωνική κλήση. Για την πράξη αυτή γίνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο σχετική μνεία στον φάκελο του αιτούντος ή σε ειδικό βιβλίο, η οποία φέρει χρονολογία και ώρα διενέργειας της πράξης, το όνομα και την υπογραφή του υπαλλήλου που προέβη στην ειδοποίηση και το είδος της πράξης στην οποία προέβη. Σε περίπτωση μη ανεύρεσης του αιτούντος, με τους τρόπους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, η πρόσκληση γίνεται με συστημένη επιστολή, σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4. Δεν απαιτείται πρόσκληση, εφόσον για τον αιτούντα έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία ολοκλήρωσης της καταγραφής της αίτησης, συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και του έχουν εξηγηθεί η σημασία και το περιεχόμενο των διαδικασιών αυτών. Κάθε άλλη πρόσκληση ή κλήση του αιτούντος ή έγγραφη ενημέρωση για την έναρξη διαδικασίας ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας του άρθρου 134 του παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, πραγματοποιείται με τα μέσα που αναφέρονται στις παρ. 2, 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
9. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, οι αποφάσεις των άρθρων 40 και 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και οι αποφάσεις ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας κοινοποιούνται αμελλητί στη Διεύθυνση Προστασίας Συνόρων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι αποφάσεις των Επιτροπών Προσφυγών κοινοποιούνται και στον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου.
Άρθρο 121
Απόρριψη αίτησης και έκδοσης απόφασης επιστροφής
Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει απόφαση επιστροφής του αιτούντος σύμφωνα με τον ν. 5226/2025 (Α’ 154) και τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Εφόσον υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής ή απέλασης, θεωρείται ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής ή απέλασης ενσωματώνεται στο κεφάλαιο της απορριπτικής απόφασης που διατάσσει την επιστροφή.
Άρθρο 122
Απόφαση επί του παραδεκτού της αίτησης
Η αποφαινόμενη αρχή αξιολογεί το παραδεκτό μιας αίτησης, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, και απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους της παρ. 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού.
Άρθρο 123
Απόφαση επί της ουσίας της αίτησης
Μία αβάσιμη αίτηση θεωρείται ως προδήλως αβάσιμη, εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις της παρ. 1 και των περ. α) έως ε) της παρ. 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 124
Παραίτηση από την αίτηση
1. Ο αιτών δύναται να παραιτηθεί από την αίτησή του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, αυτοπροσώπως ή μέσω του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
2. Για τη βεβαίωση της παραίτησης συντάσσεται πρακτικό, το οποίο αναφέρει τις συνέπειες της πράξης αυτής. Στην περίπτωση αυτοπρόσωπης παρουσίας του αιτούντος, η παραίτηση γίνεται με διερμηνέα, ο οποίος επιβεβαιώνει το ακριβές περιεχόμενο του πρακτικού. Ο αιτών ενημερώνεται για τις συνέπειες της παραίτησης και για το γεγονός ότι οφείλει να εγκαταλείψει τη χώρα, εφόσον δεν είναι κάτοχος τίτλου διαμονής και παραλαμβάνει αντίγραφο του πρακτικού παραίτησης. Στην περίπτωση παραίτησης μέσω εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, ο πληρεξούσιος προσκομίζει εξουσιοδότηση με ειδική εντολή παραίτησης. Η αίτηση παραίτησης που φέρει το γνήσιο της υπογραφής του αιτούντος παραδίδεται από τον δικηγόρο του στην Υπηρεσία Ασύλου.
3. Η αποφαινόμενη αρχή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 40 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από παραίτηση εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί μεταγενέστερων αιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 131 του παρόντος.
4. Το καθεστώς του δικαιούχου διεθνούς προστασίας παύει αυτοδικαίως εάν ο δικαιούχος παραιτηθεί ρητώς από αυτό με έγγραφη δήλωσή του, η οποία υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή μέσω εξουσιοδοτημένου δικηγόρου στην Υπηρεσία Ασύλου με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, ή αν ο δικαιούχος αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Μετά την παραίτηση εκδίδεται η απόφαση της παρ. 3.
Άρθρο 125
Σιωπηρή ανάκληση αιτήσεων
1. Όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η αποφαινόμενη αρχή εξετάζει την αίτηση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, με την προϋπόθεση ότι είναι επαρκή, και εφόσον θεωρήσει ότι είναι αβάσιμη ή προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, την απορρίπτει. Κατά των απορριπτικών αποφάσεων του πρώτου εδαφίου, ο αιτών δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος.
2. Αν τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για την εξέταση της αίτησης σύμφωνα με την παρ. 1, η αποφαινόμενη αρχή δύναται, κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, να τάξει προθεσμία στον αιτούντα για την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή να επαναπρογραμματίσει τη συνέντευξη που δεν πραγματοποιήθηκε για σοβαρό λόγο. Στη συνέχεια, η αρχή εξετάζει αν θα εκδοθεί απόφαση σιωπηρής ανάκλησης της αίτησης και επιστροφής του αιτούντος βάσει του άρθρου 121 του παρόντος. Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης, ο αιτών δικαιούται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος.
3. Οι πράξεις των παρ. 1 και 2 κοινοποιούνται στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 120.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Άρθρο 126
Ταχεία διαδικασία εξέτασης
Η ταχεία διαδικασία αναφορικά με ασυνόδευτους ανηλίκους εφαρμόζεται αποκλειστικά για τους λόγους των περ. α) έως ε) της παρ. 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 127
Διαδικασία ασύλου στα σύνορα
1. Η διαδικασία ασύλου στα σύνορα εφαρμόζεται όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 43 έως 45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η αποφαινόμενη αρχή δεν εφαρμόζει ή παύει να εφαρμόζει τη διαδικασία στα σύνορα, κατόπιν εισήγησης των εκάστοτε αρμόδιων αρχών υποδοχής, ασύλου ή κράτησης, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 53 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Σε περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των αιτούντων υπερβαίνει την επαρκή ικανότητα για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα, με απόφασή του, ο Διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου προτεραιοποιεί τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τα κριτήρια των παρ. 2 και 3 του άρθρου 44 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
3. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 52 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διαδικασίας στα σύνορα στο κράτος μέλος από το οποίο μεταφέρεται ο αιτών, η διαδικασία στα σύνορα εφαρμόζεται στον αιτούντα που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, τηρουμένων των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 128
Προθεσμίες στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα
Η διαδικασία ασύλου στα σύνορα διενεργείται σύμφωνα με τις προθεσμίες του άρθρου 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και ολοκληρώνεται εντός δώδεκα (12) εβδομάδων από την καταχώριση της αίτησης. Η απόφαση σε πρώτο βαθμό εκδίδεται υποχρεωτικά εντός είκοσι πέντε (25) ημερών από την καταχώριση της αίτησης. Η προσφυγή ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 120 του παρόντος, εντός της οποίας προθεσμίας υποβάλλεται και η αίτηση παραμονής. Η συζήτηση της προσφυγής προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός τεσσάρων (4) ημερών. Σε περίπτωση προφορικής ακρόασης ο προσφεύγων ενημερώνεται τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν από την ημερομηνία συζήτησης της προσφυγής του, σε γλώσσα που κατανοεί, για τον τόπο και την ημερομηνία συζήτησης. Η προφορική ακρόαση δεν δύναται να απέχει περισσότερο από πέντε (5) ημέρες από τη συζήτηση της προσφυγής. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά εντός είκοσι πέντε (25) ημερών από τη συζήτηση της προσφυγής.
Άρθρο 129
Τοποθεσίες για τη διεξαγωγή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα
1. Κατά την εξέταση των αιτήσεων που υπόκεινται σε διαδικασία στα σύνορα, οι αιτούντες άσυλο παραμένουν σε διακριτούς χώρους φιλοξενίας εντός των Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών (Κ.Ε.Δ.) ή των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.), τα οποία λειτουργούν ως κέντρα συνοριακών διαδικασιών ασύλου ή κρατούνται σε Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης Αλλοδαπών (ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α.) που λειτουργούν στα σύνορα ή πλησίον αυτών ή εντός της επικράτειας. Στα πρόσωπα αυτά επιβάλλεται περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, προκειμένου να παραμείνουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Η παραμονή ή κράτηση σε καθορισμένο σημείο συνοριακών διαδικασιών εντός της επικράτειας, καθώς και η οποιαδήποτε μετακίνηση των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στα σύνορα, δεν συνιστά νόμιμη είσοδο στην επικράτεια για τους σκοπούς της διαδικασίας ασύλου σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.
2. Η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης διασφαλίζει ότι η χωρητικότητα των τοποθεσιών αυτών επαρκεί για την εξέταση των αιτήσεων ως προς τις οποίες εφαρμόζεται υποχρεωτικά η διαδικασία στα σύνορα όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Αλλαγές στον προσδιορισμό των τοποθεσιών στις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία στα σύνορα γνωστοποιούνται από τη Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός δύο (2) μηνών από τη στιγμή που σημειώθηκαν οι αλλαγές.
Άρθρο 130
Επαρκής ικανότητα και ετήσιος μέγιστος αριθμός αιτήσεων
1. Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο είναι αρμόδια να εξασφαλίζει ότι υπάρχει η επαρκής ικανότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και σε σχετική εκτελεστική πράξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όταν ο αριθμός των αιτούντων διεθνή προστασία που υπάγονται στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα υπερβαίνει την επαρκή ικανότητα που έχει οριστεί για την χώρα, τότε η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής μπορεί να ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στη συνέχεια την Υπηρεσία Ασύλου, ώστε να εξαιρούνται οι περιπτώσεις που ορίζονται στην περ. ι) της παρ. 1 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 από τη συνοριακή διαδικασία.
2. Όταν ο αριθμός των αιτήσεων που έχουν εξεταστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα στην Ελλάδα εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους ισούται με τον μέγιστο αριθμό αιτήσεων που ορίζεται για τη χώρα στην εκτελεστική πράξη της παρ. 1 του άρθρου 47 ή υπερβαίνει αυτόν τον αριθμό, τότε η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής μπορεί να ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 50 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ο Διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου μπορεί να αποφασίζει να μην εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα αιτήσεις αιτούντων που αναφέρονται στις περ. γ) και ι) της παρ. 1 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
Άρθρο 131
Μεταγενέστερες αιτήσεις
1. Σε περίπτωση μεταγενέστερης αίτησης κατά το άρθρο 55 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η αποφαινόμενη αρχή εξετάζει τα στοιχεία της μεταγενέστερης αίτησης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία του φακέλου της προγενέστερης αίτησης.
2. Η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 55 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εντός πέντε (5) ημερών, ή εάν πρόκειται για πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία κατατέθηκε απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης ή για δεύτερη και περαιτέρω μεταγενέστερη αίτηση εντός δύο (2) ημερών, κατ’ αρχάς σε προκαταρκτικό στάδιο. Κατά το στάδιο αυτό, ο αιτών υποβάλλει γραπτώς στις αρμόδιες αρχές κατάθεσης τα τυχόν νέα στοιχεία που προσκομίζει και η εξέταση διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 55 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Εάν η αίτηση κριθεί παραδεκτή, εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και χορηγείται δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία.
3. Εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας προβλέπεται όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 56 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
4. Για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης μετά την πρώτη, ο αιτών καταθέτει παράβολο, το ύψος του οποίου ορίζεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά αίτηση. Τα παράβολα του πρώτου εδαφίου αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού που εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α΄ 190).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΧΩΡΕΣ
Άρθρο 132
Χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών τρίτων χωρών ή ασφαλών χωρών καταγωγής σε εθνικό επίπεδο
1. Οι Υπουργοί Εξωτερικών και Μετανάστευσης και Ασύλου, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, εκδίδουν απόφαση για τον χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών τρίτων χωρών ή ασφαλών χωρών καταγωγής σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 61 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Εάν διαπιστώνεται σημαντική αλλαγή της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε χώρα που έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής τρίτη χώρα, ο χαρακτηρισμός επανεξετάζεται το ταχύτερο δυνατό.
2. Για τις υποχρεώσεις ενημέρωσης του άρθρου 64 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 αρμόδια είναι η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 133
Ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας
Η Διεύθυνση Επιστροφών και Ανακλήσεων της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αρμόδια για την ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και το άρθρο 134 του παρόντος.
Άρθρο 134
Διαδικαστικοί κανόνες για την ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας
1. Η αποφαινόμενη αρχή ενημερώνει εγγράφως τον δικαιούχο διεθνούς προστασίας για τις εγγυήσεις του άρθρου 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την επανεξέταση της συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας. Ιδίως τον ενημερώνει για τους λόγους της επανεξέτασης αυτής και για την υποχρέωση του δικαιούχου να προβάλει με γραπτό υπόμνημά του στην αποφαινόμενη αρχή τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να ανακληθεί το χορηγηθέν καθεστώς. Ταυτόχρονα ενημερώνεται ότι θα διενεργηθεί συνέντευξη σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
2. Η απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας επιδίδεται βάσει του άρθρου 120. Η απόφαση αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους ανάκλησης και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά αυτής, καθώς και την προθεσμία άσκησής της ενώπιον της Αρχής Προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 135.
3. Κατά παρέκκλιση των παρ. 1 και 2, η ανωτέρω διαδικασία δεν εφαρμόζεται εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παρ. 6 του άρθρου 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και η υπόθεση περατώνεται με την έκδοση απόφασης κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 124 του παρόντος. Η απόφαση αυτή γνωστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 120 του παρόντος στον υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή και δεν δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά αυτής σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
Άρθρο 135
Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής
1. Οι αιτούντες και τα πρόσωπα των οποίων το καθεστώς διεθνούς προστασίας ανακλήθηκε έχουν το δικαίωμα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Αρχής Προσφυγών κατά το άρθρο 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.
2. Η προσφυγή κατά κάθε είδους απορριπτικών της αίτησης διεθνούς προστασίας αποφάσεων ή κατά αποφάσεων ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ασκείται:
α) εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης, η οποία απορρίπτει την αίτηση:
αα) ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 121 του παρόντος και το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348,
αβ) λόγω σιωπηρής ανάκλησης, σύμφωνα με το άρθρο 125,
αγ) ως προδήλως αβάσιμη ή αβάσιμη στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και του άρθρου 118 του παρόντος,
β) εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης στις περ. β) και δ) της παρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρου 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
γ) εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση της απόφασης μεταφοράς εάν ο αιτών ευρίσκεται σε διαδικασία συνόρων και εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης μεταφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351.
2. Η απόφαση επιστροφής συμπροσβάλλεται με την προσφυγή της παρ. 1 του άρθρου 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
3. Το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία, με την επιφύλαξη εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 136, χορηγείται εκ νέου σε περίπτωση άσκησης προσφυγής. Ως προς τη διάρκεια ισχύος εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 112. Στην περίπτωση άσκησης εκπρόθεσμης προσφυγής, δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία χορηγείται μόνον όταν γίνει δεκτό το αίτημα παραμονής του προσφεύγοντος σύμφωνα με το άρθρο 136, το οποίο εξετάζεται κατά απόλυτη προτεραιότητα.
4. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής και, εφόσον αυτή ασκηθεί εμπρόθεσμα, μέχρι την επίδοση της απόφασης επ’ αυτής, ο αιτών επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος της χώρας, με την επιφύλαξη του άρθρου 68 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
5. Σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, ο αιτών τίθεται υπό κράτηση σε Προαναχωρησιακό Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών (ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α.) μέχρι να ολοκληρωθεί η απομάκρυνσή του, μόνο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δύνανται να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή και λιγότερο επαχθή μέτρα, εξαιρουμένων των ασυνόδευτων ανηλίκων και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 του ν. 5226/2025 (Α’ 154). Η κατάθεση μεταγενέστερης αίτησης, αίτησης ακύρωσης και αίτησης αναστολής δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως την άρση της κράτησης.
Άρθρο 136
Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής
1. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά απόφασης ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας επιστρέφεται στον προσφεύγοντα η άδεια διαμονής του, εφόσον αυτός έχει δικαίωμα παραμονής στη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 68 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, με την επιφύλαξη της αρχής της μη επαναπροώθησης, ο αιτών και το πρόσωπο του οποίου το καθεστώς διεθνούς προστασίας ανακλήθηκε, δεν έχουν το δικαίωμα παραμονής σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εάν η αρμόδια αρχή έχει λάβει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις:
α) απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση ως αβάσιμη ή προδήλως αβάσιμη εάν κατά τον χρόνο της απόφασης:
αα) ο αιτών υπόκειται στην ταχεία διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις παρ. 1 ή 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348·
αβ) ο αιτών υπόκειται στη διαδικασία στα σύνορα, εκτός εάν ο αιτών είναι ασυνόδευτος ανήλικος·
β) απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση ως απαράδεκτη σύμφωνα με τις περ. α), δ) ή ε) της παρ. 1 του άρθρου 38, ή την παρ. 2 του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εκτός εάν ο αιτών είναι ασυνόδευτος ανήλικος που υπόκειται στη διαδικασία στα σύνορα·
γ) απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση λόγω σιωπηρής ανάκλησης·
δ) απόφαση με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως αβάσιμη ή προδήλως αβάσιμη· ή
ε) απόφαση με την οποία ανακαλείται το καθεστώς διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις περ. β), δ) ή ε) της παρ. 1 του άρθρου 14 ή την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
3. Σε περίπτωση μη αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 68 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η παραμονή του αιτούντος ή του προσώπου του οποίου το καθεστώς διεθνούς προστασίας ανακλήθηκε στο έδαφος της χώρας δύναται να επιτραπεί με απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, ενώπιον της οποίας εκκρεμεί η προσφυγή, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου, το οποίο κατατίθεται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης. Ενόσω εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος του πρώτου εδαφίου, ο αιτών δεν απομακρύνεται από το έδαφος της χώρας, υπό την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 68 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η εξέταση του αιτήματος αυτού γίνεται σε συνεδρίαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών σε συμβούλιο, κατά απόλυτη προτεραιότητα, χωρίς να απαιτείται κλήση του αιτούντος να παρασταθεί. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων αυτών υπολογίζονται καθ’ υπέρβαση του συνολικού, κατά την παρ. 7 του άρθρου 138 του παρόντος, αριθμού ανατιθέμενων ανά μήνα και ανά εισηγητή υποθέσεων.
4. Στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων, με την επιφύλαξη της αρχής της μη επαναπροώθησης, ο αιτών δεν έχει δικαίωμα παραμονής στην ελληνική επικράτεια, εάν η προσφυγή θεωρείται ότι έχει κατατεθεί μόνο με στόχο να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
5. Η άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά απόφασης της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως δικαίωμα παραμονής.
6. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση επί του αιτήματος παραμονής δεν πρέπει να οδηγεί σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση κατά παράβαση του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου.
Άρθρο 137
Κατάθεση προσφυγής
1. Η προσφυγή κατατίθεται από τον ίδιο τον προσφεύγοντα στο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή στο Αυτοτελές Κλιμάκιο της Υπηρεσίας Ασύλου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου του τόπου διαμονής ή στο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου στην περίπτωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 προσφυγής κατά απόφασης μεταφοράς, και υπογράφεται επί ποινή απαραδέκτου από τον ίδιο τον προσφεύγοντα ή από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ειδικώς, σε περίπτωση που ο προσφεύγων είναι κρατούμενος, η προσφυγή κατατίθεται στον Προϊστάμενο του οικείου καταστήματος, χώρου κράτησης ή κέντρου, ο οποίος αποστέλλει αυτήν αυθημερόν με ηλεκτρονικό μέσο στο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή στο Αυτοτελές Κλιμάκιο της Υπηρεσίας Ασύλου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε περίπτωση συνδρομής λόγων ανωτέρας βίας, όπως σοβαρή ασθένεια ή σοβαρή σωματική αναπηρία, ή ανυπέρβλητου κωλύματος που κατέστησαν αδύνατη την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος για την κατάθεση της προσφυγής, αναστέλλεται η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο αιτών υποβάλει σχετική αίτηση, με την οποία επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο τα περιστατικά που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του. Ο ισχυρισμός πρέπει να αποδεικνύεται αμέσως με έγγραφα στοιχεία και με ανάλογα πιστοποιητικά ή βεβαίωση δημόσιας υπηρεσίας. Εάν διαπιστωθεί η συνδρομή των ως άνω λόγων ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, και υπό την προϋπόθεση της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αιτούντος ενώπιον των αρμοδίων αρχών του πρώτου εδαφίου αίρονται οι συνέπειες της μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
2. Με την κατάθεση της προσφυγής, γίνεται άμεση καταχώριση των απαιτούμενων στοιχείων που περιέχονται στην προσφυγή καθώς και των τυχόν προσκομιζόμενων εγγράφων που κατατίθενται σε ηλεκτρονική μορφή από τον αρμόδιο, για την παραλαβή της προσφυγής, υπάλληλο της Υπηρεσίας Ασύλου, στην ηλεκτρονική εφαρμογή ασύλου,.
3. Για την κατάθεση της παρ. 2 συντάσσεται πράξη, η οποία διαλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που παρέλαβε την προσφυγή, το ονοματεπώνυμο του προσφεύγοντος και την προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίγραφο της πράξης κατάθεσης της προσφυγής επιδίδεται, με την κατάθεση της προσφυγής, στον προσφεύγοντα. Η Αρχή Προσφυγών ενημερώνεται αμελλητί από τις Υπηρεσίες της παρ. 1 για τις κατατεθείσες προσφυγές. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής ασύλου, η οποία σχετίζεται με την καταχώριση των προσφυγών, αυτές αποστέλλονται στην Αρχή Προσφυγών αυθημερόν με ηλεκτρονικό μέσο ή άλλο πρόσφορο τρόπο.
4. Η προσφυγή ασκείται με έγγραφο το οποίο μνημονεύει:
α) το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του προσφεύγοντος,
β) το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου του και, εάν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου του, εάν υπάρχουν,
γ) τον τόπο και τον χρόνο της σύνταξής του,
δ) την προσβαλλόμενη απόφαση,
ε) τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή,
στ) δήλωση συναίνεσης ή εναντίωσης για τη δημόσια συνεδρίαση της υπόθεσης. Σε περίπτωση μη υποβολής σχετικής δήλωσης, η υπόθεση συζητείται σε δημόσια συνεδρίαση.
Εάν δεν συμπληρωθούν τα ανωτέρω στοιχεία, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Άρθρο 138
Προσδιορισμός συζήτησης της προσφυγής
1. Με την κατάθεση της προσφυγής, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 137 ενημερώνει αυθημερόν τον προσφεύγοντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για την ημερομηνία συζήτησής της σε γλώσσα που κατανοεί ο προσφεύγων ή με τη συνδρομή διερμηνείας.
2. Η συζήτηση της προσφυγής προσδιορίζεται υποχρεωτικά το ταχύτερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση όχι περισσότερο:
α) από είκοσι (20) ημέρες μετά την κατάθεση προσφυγής που ασκείται κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη με τη διαδικασία εξέτασης του Τμήματος ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ή ανακαλείται καθεστώς διεθνούς προστασίας,
β) από δέκα (10) ημέρες μετά την κατάθεση προσφυγής που ασκείται κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας με την ταχεία διαδικασία εξέτασης του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ή ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ή λόγω σιωπηρής ανάκλησης,
γ) από τέσσερις (4) ημέρες μετά την κατάθεση προσφυγής που ασκείται κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
3. Αμέσως μετά τον προσδιορισμό της προσφυγής και την ενημέρωση της ηλεκτρονικής εφαρμογής ασύλου, ο Διοικητικός Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών, με πράξη του στην ηλεκτρονική εφαρμογή ασύλου, ορίζει τον βοηθό εισηγητή που προετοιμάζει την κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 εισήγηση.
4. Κάθε μέλος της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών δύναται να επικουρείται στο έργο του, πέραν από το ήδη υπάρχον προσωπικό και από προσωπικό «βοηθούς εισηγητές» (rapporteurs) και γραμματείς που διατίθενται από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
5. Οι βοηθοί εισηγητές αναλαμβάνουν τη σύνταξη έκθεσης που περιέχει καταγραφή και επεξεργασία του πραγματικού της υπόθεσης και των προβαλλόμενων με την προσφυγή ισχυρισμών, καθώς και αντιστοίχιση αυτών με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η οποία τίθεται στη δικαιοδοτική κρίση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών έως την προτεραία της συζήτησης.
6. Η έκθεση της παρ. 5 επισυνάπτεται στον φάκελο της υπόθεσης έως την προτεραία της συζήτησης. Η μη σύνταξη ή μη υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή έκθεσης, δεν κωλύει τη συζήτηση της προσφυγής. Έκθεση δεν συντάσσεται για προσφυγές που είναι εκπρόθεσμες, καθώς και για προσφυγές κατά αποφάσεων που έχουν απορρίψει την αίτηση ως:
α) προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348,
β) απαράδεκτη, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 38, πλην των περ. α) και β) αυτού, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
7. Κατά τον προσδιορισμό της προσφυγής, η αρμόδια αρχή προσδιορίζει ανά Επιτροπή από εβδομήντα πέντε (75) έως ενενήντα (90) υποθέσεις προς συζήτηση ανά μήνα, με την επιφύλαξη των ειδικότερα οριζόμενων στον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών για τη λειτουργία των Τμημάτων διακοπών. Οι υποθέσεις που συζητούνται κατανέμονται ισομερώς, κατά κατηγορία και αντικείμενο, στον Πρόεδρο και τα μέλη των Επιτροπών. Ο συνολικός μηνιαίος αριθμός από τις συζητηθείσες υποθέσεις που χρεώνεται κάθε μέλος ανέρχεται σε τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) για όλες τις συνθέσεις. Σε περίπτωση εμβόλιμων συνεδριάσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών, ο αριθμός των προσδιοριζόμενων προς συζήτηση υποθέσεων δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) υποθέσεις ανά συνεδρίαση, υπό την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 141. Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο των ανά μήνα υποθέσεων που χρεώνεται κάθε μέλος, σε τακτικές και εμβόλιμες συνεδριάσεις, δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30). Σε περίπτωση υπέρβασης του αριθμού του πέμπτου εδαφίου, λαμβάνεται πρόνοια για ανάλογη μείωση του αριθμού των υποθέσεων που χρεώνονται τα μέλη αυτά κατά τους αμέσως επόμενους μήνες.
8. Προσφυγές που έχουν υποβληθεί μετά την πάροδο των προθεσμιών της παρ. 3 του άρθρου 135, συζητούνται κατά προτεραιότητα, με πράξη του Διοικητικού Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών, το αργότερο εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Εάν ο προσφεύγων αποδείξει με έγγραφα στοιχεία ότι η εκπρόθεσμη άσκηση οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, οι προσφυγές κρίνονται στην ουσία, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτες. Σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται κατά απόφασης επί αιτήσεως που έχει εξεταστεί κατά προτεραιότητα, ο Διοικητικός Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών εκδίδει σχετική πράξη και η προσφυγή εισάγεται άμεσα προς συζήτηση εντός δέκα (10) ημερών, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος Μέρους.
9. Η ημερομηνία συζήτησης δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση του Διοικητικού Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών, αφού προηγουμένως ενημερωθεί ο προσφεύγων ή ο πληρεξούσιός δικηγόρος του, τηρουμένων των ειδικότερων προθεσμιών που προβλέπονται για τη συζήτηση της κάθε υπόθεσης.
10. Σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου και του ν. 5226/2025 (Α’ 154), η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απορριπτικής απόφασης. Εφόσον υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής ή απέλασης, θεωρείται ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής ή απέλασης ενσωματώνεται στο κεφάλαιο της απορριπτικής απόφασης που διατάσσει την επιστροφή.
Άρθρο 139
Έκθεμα
1. Ο Διοικητικός Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών μεριμνά για την επαρκή γραμματειακή υποστήριξη των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, την παροχή κατάλληλης διερμηνείας και υπογράφει το έκθεμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο και τον Κανονισμό της Αρχής Προσφυγών.
2. Το αρμόδιο τμήμα για την παροχή γραμματειακής υποστήριξης της Αρχής Προσφυγών καταρτίζει για κάθε δικάσιμο έκθεμα βάσει των καταχωρήσεων των προσφυγών στην ηλεκτρονική εφαρμογή ασύλου και τυχόν πράξεων του Διευθυντή που αφορούν την κατά προτεραιότητα συζήτηση προσφυγών, στο οποίο αναγράφονται οι προς συζήτηση υποθέσεις. Η συζήτηση προσφυγών των αιτούντων που εμπίπτουν στη διαδικασία των συνόρων, προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα.
3. Το έκθεμα αναρτάται έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων, από την προηγουμένη της συνεδρίασης. Δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας η μη ανάρτηση του εκθέματος ή η μη μνεία σε αυτό συγκεκριμένης υπόθεσης. Το έκθεμα κοινοποιείται στα μέλη των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, μαζί με τους σχετικούς διοικητικούς φακέλους, δύο (2) ημέρες πριν από την ημέρα συζήτησης των προσφυγών στη διαδικασία συνόρων και πέντε (5) ημέρες πριν από την ημέρα συζήτησης στις υπόλοιπες διαδικασίες. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, μόλις παραλάβει το έκθεμα, το γνωστοποιεί στα υπόλοιπα μέλη της, εγγράφως ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Η γνωστοποίηση επέχει θέση πρόσκλησης προκειμένου να παραστούν στις συνεδριάσεις της τριμελούς και μονομελούς σύνθεσης. Ο Πρόεδρος διαμοιράζει τις υποθέσεις μεταξύ του ιδίου και των μελών της Επιτροπής. Στο έκθεμα που αναρτάται έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων αναγράφονται μόνο οι αριθμοί των υποθέσεων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε ονόματα και χώρες καταγωγής. Η προθεσμία του τρίτου εδαφίου μπορεί να συντέμνεται κατόπιν πράξης του Διοικητικού Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών.
Άρθρο 140
Συζήτηση προσφυγής
1. Η διαδικασία ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών είναι έγγραφη και η συζήτηση των προσφυγών διενεργείται με βάση τα στοιχεία του φυσικού και ηλεκτρονικού φακέλου, υπό την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4.
2. Κατά τη διαδικασία ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών ο προσφεύγων παρίσταται αυτοπροσώπως ή δια πληρεξούσιου δικηγόρου. Εναλλακτικά ο προσφεύγων μεριμνά για την αποστολή στην Αρχή Προσφυγών με κάθε πρόσφορο τρόπο, βεβαίωσης του Διοικητή της Περιφερειακής Υπηρεσίας της Yπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτών διαμένει πράγματι στην ως άνω Περιφερειακή Υπηρεσία κατά την ημερομηνία αίτησης της βεβαίωσης ή βεβαίωσης της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, στην περίπτωση που κρατείται ή του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών της περιοχής όπου διαμένει περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση της βεβαίωσης. Οι ημερομηνίες του δεύτερου εδαφίου δεν μπορούν να απέχουν πέραν των τριών (3) ημερών από τη συζήτηση της προσφυγής. Σε περίπτωση μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης ή μη εμφάνισης δια πληρεξουσίου δικηγόρου ή μη περιέλευσης στην Αρχή Προσφυγών των ως άνω βεβαιώσεων, τεκμαίρεται ότι ο αιτών έχει ανακαλέσει σιωπηρά την προσφυγή του και αυτή απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, όπως σοβαρή ασθένεια ή σοβαρή σωματική αναπηρία, ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Στις περιπτώσεις αυτές ο αιτών υποβάλει σχετική αίτηση, με την οποία επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο τα περιστατικά που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Ο ισχυρισμός πρέπει να αποδεικνύεται αμέσως με έγγραφα στοιχεία και με ανάλογα πιστοποιητικά ή βεβαίωση δημόσιας υπηρεσίας. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί η συνδρομή των ως άνω λόγων ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, αίρονται οι συνέπειες της μη εμφάνισης του προηγουμένου εδαφίου.
3. Η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών καλεί υποχρεωτικά τον προσφεύγοντα σε προφορική ακρόαση όταν: α) με την προσφυγή προσβάλλεται απόφαση ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας είτε β) ανακύπτουν ζητήματα ή αμφιβολίες ως προς την πληρότητα της συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε κατά τον πρώτο βαθμό εξέτασης είτε γ) ο προσφεύγων επικαλείται σοβαρά νέα στοιχεία που αφορούν σε ουσιώδεις, οψιγενείς ισχυρισμούς. Η προφορική ακρόαση δύναται να διεξάγεται με φυσική παρουσία ή μέσω τηλεδιάσκεψης ιδίως όταν ο προσφεύγων τελεί υπό κράτηση, βρίσκεται σε διαδικασία συνόρων, αντιμετωπίζει σοβαρά πρακτικά εμπόδια ή είναι αιτών με ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις.
4. Εφόσον ακολουθείται διαδικασία συζήτησης της προσφυγής με προφορική ακρόαση, η Αρχή Προσφυγών καλεί τον προσφεύγοντα ενώπιον της αρμόδιας Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών. Ο προσφεύγων ενημερώνεται τουλάχιστον δύο (2) ημέρες, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στη διαδικασία των συνόρων ή στην ταχεία διαδικασία, και δέκα (10) ημέρες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πριν από την ημερομηνία συζήτησης της προσφυγής του, σε γλώσσα που κατανοεί, για τον τόπο και την ημερομηνία συζήτησης, καθώς και για το δικαίωμά του να παρασταθεί αυτοπροσώπως ή και εκπροσωπούμενος από πρόσωπα του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ενώπιόν της για να εκθέσει προφορικά, με τη βοήθεια κατάλληλου διερμηνέα, τα επιχειρήματά του και να δώσει τυχόν διευκρινίσεις. Στην ίδια προθεσμία ενημερώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο και η Υπηρεσία Ασύλου, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις της για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές, με κάθε λόγο, πραγματικό μέρος. Σε περίπτωση απουσίας του προσφεύγοντος και εφόσον δεν συντρέχουν αποδεδειγμένοι λόγοι ανωτέρας βίας, εάν και έχει κληθεί νομίμως, τεκμαίρεται ότι ο αιτών έχει ανακαλέσει σιωπηρά την προσφυγή του και αυτή απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση συνδρομής αποδεδειγμένων λόγων ανωτέρας βίας κατά το τέταρτο εδάφιο, η διαδικασία της προφορικής ακρόασης επαναπροσδιορίζεται.
5. Η συζήτηση στις Επιτροπές είναι δημόσια, εκτός αν αντιλέγει ο προσφεύγων, γνωστοποιώντας τη βούλησή του είτε προφορικά ο ίδιος ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, είτε με έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή του εκπροσώπου του, είτε δια του υπομνήματος.
6. Ο Πρόεδρος της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών ή ο δικαστής που προεδρεύει μπορεί να επιτρέψει την υποβολή υπομνημάτων κατά το άρθρο 142 από τους ενδιαφερόμενους, μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από αυτόν, για την ανάπτυξη όσων έχουν εκτεθεί κατά τη διαδικασία της προφορικής ακρόασης.
7. Η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δύναται να αποφασίσει κεκλεισμένων των θυρών για την προστασία του προσφεύγοντος.
8. Αν ο Πρόεδρος ή μέλος Επιτροπής κωλύεται να συμμετέχει σε τρεις (3) τουλάχιστον συνεχόμενες συνεδριάσεις της τριμελούς σύνθεσης, είναι δυνατή η προσωρινή αντικατάστασή του για τρεις (3) μήνες, με δυνατότητα ανανέωσης, εφόσον το κώλυμα εξακολουθεί. Για την αντικατάσταση ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 του ν. 4375/2016 (Α’ 51) για τον ορισμό Προέδρου ή μέλους της Επιτροπής. Με την εκ νέου ανάληψη καθηκόντων του κωλυομένου Προέδρου ή μέλους της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών παύει η αντικατάσταση. Υποθέσεις, οι οποίες έχουν συζητηθεί από τον κωλυόμενο Πρόεδρο ή μέλος και επί των οποίων δεν έχει λάβει χώρα διάσκεψη, εισάγονται προς επανασυζήτηση στην ίδια Επιτροπή, με αντικατάσταση ή αναπλήρωση του κωλυομένου Προέδρου ή μέλους, η δε απόφαση εκδίδεται από τη σύνθεση αυτή.
9. Εάν μετά τη διάσκεψη της υπόθεσης ο Πρόεδρος ή μέλος της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών αντικαθίσταται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η απόφαση εκδίδεται από την ίδια Επιτροπή με αντικατάστασή του.
10. Κατά τη συζήτηση της προσφυγής, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών εξετάζει την υπόθεση εξ υπαρχής κατά τον νόμο και την ουσία και αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος.
Άρθρο 141
Αναβολή της συζήτησης
1. Η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικά:
α) εάν ο προσφεύγων που δεν παρίσταται, δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή
β) εάν το ζητήσει ο προσφεύγων ο οποίος, μολονότι παρίσταται, δεν έχει κλητευθεί νόμιμα.
2. Ο προσφεύγων που παρίσταται αυτοπροσώπως ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δύναται να ζητήσει για μία (1) μόνο φορά την αναβολή της συζήτησης και μόνο για σπουδαίο λόγο, εφόσον ο λόγος αποδεικνύεται παραχρήμα. Η υπόθεση που αναβάλλεται, προσδιορίζεται για συζήτηση στην αμέσως επόμενη δικάσιμο και ανακοινώνεται η ημερομηνία στον προσφεύγοντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Για τη νέα ημερομηνία συζήτησης δεν απαιτείται εκ νέου ειδοποίηση του προσφεύγοντος που υπέβαλε το αίτημα αναβολής ή του δικηγόρου του. Εάν έχει συμπληρωθεί ο συνολικός, κατά την παρ. 7 του άρθρου 138, αριθμός ανατιθέμενων ανά μήνα και ανά εισηγητή υποθέσεων, οι υποθέσεις που αναβάλλονται, συζητούνται καθ` υπέρβαση του αριθμού αυτού. Το τέταρτο εδάφιο εφαρμόζεται και σε περίπτωση εμβόλιμων συνεδριάσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών.
3. Η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Κανονισμού 2024/1348 συνιστά λόγο αναβολής, εφόσον η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών εκτιμήσει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, ότι προκαλείται στον προσφεύγοντα ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη και ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της προσφυγής του.
Άρθρο 142
Υπομνήματα
Ο προσφεύγων δύναται να καταθέσει υπόμνημα για την ανάπτυξη των προβαλλόμενων με την προσφυγή ισχυρισμών το αργότερο τρεις (3) ημέρες πριν από τη συζήτηση της προσφυγής με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 128. Με το ίδιο υπόμνημα μπορεί να προβάλει και οψιφανείς και οψιγενείς ισχυρισμούς. Στην ίδια προθεσμία οφείλει και να προσκομίσει τα αποδεικτικά των ισχυρισμών του στοιχεία. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον εφαρμόζεται η διαδικασία της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 138 ο προσφεύγων δύναται να καταθέσει υπόμνημα έως την προτεραία της συζήτησης της προσφυγής.
Άρθρο 143
Παραίτηση από την προσφυγή
Σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο της προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 124.
Άρθρο 144
Αναπομπή στον πρώτο βαθμό
Αναπομπή της υπόθεσης στη διοικητική διαδικασία του Κεφαλαίου ΙΙΙ και του Κεφαλαίου IV του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιτρέπεται. Στην περίπτωση που η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών θεωρήσει ως αναγκαία τη διενέργεια συνέντευξης, αυτή πραγματοποιείται από την ίδια την Επιτροπή, τηρουμένων των προϋποθέσεων του Τμήματος ΙΙ του Κεφαλαίου Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και του παρόντος νόμου. Η σχετική απόφαση αναγράφεται σε πρακτικό με το οποίο αναβάλλεται η συζήτηση της υπόθεσης και ορίζεται η διενέργεια της συνέντευξης σε επόμενη συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν του ενός (1) μηνός.
Άρθρο 145
Διάρκεια διαδικασίας προσφυγής
Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση:
α) εντός σαράντα (40) ημερών από τη συζήτηση, στις περιπτώσεις εφαρμογής της κανονικής διαδικασίας και της διαδικασίας ανάκλησης καθεστώτος του Τμήματος ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348,
β) εντός είκοσι πέντε (25) ημερών από τη συζήτηση, εάν απορρίπτει την αίτηση ως προδήλως αβάσιμη ή αβάσιμη, κατ’ εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας ή της διαδικασίας των συνόρων, καθώς και στην περίπτωση απόφασης που απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη ή λόγω σιωπηρής ανάκλησης.
Οι ανωτέρω προθεσμίες τηρούνται με την επιφύλαξη των συνολικών χρονικών ορίων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ιδίως της αποκλειστικής προθεσμίας των δώδεκα (12) εβδομάδων του άρθρου 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ως προς την ολοκλήρωση της εξέτασης των αιτήσεων που εμπίπτουν στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα.
Άρθρο 146
Υπογραφή, διόρθωση και επίδοση απόφασης
1. Η απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Εισηγητή. Οι υπογραφές των αποφάσεων τίθενται ηλεκτρονικά, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Θ’ του ν. 4727/2020 (Α΄ 184).
2. Εάν στην απόφαση έχουν παρεισφρήσει γραφικά λάθη ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε ελλιπώς, ο Πρόεδρος προβαίνει αυτεπαγγέλτως στη διόρθωσή της. Η ως άνω διαδικασία μπορεί να κινηθεί και κατόπιν αίτησης του προσφεύγοντος που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου.
3. Η απόφαση επιδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 120.
Άρθρο 147
Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
1. Από την επίδοση της απόφασης αναγνώρισης παροχής καθεστώτος πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας κατά το άρθρο 120, διακόπτονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής. Οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας που διαμένουν σε Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχείων και διαμερισμάτων, υποχρεούνται να αποχωρήσουν από αυτές εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτούς της απόφασης αναγνώρισης. Ειδικά για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, η προθεσμία του δεύτερου εδαφίου εκκινεί από την ενηλικίωσή τους.
2. Για όσα ορίζονται στην παρ. 1, οι δικαιούχοι ενημερώνονται σε γλώσσα που ευλόγως κατανοούν, τους παρέχεται δε κάθε συνδρομή όσον αφορά τη διερμηνεία στη γλώσσα που κατανοούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, καθώς και την Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.
3. Από την επίδοση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης κατά το άρθρο 120 του παρόντος, διακόπτονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής και οι απορριφθέντες πολίτες τρίτων χωρών υποχρεούνται να αποχωρήσουν από τις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχείων και διαμερισμάτων, εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση σε αυτούς της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του ν. 5226/2025 (Α’ 154). Ειδικά για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, η προθεσμία του δευτέρου εδαφίου εκκινεί από την ενηλικίωσή τους, με την επιφύλαξη των άρθρων 11, 15, 16 και 18 του ν. 5226/2025. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι άνω των δεκαέξι (16) ετών που διαμένουν σε Κέντρα Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων (Κ.Φ.Α.Α.) δύναται να μετακινούνται στις ασφαλείς ζώνες των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 84 του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Άρθρο 148
Αίτηση ακύρωσης
1. Οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
2. Με την αίτηση ακύρωσης συμπροσβάλλεται και η απόφαση επιστροφής της παρ. 10 του άρθρου 138.
3. Αίτηση ακύρωσης κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με το παρόν, μπορεί να ασκηθεί και από τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου.
Άρθρο 149
Προθεσμία
1. Η προθεσμία για την αίτηση ακύρωσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης της απόφασης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 120.
2. Για το δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης, την προθεσμία άσκησής του, καθώς και για το αρμόδιο δικαστήριο γίνεται ρητή αναφορά επί του σώματος της απόφασης.
Άρθρο 150
Προσδιορισμός αίτησης ακύρωσης
Ειδικά για τις υποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274) ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Αιτήσεις ακύρωσης κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που έχουν εκδοθεί κατά τη διαδικασία στα σύνορα του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, καθώς και κατά την ταχεία διαδικασία εξέτασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και στην παρ. 2 του άρθρου 138 του παρόντος, προσδιορίζονται υποχρεωτικά προς εκδίκαση εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεση.
β) Αιτήσεις ακύρωσης κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που έχουν εκδοθεί κατά προτεραιότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 8 του άρθρου 138 προσδιορίζονται υποχρεωτικά προς εκδίκαση εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση.
γ) Αιτήσεις ακύρωσης κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που υπάγονται στην κανονική διαδικασία εξέτασης, προσδιορίζονται υποχρεωτικά προς εκδίκαση εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση.
Για τις υποθέσεις αυτές, η Αρχή Προσφυγών υποχρεούται, όπως αποστείλει στη Γραμματεία του Τμήματος ενώπιον του οποίου έχει κατατεθεί η αίτηση ακύρωσης, εκτός από τον διοικητικό φάκελο, και τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης.
Άρθρο 151
Έκδοση απόφασης
Ειδικά για τις υποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 οι αποφάσεις επί των αιτήσεων ακύρωσης των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 150 εκδίδονται υποχρεωτικά εντός ενός (1) μηνός από τη συζήτηση της αίτησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 152
Συνεργασία
Η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου:
α) ορίζεται ως Εθνικό Σημείο Επαφής για τη διοικητική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα ζητήματα που καλύπτονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 και
β) λαμβάνει, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, τα απαραίτητα μέτρα για την ανάπτυξη απευθείας συνεργασίας και την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αντίστοιχες Αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
Άρθρο 153
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις, ως προς την νομική καθοδήγηση, σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης ή τους λόγους αποκλεισμού, τη διαδικασία υποβολής και διεκπεραίωσης των αιτημάτων, την επιβολή χρηματικών ή οικονομικών ορίων στο πλαίσιο παροχής νομικής καθοδήγησης, συνδρομής και εκπροσώπησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 102.
2. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου μπορεί να γίνεται δεκτή και άλλη κατηγορία εγγράφων για την ταυτοποίηση των αιτούντων, πέραν εκείνων που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 111.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα έγγραφα των παρ. 2 και 3 του άρθρου 111, καθώς και κάθε σχετική τεχνική λεπτομέρεια για την έκδοση και τη μορφή των εγγράφων αυτών.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Μετανάστευσης και Ασύλου, η οποία εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, καθορίζονται οι τρίτες χώρες ή οι χώρες καταγωγής που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς, καθώς και οι τρίτες χώρες ή οι χώρες καταγωγής που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων άσυλο, για τους σκοπούς της εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 64 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται λεπτομέρειες για τον καθορισμό της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας αιτούντων διεθνή προστασία κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 107.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μετανάστευσης και Ασύλου δύναται να αναπροσαρμόζεται το ύψος του παράβολου, να καθορίζονται η διαδικασία εγγραφής των αντίστοιχων πιστώσεων στον προϋπολογισμό του Υπουργείου, ο τρόπος διάθεσής τους, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα που αφορά στην εφαρμογή την επιβολή του.
7. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται τα κριτήρια, η διαδικασία καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ή τεχνικό θέμα που αφορά στη δραστηριοποίηση των οργανώσεων και των μελών τους που προβλέπονται στο άρθρο 114. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Μετανάστευσης και Ασύλου δύνανται να καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες της διαλειτουργικότητας του Μητρώου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τις δημόσιες βάσεις δεδομένων του Υπουργείου Εσωτερικών.
8. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, μπορεί να προβλέπεται η εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 127, για τη λήψη απόφασης σχετικά με:
α) το απαράδεκτο μιας αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και
β) την ουσία μιας αίτησης, όταν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που αναφέρονται στις περ. α), β), δ), ε) και ζ) της παρ. 1 και στην περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
9. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου δύνανται να καθορίζονται ειδικές κατηγορίες δικαιούχων για τις οποίες παρατείνεται η παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής ή η προθεσμία αποχώρησης, όπως ιδίως για όσους πάσχουν από σοβαρή ασθένεια.





Άρθρο 113 Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων:
Η πρόβλεψη για προηγούμενη αδειοδότηση από την ΥΠΥΤ της πρόσβασης οργανώσεων και προσώπων που παρέχουν νομική, ιατρική και ψυχολογική καθοδήγηση και συνδρομή αντίκειται στην πραγματική πρόσβαση που εγγυάται ο Κανονισμός Διαδικασιών στα άρθρα 18 και 30. Για το ειδικότερο θέμα της πρόσβασης δικηγόρων βλ. σχόλιο άρθρου 13.
Άρθρα 121 και 138 παρ. 10: Απόφαση επιστροφής
Σύμφωνα με το άρθρο 6 Ν. 5226/2025 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/115/ΕΚ περί επιστροφών, Οι αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή του παρόντος λαμβάνουν δεόντως υπόψη: α) το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, β) την οικογενειακή ζωή, και γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου πολίτη τρίτης χώρας και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης. Επομένως στις περιπτώσεις των άρθρων 121 και 138 του Νομοσχεδίου θα πρέπει ρητά να προβλέπεται ότι μετά την απόρριψη της αίτησης ή της Προσφυγής δε θα πρέπει να εκδίδεται απόφαση επιστροφής χωρίς αιτιολογημένη κρίση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 6 για την τήρηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, της οικογενειακής ζωής και κατάστασης υγείας και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
ΑΡΘΡΟ 107
Είναι θετική η πρόβλεψη του σχεδίου νόμου ότι η διαδικασία εκτίμησης ηλικίας οφείλει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, καθώς και η πρόβλεψη έκδοσης νέας Κοινής Υπουργικής Απόφασης κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου. Η ρύθμιση αυτή κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεδομένου ότι το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Κανονισμού. Η ανάγκη άμεσης αντικατάστασης της υφιστάμενης ΚΥΑ έχει υπογραμμιστεί επανειλημμένα από οργανώσεις και φορείς παιδικής προστασίας.
ΑΡΘΡΟ 96 ΠΑΡ. 5 & 101 ΠΑΡ. 1
Η πρόβλεψη του άρθρου 96 παρ. 5 σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την ενίσχυση και υποστήριξη των παρεχόμενων υπηρεσιών διερμηνείας κατά τη διαδικασία ασύλου πρέπει να απαλειφθεί, καθώς δεν συνάδει με τις προβλέψεις του Κανονισμού Διαδικασιών για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση. Η διερμηνεία στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων ασύλου αποτελεί κρίσιμη διαδικαστική εγγύηση και απαιτεί υψηλό βαθμό ακρίβειας, αξιοπιστίας και κατανόησης πολιτισμικών και κοινωνικών παραμέτρων, καθώς και τη δυνατότητα διαχείρισης ευαίσθητων και συχνά τραυματικών αφηγήσεων. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να διασφαλιστούν επαρκώς μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, η χρήση τέτοιων τεχνολογιών στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων, την επεξεργασία ευαίσθητων πληροφοριών και τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας της διαδικασίας.
Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να διαγραφεί και το εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 101, καθώς η δυνατότητα παράλειψης τήρησης πρακτικού συνέντευξης δεν συνάδει με τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, η χρήση «πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης ηχογράφησης και αυτόματης έγγραφης αποτύπωσης της συνέντευξης» δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς αξιόπιστη για διαδικασίες με τόσο σοβαρές συνέπειες για τα δικαιώματα των αιτούντων, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε σφάλματα στην καταγραφή ή την απόδοση κρίσιμων στοιχείων της συνέντευξης. Παράλληλα, η εκτεταμένη επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων μέσω τέτοιων συστημάτων δημιουργεί αυξημένους κινδύνους για την εμπιστευτικότητα και την προστασία τους.
ΑΡΘΡΑ 127-129 ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 136
ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ
Οι διατάξεις των άρθρων 127-129 παραπέμπουν ευθέως στον Κανονισμό 2024/1348 για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση. Σε σύγκριση με την προηγούμενη ρύθμιση, το άρθρο 54 του Κανονισμού διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων. Επιπλέον, η περιγραφή του ελέγχου επί των πολιτών τρίτων χωρών εγείρει ζητήματα γενίκευσης της κράτησης και καταστρατήγησης της αρχής της αναλογικότητας αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του Κανονισμού, η διαδικασία συνόρων μπορεί να διενεργηθεί μόνο «Μετά τον έλεγχο διαλογής που διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1356, κατά περίπτωση και υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών δεν έχει ακόμη λάβει άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους».
Πρώτα απ’ όλα, η δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων εντός του εδάφους των κρατών μελών, έρχεται σε αντίθεση με το κανονιστικό πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε τα πρόσωπα που φτάνουν στα εσωτερικά σύνορα να έχουν ήδη εισέλθει στο έδαφος των κρατών μελών, καθώς, διαφορετικά, στον χώρο Σένγκεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν περιοχές ή ζώνες που δεν θα ανήκουν σε κανένα από τα κράτη Σένγκεν. Αυτό απορρέει από τον ίδιο τον σκοπό του χώρου Σένγκεν, που είναι η δημιουργία ενός κοινού χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα και με κοινή εδαφική δικαιοδοσία. Η Σένγκεν δεν αναφέρεται ρητά στο πλάσμα μη εισόδου, και η άρνηση εισόδου είναι νόμιμη μόνο στα εξωτερικά σύνορα.
Επειδή η διαδικασία συνόρων πραγματοποιείται «πριν από την είσοδο» (άρθρο 43 παρ. 1), αυτή λήγει πάντα αυτόματα με την είσοδο. Αυτό προκύπτει, στο πλαίσιο του άρθρου 54, άμεσα και από τις παραγράφους 4 και 5 του Κανονισμού, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα ότι η απαίτηση διαμονής σε συγκεκριμένο τόπο και η μεταφορά για δικαστικούς ή ιατρικούς σκοπούς δεν πρέπει να θεωρείται ως άδεια ή ως είσοδος. Ήδη η διατύπωση «μεταφερθεί» καθιστά σαφές ότι πρέπει να υπάρχει συνεχής έλεγχος του ενδιαφερόμενου προσώπου από τις αρχές του κράτους μέλους. Η ίδια λογική ακολουθείται στο άρθρο 6 του Κανονισμού Διαλογής. Επομένως, εάν ένα κράτος μέλος χάσει τον φυσικό έλεγχο επί ενός προσώπου που εμπίπτει στην εν λόγω νομική υπόθεση, δε μπορεί πλέον να εφαρμοστεί το πλάσμα μη εισόδου και η είσοδος έχει πραγματοποιηθεί. Οι προϋποθέσεις της διαδικασίας στα σύνορα δεν πληρούνται πλέον ipso facto και η διαδικασία δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί. Για να υπάρχει, συνεπώς, διαδικασία συνόρων με τον τρόπο που περιγράφεται στο νέο πλαίσιο, η ελευθερία κίνησης του εν λόγω ατόμου πρέπει να περιορίζεται ανά πάσα στιγμή και να υπόκειται σε επίβλεψη από τις αρχές, ενώ σε περίπτωση διαφυγής του ατόμου από τον έλεγχο αυτό η εφαρμογή της διαδικασίας των συνόρων κατά τον ΚΕΣΑ είναι αυτομάτως μη νόμιμη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστούμε ένα σενάριο όπου αυτό δε θα ισοδυναμεί με μία συνθήκη γενίκευσης της κράτησης κατά τρόπο αντίθετο με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το αν η παραμονή στον τόπο της διαδικασίας στα σύνορα θεωρείται από το κράτος ως στέρηση της ελευθερίας ή περιορισμός της ελευθερίας, πρέπει να εκδοθεί απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο καθώς και να ρυθμιστεί η πρόσβαση σε αποτελεσματική νομική συνδρομή.
ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΟΡΩΝ
Από τις διατάξεις του παρόντος μέρους προκαλείται σύγχυση αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων στους ασυνόδευτους ανήλικους. Η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 2β’ συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας δυνατότητας, κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με τον Κανονισμό και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου.
Η παρ. 1 του άρθρου 53 του Κανονισμού περιλαμβάνει ειδική ρύθμιση για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, στους οποίους η διαδικασία συνόρων δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν. Η διάταξη ορίζει την εξαίρεση της απειλής για την ασφάλεια παραπέμποντας στο άρθρο 42 παρ. 3β’ του Κανονισμού. Δοθείσης, της αοριστίας των εννοιών της διάταξης 42 παρ.3β’ και σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν αναφορικά με το βαθμό ελέγχου, παρεμβατικότητας και εν τέλει κράτησης στη διαδικασία συνόρων, είναι προφανές ότι τελολογικά η διαδικασία συνόρων θα πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη πιο περιοριστικά στους ασυνόδευτους ανηλίκους από την περίπτωση της ταχείας διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμα και αν επιλεχθεί η εξαιρετική διατύπωση της Οδηγίας, είναι ιδιαίτερα προβληματικό το γεγονός ότι το ερώτημα αν οι ανήλικοι συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια θα ακολουθεί στην πράξη την προσωρινή εκτίμηση που διατυπώνεται κατά τη διαδικασία συνόρων, στην οποία δεν παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για τα παιδιά.
Τέλος, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου και του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, η διαδικασία συνόρων για ασυνόδευτους ανηλίκους δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι το συμφέρον ασφαλείας του κράτους, όπως αντανακλάται στο άρθρο 42 παρ.3 β’ μπορεί να εξασφαλιστεί με λιγότερο παρεμβατικά μέτρα από τη διαδικασία συνόρων και τα συνεπαγόμενά της, μεταξύ των οποίων αυτό της κράτησης.
Θα πρέπει συνεπώς να προβλεφθεί ρητά η συνολική εξαίρεση των ασυνόδευτων ανηλίκων από τη διαδικασία συνόρων και να αφαιρεθεί το σχετικό χωρίο του άρθρου 136 παρ. 2β’ .
Άρθρο 96
Γενικές εγγυήσεις για τους αιτούντες διεθνή προστασία
Σχετικά με την παράγραφο 5: Ο Κανονισμός 2024/1348, στο άρθρο 8 παρ. 3, αναφέρεται σε «υπηρεσίες διερμηνέα» και όχι «υπηρεσίες διερμηνείας». Εκ της διατύπωσης αυτής συνάγεται ότι η διερμηνεία πρέπει να παρέχεται με τη συνδρομή φυσικού προσώπου («διερμηνέα») και όχι μέσω λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης ή υποτιτλισμού ηχητικών δεδομένων μέσω πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Ο διερμηνέας/φυσικό πρόσωπο είναι παράγοντας της διοικητικής διαδικασίας που διαπιστώνει και διασφαλίζει την κατάλληλη επικοινωνία με τον αιτούντα άσυλο και δεν δύναται να υποκατασταθεί ολοκληρωτικά από τεχνολογικά μέσα. Στο ίδιο άλλωστε συμπέρασμα οδηγεί και το γράμμα του άρθρου 13 παρ. 5 του Κανονισμού, το οποίο ομοίως αναφέρεται σε διερμηνείς-φυσικά πρόσωπα.
Άρθρο 97
Υποχρεώσεις των αιτούντων
Στην παράγραφο 2 να προστεθεί ότι στις περιπτώσεις που παραδίδονται τα αναφερόμενα έγγραφα, χορηγείται στον αιτούντα και αντίγραφο του παραδιδόμενου πρωτότυπου εγγράφου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού 2024/1348.
Άρθρο 99
Συνέντευξη επί του παραδεκτού και επί της ουσίας
Το προτεινόμενο στην παράγραφο 2 διάστημα των 24 ωρών για την ενημέρωση περί διενέργειας της συνέντευξης επί της ουσίας είναι εξαιρετικά σύντομο και δεν συνάδει με το άρθρο 12 παρ. 1 του Κανονισμού 2024/1348, το οποίο ορίζει ότι εντός του διαστήματος αυτού θα πρέπει ο αιτών να είναι σε θέση να συμβουλευτεί τον νομικό του σύμβουλο ή το πρόσωπο που του παρέχει νομική καθοδήγηση. Άλλωστε, και το άρθρο 15 παρ. 1 του Κανονισμού υπογραμμίζει το δικαίωμα των αιτούντων να συμβουλεύονται με αποτελεσματικό τρόπο νομικό σύμβουλο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Προτείνουμε το διάστημα ενημέρωσης να είναι τουλάχιστον τριών πλήρων ημερών πριν τη διενέργεια της συνέντευξης ουσίας.
Άρθρο 100
Προϋποθέσεις προσωπικής συνέντευξης
Σχετικά με την παράγραφο 3: Η συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας δεν είναι πάντα εφικτό να αποδειχθεί παραχρήμα με δημόσια έγγραφα. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιτραπεί η απόδειξη και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.
Σχετικά με την παράγραφο 6: Επαναλαμβάνεται και εδώ η ένσταση που διατυπώθηκε για το άρθρο 96 παρ. 5, ως προς τη μη νομιμότητα χρήσης τεχνολογικών συστημάτων προς υποκατάσταση του διερμηνέα.
Άρθρο 102
Νομική καθοδήγηση στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας
Σχετικά με την παράγραφο 3: Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου. Η τυχόν παροχή νομικής καθοδήγησης από πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, απαγορεύεται και συνιστά αντιποίηση επαγγέλματος. Περαιτέρω, οι ομάδες 15 έως 50 ατόμων ανά συνεδρία είναι εξαιρετικά μεγάλες και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπουν την αποτελεσματική παροχή νομικής καθοδήγησης και συνδρομής, πέραν μιας γενικής ενημέρωσης των αιτούντων για τα δικαιώματά τους.
Άρθρο 103
Νομική συνδρομή και εκπροσώπηση
Σχετικά με την παράγραφο 2: Οι 48 ώρες δεν είναι επαρκές χρονικό διάστημα προκειμένου ο προσφεύγων να επωφεληθεί αποτελεσματικής νομικής συνδρομής για την άσκηση της προσφυγής του. Προτείνεται να παρέχεται νομική συνδρομή το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από δέκα ημέρες πριν την προθεσμία άσκησης προσφυγής, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες συναντήσεις του προσφεύγοντα με τον δικηγόρο του και να συνταχθεί η προσφυγή.
Άρθρο 109
Καταχώριση αιτήσεων διεθνούς προστασίας
Σχετικά με την παράγραφο 1: Η διατύπωση ότι «Η καταχώριση πραγματοποιείται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήξη των προθεσμιών για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής» δεν μεταφέρει πιστά τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 27 του Κανονισμού 2024/1348, που επιτάσσει η καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας να πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση, ήτοι άμεσα με την υποβολή της, και εάν αυτό δεν είναι εφικτό, το αργότερο εντός 5 ημερών. Θα πρέπει να γίνει αναδιατύπωση ώστε να είναι εμφανής η υποχρέωση της Διοίκησης για άμεση καταχώριση των αιτήσεων, ως εξής: «Η καταχώριση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός πέντε ημερών από τη λήξη των προθεσμιών για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής».
Άρθρο 110
Κατάθεση αίτησης διεθνούς προστασίας
Σχετικά με την παράγραφο 1: Το άρθρο 28 παρ. 1 του Κανονισμού απαιτεί η κατάθεση της αίτησης να γίνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 21 ημερών από την καταχώριση. Χρειάζεται να αναδιατυπωθεί η παράγραφος ώστε να αποδίδει το αληθές νόημα της διάταξης του Κανονισμού, ως εξής: «Η κατάθεση της αίτησης του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ενώπιον των αρμόδιων αρχών κατάθεσης πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την καταχώριση της αίτησης».
Άρθρο 118
Εξέταση των αιτήσεων
Σχετικά με την παράγραφο 2: Ο Κανονισμός δεν κάνει λόγο για επίσημες μεταφράσεις. Η δαπάνη επίσημης μετάφρασης εγγράφων αποτελεί σοβαρό πρόσκομμα για την απόδειξη των ισχυρισμών των αιτούντων, ενώ στην περίπτωση μεταγενέστερων αιτήσεων μπορεί να κωλύσει έως και την πρόσβαση στη διαδικασία επί της ουσίας εξέτασης της αίτησης.
Άρθρο 120
Αιτιολογία και επίδοση αποφάσεων και άλλων διαδικαστικών εγγράφων
Σχετικά με την παράγραφο 5: Η διάταξη αυτή είναι εν μέρει αντιφατική με τις προηγούμενες παραγράφους, στις οποίες ως επί το πλείστον εισάγεται τεκμήριο γνώσης της απόφασης μετά την πάροδο ορισμένου αριθμού ημερών. Ορθότερο θα ήταν να προβλέπεται τρόπος απόδειξης της μη παραλαβής, ιδίως στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής ή ταχυδρομικής αποστολής, και να διευκρινιστεί εν προκειμένω τι συνιστά «διαπιστωμένη μη ανεύρεση του αιτούντος».
Άρθρο 131
Μεταγενέστερες αιτήσεις
Σχετικά με την παράγραφο 4: Η επιβολή παραβόλου στις μεταγενέστερες αιτήσεις συνιστά αθέμιτο εμπόδιο στην πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί και από την Επιτροπή στις Αρχές ότι αντίκεται στο ενωσιακό δίκαιο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να καταργηθεί. Σχετικώς παραπέμπουμε στα επιχειρήματα των αιτήσεων ακυρώσεως που εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Άρθρο 151
Έκδοση απόφασης
Παρότι ήδη αντίστοιχες προθεσμίες προβλέπονται στον ισχύοντα Ν. 4939/2022, αυτές ουδέποτε έχουν τηρηθεί από τα δικαστήρια. Επιπλέον, δεν τηρούνται οι σχετικές προθεσμίες του αρ. 15 παρ. 7 του Ν. 3068/2002 (προσωρινή προστασία), με αποτέλεσμα, παρότι ακριβώς λόγω των συντομότατων προθεσμιών δεν προβλέπεται στάδιο έκδοσης προσωρινής διαταγής, τελικώς να εκδίδονται αποφάσεις επί των αιτήσεων αναστολής μετά από αρκετούς μήνες, καθιστώντας το εν λόγω ένδικο βοήθημα αναποτελεσματικό. Προτείνουμε να τεθούν ρεαλιστικές προθεσμίες προς τα δικαστήρια, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι ενδεικτικές, και να τροποποιηθεί το αρ. 15 παρ. 7 του Ν. 3068/2002, ώστε να επιτρέπεται και στην κατηγορία αυτή ακυρωτικών διαφορών η έκδοση προσωρινής διαταγής.
Άρθρο 98: προβλέπεται η εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής χωρίς να περιλαμβάνεται ρητά στο κείμενο του νόμου ο κανόνας περί του δικαιώματος παραμονής των αιτούντων κατά το χρόνο της διοικητικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 10(1) Κανονισμός 2024/1348.
Άρθρο 103: Πλημμελής μεταφορά της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κανονισμού η οποία αφορά την πρόσβαση στις πηγές και πληροφορίες του φακέλου και ιδίως σε ότι αγορά την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης σε περίπτωση διαδικασίας βάσει απόρρητων εγγράφων. Ο εφαρμοστικός νόμος δεν προβλέπει διαδικασία για την πρόσβαση κατ’ ελάχιστο στο ουσιώδες περιεχόμενο των στοιχείων αυτών, βλ. την πλέον πρόσφατη ΣτΕ Ολ 535/2026 «όταν η αιτιολογία της πράξης ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει ως έρεισμα πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας, πρέπει, πάντως, να διασφαλίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πρόσβαση τουλάχιστον στο ουσιώδες περιεχόμενο των συγκεκριμένων λόγων που επικαλείται η διοικητική αρχή για να θεμελιώσει τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και στο ουσιώδες περιεχόμενο των καθοριστικών στοιχείων του φακέλου, ιδίως σε σχέση με τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τις συμπεριφορές που αποδίδονται στον υπήκοο τρίτης χώρας, ακόμη και όταν πρόκειται για κατά νόμον διαβαθμισμένες πληροφορίες που καλύπτονται από το απόρρητο».
Άρθρο 107: Είναι θετικό ότι το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει ρητά ότι η διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού 2024/1348 και παραπέμπει σε εξουσιοδοτική διάταξη βάσει της οποίας θα εκδοθεί νέα ΚΥΑ. Υπενθυμίζεται ότι η επί του παρόντος ισχύουσα ΚΥΑ δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 25 Κανονισμού 2024/1348 και θα πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα.
Άρθρο 114: Η διάταξη επαναλαμβάνει κατά μείζονα λόγο τη σχετική διάταξη που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο του 2026 σχετικά με το Μητρώο ΜΚΟ του Υπουργείου Μετανάστευσης και η οποία έχει πολλαπλώς επικριθεί, μεταξύ άλλων και στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου. Επισημαίνουμε εκ νέου ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 114 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου παρέχει ευρεία νομοθετική εξουσιοδότηση βάσει τις οποίας μπορούν να ορισθούν «επιπρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις για την εγγραφή».
Άρθρο 120: Παραμένουν οι διατάξεις που προβλέπουν σειρά διαφορετικών τρόπων επίδοσης των Αποφάσεων. Ιδιαίτερα προβληματική παραμένει η επίδοση στον Διοικητή κέντρου κράτησης ή περιφερειακής Υπηρεσίας της ΥΠΥΤ και η ενημέρωση δια ανάρτησης ανακοίνωσης περί της παραλαβής (για την περίπτωση κρατουμένων αυτή η μέθοδος είναι απολύτως ατελέσφορη καθώς δεν διαθέτουν τη δυνατότητα μετακίνησης εντός του κέντρου κράτησης) καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν την πλασματική επίδοση αποφάσεων (παρ. 5).
Άρθρο 122: Το σ/ν μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία όλους τους πέντε λόγους απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 23 (1) του Κανονισμού 2024/1348, παρότι η διάταξη παρέχει περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη. Ιδιαίτερη προβληματική η συμπερίληψη του υπό στοιχείο ε παρ. 1 άρθρο 38 λόγου απαραδέκτου κατά τον οποίο αίτηση ασύλου μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη για το μόνο λόγο ότι υποβλήθηκε μετά από 7 ημέρες από την έκδοση επιστροφής. Ιδίως επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την ακολουθούμενη πρακτική για κάθε νεοαφιχθέντα πολίτη τρίτης χώρα η πρώτη διοικητική πράξη που εκδίδεται είναι η απόφαση απομάκρυνσης και συνεπώς εκκινεί η σχετική προθεσμία. Επιπλέον και ιδίως για τους πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται υπό κράτηση σε Προαναχωρησιακό Κέντρο, είναι πολλαπλώς καταγραμμένο ότι η επικοινωνία τους με τις αρχές είναι εξαιρετικά προβληματική και η βούληση ασύλου/υποβολή καταχωρίζεται πολλές φορές με σημαντικές καθυστερήσεις, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις 7 ημέρες από την έκδοση της Απόφασης Επιστροφής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διάταξη επιτρέπει την απόρριψη της αίτησης χωρίς να εξεταστούν οι λόγοι ουσίας που προβάλει ο αιτών διεθνούς προστασίας κατά παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και για λόγους που σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονται με τη διαπίστωση ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει ανάγκη προστασίας. Επιπλέον και σύμφωνα με το 136 του σ/ν στην περίπτωση αυτή η άσκηση της προσφυγής του άρθρου 135 κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς ένα πρόσωπο κινδυνεύει να απομακρυνθεί χωρίς ποτέ οι σχετικοί ισχυρισμοί του να έχουν εξεταστεί ουσία κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Άρθρο 125: Καταργείται η υποχρέωση έκδοσης πράξης διακοπής σε περίπτωση μη εμφάνισης για ανανέωσης του δελτίου, μη εμφάνιση στην προσωπική συνέντευξη κτλ. ανεξαρτήτως του λόγου που ο αιτών δεν μπόρεσε να είναι συνεπής προς τη υποχρέωση του (πχ. ανωτέρα βία) και η δυνατότητα ο αιτών να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της αίτησης εντός 9μήνου από την έκδοση της πράξης διακοπής. Προβλέπεται πλέον η έκδοση απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών μπορεί να ασκήσει αποκλειστικά προσφυγή, η οποία ωστόσο δεν έχει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 136 (2-γ)). Η διάταξη επιτρέπει την απόρριψη αίτησης για τεχνικούς λόγους, ακόμη και χωρίς τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ η δυνατότητα της αποφαινόμενης αρχής να τάξει στον αιτούντα προθεσμία για την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή να επαναπρογραμματίσει την συνέντευξη καταλείπεται στην διακριτική ευχέρεια της αποφαινόμενης αρχής (παρ. 2).
Άρθρο 126: Το άρθρο 126 ενσωματώνει όλους τους λόγους που προβλέπει ο Κανονισμός 2024/1348 για τους οποίους αίτηση ασυνόδευτου ανηλίκου μπορεί να εξεταστεί με την ταχεία διαδικασία, παρότι η διάταξη καταλείπει περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη (άρθρο 42(3) «Η ταχεία διαδικασία εξέτασης μπορεί να χρησιμοποιείται […]». Όπως προαναφέρθηκε η εξέταση αίτησης ασυνόδευτου παιδιού με την ταχεία διαδικασία, εκτός των άλλων ισοδυναμεί με περιορισμένες συνθήκες υποδοχής και παραμονή στις λεγόμενες «ασφαλείς ζώνες» των camps αντί για τη μεταφορά σε δομή παιδικής προστασίας.
Άρθρο 127: Ο ελληνικός εφαρμοστικός νόμος μεταφέρει στην ελληνική έννομη τάξη όλους τους λόγους για την εφαρμογή της διαδικασίας συνόρων που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό 2024/1348, δυνητικούς (άρθρο 43 του Κανονισμού 2024/1348 – στους οποίους περιλαμβάνεται η εισόδου από τα εξωτερικά σύνορα ή της αποβίβασης έπειτα από επιχείρηση έρευνας και διάσωσης, ήτοι πρακτικά το σύνορο των αφίξεων στην Ελλάδα) και υποχρεωτικούς (άρθρο 45 Κανονισμού 2024/1348 – π.χ. αιτήσεις ασύλου από πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικότητα με ποσοστό αναγνώρισης 20%). Κατά την εξέταση των αιτήσεων που υπόκειται σε διαδικασία συνόρων οι αιτούντες παραμένουν υπό περιορισμό κυκλοφορίας ή κράτηση σε ΚΥΤ και ΚΕΔ (άρθρο 129). Το σύνολο της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός 12 εβδομάδων (άρθρο 128), προβλέπει συντετμημένες προθεσμίες (άρθρο 128), μη χορήγηση ανασταλτικό αποτέλεσμα στην προσφυγή (136 (2-αβ)), μη πρόσβαση στην αγορά εργασίας (άρθρο 32 ν/σ) και αποκλεισμό από μαθήματα γλώσσας και επαγγελματικής κατάρτισης (άρθρο 31 ν/σ).
Άρθρο 131: Επαναλαμβάνεται η διάταξη με την οποία τίθεται παράβολο ύψους 300 ευρώ για την υποβολής μεταγενέστερης μετά την πρώτη αίτηση (παρ. 4). Η διάταξη δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 55 του Κανονισμού 2024/1348.
Άρθρο 137: Γίνεται παραπομπή στα άρθρα 59 και 61 του Κανονισμού 2024/1348 για την κατάρτιση εθνική λίστας «ασφαλών τρίτων χωρών» ή «ασφαλών χωρών καταγωγής». Οι διατάξεις του Κανονισμού μεταξύ άλλων επιτρέπουν το χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» ή «ασφαλούς χώρας καταγωγής», για συγκεκριμένα τμήματα της χώρας ή κατηγορίες προσώπων, ή το χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» επί τη βάσει συμφωνιών που συνάπτει η Ένωση με τη χώρα αυτή.
Άρθρα 96 και 101: Η αυτοματοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί μια αυξανόμενη τάση σε όλο τον κόσμο, ενώ έχει ευρέως αναγνωριστεί ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες που καθοδηγούνται από την τεχνητή νοημοσύνη ενέχουν τον κίνδυνο διακρίσεων. H χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και δη σε υποθέσεις παιδιών ελλοχεύει ποικίλους κινδύνους και θα πρέπει να γίνεται με τις αυστηρότερες εγγυήσεις με γνώμονα πάντα την προστασία των προσωπικών δεδομένων και εν γένει της προσωπικότητας του παιδιού. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στην αποθήκευση και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων καθώς και στις προυποθέσεις πρόσβασης σε αυτά, στην απαγόρευση επεξεργασίας και διαμοιρασμού σε τρίτους για εμπορικούς ή άλλους σκοπούς. Οι καινοτομίες στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης δείχνουν ότι τα παιδιά που είναι ήδη ευάλωτα, όπως τα παιδιά εθνοτικών και φυλετικών μειονοτήτων, θα επηρεαστούν δυσανάλογα, καθώς όταν ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύεται με δεδομένα που έχουν συλλεχθεί ως αποτέλεσμα προηγούμενων μεροληπτικών κρατικών ενεργειών, το δυσανάλογο αποτέλεσμα πολλαπλασιάζεται. Η Πολιτική Καθοδήγηση της UNICEF για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα Παιδιά 2.0 τονίζει ότι τα προσωπικά δεδομένα των παιδιών πρέπει να αντιμετωπίζονται με το υψηλότερο επίπεδο προστασίας, ιδιαίτερα όταν γίνεται χρήση τεχνητής νοημοσύνης.( UNICEF, Policy guidance on AI for children 2.0, November 2021, http://www.unicef.org/globalinsight/media/2356/file/UNICEF-Global-Insight-policy-guidance-AI-children-2.0-2021.pdf και https://www.unicef.org/globalinsight/media/1166/file/UNICEF-Global-Insight-tools-to-operationalize-AI-policy-guidance-2020.pdf ). Επομένως, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη και η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης καθοδηγούνται από ηθικές αρχές και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση. Αυτό περιλαμβάνει τη διασφάλιση ότι οι αλγόριθμοι είναι διαφανείς, υπόλογοι και ελαχιστοποιούν τις μεροληψίες, καθώς και ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευσή τους συλλέγονται και χρησιμοποιούνται με υπεύθυνο και ηθικό τρόπο.
Άρθρο 96 παρ. 5 και 6— Γενικές εγγυήσεις για τους αιτούντες διεθνή προστασία
Ειδικότερα, η πρόβλεψη χρήσης συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στη διερμηνεία και απομαγνητοφώνηση αποδυναμώνει ουσιώδεις εγγυήσεις της διαδικασίας ασύλου, καθώς η παροχή υπηρεσιών διερμηνείας με φυσική παρουσία κατάλληλα καταρτισμένων επαγγελματιών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ορθή κατανόηση της διαδικασίας, την ακριβή απόδοση εννοιών και τη γεφύρωση του γλωσσικού και πολιτισμικού χάσματος μεταξύ αιτούντων και διοίκησης. Αντιθέτως, τα πληροφοριακά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης στερούνται της δυνατότητας προσαρμογής στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε αιτούντος, στο μορφωτικό επίπεδο, στη διάλεκτο που ενδεχομένως χρησιμοποιεί, καθώς και στη συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να ανακύψει κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ή άλλων κρίσιμων διαδικασιών.
Παράλληλα, η μετατροπή της βεβαίωσης γνησίου υπογραφής σε δυνητική αρμοδιότητα της διοίκησης δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην πρόσβαση των αιτούντων σε δικαιώματα και διαδικασίες. Για τους λόγους αυτούς, απαιτείται να προβλεφθεί ρητά ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορούν να υποκαθιστούν τη φυσική παρουσία και την ουσιαστική συμμετοχή επαγγελματιών διερμηνέων στις διαδικασίες ασύλου, αλλά μόνο να λειτουργούν επικουρικά και υπό ανθρώπινη εποπτεία, ενώ παράλληλα πρέπει να διατηρηθεί η υποχρεωτική αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Ασύλου και της ΥΠΥΤ για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αιτούντων που δεν διαθέτουν δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία.
Άρθρο 99 παρ. 2— Συνέντευξη επί του παραδεκτού και επί της ουσίας
Το άρθρο 99 παρ. 2 χορηγεί προθεσμία όχι μεγαλύτερη των είκοσι τεσσάρων ωρών για την ενημέρωση του αιτούντος ως προς το περιεχόμενο της συνέντευξής του. Η προθεσμία αυτή είναι εξαιρετικά σύντομη και επιτείνει τα προβλήματα που ήδη αντιμετωπίζουν οι αιτούντες ως προς την πρόσβαση σε έγκαιρη και αποτελεσματική νομική συνδρομή, ιδίως σε περιπτώσεις κράτησης, γεωγραφικού περιορισμού ή γλωσσικών εμποδίων. Η τόσο περιορισμένη χρονική δυνατότητα ενημέρωσης και διατύπωσης παρατηρήσεων υπονομεύει την ουσιαστική συμμετοχή του αιτούντος στη διαδικασία και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα της εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται να προβλεφθεί επαρκής και εύλογη προθεσμία για την ενημέρωση και υποβολή παρατηρήσεων επί του περιεχομένου της προσωπικής συνέντευξης, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική δυνατότητα πρόσβασης σε νομική συνδρομή και αποτελεσματικής προετοιμασίας του αιτούντος πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Άρθρο 102— Νομική καθοδήγηση στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας
Η παροχή ομαδικής ενημέρωσης σε τόσο μεγάλο αριθμό προσώπων δεν επιτρέπει την επαρκή αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης ούτε διασφαλίζει ότι οι αιτούντες κατανοούν ουσιαστικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται να διασφαλιστεί η παροχή εξατομικευμένης και ουσιαστικής νομικής καθοδήγησης σε όλους τους αιτούντες διεθνή προστασία σε πρώτο βαθμό και να μην αντικαθίσταται η ατομική συμβουλευτική από μαζικές ή ομαδικές διαδικασίες που αποδυναμώνουν τις εγγυήσεις της διαδικασίας ασύλου.
Άρθρο 118— Εξέταση των αιτήσεων
Το άρθρο 118 του σχεδίου νόμου περιορίζει την υποχρέωση της αρχής να αποδέχεται μη μεταφρασμένα έγγραφα μόνο σε όσα κρίνονται ουσιώδη στην αρχική αίτηση ασύλου, ενώ επιτρέπει στην Υπηρεσία Ασύλου να αναθέτει τη μετάφραση των εγγράφων αυτών σε «παρόχους υπηρεσιών». Η διατύπωση αυτή εγείρει κινδύνους παραβίασης της αρχής της εμπιστευτικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Κανονισμού APR, καθώς η ανάθεση σε εξωτερικούς παρόχους ενδέχεται να αφορά έγγραφα που περιέχουν εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς να προβλέπονται σαφείς εγγυήσεις απορρήτου και προστασίας δεδομένων. Παράλληλα, ο περιορισμός αποδοχής μη μεταφρασμένων εγγράφων μπορεί να λειτουργήσει ως δυσανάλογο εμπόδιο στην πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου για πρόσωπα που αδυνατούν να εξασφαλίσουν επίσημες μεταφράσεις. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται να προβλεφθούν σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις εμπιστευτικότητας και προστασίας προσωπικών δεδομένων σε κάθε διαδικασία μετάφρασης εγγράφων, καθώς και να διασφαλιστεί ότι η έλλειψη επίσημης μετάφρασης δεν θα λειτουργεί ως λόγος απόρριψης ή περιορισμού της ουσιαστικής εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Άρθρα 97 και 101 – Χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία ασύλου
Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης χρήσης μέσων τεχνητής νοημοσύνης ως υποκατάστατου διερμηνέα στη διαδικασία ασύλου. Η διαδικασία διεθνούς προστασίας προϋποθέτει ακρίβεια, εμπιστευτικότητα, πολιτισμική κατανόηση και δυνατότητα αναγνώρισης στοιχείων τραύματος, ιδίως σε υποθέσεις παιδιών, επιζωσών/ώντων έμφυλης βίας, βασανιστηρίων ή διώξεων. Η χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων διερμηνείας δεν μπορεί να διασφαλίσει ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για πρόσωπα που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, ούτε αξιόπιστη απόδοση γλωσσικών και πολιτισμικών αποχρώσεων.
Eπιπλέον, η χρήση τεχνολογιών διερμηνείας και αυτόματης καταγραφής με υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης στις διαδικασίες ασύλου εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την ακρίβεια, την ύπαρξη προκαταλήψεων ή σφαλμάτων, την εμπιστευτικότητα, την προστασία προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας, την έγκυρη και ενημερωμένη συναίνεση των αιτούντων, καθώς και την αξιοπιστία των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη ότι σε περίπτωση χρήσης συστημάτων ΤΝ για αυτόματη αποτύπωση της συνέντευξης «δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού» αποδυναμώνει ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις.
Ζητούμε να διασφαλίζεται υποχρεωτικά ανθρώπινη εποπτεία, δυνατότητα διόρθωσης λαθών και πλήρες δικαίωμα πρόσβασης και αμφισβήτησης του περιεχομένου της καταγραφής από την/τον αιτούσα/ούντα και τον νομικό της/του σύμβουλο.
Άρθρο 99 – Ενημέρωση και προετοιμασία για τη συνέντευξη
Η προθεσμία των 24 ωρών για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος είναι προδήλως ανεπαρκής και δεν διασφαλίζει ουσιαστική προετοιμασία ούτε αποτελεσματική πρόσβαση σε νομική συνδρομή. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για ευάλωτα πρόσωπα, παιδιά, επιζώσες/ώντες βίας ή άτομα με ψυχικό τραύμα, τα οποία συχνά χρειάζονται περισσότερο χρόνο ώστε να μπορέσουν να οργανώσουν τη μαρτυρία τους και να αισθανθούν ασφαλή να αποκαλύψουν κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσής τους.
Ζητούμε η ενημέρωση για το αντικείμενο της συνέντευξης να παρέχεται ήδη κατά την επίδοση της πρόσκλησης, ώστε να διασφαλίζεται πραγματική δυνατότητα προετοιμασίας και ουσιαστικής συμμετοχής στη διαδικασία.
Άρθρο 100 – Παρουσία και παρέμβαση δικηγόρου στη συνέντευξη
Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης ότι ο δικηγόρος «δύναται να παρεμβαίνει αποκλειστικά στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης». Ο περιορισμός αυτός παρεμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και δεν επιτρέπει έγκαιρη παρέμβαση σε περιπτώσεις εσφαλμένης διερμηνείας, ακατάλληλων ερωτήσεων ή παραβιάσεων διαδικαστικών εγγυήσεων.
Η ενεργός παρουσία νομικού συμβούλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αποτελεί ουσιαστική εγγύηση δίκαιης διαδικασίας, ιδίως για παιδιά, επιζώσες/ώντες τραύματος, θύματα βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας και άλλα ευάλωτα πρόσωπα που ενδέχεται να αδυνατούν να αντιδράσουν άμεσα ή να κατανοήσουν πλήρως τη διαδικασία.
Άρθρο 102 – Νομική καθοδήγηση
Η παροχή νομικής καθοδήγησης σε ομάδες έως και 50 ατόμων δεν διασφαλίζει αποτελεσματική και ουσιαστική υποστήριξη. Η διαδικασία ασύλου είναι ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτεί εξατομικευμένη ενημέρωση και εμπιστευτική επικοινωνία, ιδίως όταν πρόκειται για υποθέσεις παιδιών, οικογενειών, θυμάτων βίας, LOATKI προσώπων ή ατόμων με σοβαρό τραύμα.
Ζητούμε η νομική καθοδήγηση να παρέχεται σε εξατομικευμένη βάση, με επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, διερμηνείας και ουσιαστικής πρόσβασης σε νομική συνδρομή και εκπροσώπηση.
Επιπλέον, ζητούμε την κατάργηση του παραβόλου για μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Η επιβολή οικονομικού βάρους σε πρόσωπα που βρίσκονται ήδη σε κατάσταση ευαλωτότητας ή ακραίας φτώχειας καθιστά στην πράξη απαγορευτική την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Άρθρο 111 – Στοιχεία ταυτότητας αιτούντων
Ζητούμε να επανεισαχθεί ρητά η δυνατότητα διόρθωσης στοιχείων ταυτότητας και μετά τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη τέτοιας δυνατότητας δημιουργεί σοβαρά πρακτικά προβλήματα στην πρόσβαση σε δικαιώματα, οικογενειακή επανένωση, έκδοση εγγράφων και κοινωνική ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 113 – Πρόσβαση δικηγόρων και οργανώσεων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί πρόσβασης δικηγόρων, οργανώσεων και υποστηρικτικών φορέων σε χώρους κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων δεν συνάδουν με το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και παροχής νομικής συνδρομής.
Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά η έγκαιρη και ουσιαστική πρόσβαση δικηγόρων και ανεξάρτητων οργανώσεων χωρίς υπέρμετρους διοικητικούς περιορισμούς ή αόριστες εξαιρέσεις περί «δημόσιας τάξης» και «ασφάλειας». Η παρουσία ανεξάρτητων φορέων αποτελεί κρίσιμη εγγύηση διαφάνειας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άρθρο 118 – Μετάφραση εγγράφων
Η μη λήψη υπόψη κρίσιμων εγγράφων λόγω έλλειψης επίσημης μετάφρασης με έξοδα της/του αιτούσας/ούντος περιορίζει σοβαρά την ουσιαστική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας. Πολλοί αιτούντες άσυλο δεν διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους για επίσημες μεταφράσεις, ιδίως σε μεταγενέστερες αιτήσεις.
Ζητούμε να διασφαλίζεται ότι ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία δεν απορρίπτονται αποκλειστικά για τυπικούς λόγους, ιδίως όταν αφορούν ισχυρισμούς κινδύνου δίωξης, βίας ή προστασίας παιδιών.
Άρθρο 119 – Διάρκεια διαδικασίας εξέτασης
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο τυποποιημένης και μη εξατομικευμένης αξιολόγησης. Η διαδικασία ασύλου απαιτεί χρόνο, εμπιστοσύνη και κατάλληλη υποστήριξη, ιδιαίτερα για παιδιά, επιζώσες/ώντες βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας και άτομα με ψυχικό τραύμα. Παρότι το νέο Σύμφωνο προβλέπει διευρυμένη εφαρμογή επιταχυμένων διαδικασιών, η Ελλάδα εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση πλήρους και εξατομικευμένης εξέτασης κάθε αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Ζητούμε οι διαδικασίες να διασφαλίζουν πραγματική δυνατότητα προετοιμασίας, πρόσβαση σε νομική συνδρομή και επαρκή χρόνο για την πλήρη και ουσιαστική έκθεση των ισχυρισμών διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 122 – Απαράδεκτες αιτήσεις
Η διεύρυνση των λόγων απαραδέκτου περιορίζει σημαντικά την πρόσβαση στο δικαίωμα ασύλου και μετατοπίζει το βάρος από την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων σε διαδικαστικού χαρακτήρα μηχανισμούς αποκλεισμού. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη απόρριψης αιτήσεων ως απαράδεκτων λόγω παρέλευσης σύντομων προθεσμιών ή επίκλησης της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας», χωρίς ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών συνθηκών προστασίας και του κινδύνου επαναπροώθησης.
Ζητούμε κάθε κρίση περί απαραδέκτου να βασίζεται σε πλήρη εξατομικευμένη εξέταση, με αυξημένες εγγυήσεις για παιδιά, οικογένειες και ευάλωτα πρόσωπα, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Άρθρο 131 – Μεταγενέστερες αιτήσεις
Η πρόβλεψη ότι μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβάλλεται «απλώς για να καθυστερήσει» την απομάκρυνση είναι υπερβολικά αόριστη και δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης απόρριψης αιτημάτων χωρίς ουσιαστική εξέταση.
Ζητούμε να διασφαλιστεί ότι κάθε μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται με βάση εξατομικευμένα και αντικειμενικά κριτήρια, ιδίως όταν προβάλλονται νέα στοιχεία ή μεταβολές στη χώρα καταγωγής.
Παράλληλα, ζητούμε την κατάργηση του παραβόλου των 300 ευρώ για μεταγενέστερες αιτήσεις, καθώς λειτουργεί αποτρεπτικά και περιορίζει στην πράξη την πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η πρόβλεψη περιορισμού του δικαιώματος παραμονής κατά την εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων. Η απομάκρυνση προσώπων πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικής εξέτασης ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Άρθρα 135 και 145 – Δικαίωμα προσφυγής και διάρκεια διαδικασίας προσφυγής
Οι προβλεπόμενες προθεσμίες για την άσκηση και εξέταση προσφυγών είναι υπερβολικά περιορισμένες και δεν διασφαλίζουν ουσιαστική πρόσβαση σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η επαρκής προετοιμασία προσφυγής απαιτεί πρόσβαση στον φάκελο, δυνατότητα επικοινωνίας με δικηγόρο και χρόνο για συλλογή αποδεικτικών στοιχείων.
Παράλληλα, οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης προσφυγών, σε συνδυασμό με τον ήδη αυξημένο φόρτο των δικαστηρίων και επιτροπών προσφυγών, δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο τυποποιημένων αποφάσεων και υποβάθμισης της ποιότητας του δικαστικού ελέγχου.
Άρθρο 136 – Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής
Ζητούμε η προσφυγή να έχει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις. Η απουσία αυτόματης αναστολής δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο απομάκρυνσης πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα συνιστά θεμελιώδη εγγύηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι αιτούντες ενδέχεται διαφορετικά να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη πριν από την ολοκλήρωση του δικαστικού ελέγχου.
Άρθρο 147 – Τερματισμός / διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
Ζητούμε να προβλεφθεί εύλογη και επαρκής μεταβατική περίοδος πριν από την αποχώρηση δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τις δομές υποδοχής, τουλάχιστον έως την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και τη διασφάλιση βασικών προϋποθέσεων ένταξης.
Η προθεσμία των 30 ημερών, και ακόμη περισσότερο των 7 ημερών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγεί στην πράξη σε αστεγία, ακραία φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι επιπτώσεις για οικογένειες με παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με αναπηρία, άτομα με σοβαρά νοσήματα, επιζώσες/ώντες βίας και άλλα ευάλωτα πρόσωπα.
Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν αποτελούν προνόμιο αλλά βασική εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης και προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ζητούμε κάθε απόφαση διακοπής ή περιορισμού να είναι πλήρως εξατομικευμένη, ειδικά αιτιολογημένη και να διασφαλίζει ότι κανένα πρόσωπο δεν οδηγείται σε εξαθλίωση ή έλλειψη πρόσβασης σε στέγαση, τροφή, υγειονομική περίθαλψη και βασική προστασία.
Άρθρα 96 παρ. 3 & 5 και 101 – Χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στη διερμηνεία και αποτύπωση συνεντεύξεων
Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών εκφράζει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη χρήση λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης και συστημάτων διερμηνείας υποβοηθούμενων από τεχνητή νοημοσύνη στη διαδικασία ασύλου. Η διαδικασία διεθνούς προστασίας βασίζεται στην ακριβή γλωσσική αποτύπωση των ισχυρισμών των αιτούντων/αιτουσών, ενώ η αξιολόγηση αξιοπιστίας εξαρτάται συχνά από λεπτές γλωσσικές, πολιτισμικές και πραγματολογικές αποχρώσεις, τις οποίες τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αδυνατούν να αποδώσουν με επάρκεια.
Η χρήση τέτοιων συστημάτων αφαιρεί τον αναγκαίο ανθρώπινο παράγοντα από μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διαδικασία, η οποία συχνά αφορά πρόσωπα που έχουν βιώσει βία, διώξεις, βασανιστήρια ή άλλες τραυματικές εμπειρίες. Ως εκ τούτου, δεν διασφαλίζεται ένα ασφαλές, υποστηρικτικό και κατάλληλο περιβάλλον για τη διεξαγωγή της συνέντευξης ασύλου.
Ιδιαίτερα στις μη δυτικές γλώσσες, τα διαθέσιμα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι επαρκώς εξελιγμένα ώστε να παρέχουν αξιόπιστη, ακριβή και πολιτισμικά κατάλληλη διερμηνεία, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρά σφάλματα κατά την καταγραφή και αξιολόγηση των ισχυρισμών των αιτούντων.
Εξίσου προβληματική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 101 ότι, σε περίπτωση χρήσης συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την αυτόματη έγγραφη αποτύπωση της συνέντευξης, «δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού». Η ρύθμιση αυτή υποβαθμίζει ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις, καθώς δεν προβλέπεται επαρκής ανθρώπινη εποπτεία της αποτύπωσης της συνέντευξης, ούτε διασφαλίζεται δικαίωμα διόρθωσης σε περίπτωση σφαλμάτων που προκύπτουν από τη χρήση συστημάτων αυτόματης αναγνώρισης ομιλίας ή άλλων τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης.
Άρθρα 99–100 – Προθεσμίες και παρουσία δικηγόρου στη συνέντευξη ασύλου
Οι προβλεπόμενες εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και για την προετοιμασία των αιτούντων/αιτουσών πριν από αυτήν δεν επιτρέπουν ουσιαστική προετοιμασία ούτε των ίδιων ούτε των νομικών τους συμβούλων.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο περιορισμός της δυνατότητας παρέμβασης του δικηγόρου μόνο στο τέλος της συνέντευξης. Η ρύθμιση αυτή δεν επιτρέπει άμεση αντίδραση σε περιπτώσεις εσφαλμένης διερμηνείας, ακατάλληλων ή πιεστικών ερωτήσεων, καθώς και σε παραβιάσεις διαδικαστικών εγγυήσεων κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, περιορίζοντας ουσιωδώς το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής.
Άρθρο 102 – Νομική καθοδήγηση
Η πρόβλεψη παροχής νομικής καθοδήγησης σε μεγάλες ομάδες αιτούντων, έως και 50 ατόμων, δεν διασφαλίζει αποτελεσματική και ουσιαστική νομική υποστήριξη, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των διαδικασιών ασύλου και τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε υπόθεσης.
Η νομική καθοδήγηση δεν μπορεί να εξομοιώνεται με απλή γενική ενημέρωση, καθώς περιλαμβάνει συμβουλευτική και υποστήριξη σε κρίσιμα στάδια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να παρέχεται σε εξατομικευμένη βάση, με πλήρεις εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, αποτελεσματικής επικοινωνίας και ουσιαστικής πρόσβασης σε νομική συνδρομή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και τις εγγυήσεις που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα.
Άρθρο 113 – Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί ή απαιτήσεις αδειοδότησης για την πρόσβαση δικηγόρων σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων δεν συνάδουν με τις εγγυήσεις αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και παροχής νομικής συνδρομής.
Η πρόσβαση των δικηγόρων σε δημόσιες εγκαταστάσεις για την άσκηση των καθηκόντων τους διέπεται ήδη από τις ειδικές εγγυήσεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 34) και δεν θα πρέπει να υπόκειται σε υπέρμετρους διοικητικούς περιορισμούς που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική επικοινωνία και υποστήριξη των αιτούντων διεθνή προστασία.
Άρθρο 118 – Μετάφραση εγγράφων
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη μη λήψης υπόψη ουσιωδών εγγράφων λόγω έλλειψης επίσημης μετάφρασης με έξοδα του/της αιτούντος/αιτούσας άσυλο, ιδίως σε υποθέσεις μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
Η υπέρμετρη μετακύλιση του κόστους και της ευθύνης μετάφρασης στους/στις αιτούντες/σες περιορίζει ουσιωδώς την πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας και ενδέχεται να στερήσει από τη διοίκηση κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν νέες εξελίξεις ή μεταβολές των συνθηκών στη χώρα καταγωγής.
Άρθρο 119 – Διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα, την πληρότητα και την εξατομίκευση της διαδικασίας εξέτασης. Παράλληλα, δεν παρέχουν στους/στις αιτούντες/σες τον αναγκαίο χρόνο ώστε να οργανώσουν τις σκέψεις τους, να συγκεντρώσουν αποδεικτικά στοιχεία και να εκθέσουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς τους.
Άρθρο 120 – Επίδοση αποφάσεων
Οι επιταχυμένες διαδικασίες επίδοσης αποφάσεων ενδέχεται να στερούν από τους/τις αιτούντες/σες τη δυνατότητα ουσιαστικής κατανόησης του περιεχομένου της απόφασης, πρόσβασης σε νομική συμβουλή και αποτελεσματικής άσκησης προσφυγής εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών.
Ασφαλής τρίτη χώρα
Προβληματική παραμένει και η διατήρηση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου. Η πρακτική εφαρμογή της έννοιας αυτής έχει επανειλημμένα αναδείξει σοβαρά ζητήματα ως προς την πραγματική πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία στις τρίτες χώρες, την επάρκεια των διαδικαστικών εγγυήσεων και τον κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης επαναπροώθησης.
Άρθρο 131 – Μεταγενέστερες αιτήσεις
Η πρόβλεψη της παραγράφου 2 ότι μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι κατατέθηκε «απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης» είναι υπερβολικά αόριστη και αφήνει υπέρμετρα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση. Δεν προβλέπονται επαρκή αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων χωρίς ουσιαστική εξέταση νέων στοιχείων ή μεταβολής των συνθηκών στη χώρα καταγωγής.
Παράλληλα, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις από το δικαίωμα παραμονής σε περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων εγείρουν σοβαρές ανησυχίες ως προς την αποτελεσματική προστασία από επαναπροώθηση και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επιλογή περιορισμού του δικαιώματος παραμονής στο εθνικό δίκαιο, δεδομένου ότι το άρθρο 56 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιβάλλει σχετική υποχρέωση στα κράτη μέλη αλλά τους παρέχει απλώς διακριτική ευχέρεια να θεσπίσουν τέτοιες εξαιρέσεις.
Επιπλέον, οι προβλεπόμενες προθεσμίες είναι εξαιρετικά σύντομες, γεγονός που δυσχεραίνει την επαρκή πρόσβαση σε νομική συνδρομή και δεν διασφαλίζει αποτελεσματικά το δικαίωμα παραμονής κατά τη διάρκεια εξέτασης της διαδικασίας.
Τέλος, πρέπει να καταργηθεί το παράβολο των 300 ευρώ για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης μετά την πρώτη αίτηση ασύλου, καθώς συνιστά σοβαρό οικονομικό εμπόδιο στην πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 147 – Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
Η πρόβλεψη διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής και αποχώρησης από τις δομές εντός της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας των 30 ημερών δεν διασφαλίζει ομαλή και αξιοπρεπή μετάβαση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε καθεστώς αυτόνομης διαβίωσης και κοινωνικής ένταξης.
Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί εύλογη μεταβατική περίοδος, τουλάχιστον έως την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και την εξασφάλιση βασικών προϋποθέσεων ένταξης, όπως πρόσβαση σε στέγαση, εργασία, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα αστεγίας, κοινωνικού αποκλεισμού και ακραίας επισφάλειας.
Άρθρο 100 «Προϋποθέσεις προσωπικής συνέντευξης»
Η νομική συνδρομή είναι απαραίτητη καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης και ο δικηγόρος δύναται να παρεμβαίνει στη διάρκεια της εφόσον διαπιστώνονται παραβιάσεις και κακή διεξαγωγή αυτής. Η απουσία του δικηγόρου για σπουδαίο λόγο πρέπει να οδηγεί αυτοδίκαια στην αναβολή της συνέντευξης χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω κρίση για το αν η απουσία του σπουδαίο λόγο ή όχι.
-Άρθρο 114 2δ) «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ»
Η υπό διαβούλευση διάταξη είναι αυτούσια μεταφορά του ν.4873/2021, άρθρο 7 παρ.2δ που αναφέρει : «δ. Δεν λαμβάνει ετήσια, τακτική κρατική επιχορήγηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του τριάντα τοις εκατό (30%) επί του προϋπολογισμού της για τις λειτουργικές της δαπάνες, πλην του μισθολογικού κόστους, ή δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου».
Η ανωτέρω νομοθεσία αφορά στην εγγραφή των οργανώσεων στο Ειδικό Μητρώο των ΟΙΚΟΙΠ του Υπ.Εσωτερικών.
Περαιτέρω εξειδικεύθηκε η ανωτέρω παράγραφος του ν 4873/2021 με την ΚΥΑ 6216/2023, άρθρο 5 παρ. 7 που διευκρινίζει ότι :«7. Όσον αφορά στην προϋπόθεση εγγραφής της περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021 ως λειτουργικές δαπάνες νοούνται οι δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρήσης και αφορούν στη λειτουργία της Ο.Κοι.Π. και οι οποίες ενδεικτικά περιλαμβάνουν μισθώματα, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, δαπάνες θέρμανσης, δαπάνες κίνησης, λήψη υπηρεσιών από τρίτους παρόχους, ασφάλιστρα, αναλώσιμα υλικά. Η μη υπέρβαση του αναφερόμενου στην περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021 ποσοστού, βεβαιώνεται στην έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας της περ. αζ της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4873/2021».
Οι προβληματισμοί που υπάρχουν αφορούν τα εξης :
1. Δεν διευκρινίζεται, εάν θα ισχύει η ΚΥΑ 6216/2023, άρθρο 5 παρ.7 που προσδιορίζει περαιτέρω τις λειτουργικές δαπάνες
2. Εάν θα απαιτείται και για το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης η έκθεση ορκωτού λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας για την έκδοση της βεβαίωσης
3. Δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν η τακτική κρατική επιχορήγηση περιλαμβάνει και τις επιχορηγήσεις που λαμβάνουν οι Μη Κυβερνητικές – Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις στο πλαίσιο υλοποιούμενων προγραμμάτων καθώς αυτές οι επιχορηγήσεις δεν χορηγούνται βάσει νομοθετικής πρόβλεψης, αλλά για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών και εκτέλεση έργων.
Θα πρέπει να διευκρινισθεί έτι περαιτέρω στην παράγραφο 2δ του άρθρου 114 ότι οι επιχορηγήσεις που λαμβάνουν οι Μη Κερδοσκοπικές – Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις από εθνική ή ευρωπαϊκή ή από κοινού δημόσια αρχή για την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου δεν περιλαμβάνονται στην έννοια της τακτικής κρατικής επιχορήγησης.
Επίσης να συμπεριληφθεί στην διάταξη διευκρίνιση ότι οι έμμεσες δαπάνες των επιχορηγήσεων που λαμβάνουν οι εν λόγω οργανώσεις στο πλαίσιο επιχορηγούμενων και εκτός της τακτικής χρηματοδότησης έργων δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του 30%.
Επιπρόσθετα, να διευκρινισθεί ποιος θα εκδίδει την εν λόγω βεβαίωση, εάν απαιτείται η υποβολή της κάθε έτος και μέχρι πότε λαμβάνοντας υπόψη ότι το κλείσιμο των οικονομικών στοιχείων του προηγούμενου έτους ολοκληρώνεται εντός του α΄εξαμήνου του επόμενου από αυτό έτος.
-Άρθρο 126 «Ταχεία διαδικασία εξέτασης»
Στην πραγματικότητα, ενώ αναφέρει ότι οι ανήλικοι κατά κανόνα δεν υπάγονται σε διαδικασίες ταχείας εξέτασης, είναι τόσες πολλές οι εξαιρέσεις του άρθρου 42 που καθίσταται πολύ πιθανό να εισαχθούν στη διαδικασία. Επιπλέον, ένας από τους αναφερόμενους λόγους που ανήλικος περνάει τη fast-track διαδικασία είναι όταν εισέρχεται με την οικογένειά του, οπότε και με το πρόσχημα της οικογενειακής ενότητας θα βιώσει αυτή τη διαδικασία.
Η ταχεία διαδικασία δυσκολεύει τη σωστή αξιολόγηση της παιδικής προστασίας, ενώ οι κλειστές δομές, όπου κρατούνται για τη fast-track διαδικασία βλάπτουν ψυχολογικά τα παιδιά. Τέλος, οι διαδικασίες στα σύνορα στην ουσία προσιδιάζουν με τις συνθήκες της de facto κράτησης.
-Άρθρο 136 δ) «Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής»
Το υπό διαβούλευση άρθρο ήτοι 136 παρ. 4. αναφέρει ότι ειδικά στις μεταγενέστερες αιτήσεις προβλέπεται ευκολότερα μη χορήγηση δικαιώματος παραμονής, όταν θεωρείται ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικά για καθυστέρηση επιστροφής. Ενώ το άρθρο 110 ν. 4939/22 («Δικαίωμα παραμονής») περιείχε εξαιρέσεις όπου δεν παρέχεται αυτομάτως δικαίωμα παραμονής κατά τη διαδικασία προσφυγής, ιδίως σε μεταγενέστερες αιτήσεις και υποθέσεις προδήλως καταχρηστικές αλλά στο 136 πλέον δηλώνεται ρητά!
-Άρθρο 140 «Συζήτηση Προσφυγής»
Στο άρθρο 140 παρ.1 αναφέρει ότι η διαδικασία ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών είναι έγγραφη και η συζήτηση των προσφυγών διενεργείται με βάση τα στοιχεία του φυσικού και ηλεκτρονικού φακέλου, υπό την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4.
Αντιθέτως ο ν.4939/22 όριζε “κατά κανόνα έγγραφη” , επομένως υπήρχε ένα περιθώριο για συζήτηση ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.
-Άρθρο 147 3) «Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής»
Με την παρ. 3 του άρθρου 147 εισάγεται η δυνατότητα μετακίνησης ασυνόδευτων ανηλίκων άνω των 16 ετών, οι οποίοι διαμένουν σε Κ.Φ.Α.Α. και έχουν λάβει τελεσίδικη απορριπτική απόφαση επί της αίτησής τους διεθνούς προστασίας, σε ασφαλείς ζώνες. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα σε κατάλληλη φροντίδα και φιλοξενία έως την ενηλικίωσή τους, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος τους, η εν λόγω ρύθμιση εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της μη διάκρισης και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ειδικότερα, η πρόβλεψη μετακίνησης σε ασφαλείς ζώνες φαίνεται να βασίζεται αποκλειστικά στο νομικό καθεστώς των ανηλίκων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση των ιδιαίτερων αναγκών προστασίας, της ψυχοκοινωνικής τους κατάστασης, του βαθμού ευαλωτότητας ή των πραγματικών συνθηκών φιλοξενίας που εξυπηρετούν καλύτερα το βέλτιστο συμφέρον τους.
Στο αρθ.96 παρ.5 το εδ γ’ για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να παραλειφθεί, καθώς δημιουργεί μείζονα ανασφάλεια δικαίου. Στην παρ.6 εδ α’ για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής να προστεθεί “και όλοι οι λοιποί αρμόδιοι προς τούτο φορείς” (πχ ΚΕΠ, δικηγόροι κλπ). Στην ίδια παράγραφο στο εδ β’ να αντικατασταθεί το “δύνανται” με το “υποχρεούνται”.
Στο αρθ.100 παρ.2 εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, καθώς ο δικηγόρος δεν θα μπορεί ενώ εξελίσσεται η συνέντευξη να καταθέτει ενστάσεις και να ζητάει διευκρινίσεις από τον χειριστή και τον διερμηνέα, παρά άνευ ετέρου ο ρόλος του θα περιορίζεται, ως μη ώφειλε, στο τέλος της διαδικασίας. Προτείνουμε τη διατήρηση της ρύθμισης του αρθ.15 παρ.10 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024). Μάλιστα παρατηρούμε ότι ενώ με την εν λόγω ρύθμιση του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου ο δικηγόρος μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις και παρατηρήσεις που καταγράφονται στο πρακτικό, με την προτεινόμενη του υπό διαβούλευση ν/σ απομένει μόνο η δυνατότητα παρεμβάσεων, απαλείφεται η δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων και ουδεμία αναφορά υπάρχει στην υποχρέωση καταγραφής στο πρακτικό συνέντευξης των ερωτήσεων και παρεμβάσεων του δικηγόρου.
Στο αρθ.101 παρ.3 να προστεθεί ότι “η προθεσμία του αρθ.15 παρ.12 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024) δεν εκκινεί παρά μόνο από την επομένη της αποδεδειγμένης εγχείρισης στον παρασταθέντα δικηγόρο ή στον επίτροπο/εκπρόσωπο του ασυνόδευτου ανηλίκου ή της αποστολής μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στους ανωτέρω των πρακτικών και του ηχητικού αρχείου της συνέντευξης, εφόσον ζητηθούν”.
Αναφορικά με το αρθ.102 θεωρούμε απολύτως ανέφικτη την παροχή νομικής καθοδήγησης σε 15 ανθρώπους ταυτόχρονα, πόσο μάλλον σε 50! Περιττό να τονίσουμε ότι με τέτοια μεγέθη δεν μπορεί να υπάρχει καμία τήρηση της αρχής της εμπιστοσύνης και της αρχής της εχεμύθειας, που, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στα αρθ.3 παρ.1 και 5 γ) του Κώδικα Δικηγόρων, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεσμικής σχέσης ανάμεσα στη δικηγόρο κα τον εντολέα του. Θα πρέπει να αφαιρεθεί η πρόβλεψη περί παροχής νομικής καθοδήγησης από νομικούς συμβούλους διεθνών οργανισμών, διότι οι τελευταίοι, ακόμη και σε περίπτωση που είναι δικηγόροι, βρίσκονται σε αναστολή δικηγορίας κατ’αρθρο 31 παρ.1 γ) του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013). Κατά συνέπεια, με βάση και τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (αρθ. 36 σε συνδυασμό με αρθ.9), η παροχή του εν λόγω έργου θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιποίηση δικηγορίας κατ’αρθρο 175 ΠΚ.
Στο αρθ.103 παρ.2 το «πριν από την προθεσμία» δεν σημαίνει τίποτα. Αν εννοεί πριν από την έναρξη της προθεσμίας δεν βγάζει νόημα, διότι η πρωτοβάθμια απορριπτική ακόμη δεν έχει επιδοθεί στον αιτούντα. Αν εννοεί πριν τη λήξη της προθεσμίας, οι 48 ώρες είναι ένα πάρα πολύ μικρό και προφανώς ανεπαρκές διάστημα για να γίνει μια σωστή δουλειά. Στην παρ.4 ο αιτών και ο δικηγόρος του πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση τουλάχιστον στο ουσιώδες περιεχόμενο των εγγράφων του φακέλου, όπως λίαν προσφάτως δέχθηκε η ΟλΣτΕ 535/2026 (ιδίως υπό σκέψεις 21 και 26) και παγίως δέχεται το ΔΕΕ (δείτε τις αποφάσεις του στις οποίες παραπέμπει η ΟλΣτΕ 535/2026).
Στο αρθ.105 πολύ ορθά περιγράφονται οι ενέργειες που πρέπει να κάνει η διοίκηση επί ασυνόδευτου ανηλίκου αιτούντος. Ωστόσο, το δικαίωμα του εκπροσώπου του ανηλίκου να κάνει ερωτήσεις στον ανήλικο που δίνει συνέντευξη και στο τέλος αυτής, το οποίο του παρέχεται από το αρθ.15 παρ.10 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024), εν προκειμένω «ψαλιδίζεται», καθώς στο τελευταίο εδάφιο της παρ.2, απομένει ως δικαίωμα του εκπροσώπου μόνο το να τοποθετηθεί και όχι να ρωτήσει τον συνεντευξιαζόμενο ανήλικο.
Στο αρθ.107 παρ.1, η νέα ΚΥΑ που θα εκδοθεί προβλέπεται στην παρ.5 του άρθρου 153 του παρόντος και όχι στην παρ.4 του αρθ.153 του παρόντος, όπως από παραδρομή αναγράφηκε. Είναι πολύ σημαντική θετική εξέλιξη αυτή που αποτυπώνεται στην παρ.2, ότι δηλαδή εκτιμήσεις ηλικίας που διενεργούνται σε άλλες χώρες της ΕΕ με τρόπο μη συμβατό με τις απαιτήσεις του αρθ.25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δεν θα είναι αποδεκτές στην Ελλάδα.
Στο αρθ.116 παρ.1 εδ β’ πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα να απαλλάσσεται ο συνοδευόμενος ανήλικος αιτών ΠΤΧ κάτω των 15 ετών από την αυτοπρόσωπη παρουσία του στη συνέντευξη και λόγω πολύ μικρής ηλικίας του και κατ’εκτίμηση της αποφαινόμενης αρχής, όπως προβλέπει και το τώρα ισχύον αρθ.82 παρ.7 Ν.4939/2022.
Ιδιαιτέρως επαχθής και ανεπιεικής προς τον διοκούμενο ΠΤΧ είναι η προτεινόμενη ρύθμιση του αρθ. 118 παρ.2 εδ γ’ ότι έγγραφα που επικαλείται ο αιτών σε μεταγενέστερη αίτηση πρέπει να τα προσκομίζει μεταφρασμένα με δική του δαπάνη, διότι είναι αντίθετη και στην αρχή της χρηστής διοίκησης, αφού το μείζον μέλημα της διοίκησης πρέπει να είναι η έκδοση ορθής απόφασης επί του αιτήματος, είτε αυτό είναι το πρώτο, είτε είναι μεταγενέστερο. Επομένως η ratio σύμφωνα με την οποία η διοίκηση πρέπει να μεριμνά για τη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων είναι κοινή, είτε πρόκειται για την πρώτη, είτε για μεταγενέστερη αίτηση. Η δε ρύθμιση του εδ. α’ κατά την οποία η διοίκηση μπορεί να αναθέτει σε άλλους την μετάφραση, για να μην τεθεί ζήτημα καταστρατήγησης της αρχής της εμπιστευτικότητας από πλευράς των άλλων παρόχων μεταφραστικών υπηρεσιών, θα πρέπει να συμπληρωθεί με το περιεχόμενο ότι οι εκάστοτε πάροχοι μεταφραστικών υπηρεσιών με τη σύμβαση που θα συνάπτουν με την αποφαινόμενη αρχή θα υποχρεούνται να υπογράφουν ότι δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας κατά τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση με τους λοιπούς διερμηνείς της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στο αρθ.120 παρ.3 επαναλαμβάνουμε την κριτική μας στην εσφαλμένη πρακτική της διοίκησης να μην επιδίδει πλήρη την απόφαση σε όσους αναγνωρίζει ως δικαιούχους διεθνούς προστασίας, παρά μόνο απόσπασμα της. Αποτελεί στοιχειώδες δικαίωμα του διοικούμενου, εδραζόμενο επί του αρθ. 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), να γνωρίζει πού στηρίχθηκε και πώς αιτιολογεί η διοίκηση την απόφαση που τον αφορά, τούτο δε είναι συστατικό στοιχείο της αρχής της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη διοίκηση.
Στο αρθ.121 πρέπει να προστεθεί εδάφιο κατά το οποίο επί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ασυνόδευτου ανηλίκου δεν θα εκδίδεται απόφαση επιστροφής εάν προηγουμένως δεν έχουν διακριβωθεί επαρκώς οι συνθήκες διαβίωσης που θα αντιμετωπίσει ο ανήλικος στη χώρα που θα επιστραφεί και δεν διαπιστωθεί προηγουμένως αιτιολογημένα ότι η επιστροφή είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του, σύμφωνα και με τις διαδικασίες του αρθ.91 του παρόντος και κατά οριζόμενα στο αρθ.11 Ν.5226/2025.
Στο αρθ.131 παρ.4 επισημαίνουμε την πάγια αντίθεση μας με την υποχρέωση πληρωμής παραβόλου για την πρόσβαση στη διεθνή προστασία και ζητούμε την κατάργηση της για όλους τους αιτούντες. Άλλως ζητούμε την κατάργηση της για ασυνόδευτους ανηλίκους αιτούντες επειδή α) είναι αυταπόδεικτη η οικονομική τους αδυναμία και η πλήρης οικονομική τους εξάρτηση από το σύστημα παιδικής προστασίας προκειμένου να επιβιώσουν και β) παιδιά που έχουν ζήσει ιδιαιτέρως τραυματικές εμπειρίες είναι πιθανόν να αποκρύπτουν οψιφανή ή οψιγενή στοιχεία κρίσιμα για την αίτηση διεθνούς προστασίας και αυτό καθιστά έτι περαιτέρω συχνή την αναγκαιότητα υποβολής μεταγενέστερης αίτησης και έτι περαιτέρω ανεπιεική την υποχρέωση πληρωμής του παραβόλου των 300 ευρώ.
Στο αρθ.134 στα θετικά προσμετράται ότι κατά την παρ.1 εδ γ’ αυτού θα διενεργείται πλέον συνέντευξη πριν τη λήψη της απόφασης ανάκλησης, πρόβλεψη που δεν υπήρχε στο υφιστάμενο εν ισχύ αρθ. 96 Ν.4939/2022.
Στο αρθ.136 παρατηρούμε ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο προγενέστερο καθεστώς σύμφωνα με το οποίο η άσκηση της προσφυγής είχε πάντοτε αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα διότι η τώρα ισχύουσα διάταξη του αρθ.110 παρ.2 Ν.4939/2022 έχει δημιουργήσει μεγάλη ανασφάλεια δικαίου, η οποία διατηρείται και με το εν λόγω άρθρο του υπό διαβούλευση ν/σ.
Αναφορικά με το αρθ.140 παρ.4 για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών θα πρέπει να προστεθεί, καθώς ελλείπει από το σχετικό με το ζήτημα αρθ.17 παρ.4 του Κανονισμού Λειτουργίας Επιτροπής Προσφυγών (ΥΑ 26750/ 2020), ότι η ακρόαση ηχογραφείται και το ηχητικό και τα πρακτικά αποστέλλονται αιτήσει του προσφευγοντος και μερίμνη της Γραμματείας της Επιτροπής Προσφυγών, η δε προθεσμία για την υποβολή του υπομνήματος του τελευταίου εδαφίου του αρθ.17 παρ.4 του Κανονισμού Λειτουργίας Επιτροπής Προσφυγών άρχεται από την επομένη της ηλεκτρονικής αποστολής των πρακτικών και του ηχητικού, εφόσον τα ζήτησε ο προσφεύγων. Όλα τούτα κατ’αναλογία με τα ισχύοντα για τη συνέντευξη που δίδεται στον α’ βαθμό. Επίσης αυτονόητο είναι ότι θα πρέπει να διενεργείται δια ζώσης και όχι εξ αποστάσεως, παρά μόνον αν το ζητήσει ο προσφεύγων και η Επιτροπή θεωρήσει ότι η εξ αποστάσεως προφορική ακρόαση δεν θα επηρεάσει την ικανότητα σχηματισμού δικανικής πεποίθησης της Επιτροπής.
Στο αρθ.141 παρ.3 η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής θα πρέπει άνευ ετέρων προϋποθέσεων να συνιστά λόγο αναβολής, επομένως να απαλειφθούν όλες οι λέξεις από το «εφόσον» και μέχρι το τέλος της περιόδου.
Στο αρθ.144 υπενθυμίζουμε το σχόλιο που υποβάλαμε αναφορικά με το αρθ.140 και την ηχογράφηση της συνέντευξης, την τήρηση των πρακτικών της και τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να λάβει, με αίτηση του και ατελώς, αντίγραφα αυτών πριν υποβάλει το υπόμνημα του στην προθεσμία που του χορήγησε η Επιτροπή.
Με το αρθ.147 παρ.3 οι ασυνόδευτοι που δεν θα έχουν λάβει διεθνή προστασία δεν θα δικαιούνται να μένουν σε ΚΦΑΑ, ωσάν να τελείωσε η ανάγκη να λάβουν ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής προστασίας και θα μεταφέρονται στις ασφαλείς ζώνες. Έτσι οι ασφαλείς ζώνες γίνονται λίγο δομές φιλοξενίας δεύτερης κατηγορίας και λίγο (ή πολύ) ΠΡΟΚΕΚΑ…
Στο αρθ.153 παρατηρούμε ότι επανειλημμένα σε διάφορα σημεία του υπό διαβούλευση ν/σ όταν γίνεται αναφορά στην εκδοθησόμενη ΚΥΑ για τη διαδικασία διακρίβωσης ηλικίας αναγράφεται εσφαλμένα η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ.4 του αρθ.153, ενώ το ορθό είναι ότι πρόκειται για την ΚΥΑ της παρ.5 του αρθ. 153.
-Άρθρο 100 «Προϋποθέσεις προσωπικής συνέντευξης»
Η νομική συνδρομή είναι απαραίτητη καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης και ο δικηγόρος δύναται να παρεμβαίνει στη διάρκεια της εφόσον διαπιστώνονται παραβιάσεις και κακή διεξαγωγή αυτής. Η απουσία του δικηγόρου για σπουδαίο λόγο πρέπει να οδηγεί αυτοδίκαια στην αναβολή της συνέντευξης χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω κρίση για το αν η απουσία του σπουδαίο λόγο ή όχι.
-Άρθρο 114 2δ) «Μητρώο Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ»
Η υπό διαβούλευση διάταξη είναι αυτούσια μεταφορά του ν.4873/2021, άρθρο 7 παρ.2δ που αναφέρει : «δ. Δεν λαμβάνει ετήσια, τακτική κρατική επιχορήγηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του τριάντα τοις εκατό (30%) επί του προϋπολογισμού της για τις λειτουργικές της δαπάνες, πλην του μισθολογικού κόστους, ή δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου».
Η ανωτέρω νομοθεσία αφορά στην εγγραφή των οργανώσεων στο Ειδικό Μητρώο των ΟΙΚΟΙΠ του Υπ.Εσωτερικών.
Περαιτέρω εξειδικεύθηκε η ανωτέρω παράγραφος του ν 4873/2021 με την ΚΥΑ 6216/2023, άρθρο 5 παρ. 7 που διευκρινίζει ότι :«7. Όσον αφορά στην προϋπόθεση εγγραφής της περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021 ως λειτουργικές δαπάνες νοούνται οι δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρήσης και αφορούν στη λειτουργία της Ο.Κοι.Π. και οι οποίες ενδεικτικά περιλαμβάνουν μισθώματα, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, δαπάνες θέρμανσης, δαπάνες κίνησης, λήψη υπηρεσιών από τρίτους παρόχους, ασφάλιστρα, αναλώσιμα υλικά. Η μη υπέρβαση του αναφερόμενου στην περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021 ποσοστού, βεβαιώνεται στην έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας της περ. αζ της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4873/2021».
Οι προβληματισμοί που υπάρχουν αφορούν τα εξης :
1. Δεν διευκρινίζεται, εάν θα ισχύει η ΚΥΑ 6216/2023, άρθρο 5 παρ.7 που προσδιορίζει περαιτέρω τις λειτουργικές δαπάνες
2. Εάν θα απαιτείται και για το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης η έκθεση ορκωτού λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας για την έκδοση της βεβαίωσης
3. Δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν η τακτική κρατική επιχορήγηση περιλαμβάνει και τις επιχορηγήσεις που λαμβάνουν οι Μη Κυβερνητικές – Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις στο πλαίσιο υλοποιούμενων προγραμμάτων καθώς αυτές οι επιχορηγήσεις δεν χορηγούνται βάσει νομοθετικής πρόβλεψης, αλλά για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών και εκτέλεση έργων.
Θα πρέπει να διευκρινισθεί έτι περαιτέρω στην παράγραφο 2δ του άρθρου 114 ότι οι επιχορηγήσεις που λαμβάνουν οι Μη Κερδοσκοπικές – Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις από εθνική ή ευρωπαϊκή ή από κοινού δημόσια αρχή για την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου δεν περιλαμβάνονται στην έννοια της τακτικής κρατικής επιχορήγησης.
Επίσης να συμπεριληφθεί στην διάταξη διευκρίνιση ότι οι έμμεσες δαπάνες των επιχορηγήσεων που λαμβάνουν οι εν λόγω οργανώσεις στο πλαίσιο επιχορηγούμενων και εκτός της τακτικής χρηματοδότησης έργων δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του 30%.
Επιπρόσθετα, να διευκρινισθεί ποιος θα εκδίδει την εν λόγω βεβαίωση, εάν απαιτείται η υποβολή της κάθε έτος και μέχρι πότε λαμβάνοντας υπόψη ότι το κλείσιμο των οικονομικών στοιχείων του προηγούμενου έτους ολοκληρώνεται εντός του α΄εξαμήνου του επόμενου από αυτό έτος.
-Άρθρο 126 «Ταχεία διαδικασία εξέτασης»
Στην πραγματικότητα, ενώ αναφέρει ότι οι ανήλικοι κατά κανόνα δεν υπάγονται σε διαδικασίες ταχείας εξέτασης, είναι τόσες πολλές οι εξαιρέσεις του άρθρου 42 που καθίσταται πολύ πιθανό να εισαχθούν στη διαδικασία. Επιπλέον, ένας από τους αναφερόμενους λόγους που ανήλικος περνάει τη fast-track διαδικασία είναι όταν εισέρχεται με την οικογένειά του, οπότε και με το πρόσχημα της οικογενειακής ενότητας θα βιώσει αυτή τη διαδικασία.
Η ταχεία διαδικασία δυσκολεύει τη σωστή αξιολόγηση της παιδικής προστασίας, ενώ οι κλειστές δομές, όπου κρατούνται για τη fast-track διαδικασία βλάπτουν ψυχολογικά τα παιδιά. Τέλος, οι διαδικασίες στα σύνορα στην ουσία προσιδιάζουν με τις συνθήκες της de facto κράτησης.
-Άρθρο 136 δ) «Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής»
Το υπό διαβούλευση άρθρο ήτοι 136 παρ. 4. αναφέρει ότι ειδικά στις μεταγενέστερες αιτήσεις προβλέπεται ευκολότερα μη χορήγηση δικαιώματος παραμονής, όταν θεωρείται ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικά για καθυστέρηση επιστροφής. Ενώ το άρθρο 110 ν. 4939/22 («Δικαίωμα παραμονής») περιείχε εξαιρέσεις όπου δεν παρέχεται αυτομάτως δικαίωμα παραμονής κατά τη διαδικασία προσφυγής, ιδίως σε μεταγενέστερες αιτήσεις και υποθέσεις προδήλως καταχρηστικές αλλά στο 136 πλέον δηλώνεται ρητά!
-Άρθρο 140 «Συζήτηση Προσφυγής»
Στο άρθρο 140 παρ.1 αναφέρει ότι η διαδικασία ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών είναι έγγραφη και η συζήτηση των προσφυγών διενεργείται με βάση τα στοιχεία του φυσικού και ηλεκτρονικού φακέλου, υπό την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4.
Αντιθέτως ο ν.4939/22 όριζε “κατά κανόνα έγγραφη” , επομένως υπήρχε ένα περιθώριο για συζήτηση ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.
-Άρθρο 147 3) «Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής»
Με την παρ. 3 του άρθρου 147 εισάγεται η δυνατότητα μετακίνησης ασυνόδευτων ανηλίκων άνω των 16 ετών, οι οποίοι διαμένουν σε Κ.Φ.Α.Α. και έχουν λάβει τελεσίδικη απορριπτική απόφαση επί της αίτησής τους διεθνούς προστασίας, σε ασφαλείς ζώνες. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα σε κατάλληλη φροντίδα και φιλοξενία έως την ενηλικίωσή τους, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος τους, η εν λόγω ρύθμιση εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της μη διάκρισης και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ειδικότερα, η πρόβλεψη μετακίνησης σε ασφαλείς ζώνες φαίνεται να βασίζεται αποκλειστικά στο νομικό καθεστώς των ανηλίκων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση των ιδιαίτερων αναγκών προστασίας, της ψυχοκοινωνικής τους κατάστασης, του βαθμού ευαλωτότητας ή των πραγματικών συνθηκών φιλοξενίας που εξυπηρετούν καλύτερα το βέλτιστο συμφέρον τους.
Στο άρθρο 98 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες προβλέπεται εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής στη χώρα μας των αιτούντων διεθνή προστασία, οι οποίες ταυτίζονται πλήρως με τις περιπτώσεις του άρθρου 10 παρ. 4 του Κανονισμού Ε.Ε. 1348/2024. Παρόλο που ο συγκεκριμένος Κανονισμός είναι δεσμευτικός για τη χώρα μας, καλό θα ήταν να συμπεριληφθεί και να τονισθεί και από το εθνικό μας δίκαιο η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του εν λόγω Κανονισμού, κατά την οποία το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος στη χώρα μας δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής επ’ ονόματί του. Αντίστοιχη ρύθμιση υπήρχε στο άρθρο 9 της Οδηγίας Ε.Ε. 32/2013, η οποία, παρόλο που είχε ενσωματωθεί στο εθνικό μας δίκαιο μέσω του Κώδικα Διεθνούς Προστασίας, αγνοήθηκε επιδειχτικά και χρονικά διαστήματα παραμονής των αιτούντων διεθνή προστασία στη χώρα μας αξιοποιήθηκαν για την απόκτηση αδειών διαμονής στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Μετανάστευσης.
1. Η παροχή νομικής καθοδήγησης, συνδρομής και εκπροσώπησης αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στις διαδικασίες ασύλου, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου η πολυπλοκότητα ή ταχύτητα των διαδικασιών ενδέχεται να δυσχεραίνουν ουσιωδώς την κατανόηση και την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των αιτούντων. Οι δικηγόροι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση του σεβασμού, της προστασίας και της πρόσβασης όλων των προσώπων στα δικαιώματά τους.
Ωστόσο, η πρόβλεψη δυνατότητας παροχής νομικής καθοδήγησης σε ομαδικό επίπεδο, ιδίως σε ομάδες έως δεκαπέντε (15) ατόμων ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, έως πενήντα (50) ατόμων, εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη διασφάλιση της εξατομικευμένης και αποτελεσματικής νομικής καθοδήγησης. Η αδυναμία επαρκούς εξατομίκευσης της νομικής καθοδήγησης δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των αιτούντων και την ουσιαστική συμμόρφωση με τις εγγυήσεις που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο.
2. Αναφορικά με την πρόβλεψη περί υποχρεωτικής καταβολής παραβόλου για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας μετά την πρώτη, υπενθυμίζουμε πως η απρόσκοπτη και αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου αποτελεί υποχρέωση του κράτους και είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου οι αιτούντες άσυλο να έχουν πραγματική και ουσιαστική πρόσβαση στις διαδικασίες και να μπορούν να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Καθίσταται σαφές ότι η νομοθετική ρύθμιση που ορίζει την καταβολή του παραβόλου ως αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας σε έναν οικονομικά και όχι μόνο ευάλωτο πληθυσμό καθιστά απαγορευτική την κατάθεση του αιτήματος. Επιπλέον, προσκρούει στις διατάξεις των Άρθρων 25 παρα. 2 και 20 παρα. 1 του Συντάγματος της Ελλάδος, στα Άρθρα 18, 47 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά µε τις διατάξεις των Άρθρων 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, καθότι ουσιαστικά καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου σε όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν το παράβολο.
3. Η έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού της πρόσβασης στο άσυλο μέσω τυπικών και όχι ουσιαστικών αξιολογήσεων των αναγκών διεθνούς προστασίας. Θα ήταν χρήσιμο να τονίσουμε ότι τουλάχιστον από το Άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης και το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και της αντίστοιχης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (M.S.S. κατά Ελλάδος), δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση, σύμφωνα και με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Επιπλέον, η κρίση περί ύπαρξης «συνδέσμου» με την τρίτη χώρα, αξιώνει τη διεξαγωγή εξατομικευμένης αξιολόγησης των περιστάσεων του αιτούντος, χωρίς τυποποιημένες ή γενικές παραδοχές.
4. H εισαγωγή της έννοιας της «πλασματικής εισόδου» υπονομεύει το δικαίωμα στο άσυλο και την αρχή της μη επαναπροώθησης. Το ανωτέρω πλάσμα δικαίου καθίσταται εφαρμόσιμο μόνο με την επιβολή αδιάκριτης αυτόματης κράτησης, de jure ή de facto, συνισταμένης σε σφοδρή παράβαση του δικαιώματος στην ελευθερία και περιορισμού πρόσβασης σε βασικές εγγυήσεις προστασίας.Η διαδικασία ασύλου απαιτεί χρόνο και πλαισίωση των αιτούντων, προκειμένου να διασφαλίζεται η ουσιαστική πρόσβασή τους στις σχετικές διαδικασίες.
5. Η διαδικασία χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος δεν προσδιορίζεται επαρκώς, ώστε να διασφαλίζεται στην πράξη η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, την οποία ο Κανονισμός προβλέπει ρητώς. Ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της εν λόγω αρχής, η προσφυγή θα πρέπει να παράγει ανασταλτικό αποτέλεσμα, σύμφωνα και με τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων.
Άρθρα 96 παρ. 3 & 5 και 101
Η χρήση λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης και υποβοηθούμενης από τη χρήση συστημάτων ΤΝ διερμηνείας στη διαδικασία ασύλου εγείρει σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς η διαδικασία ασύλου βασίζεται στην ακριβή γλωσσική αποτύπωση, οι αιτούντες/ σε συχνά ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, και η αξιολόγηση αξιοπιστίας εξαρτάται από λεπτές γλωσσικές, πολιτισμικές και πραγματολογικές αποχρώσεις. Η διερμηνεία μέσω συστήματος τεχνητής νοημοσύνης αφαιρεί τον ανθρώπινο παράγοντα και δεν είναι συμβατή με πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα των αιτούντων/ αιτουσών διεθνή προστασία και δεν μπορεί να διασφαλίσει ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για πρόσωπα που έχουν υποστεί βία, διώξεις ή άλλες τραυματικές εμπειρίες.
Ιδίως στις μη δυτικές γλώσσες, τα συστήματα διερμηνείας τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι επαρκώς εξελιγμένα ώστε να παρέχουν αξιόπιστη, ακριβή και πολιτισμικά κατάλληλη μετάφραση.
Αντίστοιχα, η πρόβλεψη του άρθρου 101 ότι σε περίπτωση χρήσης συστημάτων ΤΝ για αυτόματη έγγραφη αποτύπωση της συνέντευξης «δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού» υποβαθμίζει ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις, καθώς δεν προβλέπεται ανθρώπινη εποπτεία επί του πρακτικού συνέντευξης ασύλου, δεν διασφαλίζεται δικαίωμα διόρθωσης σε περίπτωση σφάλματος από τη χρήση της ΤΝ, ούτε προβλέπονται εγγυήσεις για τα σφάλματα συστημάτων αυτόματης αναγνώρισης ομιλίας σε κείμενο.
Άρθρα 99–100
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος πριν από τη συνέντευξη δεν επιτρέπουν ουσιαστική προετοιμασία του αιτούντος και του νομικού του συμβούλου.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο περιορισμός της δυνατότητας παρέμβασης του δικηγόρου μόνο στο τέλος της συνέντευξης, γεγονός που δεν επιτρέπει άμεση αντίδραση σε εσφαλμένη διερμηνεία, ακατάλληλες ερωτήσεις, ή παραβιάσεις διαδικαστικών εγγυήσεων.
Άρθρο 102 – Νομική καθοδήγηση
Η πρόβλεψη παροχής νομικής καθοδήγησης σε μεγάλες ομάδες αιτούντων μέχρι και 50 ατόμων δεν διασφαλίζει αποτελεσματική και ουσιαστική νομική υποστήριξη, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των διαδικασιών ασύλου και τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε υπόθεσης.
Η νομική καθοδήγηση δεν μπορεί να εξομοιώνεται με απλή γενική ενημέρωση, καθώς περιλαμβάνει συμβουλευτική και συνδρομή σε κρίσιμα στάδια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας.
Για τον λόγο αυτό, η νομική καθοδήγηση θα πρέπει να παρέχεται σε εξατομικευμένη βάση, με επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, αποτελεσματικής επικοινωνίας και ουσιαστικής πρόσβασης σε νομική συνδρομή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και τις εγγυήσεις που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα.
Άρθρο 113 – Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί ή απαιτήσεις αδειοδότησης για την πρόσβαση δικηγόρων σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων δεν συνάδουν με τις εγγυήσεις αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και παροχής νομικής συνδρομής.
Η πρόσβαση των δικηγόρων σε δημόσιες εγκαταστάσεις για την άσκηση των καθηκόντων τους διέπεται από τις ειδικές εγγυήσεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 34) και δεν θα πρέπει να υπόκειται σε υπέρμετρους διοικητικούς περιορισμούς που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική επικοινωνία και υποστήριξη των αιτούντων διεθνή προστασία.
Άρθρο 118 – Μετάφραση εγγράφων
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η μη λήψη υπόψη ουσιωδών εγγράφων λόγω έλλειψης επίσημης μετάφρασης με έξοδα του/ της αιτούντος/ αιτούσας άσυλο σε υποθέσεις μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Η υπέρμετρη μετακύλιση του κόστους και της ευθύνης μετάφρασης στους/ στις αιτούντες/ σες κατά τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου στερεί από τη διοίκηση ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία και περιορίζει την αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 119 – Διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα, την πληρότητα, και την εξατομίκευση της διαδικασίας εξέτασης, ενώ δεν παρέχουν στους/ις αιτούντες/σες διεθνή προστασία τον απαραίτητο χρόνο για να οργανώσουν τις σκέψεις τους και να εκθέσουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς τους. Παράλληλα, δεν συνάδουν με πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα των αιτούντων.
Άρθρο 120 – Επίδοση αποφάσεων
Οι επιταχυμένες διαδικασίες επίδοσης αποφάσεων ενδέχεται να στερούν από τους/ τις αιτούντες/σες τη δυνατότητα κατανόησης της απόφασης, πρόσβασης σε νομική συμβουλή, και αποτελεσματικής άσκησης προσφυγής.
Άρθρο 122 – Απαράδεκτες αιτήσεις
Η διεύρυνση των λόγων απαραδέκτου των αιτήσεων διεθνούς προστασίας εγείρει σοβαρές ανησυχίες με βάση το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της μη επαναπροώθησης και το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.
Καταρχάς, το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιβάλλει υποχρεωτικά στα κράτη μέλη τη θέσπιση λόγων απαραδέκτου, αλλά παρέχει σχετική διακριτική ευχέρεια. Ως εκ τούτου, η επιλογή θέσπισης και διεύρυνσης των απαραδέκτων στο εθνικό δίκαιο αποτελεί πολιτική επιλογή περιορισμού της πρόσβασης στη διεθνή προστασία και όχι αναγκαία υποχρέωση συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη απόρριψης ως απαράδεκτης αίτησης ασύλου που υποβάλλεται μετά την πάροδο επτά εργάσιμων ημερών από την επίδοση απόφασης επιστροφής, εφόσον δεν προβάλλονται νέα στοιχεία. Η ρύθμιση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη μη εξέταση ουσιαστικά βάσιμων αιτημάτων διεθνούς προστασίας και σε έκθεση προσώπων σε κίνδυνο επαναπροώθησης..
Παράλληλα, ιδιαίτερα προβληματική παραμένει και η διατήρηση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου. Η πρακτική εφαρμογή της έννοιας αυτής έχει επανειλημμένα αναδείξει σοβαρά ζητήματα ως προς την πραγματική πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία στις τρίτες χώρες, την επάρκεια των διαδικαστικών εγγυήσεων, και τον κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης επαναπροώθησης.
Η εκτεταμένη χρήση απαραδέκτων μετατοπίζει το βάρος από την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε διαδικαστικού χαρακτήρα μηχανισμούς αποκλεισμού, περιορίζοντας στην πράξη την πρόσβαση στο δικαίωμα ασύλου και αποδυναμώνοντας τις εγγυήσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άρθρο 131 – Μεταγενέστερες αιτήσεις
Η πρόβλεψη στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ότι μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι κατατέθηκε «απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης» είναι υπερβολικά αόριστη και αφήνει υπέρμετρα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση. Δεν προβλέπονται επαρκή αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων χωρίς ουσιαστική εξέταση νέων στοιχείων ή μεταβολής των συνθηκών στη χώρα καταγωγής.
Επίσης, η πρόβλεψη εξαιρέσεων στην παράγραφο 3 από το δικαίωμα παραμονής σε περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την αποτελεσματική προστασία από επαναπροώθηση και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση εξαιρέσεων από το δικαίωμα παραμονής για μεταγενέστερες αιτήσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 56 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιβάλλει σχετική υποχρέωση στα κράτη μέλη αλλά τους παρέχει απλώς διακριτική ευχέρεια να θεσπίσουν τέτοιες εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, η επιλογή περιορισμού του δικαιώματος παραμονής στο εθνικό δίκαιο δεν αποτελεί υποχρεωτική απαίτηση του ενωσιακού δικαίου.
Επιπλέον οι προθεσμίες είναι εξαιρετικά σύντομες και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ενώ δεν διασφαλίζεται το δικαίωμα παραμονής κατά τη διάρκεια εξέτασης της διαδικασίας.
Τέλος, πρέπει να καταργηθεί το παράβολο των 300 ευρώ (παρ. 4) για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης μετά την πρώτη αίτηση ασύλου.
Άρθρο 135 – Δικαίωμα προσφυγής
Οι προβλεπόμενες προθεσμίες για άσκηση προσφυγών είναι υπερβολικά περιορισμένες και δεν διασφαλίζουν επαρκώς τη δυνατότητα ουσιαστικής νομικής προετοιμασίας της υπόθεσης, πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο και αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης.
Άρθρο 136 – Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής
Η ρύθμιση για το ανασταλτικό αποτέλεσμα των προσφυγών δεν προβλέπει σαφή και επαρκή κριτήρια για τη χορήγηση δικαιώματος παραμονής κατά τη διάρκεια της προσφυγής, δημιουργώντας ανασφάλεια δικαίου για αιτούντες/ αιτούσες και την Αρχή Προσφυγών.
Η απουσία αυτοδίκαιου ανασταλτικού αποτελέσματος, ιδίως όταν εκδίδεται παράλληλα απόφαση επιστροφής, ενδέχεται να οδηγήσει σε απομάκρυνση πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η προσφυγή θα πρέπει να έχει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις.
Άρθρο 145 – Διάρκεια διαδικασίας προσφυγής
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης προσφυγών δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
Δεδομένου του ήδη αυξημένου φόρτου των διοικητικών δικαστηρίων και επιτροπών προσφυγών, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τυποποιημένων αποφάσεων, περιορισμένης εξατομικευμένης αξιολόγησης, και υποβάθμισης της ποιότητας της δικαστικής προστασίας.
Άρθρο 147 – Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
Η πρόβλεψη διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής και αποχώρησης από τις δομές εντός της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας 30 ημερών δεν διασφαλίζει ομαλή και αξιοπρεπή μετάβαση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε καθεστώς αυτόνομης διαβίωσης και κοινωνικής ένταξης.
Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί εύλογη μεταβατική περίοδος, τουλάχιστον έως την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και την εξασφάλιση βασικών προϋποθέσεων ένταξης, όπως πρόσβαση σε στέγαση, εργασία, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνικές υπηρεσίες.
Η πρόβλεψη διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής και υποχρέωσης αποχώρησης από δομές εντός επτά ημερών από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση είναι ιδιαίτερα προβληματική. Στην πράξη, η διάταξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε αστεγία, σε συνθήκες εξαθλίωσης, και σε σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ιδίως για ευάλωτα πρόσωπα.
Άρθρο 150 – Προσδιορισμός αίτησης ακύρωσης
Οι ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες προσδιορισμού και εξέτασης αιτήσεων ακύρωσης δεν συνοδεύονται από ουσιαστική ενίσχυση των διοικητικών δικαστηρίων. Εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτή η παροχή ουσιαστικού και εξατομικευμένου δικαστικού ελέγχου υπό συνθήκες υπερφόρτωσης των δικαστηρίων.
ΑΡΘΡΟ 102: Η νομική καθοδήγηση πρέπει να παρέχεται πάντοτε σε εξατομικευμένη βάση, τηρούμενων, δε, των εγγυήσεων και υποχρεώσεων που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα και δεν είναι δυνατόν να παρέχεται σε μεγάλες ομάδες των 15 ή 50(!!) ατόμων.
ΑΡΘΡΟ 138: Να προστεθεί παράγραφος ως εξής: «Οι σχετικές διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων (αρθρ. 12 Ν. 4938/2022 όπως ισχύει) περί δικαστικών διακοπών εφαρμόζονται και στις Ανεξάρτητες Επιτροπές του παρόντος άρθρου.
Αιτιολογία: να μην υπάρχουν συνεδριάσεις κατά τον μήνα Αύγουστο και κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα δημιουργώντας υπέρμετρη επιβάρυνση και αναστάτωση στην λειτουργία όλης της Υπηρεσίας Ασύλου χωρίς εμφανές όφελος στην ταχεία περάτωση των υποθέσεων.
ΑΡΘΡΟ 140 Παρ. 2: η βεβαίωση κράτησης που προσκομίζεται στην Επιτροπή να εκδίδεται προ 5 εργάσιμων ημερών από την συζήτηση ή έστω, αν παραμείνει η πρόβλεψη των 3 ημερών, αυτές να οριστεί σαφώς να είναι εργάσιμες.
Καθορισμός αρμόδιων αρχών: άρθρο 95
Για νομοτεχνικούς λόγους, συνιστάται ρητή αναφορά στα ακριβή άρθρα του ΠΔ 106/2020 (Α΄ 255) στο παρόν άρθρο. Επίσης, στην περ. γ΄, να προστεθεί ρητή παραπομπή στην ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 110 παρ. 7. Αντιστοίχως, στην περ. δ΄ να προστεθεί ρητή παραπομπή στην ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 109 παρ. 3.
Θεώρηση γνησίου υπογραφής: άρθρο 96
Στο εδ. β΄ της παρ. 6, πρέπει να διαγραφούν οι όροι «δύνανται να» και να διατηρηθεί η υποχρέωση θεώρησης του γνησίου υπογραφής των αιτουσών/ούντων άσυλο που δεν διαθέτουν Δελτίο Αιτούντος Διεθνή Προστασία (ΔΑΔΠ) από τις αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής, οι οποίες αποτελούν «διοικητικές αρχές» κατά την έννοια του άρθρου 11 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν 2690/1999, Α΄ 45). Σε αντίθετη περίπτωση, καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση των αιτουσών/ούντων σε απαραίτητες διαδικασίες που διεξάγονται υποχρεωτικά εγγράφως, μεταξύ των οποίων η αίτηση νομικής καθοδήγησης κατ’ άρθρο 102 παρ. 2, η αίτηση αποκατάστασης υλικών συνθηκών υποδοχής του άρθρου 33 παρ. 3 ή η εξουσιοδότηση δικηγόρου για την άσκηση δικαιωμάτων και ένδικων βοηθημάτων, όπως αυτό του άρθρου 42 παρ. 1, ζήτημα, άλλωστε, το οποίο ανακύπτει ήδη στην παρούσα πρακτική της Διοίκησης (ΔΠρΑθ ΑΡ2200/2024, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/). Η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής των αιτουσών/ούντων άσυλο από την ΥπΥΤ και την Υπηρεσία Ασύλου υπαγορεύεται και από τη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 της Οδηγίας 2024/1346 και ήδη άρθρου 20 παρ. 2 του παρόντος.
Τεχνητή νοημοσύνη: άρθρα 97 και 101
Στο άρθρο 97 παρ. 5, πρέπει να διαγραφεί το εδ. γ΄ περί της χρήσης μέσων τεχνητής νοημοσύνης καθ’ υποκατάσταση του διερμηνέα στη διαδικασία ασύλου, η οποία δεν επιτρέπεται από τον Κανονισμό 2024/1348 (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1360). Είναι καθολικά απαγορευτική η χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε διαδικασίες που απαιτούν ακρίβεια, λεπτό χειρισμό και συναισθηματική κατανόηση, πέραν των σοβαρών ζητημάτων που εγείρονται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της εμπιστευτικότητας της διαδικασίας ασύλου. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο ενωσιακός νομοθέτης του «AI Act» χαρακτηρίζει ως «υψηλού κινδύνου» την τεχνητή νοημοσύνη στον τομέα του ασύλου και περιορίζει τη χρήση της σε περιπτώσεις που επιτρέπονται από το ενωσιακό δίκαιο (αιτ σκ. 60 και σημ. 7 Παραρτήματος ΙΙΙ Κανονισμού 2024/1689).
Για τους λόγους που εκτέθηκαν επί του άρθρου 97, πρέπει αντιστοίχως να διαγραφεί το εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 101 καθώς δεν επιτρέπεται η παράλειψη τήρησης πρακτικού συνέντευξης (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1360).
Προσωπική συνέντευξη: άρθρα 99 και 100
Στο άρθρο 99 παρ. 1, πρέπει να προστεθούν οι όροι «που αποφαίνεται επί της αίτησης», για τη διασφάλιση της τήρησης της υποχρέωσης πλήρους συνεκτίμησης κάθε αναγκαίου και συναφούς στοιχείου της αίτησης ασύλου, «στο πλαίσιο μιας σφαιρικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης» (ΔΕΕ C-756/21 International Protection Appeals Tribunal, 29-06-2023, σκ. 92).
Στο άρθρο 99 παρ. 2, είναι προδήλως ανεπαρκής η προθεσμία 24 ωρών για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος (πρβλ. ΔΕΕ C-58/23 Abboudnam, 29-09-2023, σκ. 30-31), δοθέντος ιδίως ότι στο στάδιο αυτό η Υπηρεσία Ασύλου έχει ήδη υπαγάγει την αίτηση σε συγκεκριμένη διαδικασία ήδη από την καταχώριση αυτής και γνωρίζει το περιεχόμενο της επικείμενης συνέντευξης, ήτοι παραδεκτό, ουσία κ.ο.κ. Η ενημέρωση της/του αιτούσας/ούντος για το περιεχόμενο της συνέντευξης κατά το στάδιο του προγραμματισμού της συνέντευξης και της επίδοσης της σχετικής κλήσης, πέραν από επιβεβλημένη σύμφωνα με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, είναι και ευχερέστερη για τη Διοίκηση, ούτως ώστε αποφεύγεται η υποχρέωση πρόσθετων διοικητικών ενεργειών στη διαδικασία α΄ βαθμού. Για τον λόγο αυτό, το εδ. α΄ της παρ. 2 πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Η συνέντευξη επί της ουσίας δύναται να διεξαχθεί ταυτόχρονα με τη συνέντευξη επί του παραδεκτού σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον ο αιτών έχει ενημερωθεί κατά την πρόσκληση της παρ. 8 του άρθρου 120.»
Στο άρθρο 100 παρ. 2, πρέπει να διαγραφούν οι όροι «ο οποίος δύναται να παρεμβαίνει αποκλειστικά στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης», που εισάγει αδικαιολόγητο περιορισμό της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ενεργός συνεργασία της Υπηρεσίας Ασύλου με δικηγόρους και νομικούς συμβούλους για την υποστήριξη της ορθής και εύρυθμης διεξαγωγής της διαδικασίας, αλλά και η επιβεβλημένη δυνατότητα έγκαιρης προβολής ενστάσεων που αφορούν τη νομιμότητα ή ορθότητα της συνέντευξης, αναγκαία τόσο για την προστασία των αιτουσών/ούντων άσυλο όσο και για τη Διοίκηση (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/).
Νομική καθοδήγηση: άρθρο 102
Λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων ενεργειών και πράξεων που εντάσσονται στην έννοια της νομικής καθοδήγησης του άρθρου 16 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 και του άρθρου 21 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1351, υπογραμμίζουμε ότι το ενωσιακό δίκαιο θέτει αυστηρές προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο και τις συνθήκες παροχής της καθοδήγησης και τα απαραίτητα προσόντα και την ανεξαρτησία των φορέων υλοποίησής της. Ο ενωσιακός νομοθέτης επιλέγει ειδικώς τον όρο «συνδρομή» και όχι «καθοδήγηση» για τα επί μέρους στάδια της κατάθεσης της αίτησης ασύλου κατ’ άρθρο 28 του Κανονισμού 2024/1348 και της υποβολής των στοιχείων που σχετίζονται με τις διαδικασίες του Κανονισμού 2024/1351. Η χρήση του συγκεκριμένου όρου συνεπάγεται την κατοχύρωση δικαιώματος των αιτουσών/ούντων άσυλο όχι μόνο να λαμβάνουν πληροφορίες ή καθοδήγηση στα στάδια αυτά, αλλά κατ’ ελάχιστο να τις/τους συνοδεύει και πράγματι να τους συνδράμει σύμβουλος κατά την κατάθεση της αίτησής τους και την υποβολή των στοιχείων που σχετίζονται με τις «διαδικασίες Δουβλίνου» του Κανονισμού 2024/1351. Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τον «αναπόσπαστο» ρόλο της νομικής καθοδήγησης στην αιτιολογική σκέψη 16 του Κανονισμού 2024/1348 και διασφαλίζει την έγκαιρη υποβολή όλων των απαραίτητων στοιχείων για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και τη δίκαιη και αποτελεσματική εξέταση των αιτήσεων ασύλου.
Οι ανωτέρω υποχρεώσεις και ανάγκες καλύπτονται με κατάλληλο και αποτελεσματικό τρόπο στην περίπτωση της παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης σε α΄ βαθμό, την οποία επαναλαμβάνουμε ως επιβεβλημένη εγγύηση στη διαδικασία (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/).
Κατ’ ελάχιστον, υπό την παρούσα προτεινόμενη διάταξη, υπενθυμίζουμε ότι η παροχή νομικής συμβουλευτικής, ως ορίζεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού 2024/1356 και στο άρθρο 21 του Κανονισμού 2024/1351, πρέπει να υλοποιείται σύμφωνα με τις επιταγές του εθνικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208), «Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή.» Η ανάθεση της αποκλειστικής άσκησης του έργου της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων στις/στους δικηγόρους επιβεβαιώνεται από τη νομολογία (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021). Επομένως, η παροχή της νομικής καθοδήγησης σύμφωνα με τους ανωτέρω Κανονισμούς εντάσσεται στο αποκλειστικό έργο του δικηγορικού λειτουργήματος και υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Περαιτέρω, είναι αντικειμενικώς αδύνατο να παρασχεθεί αποτελεσματική καθοδήγηση σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 16 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 και του άρθρου 21 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1351 σε ομάδες 15 ατόμων ή 50 ατόμων, όπως προτείνεται στην παρ. 3. Η νομική καθοδήγηση διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία παροχής ενημέρωσης του άρθρου 8 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348. Περικλείει πράξεις συνδρομής στην κατάθεση της αίτησης και συμβουλευτική επί παντός ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, διαρκούσης της διαδικασίας α΄ βαθμού, επομένως πρέπει να παρέχεται πάντοτε σε εξατομικευμένη βάση, τηρούμενων, δε, των εγγυήσεων και υποχρεώσεων που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να αναδιατυπωθεί η παρ. 3 του άρθρου 102 ως εξής: «Η νομική καθοδήγηση της παρ. 1 μπορεί να παρέχεται από δικηγόρους εγγεγραμμένους σε οικείους δικηγορικούς συλλόγους, κατόπιν σύναψης σχετικής συμφωνίας με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Για τον λόγο αυτό, τα πρόσωπα που παρέχουν νομική καθοδήγηση έχουν πρόσβαση στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης και στις άλλες εγκαταστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η νομική καθοδήγηση παρέχεται σε ατομικό επίπεδο. Η συνεδρία διενεργείται σε γλώσσα που κατανοούν ή που ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν οι αιτούντες, με τη συνδρομή διερμηνέα, και υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν την απαιτούμενη εμπιστευτικότητα.»
Τέλος, πρέπει να εισαχθεί νέα παρ. 5 στο άρθρο 102 ως εξής: «Στο έντυπο κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και το άρθρο 110 του παρόντος, αναγράφονται τα στοιχεία του συμβούλου του αιτούντος, άλλως αναφέρονται οι λόγοι παραίτησης του αιτούντος από το δικαίωμα σε δωρεάν νομική καθοδήγηση σύμφωνα με την παρ. 1.»
Νομική συνδρομή και εκπροσώπηση: άρθρο 103
Στην παρ. 4, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 18 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348 περί διαβαθμισμένων εγγράφων, εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο ο προσδιορισμός των ειδικότερων ρυθμίσεων και λεπτομερειών βάσει των οποίων διασφαλίζεται η ενάσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης του αιτούντος (ΔΕΕ C-431/24 Multan, 29-01-2026, σκ. 54, C-159/21 Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, 22-09-2022, σκ. 43 και 44). Σύμφωνα, άλλωστε, με την επίκαιρη νομολογία και του ΔΕΕ και του Συμβουλίου της Επικρατείας, τόσο στις περιπτώσεις κινδύνου για την εθνική ασφάλεια όσο και σε αυτές που αφορούν τις έρευνες για την κατάσταση στις χώρες καταγωγής, η Διοίκηση πρέπει κατ’ ελάχιστον να γνωστοποιεί το ουσιώδες περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων του φακέλου στην/στον αιτούσα/ούντα (ΣτΕ Ολ 535/2026, ΔΕΕ C-431/24 Multan, 29-01-2026, σκ. 55, C-159/21 Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, 22-09-2022, σκ. 53). Δεν δύναται, επομένως, να απαγορεύεται η γνωστοποίηση των πληροφοριών χωρίς να δίνεται πρόσβαση έστω στα ουσιώδη στοιχεία αυτών.
Αξιολόγηση ανάγκης ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων: άρθρο 104
Η παρ. 1 δεν εισάγει τα απαραίτητα εθνικά μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348, καθώς δεν εξειδικεύεται ούτε η αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση της ανάγκης της/του αιτούσας/ούντος για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, ούτε ο τρόπος με τον οποίο καλείται να διεξαγάγει την εν λόγω αξιολόγηση βάσει των στοιχείων του ελέγχου διαλογής ή/και σε περίπτωση που ανακύψει οιαδήποτε ανάγκη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου. Η διάταξη πρέπει να αναφέρεται ρητά σε αμφότερες τις αρμόδιες αρχές απόφασης του άρθρου 95 περ. β΄ του παρόντος και να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αυτές εξετάζουν και διαπιστώνουν αιτιολογημένα ποιες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις είναι εφαρμοστέες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της/του αιτούσας/ούντος. Σε αντίθετη περίπτωση, μένει «κενό γράμμα» τόσο η εγγύηση του άρθρου 20 του Κανονισμού 2024/1348 όσο και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της εφαρμογής του, με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ αντικειμένου η μεταχείριση που επιφυλάσσει ο ενωσιακός νομοθέτης στα ευάλωτα πρόσωπα που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων (αντί πολλών, ΔΠρΑθ ΑΔ835/2025, ΑΔ654/2024, ΔΕφΠειρ Α65/2023, Α94/2021, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/).
Στοιχεία ταυτότητας αιτούντων: άρθρο 111
Απαλείφεται αναιτιολόγητα από την παρ. 5 η δυνατότητα της Υπηρεσίας Ασύλου να προβεί σε διόρθωση των στοιχείων μετά τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως ισχύει στο άρθρο 84 παρ. 7 Ν 4939/2022 (Α΄ 111). Η δυνατότητα αυτή πρέπει να επαναφερθεί είτε στην παρούσα διάταξη είτε στο άρθρο 165 του παρόντος, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την εφαρμογή του άρθρου 25 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων: άρθρο 113
Όπως επισημάνθηκε στα σχόλιά μας επί του άρθρου 13, η είσοδος των δικηγόρων σε δημόσια καταστήματα δεν υπόκειται σε αδειοδότηση, αλλά υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 34 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208) και πρέπει να τηρεί το άρθρο 18 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348.
Μητρώο ΜΚΟ: άρθρο 114
Επαναφέρονται στο σύνολό τους οι πρόσφατες παρατηρήσεις μας, ως διατυπώθηκαν προ της ψήφισης του Ν 5275/2026 (Α΄ 17) αναφορικά με το Μητρώο ΜΚΟ και την επιτακτική ανάγκη τροποποίησης της σχετικής διάταξης (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1556), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι το άρθρο 13 παρ. 2, το άρθρο 26 παρ. 4 και το άρθρο 113 παρ. 2 του παρόντος εξαρτούν την πρόσβαση των αιτουσών/ούντων άσυλο σε νομικές και άλλες υπηρεσίες από την εγγραφή των οργανώσεων στο οικείο Μητρώο.
Μετάφραση εγγράφων: άρθρο 118
Προσκρούει στην αρχή της εμπιστευτικότητας του άρθρου 7 του Κανονισμού 2024/1348 η κατά την παρ. 2 ανάθεση της μετάφρασης κρίσιμων εγγράφων που αφορούν την αίτηση διεθνούς προστασίας σε παρόχους υπηρεσιών εκτός της Υπηρεσίας Ασύλου. Πρέπει να διαγραφούν από την παρ. 2 οι όροι «και δύναται να αναθέτει τη μετάφραση σε άλλους κατάλληλους παρόχους υπηρεσιών».
Αντίστοιχως, ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της υπερνομοθετικής ισχύος αρχής της μη επαναπροώθησης, προσκρούει στο άρθρο 19 παρ. 2 ΧΘΔ, στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ, στο άρθρο 7 ΔΣΑΠΔ, στο άρθρο 3 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων κ.α. η μη λήψη υπόψη ουσιωδών εγγράφων που δεν είναι μεταφρασμένα με έξοδα του αιτούντος, ενδεικτικά στο πλαίσιο μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Και τούτο διότι πρέπει η αρμόδια αρχή απόφασης, προ της έκδοσης απόφασης επιστροφής κατ’ άρθρο 37 του Κανονισμού 2024/1348, «πρέπει να είναι σε θέση να ερευνά και κάθε άλλο κρίσιμο για την απόφασή της στοιχείο σε περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο» (ΔΕΕ C-313/25 PPU Adrar, 04-09-2025, σκ. 71).
Απόφαση επιστροφής: άρθρα 121 και 138
Αφενός, εφαρμόζεται εσφαλμένως η διάταξη του άρθρου 37 του Κανονισμού 2024/1348, σύμφωνα με την οποία η απόφαση επιστροφής πρέπει να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης: «[…] και η οποία τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης».
Αφετέρου, λαμβανομένης υπόψη της πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ επί της απόλυτης απαγόρευσης της έκδοσης απόφασης επιστροφής σε περίπτωση μη τήρησης των εγγυήσεων του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115 και ήδη άρθρου 6 Ν 5226/2025 (Α΄ 154) (ΔΕΕ C-202/25 Tadmur, 26-03-2026, σκ. 36 και μνημονευόμενη νομολογία), παρίσταται επιβεβλημένη η εισαγωγή ρήτης ρύθμισης και σαφέστερης διατύπωσης του εδ. α΄ ως ακολούθως: «Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει απόφαση επιστροφής του αιτούντος σύμφωνα με τον ν. 5226/2025 (Α’ 154) εφόσον κρίνει αιτιολογημένα ότι η επιστροφή δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης, στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ή στην προστασία της οικογενειακής ζωής».
Στο δε άρθρο 138 παρ. 10, όπως επισημάνθηκε στις παρατηρήσεις επί του άρθρου 121, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η υποχρέωση αποχής των Επιτροπών Προσφυγών από την έκδοση απόφασης επιστροφής όταν δεν τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 6 Ν 5226/2025 (Α΄ 154), όπως επιτάσσει το ενωσιακό δίκαιο κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ (C-202/25 Tadmur, 26-03-2026, σκ. 36 και μνημονευόμενη νομολογία), ώστε να παρέχεται σαφής και επαρκής κατεύθυνση στα διοικητικά όργανα.
Απαράδεκτες αιτήσεις: άρθρο 122
Δεν παρίσταται υποχρεωτική κατά το άρθρο 38 του Κανονισμού 2024/1348 η θέσπιση λόγων απαραδέκτου των αιτήσεων ασύλου. Εξόχως προβληματική και επικίνδυνη για την προστασία των προσφύγων από επαναπροώθηση είναι η προτεινόμενη εφαρμογή του λόγου απαραδέκτου της περ. ε΄ της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται 7 εργάσιμες μέρες μετά την επίδοση απόφασης επιστροφής, χωρίς οψιγενή στοιχεία. Και τούτο λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελληνική Αστυνομία συνεχίζει να εκδίδει συστηματικά και αδιάκριτα αποφάσεις απέλασης σε χιλιάδες νεοαφιχθέντες ανθρώπους, μολονότι ζητούν άσυλο στη χώρα και παρά την υποχρέωση προηγούμενης υπαγωγής τους σε διαδικασίες διαλογής (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/). Ενδεικτικά, μόνο το περασμένο έτος, εκδόθηκαν αυθαιρέτως παραπάνω από 10.000 αποφάσεις απέλασης σύμφωνα με τον Ν 3386/2005 (Α΄ 212) από την Αστυνομία σε βάρος νεοαφιχθεισών/έντων πολιτών Αφγανιστάν, Συρίας, Σουδάν, Σομαλίας, Ερυθραίας και Υεμένης, που ζήτησαν και κατά συντριπτική πλειοψηφία έλαβαν άσυλο στη χώρα (https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/). Η εισαγωγή του ανωτέρω λόγου απαραδέκτου πρόκειται να οδηγήσει σε αυθαίρετη και μη ορθή άρνηση εξέτασης βάσιμων αιτημάτων ασύλου και συνακόλουθης έκθεσης ανθρώπων σε σοβαρό κίνδυνο επαναπροώθησης, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της χώρας.
Επαναφέρουμε, παράλληλα, την πάγια αντίθεσή μας στην επίκληση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου των αιτήσεων ασύλου (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/), καθώς και στην εφαρμογή αυτής στο ελληνικό σύστημα ασύλου την τελευταία δεκαετία (https://rsaegean.org/el/to-ste-akyronei-ton-charaktirismo-tis-tourkias-os-asfalous-tritis-choras/).
Μεταγενέστερες αιτήσεις: άρθρο 131
Επαναλαμβάνουμε και πάλι την ανάγκη διαγραφής της παρ. 4 περί υποχρέωσης καταβολής παραβόλου για την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, η οποία προσκρούει σαφώς στο ενωσιακό δίκαιο (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1361).
Ασφαλείς χώρες: άρθρο 132
Κατά την επίκαιρη νομολογία του ΔΕΕ, οι πληροφορίες, βάσει των οποίων αποφασίζεται ο χαρακτηρισμός χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής ή ασφαλών τρίτων χωρών, πρέπει να διατίθενται στις/στους αιτούσες/ούντες, ώστε να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα αντίκρουσης της εφαρμογής των εν λόγω εννοιών στην περίπτωσή τους (ΔΕΕ C-758/24 Alace, 01-08-2025, σκ. 80). Τούτο βαρύνει, άλλωστε, την αποφαινόμενη αρχή ήδη κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 του Κανονισμού 2024/1348. Πρέπει επομένως να εισαχθεί νέο εδ. β΄ στην παρ. 1 ως εξής: «Η εισήγηση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου δημοσιεύεται στο σύνολό της με την απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Μετανάστευσης και Ασύλου.»
Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής: άρθρο 136
Το άρθρο 136 παρ. 2, όπως και το άρθρο 68 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348, δεν εξειδικεύει επαρκώς τη διαδικασία που καλούνται να ακολουθήσουν οι αρμόδιες αρχές απόφασης αναφορικά με τη χορήγηση ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην προσφυγή, ώστε να τηρείται στην πράξη ο όρος «με την επιφύλαξη της αρχής της μη επαναπροώθησης» που αναφέρει ρητώς ο Κανονισμός. Ως αποτέλεσμα, ούτε οι αιτούσες/ούντες άσυλο ούτε η Διοίκηση είναι σε θέση να γνωρίζουν πότε οι προσφυγές του άρθρου 68 παρ. 3 του Κανονισμού έχουν πράγματι ανασταλτικό χαρακτήρα και πότε απαιτείται η κατάθεση αιτήματος παραμονής στην Επιτροπή Προσφυγών (https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/).
Ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της υπερνομοθετικής ισχύος αρχής της μη επαναπροώθησης και ιδίως στις περιπτώσεις που εκδίδεται απόφαση επιστροφής κατ’ άρθρο 121 του παρόντος, αλλά και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας β΄ βαθμού και κατάλληλης ενημέρωσης των προσφευγουσών/όντων, η προσφυγή πρέπει να φέρει πάντοτε αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν με την απόρριψη της αίτησης ασύλου εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Τούτο υπαγορεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα με τη νομολογία αμφότερων των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (ΔΕΕ C-181/16 Gnandi, 19-06-2018, σκ. 58 και 62-67, ΕΔΔΑ Μ.Κ. κατά Πολωνίας, 40503/17, 23-07-2020, σκ.143 και μνημονευόμενη νομολογία).
Κατάθεση προσφυγής: άρθρο 137
Αναιτιολόγητα απαλείφεται η δυνατότητα κατάθεσης της προσφυγής στη δομή της ΥπΥΤ όπου διαμένει η/ο προσφεύγουσα/εύγων όταν αυτή βρίσκεται σε άλλο τόπο από αυτόν του αρμοδίου ΠΓΑ ή ΑΚΑ της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως προβλέπεται στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 99 Ν 4939/2022 (Α΄ 111). Είναι απαραίτητη η επαναφορά της διάταξης, δοθέντος ότι η πλειοψηφία των αιτουσών/ούντων άσυλο διαμένουν χωρίς οικονομικά μέσα σε ΕΔΠΦΑΑ απομακρυσμένες από τον αστικό ιστό και σε απόσταση ακόμη και εκατοντάδων χιλιομέτρων από τα αρμόδια ΠΓΑ και ΑΚΑ στην ενδοχώρα, πολλές/οί, δε, εξ αυτών θα υπόκεινται σε κράτηση ή σε περιορισμό ελευθερίας στο πλαίσιο της συνοριακής διαδικασίας ασύλου του άρθρου 43 του Κανονισμού 2024/1348. Δεν προκύπτει από την παρούσα διατύπωση ο τρόπος με τον οποίο θα δύνανται τα εν λόγω πρόσωπα να καταθέσουν αυτοπροσώπως την προσφυγή τους.
Συζήτηση προσφυγής: άρθρο 140
Η προφορική ακρόαση, όπως και η συνέντευξη σε α΄ βαθμό, διενεργείται εξ αποστάσεως μόνο κατ’ εξαίρεση και όχι κατά κανόνα, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 13 παρ. 10 και της αιτιολογικής σκέψης 15 του Κανονισμού 2024/1348. Η χρήση τηλεδιάσκεψης πρέπει, επομένως, να εξετάζεται από την Επιτροπή Προσφυγών σε εξατομικευμένη βάση.
Ιδίως, δε, στην περίπτωση αιτούντων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, επιβάλλεται η δια ζώσης παρουσία ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών και όχι το αντίθετο: «οι εξ αποστάσεως συνεντεύξεις ενδέχεται να μην είναι κατάλληλες για όλους τους αιτούντες άσυλο, λόγω της νεαρής τους ηλικίας, της ύπαρξης προβλημάτων όρασης ή ακοής ή της κατάστασης της ψυχικής τους υγείας, με ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένες ευάλωτες ομάδες, όπως τα θύματα βασανιστηρίων ή οι αιτούντες που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες» (αιτιολογική σκέψη 15 Κανονισμού 2024/1347). Υπενθυμίζουμε τις παρατηρήσεις μας επί του άρθρου 104, αναφορικά με την ανάγκη θέσπισης των συγκεκριμένων διαδικασιών και κριτηρίων, βάσει των οποίων θα διαπιστώνουν αιτιολογημένα οι Επιτροπές Προσφυγών πότε συντρέχει ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.
Αναβολή της συζήτησης: άρθρο 141
Πρέπει να αναδιατυπωθεί η παρ. 3 ως ακολούθως: «Η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Κανονισμού 2024/1348 συνιστά λόγο αναβολής». Σε αντίθετη περίπτωση και δη με υποχρέωση απόδειξης βλάβης, καθίσταται άνευ αντικειμένου η ειδική μέριμνα του ενωσιακού νομοθέτη για την πρόσβαση των αιτουσών/ούντων άσυλο σε δωρεάν νομική συνδρομή σε β΄ βαθμό για την ενάσκηση της προσφυγής τους (πρβλ. αντί πολλών, ΔΠρΑθ ΑΔ835/2025, ΑΔ654/2024, ΔΕφΠειρ Α65/2023, Α94/2021, https://rsaegean.org/el/deltio-nomologias-asylou/).
Τερματισμός υλικών συνθηκών υποδοχής: άρθρο 147
Για νομοτεχνικούς λόγους και προς αποφυγή σύγχυσης με το άρθρο 37 περί περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής, ο τίτλος του άρθρου 147 να αναδιατυπωθεί ως «Τερματισμός των υλικών συνθηκών υποδοχής» και να μεταφερθεί στο Κεφάλαιο Γ΄ του Μέρους Β΄, μετά το άρθρο 37.
Παραμένει αποδεδειγμένα ανεπαρκής η προθεσμία των 30 ημερών για την αποχώρηση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τις δομές της ΥπΥΤ, ιδίως δε στην περίπτωση των ανθρώπων που δεν έχουν λάβει ακόμη τα έγγραφά τους, όπως άδεια διαμονής. Η προθεσμία αυτή οδηγεί συστηματικά σε άμεση έκθεση των ανθρώπων σε αναξιοπρεπείς συνθήκες αστεγίας και ένδειας (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/). Τριπλάσια, άλλωστε, προθεσμία 90 ημερών τάσσεται από το άρθρο 24 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1347 στη Διοίκηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής στα άτομα που λαμβάνουν καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επαναφέρεται η πάγια σύστασή μας για εύλογη προθεσμία για την ομαλή μετάβαση των δικαιούχων από το σύστημα υποδοχής σε αυτόνομη στέγαση, κατ’ ελάχιστον αφότου έχουν εκδώσει τα απαραίτητα έγγραφα για την ένταξή τους στην κοινωνία (https://www.opengov.gr/immigration/?c=834). Παράλληλα, είναι αναγκαία η πρόβλεψη ρητής εξαίρεσης περιπτώσεων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής, όπως άτομα με σοβαρά νοσήματα, άτομα με αναπηρίες κ.α.
Προσωρινή δικαστική προστασία: άρθρο 151α
Η ισχύουσα διατύπωση της παρ. 7 του άρθρου 15 Ν 3068/2002 (Α΄ 274) δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην προσωρινή δικαστική προστασία στις ακυρωτικές διαφορές ασύλου, καθώς παραμένουν συστηματικές και πολύμηνες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτήσεων αναστολής στα αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, ιδίως στην Αθήνα, καθ’ υπέρβαση των ανώτατων χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος για την εκδίκασή τους και χωρίς να επιτρέπεται η χορήγηση προσωρινής διαταγής. Ως αποτέλεσμα, διακινδυνεύεται το δίκαιωμα σε δικαστική προστασία αλλά και πλήττεται η αποτελεσματικότητα της προστασίας των αιτουσών/ούντων από την επαναπροώθηση.
Ειδικότερα, η προθεσμία 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση της αίτησης αναστολής για την προσκόμιση των απόψεων της Διοίκησης σπάνια τηρείται στην πράξη, ενώ ουδέποτε τηρείται στην πράξη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών η προθεσμία 7 ημερολογιακών ημερών για την έκδοση της απόφασης από την πάροδο της προρρηθείσας προθεσμίας. Η εκδίκαση των αιτήσεων αναστολής, από την κατάθεση ως την έκδοση απόφασης, υπερβαίνει συστηματικά το τρίμηνο στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και συχνά υπερβαίνει το εξάμηνο. Ενόψει των ως άνω συνθηκών, πρέπει κατ’ ελάχιστο να επαναφερθεί η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής και στις παρούσες ακυρωτικές διαφορές.
Παράλληλα, όσον αφορά την απονομή του ευεργετήματος πενίας στις συγκεκριμένες ακυρωτικές διαφορές, εκ της ισχύουσας διατύπωσης της παρ. 7 του άρθρου 15 Ν 3068/2002, σε συνδυασμό με τους μέσους χρόνους έως και τριών εβδομάδων για την διεκπεραίωση των σχετικών αιτημάτων στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, (α) διατρέχεται σοβαρός κίνδυνος παρόδου άπρακτης της προθεσμίας του άρθρου 148 του παρόντος για την άσκηση της αίτησης ακύρωσης χωρίς να έχει εκδοθεί πράξη επί του ευεργετήματος πενίας, σε περίπτωση που ο αιτών το έχει ζητήσει πριν ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, ενώ (β) σε περίπτωση αίτησης αναστολής, αν αυτή έχει ασκηθεί πριν ζητηθεί το ευεργέτημα πενίας, παρίσταται αντικειμενικά αδύνατο ο αιτών που ζητά την απονομή του ευεργετήματος πενίας να τηρήσει την αυστηρή προθεσμία των 2 εργάσιμων ημερών για την κοινοποίηση της αίτησης αναστολής μέσω δικαστικού επιμελητή. Τα ως άνω καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση του άρθρου 15 παρ. 7 Ν 3068/2002 για την αντιμετώπιση των προσκομμάτων και καθυστερήσεων στην παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. περαιτέρω https://shorturl.at/AmFNl). Πρέπει ιδίως να διασφαλιστεί η αναστολή της προθεσμίας του άρθρου 148 του παρόντος, καθώς και της προθεσμίας επίδοσης της αίτησης αναστολής κατ’ άρθρο 15 παρ. 7 Ν 3068/2002, μέχρι την κρίση του δικαστηρίου επί του αιτήματος απονομής του ευεργετήματος πενίας.
Το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων τονίζει ότι η διαδικασία ασύλου στα σύνορα πρέπει να εφαρμόζεται περιοριστικά και όχι ως γενικός κανόνας. Δεν πρέπει κάθε άνθρωπος που φτάνει στα ελληνικά σύνορα να οδηγείται αυτόματα σε μια ταχεία διαδικασία, σε περιβάλλον περιορισμού, πίεσης χρόνου και μειωμένης πρόσβασης σε υποστήριξη.
Η διαδικασία ασύλου απαιτεί χρόνο, εμπιστοσύνη, διερμηνεία, πρόσβαση σε δικηγόρο και δυνατότητα του ανθρώπου να εξηγήσει ουσιαστικά την ιστορία του. Πολλοί αιτούντες άσυλο δεν μπορούν από την πρώτη στιγμή να μιλήσουν για βασανιστήρια, έμφυλη βία, σεξουαλική κακοποίηση, εμπορία ανθρώπων, πολιτική δίωξη ή άλλες σοβαρές εμπειρίες.
Ζητούμε η κανονική διαδικασία ασύλου να παραμένει ο βασικός κανόνας, ιδιαίτερα για ευάλωτα πρόσωπα, οικογένειες, παιδιά και υποθέσεις που χρειάζονται ουσιαστική και προσεκτική εξέταση. Η ταχύτητα δεν μπορεί να μπαίνει πάνω από την προστασία, τη δικαιοσύνη και την αρχή της μη επαναπροώθησης.