Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΜΕΡΟΣ Δ΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1348 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΟΙΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/32/ΕΕ (άρθρα 94-153)Σχόλιο του χρήστη I Have Rights (IHR) | 22 Μαΐου 2026, 13:37




Άρθρα 96 παρ. 3 & 5 και 101 Η χρήση λογισμικών αυτοματοποιημένης μετάφρασης και υποβοηθούμενης από τη χρήση συστημάτων ΤΝ διερμηνείας στη διαδικασία ασύλου εγείρει σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς η διαδικασία ασύλου βασίζεται στην ακριβή γλωσσική αποτύπωση, οι αιτούντες/ σε συχνά ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, και η αξιολόγηση αξιοπιστίας εξαρτάται από λεπτές γλωσσικές, πολιτισμικές και πραγματολογικές αποχρώσεις. Η διερμηνεία μέσω συστήματος τεχνητής νοημοσύνης αφαιρεί τον ανθρώπινο παράγοντα και δεν είναι συμβατή με πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα των αιτούντων/ αιτουσών διεθνή προστασία και δεν μπορεί να διασφαλίσει ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για πρόσωπα που έχουν υποστεί βία, διώξεις ή άλλες τραυματικές εμπειρίες. Ιδίως στις μη δυτικές γλώσσες, τα συστήματα διερμηνείας τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι επαρκώς εξελιγμένα ώστε να παρέχουν αξιόπιστη, ακριβή και πολιτισμικά κατάλληλη μετάφραση. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη του άρθρου 101 ότι σε περίπτωση χρήσης συστημάτων ΤΝ για αυτόματη έγγραφη αποτύπωση της συνέντευξης «δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού» υποβαθμίζει ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις, καθώς δεν προβλέπεται ανθρώπινη εποπτεία επί του πρακτικού συνέντευξης ασύλου, δεν διασφαλίζεται δικαίωμα διόρθωσης σε περίπτωση σφάλματος από τη χρήση της ΤΝ, ούτε προβλέπονται εγγυήσεις για τα σφάλματα συστημάτων αυτόματης αναγνώρισης ομιλίας σε κείμενο. Άρθρα 99–100 Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος πριν από τη συνέντευξη δεν επιτρέπουν ουσιαστική προετοιμασία του αιτούντος και του νομικού του συμβούλου. Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο περιορισμός της δυνατότητας παρέμβασης του δικηγόρου μόνο στο τέλος της συνέντευξης, γεγονός που δεν επιτρέπει άμεση αντίδραση σε εσφαλμένη διερμηνεία, ακατάλληλες ερωτήσεις, ή παραβιάσεις διαδικαστικών εγγυήσεων. Άρθρο 102 – Νομική καθοδήγηση Η πρόβλεψη παροχής νομικής καθοδήγησης σε μεγάλες ομάδες αιτούντων μέχρι και 50 ατόμων δεν διασφαλίζει αποτελεσματική και ουσιαστική νομική υποστήριξη, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των διαδικασιών ασύλου και τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε υπόθεσης. Η νομική καθοδήγηση δεν μπορεί να εξομοιώνεται με απλή γενική ενημέρωση, καθώς περιλαμβάνει συμβουλευτική και συνδρομή σε κρίσιμα στάδια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό, η νομική καθοδήγηση θα πρέπει να παρέχεται σε εξατομικευμένη βάση, με επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, αποτελεσματικής επικοινωνίας και ουσιαστικής πρόσβασης σε νομική συνδρομή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και τις εγγυήσεις που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα. Άρθρο 113 – Πρόσβαση στη διαδικασία σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί ή απαιτήσεις αδειοδότησης για την πρόσβαση δικηγόρων σε εγκαταστάσεις κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων δεν συνάδουν με τις εγγυήσεις αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και παροχής νομικής συνδρομής. Η πρόσβαση των δικηγόρων σε δημόσιες εγκαταστάσεις για την άσκηση των καθηκόντων τους διέπεται από τις ειδικές εγγυήσεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 34) και δεν θα πρέπει να υπόκειται σε υπέρμετρους διοικητικούς περιορισμούς που δυσχεραίνουν την αποτελεσματική επικοινωνία και υποστήριξη των αιτούντων διεθνή προστασία. Άρθρο 118 – Μετάφραση εγγράφων Ιδιαίτερα προβληματική είναι η μη λήψη υπόψη ουσιωδών εγγράφων λόγω έλλειψης επίσημης μετάφρασης με έξοδα του/ της αιτούντος/ αιτούσας άσυλο σε υποθέσεις μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Η υπέρμετρη μετακύλιση του κόστους και της ευθύνης μετάφρασης στους/ στις αιτούντες/ σες κατά τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου στερεί από τη διοίκηση ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία και περιορίζει την αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας. Άρθρο 119 – Διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα, την πληρότητα, και την εξατομίκευση της διαδικασίας εξέτασης, ενώ δεν παρέχουν στους/ις αιτούντες/σες διεθνή προστασία τον απαραίτητο χρόνο για να οργανώσουν τις σκέψεις τους και να εκθέσουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς τους. Παράλληλα, δεν συνάδουν με πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα των αιτούντων. Άρθρο 120 – Επίδοση αποφάσεων Οι επιταχυμένες διαδικασίες επίδοσης αποφάσεων ενδέχεται να στερούν από τους/ τις αιτούντες/σες τη δυνατότητα κατανόησης της απόφασης, πρόσβασης σε νομική συμβουλή, και αποτελεσματικής άσκησης προσφυγής. Άρθρο 122 – Απαράδεκτες αιτήσεις Η διεύρυνση των λόγων απαραδέκτου των αιτήσεων διεθνούς προστασίας εγείρει σοβαρές ανησυχίες με βάση το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της μη επαναπροώθησης και το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου. Καταρχάς, το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιβάλλει υποχρεωτικά στα κράτη μέλη τη θέσπιση λόγων απαραδέκτου, αλλά παρέχει σχετική διακριτική ευχέρεια. Ως εκ τούτου, η επιλογή θέσπισης και διεύρυνσης των απαραδέκτων στο εθνικό δίκαιο αποτελεί πολιτική επιλογή περιορισμού της πρόσβασης στη διεθνή προστασία και όχι αναγκαία υποχρέωση συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη απόρριψης ως απαράδεκτης αίτησης ασύλου που υποβάλλεται μετά την πάροδο επτά εργάσιμων ημερών από την επίδοση απόφασης επιστροφής, εφόσον δεν προβάλλονται νέα στοιχεία. Η ρύθμιση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη μη εξέταση ουσιαστικά βάσιμων αιτημάτων διεθνούς προστασίας και σε έκθεση προσώπων σε κίνδυνο επαναπροώθησης.. Παράλληλα, ιδιαίτερα προβληματική παραμένει και η διατήρηση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου. Η πρακτική εφαρμογή της έννοιας αυτής έχει επανειλημμένα αναδείξει σοβαρά ζητήματα ως προς την πραγματική πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία στις τρίτες χώρες, την επάρκεια των διαδικαστικών εγγυήσεων, και τον κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης επαναπροώθησης. Η εκτεταμένη χρήση απαραδέκτων μετατοπίζει το βάρος από την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε διαδικαστικού χαρακτήρα μηχανισμούς αποκλεισμού, περιορίζοντας στην πράξη την πρόσβαση στο δικαίωμα ασύλου και αποδυναμώνοντας τις εγγυήσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Άρθρο 131 – Μεταγενέστερες αιτήσεις Η πρόβλεψη στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ότι μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι κατατέθηκε «απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης» είναι υπερβολικά αόριστη και αφήνει υπέρμετρα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση. Δεν προβλέπονται επαρκή αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων χωρίς ουσιαστική εξέταση νέων στοιχείων ή μεταβολής των συνθηκών στη χώρα καταγωγής. Επίσης, η πρόβλεψη εξαιρέσεων στην παράγραφο 3 από το δικαίωμα παραμονής σε περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την αποτελεσματική προστασία από επαναπροώθηση και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση εξαιρέσεων από το δικαίωμα παραμονής για μεταγενέστερες αιτήσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 56 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 δεν επιβάλλει σχετική υποχρέωση στα κράτη μέλη αλλά τους παρέχει απλώς διακριτική ευχέρεια να θεσπίσουν τέτοιες εξαιρέσεις. Ως εκ τούτου, η επιλογή περιορισμού του δικαιώματος παραμονής στο εθνικό δίκαιο δεν αποτελεί υποχρεωτική απαίτηση του ενωσιακού δικαίου. Επιπλέον οι προθεσμίες είναι εξαιρετικά σύντομες και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ενώ δεν διασφαλίζεται το δικαίωμα παραμονής κατά τη διάρκεια εξέτασης της διαδικασίας. Τέλος, πρέπει να καταργηθεί το παράβολο των 300 ευρώ (παρ. 4) για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης μετά την πρώτη αίτηση ασύλου. Άρθρο 135 – Δικαίωμα προσφυγής Οι προβλεπόμενες προθεσμίες για άσκηση προσφυγών είναι υπερβολικά περιορισμένες και δεν διασφαλίζουν επαρκώς τη δυνατότητα ουσιαστικής νομικής προετοιμασίας της υπόθεσης, πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο και αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης. Άρθρο 136 – Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής Η ρύθμιση για το ανασταλτικό αποτέλεσμα των προσφυγών δεν προβλέπει σαφή και επαρκή κριτήρια για τη χορήγηση δικαιώματος παραμονής κατά τη διάρκεια της προσφυγής, δημιουργώντας ανασφάλεια δικαίου για αιτούντες/ αιτούσες και την Αρχή Προσφυγών. Η απουσία αυτοδίκαιου ανασταλτικού αποτελέσματος, ιδίως όταν εκδίδεται παράλληλα απόφαση επιστροφής, ενδέχεται να οδηγήσει σε απομάκρυνση πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η προσφυγή θα πρέπει να έχει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις. Άρθρο 145 – Διάρκεια διαδικασίας προσφυγής Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης προσφυγών δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Δεδομένου του ήδη αυξημένου φόρτου των διοικητικών δικαστηρίων και επιτροπών προσφυγών, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τυποποιημένων αποφάσεων, περιορισμένης εξατομικευμένης αξιολόγησης, και υποβάθμισης της ποιότητας της δικαστικής προστασίας. Άρθρο 147 – Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής Η πρόβλεψη διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής και αποχώρησης από τις δομές εντός της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας 30 ημερών δεν διασφαλίζει ομαλή και αξιοπρεπή μετάβαση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε καθεστώς αυτόνομης διαβίωσης και κοινωνικής ένταξης. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί εύλογη μεταβατική περίοδος, τουλάχιστον έως την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και την εξασφάλιση βασικών προϋποθέσεων ένταξης, όπως πρόσβαση σε στέγαση, εργασία, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνικές υπηρεσίες. Η πρόβλεψη διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής και υποχρέωσης αποχώρησης από δομές εντός επτά ημερών από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση είναι ιδιαίτερα προβληματική. Στην πράξη, η διάταξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε αστεγία, σε συνθήκες εξαθλίωσης, και σε σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ιδίως για ευάλωτα πρόσωπα. Άρθρο 150 – Προσδιορισμός αίτησης ακύρωσης Οι ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες προσδιορισμού και εξέτασης αιτήσεων ακύρωσης δεν συνοδεύονται από ουσιαστική ενίσχυση των διοικητικών δικαστηρίων. Εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτή η παροχή ουσιαστικού και εξατομικευμένου δικαστικού ελέγχου υπό συνθήκες υπερφόρτωσης των δικαστηρίων.