Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2024/1346 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (άρθρα 15-47)Σχόλιο του χρήστη I Have Rights (IHR) | 22 Μαΐου 2026, 13:52




Άρθρα 13, 26 και 113 – Πρόσβαση ΜΚΟ, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί πρόσβασης οργανώσεων, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων σε σημεία διαλογής, χώρους κράτησης και συνοριακές εγκαταστάσεις εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής και ανεξάρτητης παρακολούθησης και πρέπει να απαλειφθούν από το παρόν σχέδιο νόμου. Η πρόσβαση σε νομική βοήθεια και υποστήριξη δεν μπορεί να εξαρτάται από ευρείες και αόριστες έννοιες όπως «δημόσια τάξη», «ασφάλεια», ή «διοικητική διαχείριση». Άρθρο 23 – Περιορισμός ελευθερίας Η διεύρυνση των περιπτώσεων περιορισμού ελευθερίας, ιδίως μέσω της πρόβλεψης «απαγόρευσης εξόδου», συνιστά στην πράξη μορφή de facto κράτησης και όχι απλό περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Η διάταξη δεν φαίνεται να εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 9 παρ. 1 της Οδηγίας Υποδοχής, σύμφωνα με το οποίο περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία αιτούντων διεθνή προστασία μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίοι. Ειδικότερα, η «απαγόρευση εξόδου» για σκοπούς ολοκλήρωσης διαδικασιών ελέγχου διαλογής συνιστά ουσιαστικά στέρηση ελευθερίας και όχι απλό περιορισμό κυκλοφορίας και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαλειφθεί από το παρόν σχέδιο νόμου. Η επιβολή τέτοιων μέτρων χωρίς πλήρεις εγγυήσεις διοικητικής κράτησης, όπως εξατομικευμένη αιτιολόγηση, αναγκαιότητα, αναλογικότητα, και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, ενδέχεται να παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και τις σχετικές απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου. Παράλληλα, το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και προβλέπει ότι περιορισμοί μπορούν να επιβληθούν μόνο εφόσον προβλέπονται από τον νόμο, είναι απολύτως αναγκαίοι και αναλογικοί. Ως εκ τούτου, γενικευμένα μέτρα «απαγόρευσης εξόδου» χωρίς εξατομικευμένη κρίση και επαρκείς εγγυήσεις συμβατότητας με τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν συνάδουν με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Άρθρο 24 – Λόγοι κράτησης Οι προβλεπόμενοι λόγοι κράτησης παραμένουν υπερβολικά ευρείς και αόριστοι, ιδίως ως προς τον «κίνδυνο διαφυγής» ή ζητήματα «δημόσιας τάξης». Η αοριστία αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σχεδόν αυτόματης κράτησης αιτούντων άσυλο, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η διοικητική κράτηση αιτούντων άσυλο δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικές και αόριστες εκτιμήσεις περί «δημόσιας τάξης» ή πιθανού κινδύνου διαφυγής, αλλά απαιτεί συγκεκριμένη, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση κάθε περίπτωσης. Ειδικότερα, στην υπόθεση J.A. and Others v. Italy, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η κράτηση χωρίς σαφή και προσβάσιμη νομική βάση και χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας την ανάγκη αυστηρής τήρησης της αρχής της νομιμότητας και της αναλογικότητας στην κράτηση μεταναστών και αιτούντων διεθνή προστασία. Παράλληλα, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η παρατεταμένη ή σχεδόν αυτοματοποιημένη κράτηση χωρίς ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο και χωρίς εξέταση εναλλακτικών μέτρων ενέχει στοιχεία αυθαιρεσίας και αντίκειται στις εγγυήσεις του άρθρου 5 ΕΣΔΑ. Οι διατάξεις του άρθρου 24, όπως διατυπώνονται, δεν διασφαλίζουν επαρκώς ότι η κράτηση θα εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, ως αναγκαίο και απολύτως αναλογικό μέτρο, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση και πλήρη αιτιολογία. Άρθρο 25 – Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες Η πρόβλεψη δυνατότητας κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία έως και 180 ημερών εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της αναλογικότητας και τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και δη το Άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, σύμφωνα με τις οποίες η κράτηση πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που την επέβαλαν. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι προηγούμενα χρονικά διαστήματα κράτησης βάσει της νομοθεσίας περί επιστροφών βάσει του ν. 3386/2005 (Α’ 212) και του ν. 5226/2025, δεν συνυπολογίζονται στη διάρκεια κράτησης αιτούντων άσυλο. Η ρύθμιση αυτή ενδέχεται στην πράξη να οδηγεί σε υπέρμετρα παρατεταμένη ή διαδοχική κράτηση, κατά παράβαση των εγγυήσεων προστασίας από αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας. Παράλληλα, το άρθρο δεν διασφαλίζει επαρκώς τις εγγυήσεις ταχείας και ουσιαστικής δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, ιδίως ως προς την αυτεπάγγελτη περιοδική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης, την άμεση αποφυλάκιση σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων προθεσμιών ή διαπίστωσης παρανομίας, και την αποτελεσματική πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση. Η παρατεταμένη κράτηση χωρίς επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις και ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας κατά παράβαση του άρθρου 5 ΕΣΔΑ, του άρθρου 6 ΧΘΔΕΕ και των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου περί κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία. Τέλος, η κατάργηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης αιτούντων άσυλο από τα διοικητικά πρωτοδικεία αποδυναμώνει σημαντικά τις εγγυήσεις προστασίας κατά της αυθαίρετης κράτησης και θα πρέπει να επανεξεταστεί. Παράλληλα, είναι αναγκαία η ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων, σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Άρθρο 27 – Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής Η πρόβλεψη δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ή συνοδευόμενων ανηλίκων ακόμη και «κατ’ εξαίρεση» προκαλεί σοβαρή ανησυχία. Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 ΧΘΔΕΕ και στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ούτε με τη σχετική νομολογία διεθνών δικαστηρίων. Παράλληλα, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητή απαγόρευση κράτησης εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για εύλογο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές ελλείψεις ιατρικής φροντίδας και εξειδικευμένου υγειονομικού προσωπικού στις δομές κράτησης, γεγονός που ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την αξιοπρέπεια μητέρας και παιδιού. H I Have Rights είναι αντίθετη με την κράτηση ευάλωτων αιτούντων/ σων άσυλο. Άρθρο 32 – Πρόσβαση στην απασχόληση Ο προβλεπόμενος περιορισμός πρόσβασης στην εργασία για αιτούντες διεθνή προστασία που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την Οδηγία Υποδοχής. Το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει περιορισμούς πρόσβασης στην απασχόληση μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ταχείας διαδικασίας και όχι γενικευμένα για όλα τα πρόσωπα που εξετάζονται στη διαδικασία συνόρων. Η διεύρυνση του αποκλεισμού αυτού ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κοινωνικό αποκλεισμό, εξάρτηση και συνθήκες εξαθλίωσης για τους αιτούντες διεθνή προστασία. Άρθρο 37 – Περιορισμός ή διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής Η πρόβλεψη πρόσθετων λόγων περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς τη συμβατότητά της με την Οδηγία Υποδοχής. Ειδικότερα, η εισαγωγή λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε σύλληψη ή κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία, χωρίς σαφή βάση στο ενωσιακό δίκαιο, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων. Οι ανωτέρω διατάξεις αντίκειται στο άρθρο 3 & 5 της ΕΣΔΑ, καθώς και στα άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και ασυνόδευτους ανηλίκους και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα, γεγονός που αντιβαίνει στην ανάγκη αυξημένων εγγυήσεων προστασίας και στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Ως εκ τούτου, πρέπει να απαλειφθεί το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 37 του παρόντος. Άρθρο 38 – Ειδικές ανάγκες υποδοχής Οι προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης ειδικών αναγκών υποδοχής δεν διασφαλίζουν επαρκώς εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση. Η βιαστική εξέταση ευαλωτότητας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μη αναγνώρισης προσώπων που χρειάζονται αυξημένη προστασία. Επίσης, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν στις κατηγορίες προσώπων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής και οι συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερα τραυματικές συνθήκες που συνδέονται με τα συχνά ναυάγια και τις αφίξεις διά θαλάσσης στην Ελλάδα. Η ιδιαίτερη ευαλωτότητα των προσώπων αυτών απαιτεί αυξημένες εγγυήσεις προστασίας και κατάλληλη υποστήριξη στο πλαίσιο της διαδικασίας υποδοχής.