ΚEΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 15
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (L της 22.5.2024).
Άρθρο 16
Αντικείμενο
(Άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η θέσπιση προτύπων και η εισαγωγή νέων κανόνων για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία.
Άρθρο 17
Ορισμοί
(Άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση»: η αίτηση για προστασία από το ελληνικό κράτος που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας, εφόσον ο ίδιος δεν ζητά ρητώς να του χορηγηθεί άλλη μορφή προστασίας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου και μπορεί να ζητηθεί αυτοτελώς,
β) «αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας για την οποία δεν έχει ακόμα ληφθεί τελεσίδικη απόφαση,
γ) «αιτών με ειδικές ανάγκες υποδοχής»: ο αιτών που χρειάζεται ειδικές συνθήκες ή εγγυήσεις ώστε να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος,
δ) «ανήλικος»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών,
ε) «αρμόδια αρχή Υποδοχής»: η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου,
στ) «ασυνόδευτος ανήλικος»: ο ανήλικος, ο οποίος εισέρχεται στην ελληνική επικράτεια χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα ή την επιμέλειά του και για όσο χρόνο η άσκηση των καθηκόντων αυτών δεν έχει ανατεθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του ανηλίκου που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδό του στην Ελλάδα, του χωρισμένου ανηλίκου της περ. η) του παρόντος, καθώς και του ανηλίκου ως προς τον οποίο, κατά την παραμονή του στην ελληνική επικράτεια, για λόγους πραγματικούς ή νομικούς δεν ασκείται η γονική μέριμνα,
ζ) «βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα»: βοήθημα που παρέχεται περιοδικά στους αιτούντες ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν έναν ελάχιστο βαθμό αυτονομίας στην καθημερινή τους ζωή, το οποίο παρέχεται ως χρηματικό ποσό ή σε δελτία ή σε είδος ή ως συνδυασμός αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι το βοήθημα αυτό περιλαμβάνει χρηματικό ποσό,
η) «διαφυγή»: η ενέργεια με την οποία ο αιτών δεν παραμένει στη διάθεση των αρμόδιων ελληνικών διοικητικών ή δικαστικών αρχών, για λόγους που δεν είναι πέραν του ελέγχου του αιτούντος,
θ) «εκπρόσωπος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει οριστεί, κατά περίπτωση, από τις εισαγγελικές ή δικαστικές αρχές ή από τον Γενικό Γραμματέα Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας κατά το άρθρο 64, ώστε να εκπροσωπεί και να συνδράμει τον ανήλικο, κατά περίπτωση να ενεργεί εξ ονόματος του ανηλίκου, να διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον και τη γενική ευημερία του, ώστε να μπορεί ο ανήλικος να επωφελείται από τα δικαιώματα και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος,
ι) «κέντρο φιλοξενίας»: κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία των αιτούντων,
ια) «κίνδυνος διαφυγής»: η ύπαρξη ειδικών, εξατομικευμένων λόγων και περιστάσεων που βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, στη βάση των οποίων εικάζεται ότι ο αιτών θα μπορούσε να διαφύγει και ιδίως:
ιαα) η μη συμμόρφωση του προσώπου με υποχρεώσεις που έχουν νομίμως επιβληθεί από τις αρμόδιες αρχές, ιδίως υποχρεώσεις εμφάνισής του ενώπιον των αρχών, παραμονής του σε δηλωθείσα διεύθυνση, ή γνωστοποίησης στοιχείων επικοινωνίας,
ιαβ) η ρητή εκδήλωση της πρόθεσης για μη συμμόρφωση με τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών υποδοχής ή με τις αποφάσεις των αρμόδιων Αρχών εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351,
ιαγ) η κατοχή πλαστών εγγράφων, ιδίως ταξιδιωτικών ή άλλων βεβαιωτικών της ταυτότητας εγγράφων,
ιαδ) η παροχή ψευδών πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές,
ιαε) η ύπαρξη καταδικαστικών αποφάσεων, εκκρεμών ποινικών διώξεων ή σοβαρών ενδείξεων ότι έχει διαπραχθεί ή επίκειται η διάπραξη ποινικού αδικήματος από το συγκεκριμένο πρόσωπο,
ιαστ) η προηγούμενη διαφυγή,
ιαζ) η άνευ προηγούμενης ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών εγκατάλειψη ή μεταβολή του τόπου κατοικίας ή γνωστής διαμονής,
ιαη) η μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής,
ιαθ) η άρνηση υποβολής του σε ταυτοποίηση με βιομετρικά ή άλλα νόμιμα μέσα,
ιαι) όταν έχει αντισταθεί φυσικά κατά την πραγματοποίηση μεταφοράς του σε άλλο κράτος μέλους,
ιαια) όταν έχει καταστεί από πρόθεση ακατάλληλος για τη μεταφορά του σε άλλο κράτος μέλος,
ιαιβ) όταν έχει παρουσιάσει ψευδή ή πλαστή βεβαίωση περί του ότι δεν πληροί τις ιατρικές απαιτήσεις για τη μεταφορά του σε άλλο κράτος μέλος,
ιβ) «κράτηση»: ο περιορισμός σε ειδικό χώρο που επιβάλλεται σε αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 24, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του προσώπου,
ιγ) «μέλη της οικογένειας»: εφόσον η οικογένεια είχε δημιουργηθεί ήδη πριν από την άφιξη του αιτούντος στην ελληνική επικράτεια, ως μέλη της οικογένειάς του, τα οποία βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, νοούνται τα ακόλουθα:
ιγα) ο σύζυγος ή ο συμβαλλόμενος με σύμφωνο συμβίωσης,
ιγβ) τα ανήλικα ή ενήλικα εξαρτώμενα τέκνα του αιτούντος ή των προσώπων της υποπερ. ιγα), υπό την προϋπόθεση ότι είναι άγαμα και ανεξαρτήτως από το εάν γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου ή εάν είναι υιοθετημένα,
ιγγ) εφόσον ο αιτών είναι ανήλικος και άγαμος, ο πατέρας, η μητέρα ή άλλος ενήλικας που ασκεί την επιμέλεια του αιτούντος, ή ο ενήλικος αδελφός ή αδελφή που έχει την επιμέλειά του ή ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του,
ιδ) «προσωρινός εκπρόσωπος ασυνόδευτου ανηλίκου»: το φυσικό πρόσωπο που εκπροσωπεί προσωρινά τον ανήλικο, όπου απαιτείται, ενώπιον αρχών και υπηρεσιών, και διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον και τη γενική ευημερία του, μέχρι τον ορισμό εκπροσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 72,
ιε) «συνθήκες υποδοχής»: το σύνολο των μέτρων που το ελληνικό κράτος εφαρμόζει προς όφελος των αιτούντων σύμφωνα με το παρόν Μέρος,
ιστ) «τελεσίδικη απόφαση»:
ιστα) η απόφαση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που ορίζει εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία εκδίδεται επί της προσφυγής που ασκείται κατά των αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου ή
ιστβ) η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κατά της οποίας δεν μπορεί να ασκηθεί η ως άνω προσφυγή λόγω παρόδου απράκτων των προθεσμιών άσκησής της,
ιζ) «υλικές συνθήκες υποδοχής»: οι συνθήκες υποδοχής οι οποίες περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής, ρουχισμού και ειδών προσωπικής υγιεινής που παρέχονται σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, ή συνδυασμού αυτών, καθώς και βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα,
ιη) «χωρισμένος από την οικογένειά του ανήλικος» ή «χωρισμένος ανήλικος»: ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα ή από άλλο πρόσωπο στο οποίο αυτή έχει ανατεθεί σύμφωνα με τον νόμο, αλλά συνοδεύεται από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του.
Για τις υποπερ. ιγβ) και ιγγ) της περ. ιγ), ο ανήλικος θεωρείται άγαμος, εφόσον ο γάμος του, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις των άρθρων 33, 1350 και 1352 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), λαμβανομένης ιδίως υπόψη της νόμιμης ηλικίας γάμου, εάν είχε συναφθεί στην Ελλάδα.
Άρθρο 18
Πεδίο εφαρμογής
(Άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε υπήκοους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας στην ελληνική επικράτεια, περιλαμβανομένων των εξωτερικών συνόρων, των χωρικών υδάτων και των ζωνών διέλευσής της, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος της Χώρας ως αιτούντες. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται και στα μέλη της οικογένειας των αιτούντων του πρώτου εδαφίου, εφόσον καλύπτονται από την ίδια αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας.
2. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται:
α) σε αιτήσεις χορήγησης διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται στις ελληνικές διπλωματικές Αρχές και μόνιμες αντιπροσωπείες της Ελλάδος στο εξωτερικό,
β) στις διαδικασίες εξέτασης παροχής προσωρινής προστασίας του Μέρους Ζ΄ του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Άρθρο 19
Ενημέρωση
(Άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής παρέχουν στους αιτούντες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών ειδικά για το εθνικό σύστημα υποδοχής, το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός του χρονικού πλαισίου της καταχώρισης της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ώστε να μπορούν να απολαύουν ουσιαστικά των δικαιωμάτων και να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα. Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής παρέχουν στους αιτούντες τυποποιημένες πληροφορίες, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
2. Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής ενημερώνουν τους αιτούντες, με τη χορήγηση προσαρμοσμένου ενημερωτικού υποδείγματος της παρ. 1, για τις οργανώσεις ή τις ομάδες προσώπων που παρέχουν ειδική νομική βοήθεια και εκπροσώπηση, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με οργανώσεις ή ομάδες προσώπων που παρέχουν δωρεάν την εν λόγω νομική βοήθεια και εκπροσώπηση, και για τις οργανώσεις οι οποίες δύνανται να συνδράμουν ή να ενημερώνουν τους αιτούντες για τις υπάρχουσες συνθήκες υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και της κάλυψης τυχόν ειδικών αναγκών τους.
3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1 παρέχονται γραπτώς με τρόπο απλό, σαφή, συνοπτικό και κατανοητό, σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί ο αιτών ή σε άλλη εύκολα προσβάσιμη μορφή. Εφόσον είναι αναγκαίο, οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται και προφορικώς μέσω διερμηνείας ή, κατά περίπτωση, σε οπτικοακουστική μορφή, όπως με τη χρήση βίντεο ή εικονογραμμάτων, και προσαρμόζονται στις ανάγκες του αιτούντος όταν:
α) οι αρμόδιες αρχές υποδοχής δεν είναι σε θέση να παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες γραπτώς εντός της προθεσμίας της παρ. 1, διότι η γλώσσα που κατανοεί ή θεωρείται ευλόγως ότι κατανοεί ο αιτών είναι σπάνια και
β) ακολούθως, ο εν λόγω αιτών επιβεβαιώνει ότι κατανοεί τις παρασχεθείσες πληροφορίες.
4. Εάν η ενημέρωση παρασχεθεί προφορικά κατά την παρ. 3, η αρχή υποδοχής εξασφαλίζει το συντομότερο δυνατόν γραπτή μετάφραση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ. 1, εκτός εάν είναι σαφές ότι αυτό δεν είναι πλέον αναγκαίο.
5. Στους ασυνόδευτους ανήλικους, οι πληροφορίες της παρ. 1 αφορούν και στο σύστημα προστασίας ανηλίκων στη χώρα, και παρέχονται με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους που διασφαλίζει ότι τις κατανοούν, χρησιμοποιώντας ενημερωτικό υλικό ειδικά προσαρμοσμένο για ανηλίκους και παρουσία του εκπροσώπου ή του προσώπου που είναι κατάλληλο να ενεργεί προσωρινά ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου.
Άρθρο 20
Δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία και ταξιδιωτικά έγγραφα
(Άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Στους αιτούντες χορηγείται δελτίο αιτούντος διεθνούς προστασίας υπό τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και του άρθρου 112 του παρόντος.
2. Οι διοικητικές αρχές με τις οποίες συναλλάσσονται οι αιτούντες δεν απαιτούν απλώς και μόνο επειδή είναι αιτούντες διεθνoύς προστασίας ή αποκλειστικά λόγω της ιθαγενείας τους, να προσκομίζουν περιττό ή δυσανάλογο όγκο εγγράφων, ούτε επιβάλλουν πρόσθετες διοικητικές διατυπώσεις, πριν τους χορηγήσουν τα δικαιώματα του παρόντος.
3. Στους αιτούντες χορηγείται ταξιδιωτικό έγγραφο μόνο όταν ανακύπτουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι, όπως αποδεδειγμένα σοβαροί λόγοι υγείας, οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία τους σε άλλο κράτος υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L της 22.5.2024). Η ισχύς του ταξιδιωτικού εγγράφου περιορίζεται στον σκοπό και την αναγκαία διάρκεια που αιτιολογούν την έκδοση του εγγράφου.
Άρθρο 21
Οργάνωση του συστήματος υποδοχής
(Άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου είναι η αρμόδια αρχή για την οργάνωση και λειτουργία του εθνικού συστήματος υποδοχής των αιτούντων διεθνή προστασία κατά το άρθρο 33 του π.δ. 106/2020 (Α’ 255).
2. Οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην ελληνική επικράτεια με την επιφύλαξη των άρθρων 23 και 24 του παρόντος.
3. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, οι αιτούντες κατανέμονται ή μετακινούνται στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης στο πλαίσιο της διαχείρισης του εθνικού συστήματος ασύλου και υποδοχής. Κατά την κατανομή ή μετακίνηση των αιτούντων, διασφαλίζεται η άσκηση των δικαιωμάτων των αιτούντων και λαμβάνονται υπόψη αντικειμενικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της οικογενειακής ενότητας και των ειδικών αναγκών υποδοχής των αιτούντων. Για τους σκοπούς του παρόντος, δεν απαιτείται η έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης για την κατανομή ή μετακίνηση των αιτούντων. Για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, η κατανομή, μετακίνηση ή στέγαση σε δομές και άλλους κατάλληλους χώρους φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων καθορίζεται με απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Μονάδας Διαχείρισης Αιτημάτων Στέγασης και Μετεγκαταστάσεων της Διεύθυνσης Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας.
4. Η παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής προϋποθέτει την πραγματική διαμονή των αιτούντων στην Περιφερειακή Υπηρεσία στην οποία έχουν κατανεμηθεί ή μετακινηθεί σύμφωνα με την παρ. 3. Υλικές συνθήκες υποδοχής δεν παρέχονται σε αιτούντες που δεν μεταβαίνουν ή δεν διαμένουν στην Περιφερειακή Υπηρεσία όπου έχουν κατανεμηθεί ή μετακινηθεί.
5. Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης καταρτίζει μηχανισμό αξιολόγησης του συστήματος υποδοχής και μηχανισμό επαλήθευσης πραγματικής διαμονής των αιτούντων. Η επαλήθευση της πραγματικής διαμονής γίνεται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.
6. Οι αιτούντες υποχρεούνται να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής την τρέχουσα διεύθυνσή τους, αριθμό τηλεφώνου στον οποίο δύνανται να ανευρεθούν και, εάν διατίθεται, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Οι αιτούντες οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί τις αρχές του πρώτου εδαφίου για κάθε αλλαγή διεύθυνσης, αριθμού τηλεφώνου ή διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Άρθρο 22
Κατανομή αιτούντων σε μια γεωγραφική περιοχή
(Άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 47, είναι δυνατή η κατανομή των αιτούντων άσυλο σε γεωγραφική περιοχή εντός της ελληνικής επικράτειας στην οποία μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348, με αποκλειστικό σκοπό:
α) τη διασφάλιση της ταχείας, αποδοτικής και αποτελεσματικής επεξεργασίας των αιτήσεών τους σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 ή
β) την εξασφάλιση της επαρκούς και κατάλληλης υποδοχής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες των σχετικών γεωγραφικών περιοχών.
Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής ενημερώνουν, σύμφωνα με το άρθρο 19, τους αιτούντες για την κατανομή τους σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών ορίων της εν λόγω περιοχής. Η ορισθείσα γεωγραφική περιοχή αναγράφεται στο δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία.
2. Εντός της γεωγραφικής περιοχής στην οποία κατανέμονται, οι αιτούντες έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα των άρθρων 28 έως 33 και τις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348. Η γεωγραφική περιοχή, που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1, είναι επαρκώς ευρεία, επιτρέπει την πρόσβαση στις αναγκαίες δημόσιες υποδομές και δεν επηρεάζει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των αιτούντων.
3. Ο Διοικητής της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης δύναται, λόγω επειγουσών αναγκών εξαιτίας αύξησης των αφίξεων ή για λόγους που σχετίζονται με την εύρυθμη λειτουργία της Περιφερειακής Υπηρεσίας ή για την προσήκουσα ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης διεθνούς προστασίας, και ιδίως σε περίπτωση ασυνόδευτων ανηλίκων και άλλων αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής, να παραπέμπει, με απόφασή του, τον υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή σε άλλη Περιφερειακή Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή να ορίζει την παραμονή σε άλλες κατάλληλες δομές, για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης. Κατά τη λήψη της απόφασης λαμβάνονται ιδίως υπόψη η αρχή της οικογενειακής ενότητας και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
4. Ο Διοικητής της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης δύναται, με απόφασή του, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, να του επιτρέπει να εγκαταλείψει προσωρινά τη γεωγραφική περιοχή για δεόντως αιτιολογημένους επείγοντες και σοβαρούς οικογενειακούς λόγους, ή για να λάβει αναγκαία ιατρική περίθαλψη που δεν διατίθεται εντός της γεωγραφικής περιοχής.
Όταν ο αιτών εγκαταλείπει τη γεωγραφική περιοχή χωρίς άδεια, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 23. Δεν απαιτείται άδεια προκειμένου ο αιτών να παρουσιαστεί στην Υπηρεσία Ασύλου, στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών ή ενώπιον δικαστικών ή ανακριτικών αρχών, εάν η παρουσία του εν λόγω αιτούντος είναι αναγκαία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, ο αιτών ενημερώνει εκ των προτέρων τον Διοικητή της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας.
5. Εάν διαπιστωθεί, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, κατόπιν είτε προσφυγής είτε επανεξέτασης αιτήματος του αιτούντος που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42, ότι δεν του έχει χορηγηθεί, εντός της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 33 ή στις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, η αρμόδια αρχή υποδοχής μεριμνά για τη μεταφορά του σε άλλη γεωγραφική περιοχή, στην οποία διασφαλίζονται τα ανωτέρω.
6. Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο ενημερώνει για τους όρους εφαρμογής του παρόντος την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο σύμφωνα με το Κεφάλαιο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/2303 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2021 σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΕ) 439/2010 (L 468 της 30.12.2021).
Άρθρο 23
Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας
(Άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης κρίνεται εάν ο αιτών θα διαμένει σε συγκεκριμένη Περιφερειακή Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, τελώντας σε καθεστώς περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την παρ. 2, για λόγους δημόσιας τάξης ή για να αποτρέπεται αποτελεσματικά η διαφυγή, εφόσον υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του. Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του πρώτου εδαφίου επιβάλλεται ιδίως: α) σε αιτούντες διεθνή προστασία που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1356 και καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού, β) σε αιτούντες οι οποίοι υποχρεούνται να βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, γ) σε αιτούντες οι οποίοι μεταφέρονται στην Ελλάδα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, μετά από προηγούμενη διαφυγή τους σε άλλο κράτος μέλος, δ) σε αιτούντες των οποίων οι αιτήσεις εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας συνόρων του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ε) σε αιτούντες που δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και συνεπώς τεκμαίρεται ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ή στ) προκειμένου να διασφαλιστεί η δημόσια τάξη, σε αιτούντες που έχουν παραβιάσει τον Κανονισμό Λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία των κέντρων και τη συμβίωση των ατόμων σε αυτά ή όταν επιδεικνύουν ιδιαίτερα βίαιη ή απειλητική συμπεριφορά.
2. Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας συνίσταται ιδίως στην εμφάνιση ενώπιον του προσωπικού της δομής στην οποία διαμένουν σε προκαθορισμένο χρόνο, στην τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου εισόδου και εξόδου, στη χρήση συστήματος ελέγχου πρόσβασης μέσω καρτών ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής, και προβλέπεται ρητά στην απόφαση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας. Οι εν λόγω απαιτήσεις επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή Υποδοχής ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή της απόφασης της παρ. 1 ή η αποτελεσματική πρόληψη της διαφυγής αιτούντων, χωρίς να θίγονται δυσανάλογα τα δικαιώματα που τους απονέμονται στο παρόν Μέρος. Ο ανωτέρω περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας επιβάλλεται για χρονικό διάστημα που καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 4 και, κατά περίπτωση, ισχύει έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου διαλογής, της συνοριακής διαδικασίας ασύλου ή της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προθεσμίες που προβλέπονται στο Μέρος Δ’ του Πρώτου Βιβλίου του παρόντος.
3. Κατόπιν αιτιολογημένου έγγραφου αιτήματος του αιτούντος, για εξαιρετικούς λόγους, ο Διοικητής της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης δύναται να χορηγεί άδεια προσωρινής διαμονής εκτός του συγκεκριμένου τόπου που ορίζεται στην απόφαση περιορισμού ελεύθερης κυκλοφορίας. Η απόρριψη χορήγησης της άδειας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Όταν ο αιτών έχει άδεια να διαμένει σε συγκεκριμένο τόπο, τότε η παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής εξαρτάται από την πραγματική διαμονή του αιτούντος στον συγκεκριμένο τόπο. Η άδεια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 δεν απαιτείται προκειμένου ο αιτών διεθνή προστασία να παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ή της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών ή σε δικαστήριο όπου είναι αναγκαία η παρουσία του, εφόσον έχει ενημερώσει εκ των προτέρων τις αρμόδιες αρχές και προσκομίζει σχετική βεβαίωση.
4. Η απόφαση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας λαμβάνει υπόψη την ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αναγκών υποδοχής του και αναφέρει τους πραγματικούς και, κατά περίπτωση, τους νομικούς λόγους στους οποίους βασίζεται.
5. Οι αιτούντες ενημερώνονται εγγράφως για την έκδοση της απόφασης περιορισμού ελεύθερης κυκλοφορίας, για τις διαδικασίες προσβολής της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 42 και για τις συνέπειες μη τήρησης των υποχρεώσεων που επιβάλλει η απόφαση. Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής παρέχουν στους αιτούντες τις πληροφορίες αυτές σε γλώσσα που κατανοούν ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν και σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή γλώσσα.
6. Οι αποφάσεις του παρόντος υπόκεινται σε προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 42.
Άρθρο 24
Κράτηση των αιτούντων
(Άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής που αιτείται διεθνή προστασία, δεν κρατείται μόνο για τον λόγο ότι έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή βάσει της ιθαγένειάς του. Η κράτηση σύμφωνα με το παρόν Μέρος δεν συνιστά κύρωση ή μέσο επιβολής ποινής.
2. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να κρατηθεί, εφόσον είναι αναγκαίο, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρμόδιων αρχών, η κατάθεση οικονομικής εγγύησης, η ηλεκτρονική επιτήρηση, η κατάθεση εγγράφων ή η υποχρέωση παραμονής σε ορισμένο μέρος. Οι ειδικότεροι όροι εφαρμογής των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων του πρώτου εδαφίου καθορίζονται στην απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 47. Κατά την κράτηση του αιτούντος, λαμβάνονται υπόψη τυχόν εμφανείς ενδείξεις, δηλώσεις ή συμπεριφορές που υποδηλώνουν ότι ο αιτών έχει ειδικές ανάγκες υποδοχής. Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του άρθρου 38 για την ύπαρξη τυχόν ειδικών αναγκών υποδοχής, η διαδικασία ολοκληρώνεται άμεσα και τα αποτελέσματά της συνεκτιμώνται στη λήψη απόφασης σχετικά με τη συνέχιση της κράτησης ή την προσαρμογή των συνθηκών κράτησης.
3. Κράτηση επιβάλλεται για έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους:
α) για να διαπιστωθεί ή να επαληθευτεί η ταυτότητα ή η ιθαγένειά του αιτούντος,
β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία, στα οποία βασίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτούντος κατά την έννοια της περ. ια) του άρθρου 17,
γ) για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις νομικές υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 23, στις περιπτώσεις που ο αιτών δεν έχει συμμορφωθεί με τις εν λόγω υποχρεώσεις και εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος διαφυγής κατά την έννοια της περ. ια) του άρθρου 17,
δ) για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, αν υφίσταται δικαίωμα του αιτούντος για είσοδο στο έδαφος,
ε) όταν ο αιτών κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει του ν. 5226/2025 (Α’ 154), και τεκμηριώνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υποβάλλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής και ιδίως όταν ο αιτών είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας,
στ) όταν απαιτείται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης,
ζ) σύμφωνα με το άρθρο 44 του Kανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, ιδίως όταν η διαδικασία μεταφοράς λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα,
4. Η κράτηση του αιτούντος διεθνή προστασία συνιστά σπουδαίο λόγο επίσπευσης της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του για παροχή διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό, σε περίπτωση κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, ενημερώνεται αμέσως ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου προκειμένου να μεριμνήσει για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας κατά απόλυτη προτεραιότητα.
5. Σε περίπτωση κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, ο οποίος υποβάλλει προσφυγή, ενημερώνεται άμεσα ο Διευθυντής της Αρχής Προσφυγών, ο οποίος προβαίνει σε προσδιορισμό της συζήτησης της προσφυγής κατ’ απόλυτη προτεραιότητα. Η κράτηση του αιτούντος διεθνή προστασία συνιστά σπουδαίο λόγο επίσπευσης της διαδικασίας εξέτασης της προσφυγής του.
Άρθρο 25
Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες
(Άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Η κράτηση του αιτούντος επιβάλλεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και για όσο ισχύουν οι λόγοι της παρ. 3 του άρθρου 24.
2. Η απόφαση κράτησης λαμβάνεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή και, προκειμένου περί των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, του αρμόδιου για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικού Διευθυντή. Στις περ. α), β), γ), δ) και ζ) της παρ. 3 του άρθρου 24, η απόφαση κράτησης λαμβάνεται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, κατόπιν ενημέρωσής τους από τον Προϊστάμενο του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου. Στην απόφαση κράτησης αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων.
Οι διοικητικές διαδικασίες που σχετίζονται με τους λόγους κράτησης εκτελούνται αμελλητί. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στον αιτούντα δεν δικαιολογούν συνέχιση της κράτησης.
3. Η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία επιβάλλεται για διάστημα μέχρι ενενήντα (90) ημερών και δύναται να παρατείνεται περαιτέρω για ενενήντα (90) ημέρες, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση των οργάνων της παρ. 2, εφόσον εξακολουθούν οι λόγοι που την επέβαλαν. Η συνολική παράταση της κράτησης δεν δύναται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια κράτησης, όπως αυτά προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 5226/2025 (Α’ 154). Χρονικά διαστήματα κράτησης που έχουν επιβληθεί βάσει του ν. 3386/2005 (Α’ 212) και του ν. 5226/2025, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως χρόνος κράτησης κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και δεν συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό των ανωτάτων ορίων κράτησης.
4. Οι κρατούμενοι αιτούντες ενημερώνονται αμέσως εγγράφως, σε γλώσσα που κατανοούν ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν, για τους λόγους κράτησης και τις διαδικασίες που προβλέπονται για την προσβολή της απόφασης κράτησης, καθώς και για τη δυνατότητα να ζητούν δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση. Οι αιτούντες που κρατούνται σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3, έχουν τα δικαιώματα προσφυγής και υποβολής αντιρρήσεων κατά το άρθρο 76 του ν. 3386/2005, τόσο κατά της αρχικής απόφασης κράτησης, όσο και κατά των αποφάσεων παράτασης αυτής. Οι κρατούμενοι αιτούντες διεθνή προστασία, σε περίπτωση αμφισβήτησης της απόφασης κράτησης και της απόφασης παράτασής της, δικαιούνται δωρεάν νομική συνδρομή κατά τις προϋποθέσεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
5. Στην περίπτωση κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων οι σχετικές αποφάσεις κράτησης ή παράτασης διαβιβάζονται με την έκδοσή τους, στον Πρόεδρο ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην Περιφέρεια του οποίου κρατείται ο ανήλικος, ο οποίος κρίνει για τη νομιμότητα της κράτησης ή της παράτασης αυτής και εκδίδει παραχρήμα την απόφασή του. Η απόφαση διατυπώνεται συνοπτικώς σε τηρούμενο πρακτικό, αντίγραφο του οποίου διαβιβάζει ο δικαστής αμελλητί στην αρμόδια αστυνομική αρχή.
6. Όταν, ως αποτέλεσμα της δικαστικής επανεξέτασης, η κράτηση θεωρείται παράνομη, ο αιτών αφήνεται αμέσως ελεύθερος.
Άρθρο 26
Συνθήκες κράτησης των αιτούντων
(Άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι αιτούντες κρατούνται στους χώρους κράτησης αρμοδιότητας της ΕΛ.ΑΣ. κατά το άρθρο 17 του ν. 5226/2025 (Α’ 154). Όταν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η διαμονή των αιτούντων στις ειδικές εγκαταστάσεις του πρώτου εδαφίου, ο υπό κράτηση αιτών κρατείται χωριστά από τους κρατουμένους του κοινού ποινικού δικαίου. Οι υπό κράτηση αιτούντες διεθνή προστασία κρατούνται χωριστά από τους υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που δεν έχουν υποβάλει αίτηση. Όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι συνθήκες κράτησης πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.
2. Οι αιτούντες που τελούν υπό κράτηση έχουν πρόσβαση σε υπαίθριους χώρους.
3. Τα πρόσωπα που εκπροσωπούν την Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς και οι οργανώσεις, οι οποίες βάσει ειδικής συμφωνίας ενεργούν για λογαριασμό της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, έχουν δυνατότητα επικοινωνίας και μπορούν να επισκέπτονται τους αιτούντες υπό κράτηση, υπό συνθήκες που σέβονται την ιδιωτική ζωή.
4. Μέλη της οικογένειας, πληρεξούσιοι δικηγόροι ή άλλοι εξουσιοδοτημένοι σύμβουλοι και πρόσωπα που εκπροσωπούν μη κυβερνητικές οργανώσεις που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν και να επισκέπτονται τους αιτούντες σε συνθήκες που σέβονται την ιδιωτική ζωή. Περιορισμοί στην πρόσβαση του πρώτου εδαφίου μπορούν να τίθενται μόνο όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι για την τήρηση της ασφάλειας και της δημόσιας τάξης, ή την ομαλή διοικητική διαχείριση των εγκαταστάσεων κράτησης, με την προϋπόθεση ότι δεν την καθιστούν υπερβολικά δυσχερή ή αδύνατη.
5. Οι αιτούντες που τελούν υπό κράτηση, ενημερώνονται συστηματικά για τους κανόνες που εφαρμόζονται στην εγκατάσταση, εντός της οποίας κρατούνται, καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, σε γλώσσα την οποία κατανοούν ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοούν. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση αυτή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο είναι όσο το δυνατόν συντομότερο, όταν ο αιτών κρατείται σε συνοριακό φυλάκιο ή σε ζώνη διέλευσης. Η παρέκκλιση του δεύτερου εδαφίου δεν εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, περί προϋποθέσεων για τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα.
Άρθρο 27
Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
(Άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Η υγεία, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας, των αιτούντων υπό κράτηση που έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των αρμόδιων αρχών. Όταν η κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σωματική και ψυχική τους υγεία, οι εν λόγω αιτούντες δεν κρατούνται. Οι υπό κράτηση αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής τελούν υπό τακτική παρακολούθηση και έγκαιρη και επαρκή υποστήριξη, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή τους, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής και πνευματικής υγείας τους.
2. Οι ανήλικοι δεν τίθενται υπό κράτηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ως μέτρο έσχατης ανάγκης και εφόσον αποδειχθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα εναλλακτικά, λιγότερο περιοριστικά μέτρα, και με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον τους, οι ανήλικοι, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, μπορούν να τεθούν υπό κράτηση:
α) όταν είναι συνοδευόμενοι ανήλικοι και ο γονέας ή άλλο πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλειά τους, τελεί υπό κράτηση· ή
β) όταν είναι ασυνόδευτοι ανήλικοι και η κράτηση εξασφαλίζει την προστασία τους.
Η κράτηση είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την άμεση τοποθέτησή τους σε κατάλληλα για ανηλίκους καταλύματα, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Απαγορεύεται η κράτηση ανηλίκων σε σωφρονιστικό κατάστημα κράτησης ή σε άλλη εγκατάσταση που χρησιμοποιείται για σκοπούς επιβολής του νόμου. Οι ανήλικοι που τελούν υπό κράτηση έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 30, εκτός εάν η παροχή εκπαίδευσης έχει περιορισμένη αξία λόγω της πολύ σύντομης περιόδου κράτησής τους. Επίσης, εξασφαλίζεται η ενασχόλησή τους με δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των παιχνιδιών και των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που αρμόζουν στην ηλικία τους.
Όταν κρατούνται ασυνόδευτοι ανήλικοι, στεγάζονται σε εγκαταστάσεις προσαρμοσμένες στη στέγαση ασυνόδευτων ανηλίκων, χωριστά από τους ενήλικες. Οι εν λόγω εγκαταστάσεις στελεχώνονται με προσωπικό που διαθέτει τα προσόντα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων και την κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών τους.
3. Για οικογένειες με ανηλίκους χρησιμοποιούνται, κατά κανόνα, κατάλληλα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, σύμφωνα προς την αρχή της οικογενειακής ενότητας. Στις οικογένειες υπό κράτηση παρέχεται χωριστό κατάλυμα το οποίο εξασφαλίζει επαρκή σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Οι υπό κράτηση οικογένειες με ανηλίκους στεγάζονται σε εγκαταστάσεις κράτησης προσαρμοσμένες στις ανάγκες των ανηλίκων.
4. Οι κρατούμενοι άνδρες και γυναίκες αιτούντες στεγάζονται χωριστά. Μέλη της ίδιας οικογένειας είναι δυνατόν να κρατούνται από κοινού εφόσον συναινούν γραπτώς να στεγαστούν μαζί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες έχει κατατεθεί καταγγελία αξιόποινης πράξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3500/2006 (Α’ 232). Οι περιορισμοί των προηγούμενων εδαφίων δεν ισχύουν για τη χρήση κοινόχρηστων χώρων που έχουν σχεδιαστεί για ψυχαγωγικές ή κοινωνικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της παροχής γευμάτων, ανάλογα με τις λειτουργικές δυνατότητες των χώρων κράτησης. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν, ώστε να αποφεύγεται η κράτηση γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό, καθώς και να επιδιώκεται η μεταφορά και διαμονή τους σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας.
5. Σε εξαιρετικές καταστάσεις, όταν ο αιτών κρατείται σε συνοριακό φυλάκιο ή σε ζώνη διέλευσης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο είναι όσο το δυνατόν συντομότερο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από το όγδοο εδάφιο της παρ. 2, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 3 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 4. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω παρεκκλίσεων, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
6. Όταν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση ενός αιτούντος, σύμφωνα με το παρόν, οι αρχές που διέταξαν την κράτηση, με αιτιολογημένη απόφασή τους, αφήνουν ελεύθερο τον αιτούντα και ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες αρχές υποδοχής και την Υπηρεσία Ασύλου ή την Αρχή Προσφυγών, εφόσον η αίτηση εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό, προκειμένου η εξέταση της προσφυγής να γίνει υπό τους όρους της παρ. 5 του άρθρου 24.
Άρθρο 28
Οικογένειες
(Άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση, στο μέτρο του δυνατού, της οικογενειακής ενότητας των αιτούντων διεθνή προστασία που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, εφόσον τους παρέχεται στέγαση. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται με τη συναίνεση των αιτούντων.
Άρθρο 29
Ιατρικές εξετάσεις
(Άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που εισέρχονται χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις υπόκεινται κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής σε ιατρικές εξετάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, με σκοπό τον προσδιορισμό τυχόν αναγκών υγειονομικής περίθαλψης και για την πρόληψη μετάδοσης νοσημάτων, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν για τη λήψη των αναγκαίων προληπτικών και θεραπευτικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Άρθρο 30
Σχολική φοίτηση και εκπαίδευση των ανηλίκων
(Άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι ανήλικοι αιτούντες και τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων κατά την παραμονή τους στη χώρα και για όσο χρονικό διάστημα δεν εκτελείται μέτρο απομάκρυνσης που εκκρεμεί κατά των ιδίων ή των γονέων τους εντάσσονται σε μονάδες παροχής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του ελληνικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να παράσχουν τα αναγκαία και επαρκή μέσα για την υποστήριξη και διευκόλυνση της σχετικής διαδικασίας. Η εκπαίδευση παρέχεται με όρους ανάλογους με αυτούς που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες, ιδίως ως προς τα έτη και τις τάξεις υποχρεωτικής φοίτησης, και την ποιότητα αυτής, με διευκολύνσεις ως προς την εγγραφή, σε περίπτωση δυσχερειών υποβολής των απαιτούμενων δικαιολογητικών και τη λήψη κατάλληλων εκπαιδευτικών μέτρων όταν η πρόσβαση του ανηλίκου στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι αδύνατη λόγω της ειδικής κατάστασής του. Λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες των ανηλίκων, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος του παιδιού στην πρόσβαση στην εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Απώλεια του δικαιώματος παρακολούθησης του εκπαιδευτικού προγράμματος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν επέρχεται αποκλειστικά και μόνο λόγω ενηλικίωσης του ανηλίκου.
2. Η ένταξη στο ελληνικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα λαμβάνει χώρα το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, με την επιφύλαξη των σχολικών διακοπών. Εκπαίδευση εκτός του ελληνικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος μπορεί να παρέχεται ως προσωρινό μέτρο και για μέγιστη περίοδο ενός (1) μηνός. Προπαρασκευαστικά μαθήματα, συμπεριλαμβανομένων γλωσσικών μαθημάτων, παρέχονται στους ανηλίκους, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και συμμετοχής τους στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα.
3. Εάν, με υπαιτιότητα των ενήλικων μελών της οικογένειας, οι χωρισμένοι ανήλικοι αιτούντες και τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων, κατά παράβαση των όσων ορίζονται στην παρ. 1, δεν εγγράφονται ή δεν παρακολουθούν τα αντίστοιχα υποχρεωτικά σχολικά μαθήματα σύμφωνα με το ελληνικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, επιβάλλονται σε βάρος των ενήλικων μελών οι προβλεπόμενες για τους Έλληνες πολίτες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 1566/1985 (Α΄ 107).
Άρθρο 31
Μαθήματα γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση
(Άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Οι αιτούντες, με εξαίρεση όσους υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, έχουν πρόσβαση στην παρακολούθηση μαθήματων γλώσσας και προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, κατάλληλων για την ενίσχυση της ικανότητάς τους να ενεργούν αυτόνομα, να αλληλοεπιδρούν με τις αρμόδιες αρχές ή να βρίσκουν απασχόληση, με τους ίδιους όρους όπως οι Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως εάν έχουν αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά εργασίας κατά το άρθρο 32. Το κόστος των μαθημάτων του πρώτου εδαφίου καλύπτεται, εν όλω ή εν μέρει, από τους αιτούντες, εφόσον αποδεδειγμένα διαθέτουν επαρκείς πόρους.
Άρθρο 32
Απασχόληση
(Άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι αιτούντες διεθνή προστασία, εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, και εφόσον δεν έχει ληφθεί πρωτοβάθμια απόφαση από την αποφαινόμενη αρχή και η καθυστέρηση δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς, έχουν δικαίωμα ουσιαστικής πρόσβασης στην αγορά εργασίας υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του παρόντος.
Όταν η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας εξετάζεται με την ταχεία διαδικασία κατά τις περ. α) έως στ) της παρ. 1 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ή όταν η αίτηση εξετάζεται στη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δεν παρέχεται πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή, εάν έχει ήδη παρασχεθεί, ανακαλείται.
2. Οι αιτούντες διεθνή προστασία, εφόσον είναι κάτοχοι ισχύοντος δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία ή εγγράφου του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος, έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε εξαρτημένη εργασία ή την παροχή υπηρεσιών ή έργου ή να εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι καθ’ όλη τη διάρκεια πραγματικής ισχύος του δελτίου τους.
3. Η έγκριση για την απασχόληση των αιτούντων σύμφωνα με την παρ. 1 δύναται να τελεί υπό την αίρεση ότι οι υπάρχουσες κενές θέσεις εργασίας στον συγκεκριμένο τομέα απασχόλησης δεν μπορούν να καλυφθούν από Έλληνες πολίτες, από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που διαμένουν νόμιμα στη χώρα.
4. Οι αιτούντες που έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με την παρ. 1 απολαμβάνουν ίση μεταχείριση με τους Έλληνες πολίτες όσον αφορά:
α) στους όρους απασχόλησης, την ελάχιστη ηλικία εργασίας και τις συνθήκες εργασίας, συμπεριλαμβανομένων της αμοιβής και των όρων λύσης της εργασιακής σχέσης, των ωρών εργασίας, της άδειας και των διακοπών, καθώς και τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας στον χώρο εργασίας,
β) στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε οποιαδήποτε οργάνωση τα μέλη της οποίας ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια,
γ) στην εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων των μαθημάτων κατάρτισης για τη βελτίωση των δεξιοτήτων, της πρακτικής άσκησης στον χώρο εργασίας, των υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού και της πρόσβασης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση,
δ) στην αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών αποδεικτικών επίσημων τίτλων στο πλαίσιο των υφιστάμενων διαδικασιών αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων σπουδών μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την καταχώριση της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 1Α του άρθρου 2 και της παρ. 3 του άρθρου 3 του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78), οι αιτούντες που δεν δύνανται να τεκμηριώσουν τα προσόντα τους έχουν πλήρη πρόσβαση στις εθνικές διαδικασίες για την αναγνώριση τίτλων σπουδών αλλοδαπής,
ε) την πρόσβαση σε κατάλληλα συστήματα για την αξιολόγηση, επικύρωση και αναγνώριση των δεξιοτήτων και γνώσεων της προηγούμενης εκπαίδευσης και εμπειρίας των αιτούντων μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την καταχώριση της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας.
5. Από την ίση μεταχείριση που προβλέπεται στην περ. β) της παρ. 4 εξαιρείται η συμμετοχή των αιτούντων διεθνή προστασία με πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με την παρ. 1, στη διοίκηση φορέων του δημοσίου και στην άσκηση δημόσιου λειτουργήματος.
6. Από την ίση μεταχείριση που προβλέπεται στην περ. γ) της παρ. 4, οι αιτούντες διεθνή προστασία στους οποίους παρέχεται πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με την παρ. 1 αποκλείονται από:
α) τη χορήγηση επιδοτήσεων και δανείων για την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση και την κάλυψη διδάκτρων για την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή ή μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, και
β) την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση που δεν παρέχονται στο πλαίσιο υφιστάμενης σύμβασης εργασίας, ακόμη και όταν παρέχονται για σκοπούς προώθησης της απασχόλησης.
7. Οι αιτούντες που απασχολούνται ή, λόγω προηγούμενης απασχόλησης, δικαιούνται παροχές κοινωνικής ασφάλισης, απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους Έλληνες πολίτες όσον αφορά τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (L 166 της 30.4.2004). Με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΕ) 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για την επέκταση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 και του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διέπονται ήδη από τους κανονισμούς αυτούς μόνον λόγω της ιθαγένειάς τους (L 344 της 29.12.2010), η ίση μεταχείριση του πρώτου εδαφίου δεν ισχύει για παροχές κοινωνικής ασφάλισης που δεν εξαρτώνται από περιόδους απασχόλησης ή εισφορών.
8. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης σύμφωνα με το παρόν δεν θεμελιώνει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής στον αιτούντα διεθνή προστασία εφόσον εκδοθεί απόφαση κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 η οποία έχει ως αντικείμενο την παύση της ισχύος του δικαιώματος διαμονής του.
9. Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας διατηρείται μέχρι την επίδοση στον αιτούντα διεθνή προστασία, απορριπτικής απόφασης, η προσφυγή κατά της οποίας δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, οπότε και παύει το δικαίωμα παραμονής του στην ελληνική επικράτεια.
10. Οι αιτούντες υποχρεούνται να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή υποδοχής για κάθε έναρξη επαγγέλματος ή για κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνάπτουν, με την προσκόμιση βεβαίωσης έναρξης εργασιών ή αντιγράφου της σύμβασης ή της αναγγελίας πρόσληψης στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ». Σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής εφαρμόζεται το άρθρο 23.
Άρθρο 33
Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
(Άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Η αρμόδια αρχή υποδοχής, σε συνεργασία με τους κατά περίπτωση αρμόδιους κρατικούς φορείς, διεθνείς οργανισμούς και πιστοποιημένους κοινωνικούς φορείς, μεριμνά για την παροχή, μέσω εθνικών, ενωσιακών ή άλλων πόρων, υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες, από την υποβολή της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Οι υλικές συνθήκες υποδοχής και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 36 εξασφαλίζουν στους αιτούντες ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο διασφαλίζει τη συντήρησή τους, προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία και σέβεται τα δικαιώματα που τους απονέμονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ίδιο βιοτικό επίπεδο εξασφαλίζεται στους αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής των άρθρων 38 έως 41, καθώς και στα πρόσωπα που τελούν υπό κράτηση κατά το άρθρο 24.
3. Αιτών διεθνή προστασία, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν του παρέχονται ή του παρέχονται πλημμελώς οι υλικές συνθήκες υποδοχής και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της παρ. 2, δύναται να υποβάλλει άπαξ αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής ενώπιον του Διοικητή της Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει. Η αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, πρέπει να είναι ορισμένη και να περιέχει περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αξίωση του αιτούντος. Η αρμόδια αρχή αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της αίτησης εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της και γνωστοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα με κάθε πρόσφορο μέσο. Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία απάντησης, τεκμαίρεται ότι έχει σιωπηρά απορριφθεί η αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής.
4. Η παροχή του συνόλου ή μέρους των υλικών συνθηκών υποδοχής της παρ. 1 τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτούντες δεν διαθέτουν πόρους που να τους εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο σύμφωνα με την παρ. 2, κατ’ αναλογία με τα εισοδηματικά κριτήρια του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94), περί κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης.
5. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, οι αιτούντες διεθνή προστασία καλύπτουν ή συνεισφέρουν στο κόστος των υλικών συνθηκών υποδοχής και της λαμβανόμενης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εφόσον διαθέτουν επαρκή μέσα, ιδίως μέσω της απασχόλησής τους για εύλογο χρονικό διάστημα, με την εξαίρεση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που παρέχεται δωρεάν στους Έλληνες πολίτες.
6. Ο αιτών υποχρεούται να επιστρέψει το κόστος που σχετίζεται με τις παρασχεθείσες υλικές συνθήκες υποδοχής ή την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εάν διαπιστωθεί ότι διέθετε επαρκείς πόρους για την κάλυψη του κόστους των υλικών συνθηκών υποδοχής ή της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σύμφωνα με την παρ. 4, για το διάστημα που του παρεχόταν επαρκές βιοτικό επίπεδο.
7. Κατά την αξιολόγηση των πόρων του αιτούντος από τις αρμόδιες αρχές υποδοχής, και εφόσον του ζητείται να καλύπτει πλήρως ή εν μέρει το κόστος των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που έλαβε ή όταν απαιτείται η επιστροφή του κόστους σύμφωνα με την παρ. 5, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Για τον λόγο αυτό, λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του αιτούντος, καθώς και η ανάγκη σεβασμού της αξιοπρέπειας ή της προσωπικής ακεραιότητας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αναγκών υποδοχής του αιτούντος.
8. Όταν παρέχονται υλικές συνθήκες υποδοχής υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, το ποσό τους καθορίζεται σύμφωνα με τα επίπεδα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος κατά το άρθρο 235 του ν. 4389/2016, λαμβανομένης υπόψη της παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής. Για τα εν λόγω επίπεδα, ενημερώνονται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο. Στους αιτούντες δεν παρέχεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από ό,τι στους Έλληνες πολίτες κατά την εφαρμογή του παρόντος, όταν οι υλικές συνθήκες υποδοχής παρέχονται εν όλω ή εν μέρει σε είδος ή όταν τα εν λόγω επίπεδα, τα οποία παρέχονται στους Έλληνες πολίτες, αποσκοπούν στο να τους εξασφαλίσουν βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για τους αιτούντες δυνάμει του παρόντος νόμου.
Άρθρο 34
Ρυθμίσεις για τις υλικές συνθήκες υποδοχής
(Άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Εφόσον η στέγαση των αιτούντων παρέχεται σε είδος, οι αρμόδιες αρχές υποδοχής μεριμνούν ώστε η στέγαση να παρέχει στον αιτούντα επαρκές βιοτικό επίπεδο σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 33, καθώς και την αναγκαία στήριξη ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες υποδοχής των αιτούντων. Η παρεχόμενη στέγαση λαμβάνει μία ή περισσότερες από τις εξής μορφές:
α) στέγαση σε κέντρα φιλοξενίας, τα οποία μπορεί να λειτουργούν σε δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια κατάλληλα διαμορφωμένα, υπό τη διαχείριση δημόσιων φορέων, ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών φορέων ή διεθνών οργανισμών,
β) στέγαση σε χώρο που χρησιμοποιείται προς τον σκοπό της στέγασης των αιτούντων κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης,
γ) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στέγαση σε ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα, ξενοδοχεία που μισθώνονται στο πλαίσιο στεγαστικών προγραμμάτων για αιτούντες και υλοποιούνται από δημόσιους φορείς, ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς φορείς ή διεθνείς οργανισμούς ή σε άλλους χώρους προσαρμοσμένους για τη στέγαση αιτούντων.
Όλες οι παραπάνω μορφές στέγασης τελούν υπό την εποπτεία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, και κατά περίπτωση της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
2. Με την επιφύλαξη των ειδικών όρων κράτησης των άρθρων 25 και 26, διασφαλίζονται:
α) η προστασία της οικογενειακής ζωής των αιτούντων. Οι εξαρτώμενοι ενήλικες αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής στεγάζονται, στο μέτρο του δυνατού, μαζί με τους ενήλικες συγγενείς που βρίσκονται στην Ελλάδα και έχουν την ευθύνη αυτών.
β) η επικοινωνία των αιτούντων με συγγενείς, νομικούς συμβούλους, εκπροσώπους της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και άλλους πιστοποιημένους κοινωνικούς φορείς. Για τον σκοπό αυτό, παρέχεται πρόσβαση στα μέλη της οικογένειας, στους νομικούς συμβούλους, στους εκπροσώπους της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και άλλους πιστοποιημένους κοινωνικούς φορείς στους χώρους στέγασης, η οποία μπορεί να περιορίζεται προσωρινά και μόνο για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια των φιλοξενούμενων και των χώρων φιλοξενίας,
3. Όταν παρέχονται υλικές συνθήκες υποδοχής, λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα ζητήματα που αφορούν το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση των αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
4. Εντός των χώρων στέγασης της παρ. 1 λαμβάνονται μέτρα, στο μέτρο του δυνατού, για την αποτροπή βιαιοπραγιών και βίας συμπεριλαμβανομένης της βίας που διαπράττεται με σεξουαλικό, έμφυλο, ρατσιστικό ή θρησκευτικό κίνητρο, όπως η χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων ασφαλείας, περιλαμβανομένων συστημάτων επιτήρησης, προς διασφάλιση της ασφάλειας και της εύρυθμης λειτουργίας των χώρων στέγασης.
5. Στις γυναίκες αιτούσες διεθνή προστασία που τοποθετούνται σε κέντρα φιλοξενίας, παρέχονται χωριστές εγκαταστάσεις υγιεινής και ασφαλής χώρος εντός του κέντρου για τις ίδιες και τα ανήλικα παιδιά τους.
6. Η μεταφορά αιτούντων σε άλλο χώρο στέγασης πραγματοποιείται μόνον όταν είναι αναγκαία και διασφαλίζεται η δυνατότητά τους να ενημερώνουν τους νομικούς τους συμβούλους για τη μεταφορά και τη νέα τους διεύθυνση.
7. Το προσωπικό που εργάζεται σε χώρους φιλοξενίας, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού που παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση στα κέντρα φιλοξενίας, διαθέτει την κατάλληλη κατάρτιση, δεσμεύεται από κώδικα δεοντολογίας και υποχρεούται να τηρεί εχεμύθεια για προσωπικά δεδομένα, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137).
8. Με την επιφύλαξη του άρθρου 32, επιτρέπεται στους αιτούντες να εκτελούν εθελοντική εργασία εντός ή εκτός του κέντρου φιλοξενίας.
9. Σε ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες περιπτώσεις ορίζονται διαφορετικές υλικές συνθήκες υποδοχής από τις προβλεπόμενες στο παρόν, για εύλογη χρονική περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, όταν:
α) απαιτείται εκτίμηση των ειδικών αναγκών υποδοχής του αιτούντος διεθνή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 38 ή
β) έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης ή, λόγω του δυσανάλογα μεγάλου αριθμού ατόμων που πρέπει να φιλοξενηθούν ή λόγω ανθρωπογενούς ή φυσικής καταστροφής, οι κανονικά διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης δεν είναι διαθέσιμες προσωρινά.
Σε κάθε περίπτωση, εξασφαλίζονται πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με το άρθρο 36 και επίπεδο διαβίωσης για όλους τους αιτούντες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το διεθνές δίκαιο.
10. Όταν παρέχονται διαφορετικές υλικές συνθήκες υποδοχής σύμφωνα με την παρ. 9 ή όταν εκλείψουν οι λόγοι για την παροχή τους, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
Άρθρο 35
Συνθήκες υποδοχής σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο υποχρεούται να βρίσκεται ο αιτών (Άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Από τη στιγμή της επίδοσης στους αιτούντες απόφασης μεταφοράς τους στο υπεύθυνο κράτος μέλος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351, παύει η παροχή συνθηκών υποδοχής των άρθρων 31 έως 34 του παρόντος σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο υποχρεούνται να βρίσκονται οι αιτούντες σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351. Ταυτόχρονα, ενημερώνεται για την απόφαση μεταφοράς η αρμόδια αρχή υποδοχής, η οποία διακόπτει τις συνθήκες υποδοχής σε περίπτωση που αυτές είχαν παρασχεθεί. Η διακοπή του δεύτερου εδαφίου τελεί υπό την επιφύλαξη της εξασφάλισης βιοτικού επιπέδου σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το διεθνές δίκαιο. Ο αιτών ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές υποδοχής για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σχετικά με την απόφαση διακοπής. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 37 του παρόντος.
Άρθρο 36
Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
(Άρθρο 22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής, σε συνεργασία με τους κατά περίπτωση αρμόδιους κρατικούς φορείς, διεθνείς οργανισμούς και πιστοποιημένους κοινωνικούς φορείς, μεριμνούν για την παροχή στους αιτούντες, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο υποχρεούνται να βρίσκονται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351, της απαραίτητης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4368/2016 (Α΄ 21). Η παρεχόμενη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τις πρώτες βοήθειες, την προληπτική ιατρική αγωγή, ιδίως εμβολιασμούς, ιατρικές εξετάσεις για λόγους δημόσιας υγείας και τη βασική θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών ψυχικών διαταραχών, καθώς και την αντιμετώπιση σοβαρών σωματικών παθήσεων που σχετίζονται με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία.
2. Τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων και οι ανήλικοι αιτούντες λαμβάνουν την ίδια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρέχεται στους ημεδαπούς ανηλίκους. Η ιατροφαρμακευτική αυτή περίθαλψη, η οποία άρχισε προτού ενηλικιωθεί ο ανήλικος και θεωρείται αναγκαία, λαμβάνεται χωρίς διακοπή ή καθυστέρηση μετά την ενηλικίωση του ανηλίκου.
3. Όταν απαιτείται για ιατρικούς λόγους που βεβαιώνονται από δημόσιες μονάδες υγείας ή κατά περίπτωση από το αρμόδιο κλιμάκιο της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, εξασφαλίζεται η απαραίτητη ιατρική ή άλλη συνδρομή, όπως η παροχή των απαραίτητων συσκευών αποκατάστασης και βοηθητικών ιατροτεχνολογικών συσκευών σε αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
4. Για τις ανάγκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ασφάλιση, αποδίδεται στους αιτούντες διεθνή προστασία Προσωρινός Αριθμός Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (Π.Α.Α.Υ.Π.Α.). Ο Π.Α.Α.Υ.Π.Α. χορηγείται ταυτόχρονα με το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία και παραμένει ενεργός καθ’ όλη τη διάρκεια εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ο κάτοχος του Π.Α.Α.Υ.Π.Α. έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας βάσει του άρθρου 33 του ν. 4368/2016. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στον παρόντα νόμο, και η ισχύς της οποίας δεν έχει ανασταλεί, ο Π.Α.Α.Υ.Π.Α. απενεργοποιείται αυτόματα και ο δικαιούχος παύει να έχει πρόσβαση στις ανωτέρω υπηρεσίες. Κατ’ εξαίρεση, όταν η απορριπτική απόφαση της αίτησης διεθνούς προστασίας αφορά ασυνόδευτο ανήλικο, ο Π.Α.Α.Υ.Π.Α. παραμένει ενεργός έως την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής ή την ενηλικίωση του ασυνόδευτου ανηλίκου, ο οποίος εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις ανωτέρω υπηρεσίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΥΛΙΚΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Άρθρο 37
Περιορισμός ή διακοπή των υλικών συνθηκών υποδοχής
(Άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Στους αιτούντες που υποχρεούνται να βρίσκονται στη χώρα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, οι αρμόδιες αρχές υποδοχής δύνανται, με απόφασή τους, να περιορίζουν ή να διακόπτουν το βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα και σε ειδικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, να περιορίζουν τις λοιπές υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτών:
α) εφόσον του παρέχεται στέγαση, εγκαταλείπει τον χώρο φιλοξενίας στον οποίο έχει παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 21, χωρίς να ενημερώσει την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή υποδοχής και χωρίς να λάβει την τυχόν απαιτούμενη άδεια ή εγκαταλείπει τη γεωγραφική περιοχή που έχει καθορισθεί κατά τo άρθρο 22, χωρίς να έχει λάβει τυχόν απαιτούμενη άδεια, ή διαφεύγει,
β) δεν συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές, ή δεν συμμορφώνεται προς τις διαδικαστικές απαιτήσεις που ορίζονται από τις εν λόγω αρχές, ιδίως όταν δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις δήλωσης στοιχείων, όπως διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής, συμβάσεων εργασίας που συνάπτει ή αυτοπρόσωπης παράστασης, ή δεν ανταποκρίνεται στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή δεν προσέρχεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, σε προσωπική συνέντευξη εντός της προθεσμίας που τάσσεται,
γ) έχει υποβάλει τη μεταγενέστερη αίτηση της περ. 19 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348,
δ) έχει αποκρύψει οικονομικούς πόρους με σκοπό τη λήψη υλικών συνθηκών υποδοχής,
ε) δεν έχει συμμετάσχει σε υποχρεωτικές ενέργειες ένταξης του άρθρου 31, όταν αυτές παρέχονται ή διευκολύνονται από τις αρμόδιες αρχές, εκτός εάν η μη συμμετοχή οφείλεται σε λόγους που είναι πέραν του ελέγχου του αιτούντος,
στ) έχει παραβιάσει σοβαρά ή επανειλημμένα τους κανόνες λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών, διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία και τη συμβίωση των ατόμων σε αυτά ή όταν επιδεικνύει ιδιαίτερα βίαιη ή απειλητική συμπεριφορά.
Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής εξετάζουν, μετά από αίτηση του αιτούντος, την επαναφορά ορισμένων ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής που διακόπηκαν ή περιορίστηκαν, εφόσον πάψουν να υφίστανται οι περιστάσεις στις οποίες βασίστηκε η απόφαση περιορισμού ή διακοπής της παρ. 1, που επιβλήθηκε για τους λόγους που προβλέπονται στις περ. α), β) ή ε). Εάν δεν αποκατασταθούν όλες οι υλικές συνθήκες υποδοχής, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν απόφαση, η οποία κοινοποιείται στον αιτούντα σε γλώσσα που κατανοεί.
2. Στην περ. στ) της παρ. 1 ενημερώνεται άμεσα ο οικείος αστυνομικός διευθυντής και προκειμένου περί των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, ο αρμόδιος για θέματα αλλοδαπών αστυνομικός διευθυντής, προκειμένου να διακριβώσει εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της κράτησης. Εφόσον πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο, η αρμόδια αρχή υποδοχής οφείλει, πριν από την επιβολή της διακοπής της στέγασης, να απευθυνθεί στη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, προκειμένου να μεριμνήσει για την τοποθέτηση του ανηλίκου σε άλλο κατάλληλο πλαίσιο φιλοξενίας, εφόσον τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις.
3. Η απόφαση για περιορισμό ή διακοπή παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής, λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή υποδοχής σε ατομική και αντικειμενική βάση και είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Κατά τη λήψη της απόφασης του πρώτου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη η ειδική κατάσταση του προσώπου, ιδίως όταν πρόκειται για αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής, τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. Ο περιορισμός ή η διακοπή των υλικών συνθηκών υποδοχής δεν μπορεί να αφορά την πρόσβαση του αιτούντος σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σε κάθε περίπτωση εξασφαλίζεται το επίπεδο διαβίωσης όλων των αιτούντων που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το διεθνές δίκαιο.
4. Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν διακόπτονται ούτε περιορίζονται πριν κοινοποιηθεί στον αιτούντα η απόφαση της παρ. 3.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Άρθρο 38
Αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής και αξιολόγηση των ειδικών αναγκών υποδοχής
(Άρθρα 24 και 25 της Οδηγίας 2024/1346/ΕΕ)
1. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη την ειδική κατάσταση των αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
Ως αιτούντες που είναι πιθανότερο να έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής θεωρούνται όσοι εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:
α) ανήλικοι·
β) ασυνόδευτοι ανήλικοι·
γ) άτομα με αναπηρία·
δ) ηλικιωμένοι·
ε) έγκυες·
στ) γυναίκες και άνδρες ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, διεμφυλικά και διαφυλικά άτομα·
ζ) μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά·
η) θύματα εμπορίας ανθρώπων·
θ) άτομα με σοβαρές ασθένειες·
ι) άτομα με ψυχικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής μετατραυματικού στρες·
ια) άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, για παράδειγμα θύματα έμφυλης βίας, ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, γάμου παιδιών ή καταναγκαστικού γάμου, ή βίας με σεξουαλικό, έμφυλο, ρατσιστικό ή θρησκευτικό κίνητρο.
2. Για την αποτελεσματική εφαρμογή της παρ. 1, οι αρμόδιες αρχές υποδοχής, στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα από την υποβολή αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, εκτιμούν σε ατομική βάση κατά πόσον ο αιτών έχει ειδικές ανάγκες υποδοχής, με τη χρήση διερμηνείας, όπου απαιτείται. Η εκτίμηση διενεργείται κατά τον έλεγχο διαλογής σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και μπορεί να ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Όταν οι ειδικές ανάγκες υποδοχής καταστούν εμφανείς ή προκύπτουν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν και αντιμετωπίζουν τις εν λόγω ανάγκες κατά το στάδιο αυτό.
Η αξιολόγηση του πρώτου εδαφίου ξεκινά με τον προσδιορισμό των ειδικών αναγκών υποδοχής με βάση εμφανείς ενδείξεις ή τις δηλώσεις ή τη συμπεριφορά του αιτούντος ή, κατά περίπτωση, τις δηλώσεις των γονέων ή του εκπροσώπου του αιτούντος. Για την εκτίμηση δεν απαιτείται η έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης.
Οι ειδικές ανάγκες υποδοχής των αιτούντων λαμβάνονται υπόψη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας και η εξέλιξη της κατάστασής τους παρακολουθείται συστηματικά.
3. Για τους σκοπούς της παρ. 2, το προσωπικό που αξιολογεί τις ειδικές ανάγκες υποδοχής σύμφωνα με το παρόν:
α) υποβάλλεται στην απαραίτητη εκπαίδευση για τον εντοπισμό και την κάλυψη ειδικών αναγκών υποδοχής, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, καθώς και σε διαρκή κατάρτιση, με μέριμνα του Τμήματος Διαδικασιών και Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Υποστήριξης της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.
β) περιλαμβάνει στον φάκελο του αιτούντος πληροφορίες σχετικά με τη φύση των ειδικών αναγκών υποδοχής του αιτούντος, όπως περιγραφή των ορατών ενδείξεων ή των δηλώσεων ή της συμπεριφοράς του, καθώς και τα μέτρα που έχουν προσδιοριστεί για την αντιμετώπιση των εν λόγω αναγκών και τις αρχές που είναι αρμόδιες για την ικανοποίησή τους, και
γ) με την επιφύλαξη της προηγούμενης συγκατάθεσης του αιτούντος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και το άρθρο 13 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005, Α΄ 287), παραπέμπει τον αιτούντα σε κατάλληλο ιατρό ή σε ψυχολόγο για περαιτέρω εκτίμηση της ψυχολογικής και σωματικής του κατάστασης, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις ότι η ψυχική ή σωματική του υγεία θα μπορούσε να επηρεάσει τις ανάγκες υποδοχής του. Όπου διαπιστώνεται δυσχέρεια κατανόησης της ελληνικής γλώσσας, παρέχεται διερμηνεία, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο αιτών είναι σε θέση να επικοινωνεί με το ιατρικό προσωπικό.
4. Η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης, η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, η Υπηρεσία Ασύλου και οι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες στους αιτούντες διεθνή προστασία ενημερώνουν άμεσα το Εθνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Παραπομπής Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων, σύμφωνα με τα άρθρα 76 και 79 του ν. 4781/2021 (Α΄ 31), εφόσον εντοπίζονται θύματα εμπορίας ανθρώπων, και το Εθνικό Σύστημα Καταγραφής και Παρακολούθησης Αναφορών περιστατικών κακοποίησης ανηλίκων του άρθρου 9 του ν. 4837/2021 (Α΄ 178), εφόσον εντοπίζονται θύματα κακοποίησης.
5. Μόνον αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής μπορούν να επωφελούνται της ειδικής στήριξης που παρέχεται σύμφωνα με το παρόν Μέρος.
6. Η εκτίμηση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 ισχύει με την επιφύλαξη της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Άρθρο 39
Ανήλικοι
(Άρθρο 26 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, ιδίως υπό τη μορφή ενός επαρκούς επιπέδου διαβίωσης για τη σωματική, ψυχική, διανοητική, ηθική και κοινωνική του ανάπτυξη, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των αρμόδιων αρχών κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους. Για την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, λαμβάνονται υπόψη ιδίως:
α) η δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης,
β) η ποιότητα ζωής και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με το υπόβαθρο του ανηλίκου και την ανάγκη για σταθερότητα και συνέχεια της φροντίδας,
γ) ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, ιδίως εάν υπάρχει κίνδυνος να καταστεί ο ανήλικος θύμα οποιασδήποτε μορφής βίας ή εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας ανθρώπων, και
δ) οι απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.
Για την αξιολόγηση και τον καθορισμό του βέλτιστου συμφέροντος χρησιμοποιούνται οι προτυποποιημένες διαδικασίες και τα έντυπα της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
2. Οι ανήλικοι έχουν πρόσβαση σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των παιχνιδιών και των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που αρμόζουν στην ηλικία τους, και σε υπαίθριες δραστηριότητες εντός των χώρων και των κέντρων φιλοξενίας, καθώς και σε εκπαιδευτικό υλικό, όπου χρειάζεται.
3. Οι ανήλικοι που είναι θύματα κάθε μορφής κακοποίησης, παραμέλησης, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή που έχουν υποφέρει από ένοπλες συγκρούσεις, έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες αποκατάστασης και σε κατάλληλη φροντίδα της ψυχικής υγείας τους, καθώς και σε εξειδικευμένη θεραπεία, εφόσον απαιτείται. Οι ανήλικοι αιτούντες ή τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων διαμένουν με τους γονείς τους, τα ανήλικα άγαμα αδέλφια τους ή με τον ενήλικο συγγενή που έχει την ευθύνη τους, εφόσον αυτό είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των εν λόγω ανηλίκων.
4. Τα πρόσωπα που εργάζονται με ανηλίκους, συμπεριλαμβανομένων των εκπροσώπων και των προσώπων που είναι κατάλληλα να ενεργούν προσωρινά ως εκπρόσωποι, σύμφωνα με το άρθρο 40, α) δεν πρέπει να έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα σε βάρος παιδιών, ούτε για εγκλήματα που εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ικανότητά τους να αναλάβουν ρόλο ευθύνης έναντι ανηλίκων, β) λαμβάνουν αρχική και συνεχή κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τα δικαιώματα και τις ανάγκες των ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τυχόν ισχύοντα πρότυπα προστασίας των παιδιών, και γ) δεσμεύονται από τους κανόνες εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στη νομοθεσία σε σχέση με τις πληροφορίες που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.
Άρθρο 40
Ασυνόδευτοι και χωρισμένοι ανήλικοι
(Άρθρο 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Όταν υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας από πρόσωπο που δηλώνει ασυνόδευτος ανήλικος, ή τεκμαίρεται ως τέτοιος βάσει αντικειμενικών στοιχείων, όπως η εμφανής ανηλικότητα, η αρμόδια αρχή υποδοχής ή η Υπηρεσία Ασύλου (αρχές ασύλου και υποδοχής) κατά περίπτωση, ενημερώνει αμελλητί τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας προκειμένου να ορίσει επίτροπο το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 64. Μέχρι τον ορισμό επιτρόπου, η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής, ορίζει κατάλληλο πρόσωπο που ενεργεί ως προσωρινός εκπρόσωπος του ανηλίκου, σύμφωνα με το άρθρο 72. Ο προσωρινός εκπρόσωπος μπορεί να αναλάβει, κατά μέγιστο, έως τριάντα (30) ανηλίκους ταυτόχρονα, με την επιφύλαξη της παρ. 7 του παρόντος που εφαρμόζεται αναλόγως.
2. Οι αρμόδιες αρχές, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, ενημερώνουν τον προσωρινό εκπρόσωπο για την παρουσία ασυνόδευτου ανηλίκου που πρόκειται να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να τον συνδράμει, καθώς και για κάθε σχετικό περιστατικό που αφορά τον ανήλικο. Οι ανωτέρω αρχές που λειτουργούν ως φορείς αναγγελίας ενημερώνουν τον ανήλικο αμέσως ότι κατάλληλο πρόσωπο έχει αναλάβει προσωρινά την εκπροσώπησή του, καθώς και για τον τρόπο υποβολής παραπόνου ή καταγγελίας κατά του προσωρινού εκπροσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 72 και 75.
3. Νομικά ή φυσικά πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν δυνητικά να έρθουν σε σύγκρουση με εκείνα των ασυνόδευτων ανηλίκων δεν ορίζονται ως εκπρόσωποι ή προσωρινοί εκπρόσωποι.
4. Ο εκπρόσωπος ή ο προσωρινός εκπρόσωπος συναντάται με τον ασυνόδευτο ανήλικο και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις του ανηλίκου σχετικά με τις ανάγκες του για να διασφαλίσει το βέλτιστο συμφέρον του και τη συνολική ευημερία του. Ο εκπρόσωπος ή ο προσωρινός εκπρόσωπος αλλάζει μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο.
5. Με την έκδοση της πράξης ορισμού επιτρόπου, το Τμήμα Θεσμικής Προστασίας και Επιτροπείας της Διεύθυνσης Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές καταχώρισης για τον ορισμό επίτροπου για τον συγκεκριμένο ανήλικο, και τα καθήκοντα του προσωρινού εκπροσώπου του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 παύουν αυτοδικαίως. Οι αρμόδιες αρχές ασύλου και υποδοχής, ενεργώντας ως φορείς αναγγελίας της περ. ιβ) του άρθρου 50, ενημερώνουν αμέσως τον ανήλικο ότι έχει οριστεί επίτροπος γι’ αυτόν, καθώς και για τον τρόπο υποβολής παραπόνου ή καταγγελίας κατά του επιτρόπου υπό συνθήκες εμπιστευτικότητας και ασφάλειας με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του και με τρόπο που διασφαλίζει ότι ο ανήλικος κατανοεί τις πληροφορίες αυτές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 75. Για κάθε ένα παιδί ο επίτροπος αναθέτει αμελλητί τα επιτροπικά καθήκοντα σε κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, τον εντεταλμένο επιτροπείας του άρθρου 66, και ενημερώνει σχετικά εντός τριών (3) ημερών τη Μονάδα Θεσμικής Προστασίας της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας και τον φορέα αναγγελίας. Ο εντεταλμένος επιτροπείας επιφορτίζεται με αναλογικό και περιορισμένο αριθμό ασυνόδευτων ανηλίκων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 66, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι είναι σε θέση να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά του. Οι αρχές του δεύτερου εδαφίου της παρούσας ενημερώνουν τον εντεταλμένο επιτροπείας του ανηλίκου για τα πραγματικά περιστατικά, τα έγγραφα και άλλες πληροφορίες που αφορούν τον ανήλικο.
6. Εάν προκύπτει αμφιβολία σχετικά με την ανηλικότητα του αιτούντος, εκκινεί διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 153, με μέριμνα της αποφαινόμενης αρχής της περ. α) του άρθρου 95. Τα καθήκοντα του επιτρόπου και των προσώπων που είναι κατάλληλα να ενεργούν προσωρινά ως εκπρόσωποι παύουν να ισχύουν όταν ο αιτών δεν είναι πλέον ασυνόδευτος ανήλικος ή όταν οι αρμόδιες αρχές, μετά την εκτίμηση της ηλικίας, κρίνουν ότι ο αιτών δεν είναι ανήλικος.
7. Στα σχέδια έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 45, περιλαμβάνονται μέτρα που λαμβάνονται για να εξασφαλιστεί ο ορισμός επιτρόπων και των προσώπων που είναι κατάλληλα να ενεργούν προσωρινά ως εκπρόσωποι σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε περίπτωση δυσανάλογου αριθμού αιτήσεων που υποβάλλονται από ασυνόδευτους ανηλίκους. Όταν η εφαρμογή των μέτρων αυτών είναι ανεπαρκής για την αντιμετώπιση δυσανάλογου αριθμού αιτήσεων που υποβάλλονται από ασυνόδευτους ανηλίκους, ή σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο ορισμός επιτρόπου μπορεί να καθυστερήσει έως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, και ο αριθμός των ασυνόδευτων ανηλίκων ανά εντεταλμένο επιτροπείας, υπό την επιφύλαξη τυχόν άλλων ρυθμίσεων δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 66, μπορεί να αυξηθεί σε έως και πενήντα (50) ασυνόδευτους ανηλίκους. Κατά την εφαρμογή των προβλεπόμενών για τους ανηλίκους μέτρων, η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.
8. Η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας εποπτεύει την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων των επιτρόπων και των προσωρινών εκπροσώπων κατά τα άρθρα 73 έως 77.
9. Οι ανήλικοι, με την άφιξή τους, απολαμβάνουν ειδικές συνθήκες υποδοχής και με μέριμνα της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης μεταφέρονται σε διακριτό από ενηλίκους χώρο εντός των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή των Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών. Η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας μεριμνά ώστε οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, από τη στιγμή που γίνονται δεκτοί στην ελληνική επικράτεια έως τη στιγμή που τυχόν υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν την χώρα, να φιλοξενούνται:
α) μαζί με ενήλικους συγγενείς ή οικεία πρόσωπα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 86,
β) από ανάδοχη οικογένεια, σύμφωνα με τον ν. 4538/2018 (Α΄ 85),
γ) σε Δομές Μακροχρόνιας Φιλοξενίας των άρθρων 80 και 81 ή Δομές Επείγουσας Φιλοξενίας του άρθρου 88,
δ) σε περιφερειακές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης σε ασφαλείς ζώνες για ανηλίκους του άρθρου 82,
ε) σε άλλου είδους καταλύματα κατάλληλα για ανηλίκους.
Ασυνόδευτοι ανήλικοι ηλικίας δεκαέξι (16) ετών ή άνω δύνανται, κατ΄ εξαίρεση, να τοποθετούνται σε δομές όπου φιλοξενούνται ενήλικοι αιτούντες, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, εάν αυτό είναι προς το βέλτιστο συμφέρον τους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 39. Τα αδέλφια δύνανται να παραμένουν μαζί, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους, ή σε δομές της περ. γ) του δευτέρου εδαφίου του παρόντος που βρίσκονται σε γεωγραφική εγγύτητα, αν λόγω ηλικιακής διαφοράς και φύλου ή απουσίας επαρκών θέσεων φιλοξενίας σε μια δομή, δεν είναι δυνατή η από κοινού φιλοξενία τους. Οι μεταβολές στη στέγαση των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο.
10. Οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές αναζητούν τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, το συντομότερο δυνατόν αφότου εκφραστεί η πρόθεση να κατατεθεί η αίτηση διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανηλίκου. Όταν πιθανολογείται ότι θα κινδυνεύσει η ζωή ή η ακεραιότητα του ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως εάν οι εν λόγω συγγενείς διαμένουν στη χώρα καταγωγής, διασφαλίζεται ότι η συλλογή, επεξεργασία και διαβίβαση των πληροφοριών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα γίνεται εμπιστευτικά, ώστε να μην διακυβεύεται η ασφάλειά τους.
11. Οι εγγυήσεις των παρ. 2 έως 6 εφαρμόζονται και στην περίπτωση που ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου ενεργεί ο επίτροπος ή αυτός που έχει οριστεί για να ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου από τον Εισαγγελέα ή το Δικαστήριο.
Άρθρο 41
Θύματα βασανιστηρίων και βίας
(Άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Τα πρόσωπα που έχουν υποστεί εμπορία ανθρώπων, βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές πράξεις ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, συμπεριλαμβανομένης της βίας που διαπράττεται με σεξουαλικό, έμφυλο, ρατσιστικό ή θρησκευτικό κίνητρο, λαμβάνουν την αναγκαία ιατρική και ψυχολογική θεραπεία και φροντίδα το συντομότερο δυνατό, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών αποκατάστασης και παροχής στήριξης, όπου απαιτείται, για τη ζημία που προκλήθηκε από τις εν λόγω πράξεις. Στα πρόσωπα αυτά παρέχεται, όπου απαιτείται, διερμηνεία.
2. Το προσωπικό των φορέων που ασχολείται με υποθέσεις θυμάτων βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας, διαθέτει και συνεχίζει να λαμβάνει κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τη διαχείριση των εν λόγω υποθέσεων και έχει καθήκον εχεμύθειας για τα προσωπικά δεδομένα των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία εκτέλεσης αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Άρθρο 42
Προσφυγές
(Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Κατά των αποφάσεων που αφορούν στην αποκατάσταση, την ανάκληση ή τον περιορισμό των παροχών δυνάμει του παρόντος Μέρους, των αποφάσεων μη χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 ή των αποφάσεων του άρθρου 23, ο αιτών διεθνή προστασία, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), μπορεί να υποβάλλει, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της απόφασης που απορρίπτει την αίτησή του ή από τη σιωπηρή απόρριψη, αντιρρήσεις ενώπιον του Προέδρου ή του υπ’ αυτού οριζόμενου Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η περιφερειακή υπηρεσία της Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά.
2. Οι αντιρρήσεις πρέπει να διαλαμβάνουν συγκεκριμένους λόγους, μπορούν δε να προβληθούν και προφορικώς, οπότε συντάσσεται συναφώς, από τον γραμματέα, σχετική έκθεση. Ως προς την εκδίκαση αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως η περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 27 και της παρ. 1 του άρθρου 204 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97). Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται κατά τη διαδικασία αυτή, πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα. Ο αρμόδιος δικαστής κατά την παρ. 1 εκδίδει αμέσως την απόφασή του για τις αντιρρήσεις, την οποία διατυπώνει συνοπτικώς στο τηρούμενο πρακτικό. Αντίγραφο του πρακτικού αυτού επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος στον Διοικητή της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά ο αιτών.
3. Η απόφαση για τις αντιρρήσεις δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο και μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
4. Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου, οι αιτούντες λαμβάνουν δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 3226/2004 (Α’ 24).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Άρθρο 43
Αρμόδιες αρχές
(Άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα νόμο, καθώς και οποιαδήποτε αλλαγή της ταυτότητας των εν λόγω αρχών.
Άρθρο 44
Σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου
(Άρθρο 31 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου είναι υπεύθυνη για την οργάνωση και διαχείριση του συστήματος υποδοχής αιτούντων άσυλο σύμφωνα με το παρόν Μέρος και θεσπίζει τους αναγκαίους μηχανισμούς για να εξασφαλίζει την καθιέρωση κατάλληλου προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου του επιπέδου των συνθηκών υποδοχής. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα, μη δεσμευτικά επιχειρησιακά πρότυπα, δείκτες, κατευθυντήριες γραμμές ή βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής που αναπτύσσονται από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/2303 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2021 σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 439/2010 (L 468 της 30.12.2021).
Άρθρο 45
Σχεδιασμός μέτρων έκτακτης ανάγκης
(Άρθρο 32 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας και τη Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, καταρτίζει σχέδιο έκτακτης ανάγκης, κατόπιν διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, την κοινωνία των πολιτών και διεθνείς οργανισμούς, κατά περίπτωση. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης ορίζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλίζεται η κατάλληλη υποδοχή των αιτούντων σύμφωνα με το παρόν Μέρος, όταν η χώρα αντιμετωπίζει δυσανάλογο αριθμό αιτούντων διεθνή προστασία, συμπεριλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνει επίσης μέτρα για την αντιμετώπιση των καταστάσεων που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 9 του άρθρου 34 , το συντομότερο δυνατόν.
2. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης της παρ. 1 λαμβάνει υπόψη τις ειδικές εθνικές περιστάσεις, με βάση το υπόδειγμα του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, και κοινοποιείται σε αυτόν. Το εν λόγω σχέδιο επανεξετάζεται, όταν απαιτείται λόγω μεταβολής των συνθηκών, και τουλάχιστον ανά τριετία. Κάθε επικαιροποίησή του κοινοποιείται στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο. Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο κάθε φορά που ενεργοποιείται το οικείο σχέδιο έκτακτης ανάγκης.
3. Η Γενική Γραμματεία Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο παρέχει στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, κατόπιν αιτήματός του, πληροφορίες σχετικά με τα οικεία σχέδια έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στην παρ. 1, και, εάν απαιτείται, επικουρείται από αυτόν κατά την κατάρτιση και επανεξέταση του σχεδίου έκτακτης ανάγκης.
Άρθρο 46
Προσωπικό και πόροι
(Άρθρο 33 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή του παρόντος, διασφαλίζουν με κάθε πρόσφορο μέσο ότι το προσωπικό τους λαμβάνει την απαραίτητη κατάρτιση και συνεχή επιμόρφωση σχετικά με τις ανάγκες των αιτούντων, συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων. Η εκπαίδευση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα σχετικά βασικά τμήματα του εκπαιδευτικού προγράμματος του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο που αφορούν στις συνθήκες υποδοχής, καθώς και τη χρήση του εξειδικευμένου εργαλείου του εν λόγω Οργανισμού για τον εντοπισμό αιτούντων με ειδικές ανάγκες.
2. Η κατανομή των αναγκαίων πόρων, συμπεριλαμβανομένων του απαιτούμενου προσωπικού, μεταφραστών και διερμηνέων, για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους, λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις εποχικές διακυμάνσεις του αριθμού των αιτούντων.
Άρθρο 47
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου εκδίδεται Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας, με τον οποίο ρυθμίζονται οι βασικές αρχές λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.
2. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι αναφορικά με την κατανομή των αιτούντων σε μια γεωγραφική περιοχή, σύμφωνα με το άρθρο 22.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης και Ασύλου προβλέπονται οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες σχετικά με τα μαθήματα γλωσσών και την επαγγελματική κατάρτιση σύμφωνα με το άρθρο 31.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μετανάστευσης και Ασύλου και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι εφαρμογής των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 24.
5. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να θεσπίζονται ειδικότεροι όροι, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 34, για την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής διαφορετικών από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 33.
6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου και των συναρμόδιων Υπουργών, όπου απαιτείται, δύνανται να καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι διαδικασίες και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με:
α) την υλοποίηση στεγαστικών προγραμμάτων και εν γένει προγραμμάτων παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής και οικονομικού βοηθήματος,
β) τη συγκέντρωση, καταγραφή, διαχείριση και παρακολούθηση αιτημάτων στέγασης για την ομαλή εκτέλεση των στεγαστικών προγραμμάτων,
γ) τη μίσθωση καταλυμάτων, τις τεχνικές προδιαγραφές, τις εγκαταστάσεις και τον απαραίτητο εξοπλισμό για την ομαλή εκτέλεση των στεγαστικών προγραμμάτων,
δ) τη διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση θέσεων στέγασης για την ομαλή εκτέλεση των στεγαστικών προγραμμάτων,
ε) την εγκατάσταση και την αποχώρηση των ωφελούμενων στεγαστικών προγραμμάτων από θέσεις στέγασης,
στ) τους κανόνες διαμονής και συμβίωσης σε θέσεις στέγασης στο πλαίσιο στεγαστικών προγραμμάτων,
ζ) την παροχή υπηρεσιών υποδοχής, υλικών και γενικών, στους διαμένοντες σε θέσεις στέγασης των στεγαστικών προγραμμάτων,
η) την παροχή, τη διακοπή και τον περιορισμό των υλικών συνθηκών υποδοχής όσον αφορά τα εν λόγω στεγαστικά προγράμματα,
θ) την εποπτεία από την αρμόδια αρχή υποδοχής της πληρότητας και ποιότητας των παρεχόμενων συνθηκών υποδοχής στα εν λόγω στεγαστικά προγράμματα, καθώς και κάθε άλλο συναφές με τα παραπάνω ζητήματα.
7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας σύμφωνα με το άρθρο 36.





ΑΡΘΡΟ 23 ΠΑΡ. 2
Ο «περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας» του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α΄ και του άρθρου 23 παρ. 2 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνων και την «απαγόρευση εξόδου» από τις δομές, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πλέον για απλό περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, αλλά για στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.
Η επιβολή κράτησης διέπεται αποκλειστικά από τις προϋποθέσεις των άρθρων 24 επ. και δύναται να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα.
Κατά συνέπεια, προτείνεται η διαγραφή από το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 23 της φράσης: «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής».
ΑΡΘΡΟ 31 ΚΑΙ 32
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί στην πρόσβαση σε μαθήματα γλωσσών και στην απασχόληση για αιτούσες και αιτούντες διεθνή προστασία που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Οδηγίας Υποδοχής. Ειδικότερα, το άρθρο 18 της Οδηγίας σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία δεν επιτρέπει τον αποκλεισμό από τα μαθήματα γλωσσών λόγω υπαγωγής στη συνοριακή διαδικασία, ενώ το άρθρο 17 δεν προβλέπει γενικό αποκλεισμό από την πρόσβαση στην απασχόληση για τα πρόσωπα αυτά, αλλά μόνο για αιτήσεις που εξετάζονται στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας του άρθρου 42 του Κανονισμού για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση.
Πέραν της αντίθεσής τους προς το ενωσιακό δίκαιο, οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις δεν φαίνεται να εξυπηρετούν κάποιον ουσιαστικό σκοπό ούτε να ανταποκρίνονται στις πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Ειδικά ως προς την πρόσβαση στην εργασία, στην Ελλάδα καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο, σε τομείς όπου η απασχόληση αιτούντων διεθνή προστασία θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην κάλυψη των αναγκών αυτών. Παράλληλα, τα μαθήματα γλώσσας αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της αυτονομίας των αιτούντων, τη δυνατότητά τους να επικοινωνούν αποτελεσματικά με τις αρμόδιες αρχές και την ουσιαστική πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας και στις υπηρεσίες.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται, αφενός, η διαγραφή από το εδ. α΄ του άρθρου 31 της φράσης «με εξαίρεση όσους υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου» και, αφετέρου, η διαγραφή από τη δεύτερη υποπαράγραφο της παρ. 1 του άρθρου 32 της φράσης «ή όταν η αίτηση εξετάζεται στη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348».
Άρθρα 25 και 27: περιορισμός της ελευθερίας και κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Η πρόβλεψη του άρθρου 25 περί «απαγόρευσης εξόδου» ως μορφής περιορισμού της ελευθερίας κίνησης, πρέπει να αποσυρθεί, καθώς θα αποτελέσει άλλον ένα τρόπο de facto κράτησης αιτούντων άσυλο κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία αιτούντων διεθνή προστασία μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίο.
Στο άρθρο 27,πέρα από τις γενικότερες αντιρρήσεις σχετικά με την κράτηση αιτούντων/ αιτουσών άσυλο και ειδικά ευάλωτων, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων, καθώς αντίκειται στο βέλτιστο συμφέρον τους σε κάθε περίπτωση. Εξάλλου, η παράγραφος 4 προβλέπει τη δυνατότητα των αρχών να αποφεύγουν την κράτηση γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις μήνες μετά τον τοκετό. Αντί της προβλέψεως αυτής θα πρέπει να περιληφθεί δεσμευτική και σε κάθε περίπτωση απαγόρευση της κράτησης γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις μήνες μετά τον τοκετό, καθώς με ασφάλεια προκύπτει ότι οι συνθήκες κράτησης και η παντελής έλλειψη φροντίδας στη διάρκειά της δεν συνάδουν με την κατάσταση της εγκυμοσύνης και λοχείας και σίγουρα οδηγούν σε σοβαρό κίνδυνο της σωματικής και ψυχικής υγείας των εγκύων κατά την παράγραφο 1 εδ. α’ του ίδιου άρθρου.
Άρθρο 38: Αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής και αξιολόγηση των ειδικών συνθηκών υποδοχής:
Κρίνουμε απαραίτητη τη ρητή διατήρηση στον κατάλογο των κατηγοριών των αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής των άμεσων συγγενών θυμάτων σε ναυάγια (γονείς, αδέρφια τέκνα και σύζυγοι) κατ’ άρθρο 1 εδ. λγ’ Ν. 4939/2022. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα καλούνται τακτικά να παρέχουν ιατρική και ψυχολογική βοήθεια σε επιζώντες ναυαγίων στα ελληνικά νησιά και πάνω από μια δεκαετία γίνονται μάρτυρες των συνεπειών που έχουν στις ζωές και την υγεία των ανθρώπων τα επικίνδυνα θαλάσσια ταξίδια και ο χαμός δικών τους ανθρώπων στη θάλασσα. Κατ’ ελάχιστο λοιπόν θα πρέπει να διατηρηθεί η πρόβλεψη της κατηγορίας συγγενών ναυαγίων στους αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
Άρθρο 17 Ορισμοί – «κίνδυνος διαφυγής»
Η διεύρυνση των κριτηρίων προσδιορισμού του κινδύνου διαφυγής στην περίπτωση ια΄ και ιδίως η συνεκτίμηση της μη ύπαρξης δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής, είναι ασύμβατη, καταρχήν, με τη διάταξη της αρχής της εξατομικευμένης αξιολόγησης. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση λειτουργεί στην πράξη ως σχεδόν αυτοτελές τεκμήριο υπέρ της κράτησης, παρά το γεγονός ότι η έλλειψη γνωστής διαμονής αποτελεί συχνό και αναμενόμενο χαρακτηριστικό νεοεισερχόμενων αιτούντων διεθνή προστασία. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε γενικευμένη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων, αντίθετα προς τον εξαιρετικό χαρακτήρα της κράτησης και χωρίς επαρκή στάθμιση των υποχρεώσεων του κράτους ως προς την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής και στέγασης σύμφωνα με το άρθρο 19 της Οδηγίας υποδοχής.
Άρθρο 23 – Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας
Η προτεινόμενη διάταξη εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 9 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1346 (μη ορθή μεταφορά), καθώς δεν αποτυπώνεται ότι η επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία επιτρέπεται αποκλειστικά μόνο εφόσον το μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Επιπλέον, η προβλεπόμενη δυνατότητα απαγόρευσης εξόδου, αναλόγως συνιστά στην πράξη μέτρο στέρησης της προσωπικής ελευθερίας. Ως εκ τούτου, απαιτείται η υπαγωγή της στις αντίστοιχες δικονομικές εγγυήσεις που ισχύουν για τη διοικητική κράτηση και συνεπώς η διαγραφή της πρόβλεψής της από το άρθρο 23.
Τέλος, η συνδρομή εξαιρετικών λόγων για τη λήψης άδειας προσωρινής διαμονής εκτός του ορισμένου τόπου συστέλλει ανεπίτρεπτα το άρθρο 9 παρ. 3 της Οδηγίας 2024/1346 και συνεπώς πρέπει να διαγραφεί.
Άρθρο 25 – Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες
Παράγραφος 3: Η προτεινόμενη διάταξη αυξάνει τη μέγιστη διάρκεια κράτησης των αιτούντων διεθνή προστασία σε σχέση με το έως σήμερα ισχύον εθνικό πλαίσιο. Παρότι η Οδηγία 2024/1346 δεν προβλέπει συγκεκριμένα χρονικά όρια κράτησης, θέτει ως βασική αρχή ότι η κράτηση εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον είναι αναγκαία και «για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια». Υπό το πρίσμα αυτό, η αύξηση συγκριτικά με το προηγούμενο πλαίσιο παραμένει αναιτιολόγητη και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διασφαλιστεί ρητά ότι η επιβολή και διατήρηση του μέτρου εξακολουθεί να υπόκειται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση και περιοδικό έλεγχο της αναγκαιότητάς του.
Παράγραφος 4: Δεν προσδιορίζονται οι τρόποι πρόσβασης σε δωρεάν νομική συνδρομή, δεδομένου ότι πρόκειται για κρατούμενους που δεν έχουν τη δυνατότητα υποβολής αίτησης δωρεάν νομικής βοήθειας στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως, η οποία (αίτηση) σε κάθε περίπτωση πρέπει να κατατεθεί και στα ελληνικά.
Επιπλέον, θα πρέπει να επαναφερθεί ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος που αναιτιολόγητα αφαιρέθηκε.
Παράγραφος 5: Η κράτηση των ανηλίκων πρέπει να απαγορευτεί ως μη συνάδουσα με το βέλτιστο συμφέρον τους σύμφωνα με το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Άρθρο 27 – Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Η προτεινόμενη επαναφορά της «προστατευτικής κράτησης», ουδόλως συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών (άρθρο 3 Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το άρθρο 24 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων). Ως εκ τούτου θα πρέπει να διαγραφεί.
Η κράτηση γυναικών που εγκυμονούν θα πρέπει να απαγορευτεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της κύησης, ειδικότερα εάν ληφθεί επιπλέον υπόψη, η υποστελέχωση αρκετών κέντρων κράτησης, λόγω έλλειψης ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού αλλά και υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ως εκ τούτου, οι αυξημένες ανάγκες υποδοχής τόσο των γυναικών σε κατάσταση κύησης όσο και των λοιπών ευάλωτων ομάδων, δεν μπορούν να καλυφθούν.
Άρθρο 40 – Στέγαση παιδιών με ενήλικες
Η μεταφορά της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 9 της Οδηγίας 2024/1346 περί διαμονής ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες, είναι μη νόμιμη ως αντίθετη στις αρχές του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων και της προστασίας αυτών(άρθρο 3 ΔΣΠΔ, άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ). (ιδ. και πρόσφατη ΕΔΑΔ, H.D. κατά Ιταλίας , 41645/23).
Άρθρο 42 – Ένδικο βοήθημα
Το προηγούμενο πριν το δικαστικό έλεγχο στάδιο της υποβολής παραπόνου ενώπιον της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης και μάλιστα «άπαξ», καθυστερεί αναιτιολόγητα το δικαστικό έλεγχο, δημιουργώντας κίνδυνο παρατεταμένης υποβολής σε συνθήκες αντίθετες στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης. Σε συνδυασμό με την απουσία παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, καθίσταται προφανές ότι το ένδικο βοήθημα είναι αναποτελεσματικό.
Άρθρο 17 Ορισμοί
(Άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην περίπτωση (στ) «ασυνόδευτος ανήλικος», στο χωρίο “ του χωρισμένου ανηλίκου της περ. η) του παρόντος” να διορθωθεί από “περ. η” σε “ιη” , καθώς η περ. (η) είναι ο ορισμός της “διαφυγής” και όχι του “χωρισμένου ανηλίκου”.
Στην περίπτωση (η), να προστεθεί το παράδειγμα «για παράδειγμα εγκαταλείποντας το έδαφος του κράτους μέλους χωρίς την άδεια των αρμόδιων αρχών» που παρατίθεται στην Οδηγία Υποδοχής (άρθρο 2, παρ. 12) και έχει παραλειφθεί εδώ, ως ενδεικτικό της βούλησης του ενωσιακού νομοθέτη.
(ιβ): αυθαίρετος περιορισμός της έννοιας της κράτησης στις περιπτώσεις κράτησης του άρθρου 24, χωρίς κάτι τέτοιο να προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής, σύμφωνα με την οποία (άρθρο 2, παρ. 9), η «κράτηση» ορίζεται ως: ο περιορισμός σε ειδικό χώρο που επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε αιτούντα, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της). Αν ο ενωσιακός νομοθέτης ήθελε να περιορίσει την έννοια της κράτησης αποκλειστικά στις περιπτώσεις του άρθρου 24 (άρθρου 10 της Οδηγίας), θα είχε υιοθετήσει και αντίστοιχη ρητή διατύπωση. Να διορθωθεί ο ορισμός σε: “ο περιορισμός σε ειδικό χώρο, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του/της αιτούντα”.
Η λίστα των αντικειμενικών κριτηρίων είναι υπέρμετρα ευρεία, ιδίως λόγω και του ενδεικτικού και μη εξαντλητικού χαρακτήρα της. Το κριτήριο κινδύνου διαφυγής που συνίσταται στη μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής (ιαη) κρίνεται ιδιαιτέρως προβληματικό, καθώς συντρέχει σχεδόν στο σύνολο των αιτούντων/αιτουσών άσυλο και, ως εκ τούτου, καθιστά “κενό γράμμα” την αρχή ότι η κράτηση επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέτρο. Εξάλλου, η διασφάλιση κατάλληλων συνθηκών υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης, συνιστά υποχρέωση των αρμόδιων αρχών δυνάμει της Οδηγίας Υποδοχής. Υπό το πρίσμα, δε, του συστήματος διαδικασιών διαλογής, υποδοχής και ασύλου που εγκαθιδρύει το νέο Σύμφωνο, η διαμονή εκτός των δομών του Υπουργείου καθίσταται σχεδόν ανέφικτη. Ταυτόχρονα, η διαμονή στις εν λόγω δομές δεν θεωρείται, στην πράξη, «γνωστή» διαμονή ούτε από τις αστυνομικές αρχές κατά την επιβολή κράτησης ούτε από τις δικαστικές αρχές κατά τον έλεγχο της νομιμότητάς της.
Άρθρο 20
Δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία και ταξιδιωτικά έγγραφα (Άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 3, μετά το “σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι” να προστεθεί το «ή άλλοι επιτακτικοί λόγοι» του άρθρου 6(3) της Οδηγίας Υποδοχής, που έχει παραλειφθεί, καθώς αποδίδει τη βούληση του ενωσιακού νομοθέτη περί χορήγησης ταξιδιωτικών εγγράφων και σε περιπτώσεις που δεν αφορούν σε “σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους”, όπως “περιπτώσεις όπως ο γάμος στενών συγγενών ή το ταξίδι στο πλαίσιο προγράμματος σπουδών ή με ανάδοχες οικογένειες” (αιτιολογική σκέψη 13 της Οδηγίας).
Άρθρο 21
Οργάνωση του συστήματος υποδοχής (Άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι «δεν απαιτείται η έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης για την κατανομή ή μετακίνηση των αιτούντων». Ωστόσο, δεδομένου ότι μια τέτοια μετακίνηση συνεπάγεται και μεταβολή των συνθηκών υποδοχής, καθώς και υπό το πρίσμα της πρόβλεψης ενδίκου μέσου σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής (άρθρο 42), η έκδοση και επίδοση σχετικής ατομικής απόφασης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη μετακίνηση κρίνεται αναγκαία. Η πρόβλεψη αυτή θα διασφαλίσει τη δυνατότητα έγκαιρης άσκησης ενδίκου μέσου, καθώς και την αποφυγή μετακινήσεων που ενδέχεται να χρειαστεί να “αρθούν” σε περίπτωση ευδοκίμησης των αντιρρήσεων.
Άρθρο 22
Κατανομή αιτούντων σε μια γεωγραφική περιοχή (Άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Να διορθωθεί η αναφορά σε “προσφυγή” στην παράγραφο 5 σε “αντιρρήσεις”. Επιπλέον, στην ίδια παράγραφο, να αντικατασταθεί το “επανεξέταση” με “εξέταση” και να διορθωθεί η παραπομπή στη σχετική διάταξη του Νόμου, καθώς πρόκειται για το άρθρο 33, παρ. 3 και όχι άρθρο 42, παρ. 1.
Άρθρο 23
Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας (Άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Η απαγόρευση εξόδου από τις δομές που προβλέπεται στην παράγραφο 2 συνιστά κράτηση (βλ. σχετικά και διαδικασία επί παραβάσει από την Κομισιόν: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/inf_23_142) και πρέπει να απαλειφθεί.
Στην παράγραφο 3, να απαλειφθεί η προϋπόθεση “για εξαιρετικούς λόγους”, καθώς δεν προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής.
Στην παράγραφο 4 να προστεθεί ότι οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να είναι αναλογικές, όπως προβλέπεται και στην Οδηγία Υποδοχής (άρθρο 9, παρ. 4).
Τέλος, να προβλεφθεί δυνατότητα αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, παρ. 5 της Οδηγίας, ως πρόσθετη δικλείδα διασφάλισης δικαστικού ελέγχου.
Άρθρο 24 Κράτηση των αιτούντων
(Άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 2, εδ. β’, να διορθωθεί η “παρ. 5 του άρθρου 47” σε παρ. 4.
Άρθρο 25
Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες (Άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 4, εδ. β’, να απαλειφθεί η αναφορά σε ένδικο μέσο “προσφυγής”, προς αποφυγή συγχύσεων, καθώς δεν προβλέπεται τέτοιο ένδικο μέσο κατά της κράτησης.
Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η επαναφορά του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης ως πρόσθετης δικλείδας διασφάλισης δικαστικού ελέγχου, ιδίως ενόψει του εξαιρετικά χαμηλού αριθμού κρατουμένων που ασκούν το ένδικο μέσο των αντιρρήσεων. Παράλληλα, θα πρέπει να ρυθμιστεί ειδικώς και λεπτομερώς η διαδικασία πρόσβασης των κρατουμένων σε δωρεάν νομική βοήθεια, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και πραγματική πρόσβαση σε αυτήν, καθώς στην πράξη καθίσταται αδύνατη η αυτοπρόσωπη σύνταξη και υποβολή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου των σχετικών αιτήσεων και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, καθώς και η συλλογή των αναγκαίων υποστηρικτικών εγγράφων, από πρόσωπα που τελούν υπό καθεστώς κράτησης.
Άρθρο 27
Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής (Άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Αναφορικά με την παράγραφο 2, η κράτηση ανηλίκων ποτέ δεν μπορεί να είναι στο “βέλτιστο συμφέρον” των παιδιών και, ως εκ τούτου, η σχετική διάταξη πρέπει να απαλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη στο εδ. β’ της δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων προς “εξασφάλιση της προστασίας τους” πρέπει να απαλειφθεί ως ασαφής, δεδομένης και της σωρείας καταδικαστικών αποφάσεων κατά της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για την πρακτική της «προστατευτικής κράτησης» (βλ. ενδεικτικά Μ.Υ. κατά Ελλάδας, 51980/19, 19-06-2025 και H.A. κ.α. κατά Ελλάδας 19951/16, 28-02-2019).
Άρθρο 31
Μαθήματα γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση (Άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Να απαλειφθεί η πρόβλεψη εξαίρεσης από μαθήματα γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση όσων υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο άρθρο 18 της Οδηγίας.
Άρθρο 32 Απασχόληση
(Άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Να απαλειφθεί η πρόβλεψη, στη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 1, εξαίρεσης από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας “όταν η αίτηση εξετάζεται στη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348”, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο άρθρο 17 της Οδηγίας.
Άρθρο 33
Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (Άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 3, θα πρέπει να απαλειφθεί ο όρος «άπαξ», δεδομένου ότι τόσο οι υλικές συνθήκες υποδοχής όσο και οι αντίστοιχες περιστάσεις και ανάγκες των αιτούντων/αιτουσών υπόκεινται σε μεταβολές. Επιπροσθέτως να προβλεφθεί και να ρυθμιστεί διαδικασία παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας για τη σύνταξη της σχετικής αίτησης, άλλως καθίσταται αδύνατη η χρήση αυτού του δικαιώματος από τους αιτούντες/ούσες.
Άρθρο 34
Ρυθμίσεις για τις υλικές συνθήκες υποδοχής (Άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Να ρυθμιστεί επακριβώς ο τρόπος διασφάλισης της προβλεπόμενης στην παράγραφο 6 δυνατότητας ενημέρωσης των νομικών συμβούλων για τη μεταφορά και τη νέα διεύθυνση των αιτούντων/αιτουσών, καθώς στην πράξη έχει συμβεί να μην έχουν ενημερωθεί οι νομικοί εκπρόσωποι σχετικά, ιδίως σε περιπτώσεις που οι αιτούντες δε διέθεταν τηλέφωνα.
Άρθρο 37
Περιορισμός ή διακοπή των υλικών συνθηκών υποδοχής (Άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Να απαλειφθεί στην παράγραφο 1, περ. β’ το εδάφιο “ δεν προσέρχεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, σε προσωπική συνέντευξη εντός της προθεσμίας που τάσσεται”, καθώς δεν προβλέπεται στην Οδηγία Υποδοχής ως λόγος περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής. Οι συνέπειες της μη εμφάνισης σε προσωπική συνέντευξη ρυθμίζονται στον Κανονισμό για τη Διαδικασία Ασύλου και αφορούν στη διοικητική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας και όχι στις συνθήκες υποδοχής.
Άρθρο 38
Αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής και αξιολόγηση των ειδικών αναγκών υποδοχής (Άρθρα 24 και 25 της Οδηγίας 2024/1346/ΕΕ)
Να προστεθούν εδάφια στην παρ. 1 του άρθρου 38 που να αναφέρουν ρητά επιπλέον τις κατηγορίες των επιζώντων ναυαγίων και των συγγενών θυμάτων ναυαγίων, όπως είχε προβλεφθεί στο άρθρο 14 παρ. 8 περ. στ’ Ν 4375/2016 (Α’ 51) και άρθρο 1 περ. λγ’ Ν 4939/2022 (Α’ 111) αντίστοιχα.
Άρθρο 39
Ανήλικοι
(Άρθρο 26 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Αναφορικά με την παράγραφο 1, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό το πρίσμα και της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, η Οδηγία Υποδοχής επιβάλλει την «εξασφάλιση» κατάλληλου επιπέδου διαβίωσης («Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στον ανήλικο επίπεδο διαβίωσης κατάλληλο για τη σωματική, ψυχική, διανοητική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του» – άρθρο 26 παρ. 1 της Οδηγίας). Πρόκειται, δηλαδή, για υποχρέωση “αποτελέσματος” και όχι απλής “επιμέλειας ως προς τα μέσα”. Ως εκ τούτου, η διατύπωση της σχετικής υποχρέωσης ως «πρωταρχικού μελήματος» δεν επαρκεί και η διάταξη χρήζει αναδιατύπωσης.
Άρθρο 40
Ασυνόδευτοι και χωρισμένοι ανήλικοι (Άρθρο 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 2, στα «αντικειμενικά στοιχεία», πέραν της «εμφανούς ανηλικότητας», θα πρέπει να προστεθούν και τυχόν διαθέσιμα έγγραφα του αιτούντος. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC) έχει κρίνει ότι «τα διαθέσιμα έγγραφα πρέπει να θεωρούνται γνήσια, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο» και ότι «το πλεονέκτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται στο άτομο που αξιολογείται». Η Επιτροπή έχει επίσης κρίνει ότι η απόρριψη του πιστοποιητικού γέννησης ενός παιδιού ή άλλων επίσημων εγγράφων που πιστοποιούν την ανηλικότητά του, χωρίς να αξιολογηθεί η εγκυρότητά τους ή να επαληθευθούν οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του παιδιού να διατηρήσει την ταυτότητά του (άρθρο 8 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού). Στην υπόθεση M.B. κατά Ισπανίας η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι «τα διαθέσιμα έγγραφα πρέπει να θεωρούνται γνήσια, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο. Μόνο σε περίπτωση απουσίας εγγράφων ταυτότητας ή άλλων κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, τα κράτη, προκειμένου να προβούν σε τεκμηριωμένη εκτίμηση της ηλικίας, πρέπει να πραγματοποιούν ολοκληρωμένη αξιολόγηση της σωματικής και ψυχολογικής ανάπτυξης του παιδιού, η οποία διενεργείται από ειδικευμένους παιδίατρους ή άλλους επαγγελματίες που είναι εξειδικευμένοι στο συνδυασμό διαφορετικών πτυχών της ανάπτυξης».
UN CRC, J.A.B. v. Spain, Communication No. 22/2017, 31 May 2019: https://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=6QkG1d%2fPPRiCAqhKb7yhslov9FOAeMKpBQmp0X2W982Xq%2f%2b1ueHW5Ba6PGG1Guyk%2fSz7QpGji8vIuiJJ1eaT9Xeq677MBU7iFZ0vP%2frkZddosBPwk%2fhY%2btpP2erP3dVWRrUG5KVFA8uTJ5K83n8ZCzLrcohkwrw%2f3bvPN8f3hos%3d
UN CRC, M.B. v. Spain, Communication No. 28/2017, 28 September 2020: https://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=6QkG1d%2fPPRiCAqhKb7yhslov9FOAeMKpBQmp0X2W983A8Aa2ILKeVfB37o8VmycE0MqQF4A%2fM0L5r%2bO%2fS5me%2bgvjzKDl9u2kjgG2w2PMtSw9etYSEz1uXBcb6bvGXZNHqStrlaO9fjdBPD%2f00I%2bKn0pYeie4aRiupgoca0sy4Pc%3d
Άρθρο 41
Θύματα βασανιστηρίων και βίας (Άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Στην παράγραφο 2, να επαναφερθεί το χωρίο «και κατάλληλες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων υπηρεσιών αποκατάστασης» (άρθρο 28(2) της Οδηγίας Υποδοχής) που έχει παραλειφθεί.
Άρθρο 42 Προσφυγές
(Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Η πενθήμερη προθεσμία της παρ. 1 είναι δυσανάλογα σύντομη.
Επιπροσθέτως, κρίνεται αναγκαία η αντικατάσταση του απαιτούμενου μέτρου απόδειξης από πλήρη και παραχρήμα απόδειξη (βλ. παρ. 3) σε απλή πιθανολόγηση, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσης των σχετικών ισχυρισμών. Ειδικότερα, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, οι αιτούντες/αιτούσες χρήζουν μεταφοράς σε διαφορετικές συνθήκες υποδοχής λόγω σοβαρών ζητημάτων υγείας ή άλλων ειδικών αναγκών, χωρίς όμως να διαθέτουν εξαρχής τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης πρόσβασης στις αναγκαίες υπηρεσίες. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση E.F. κατά Ελλάδος (Αρ. Προσφ. 16127/20), στην οποία τα ιατρικά έγγραφα από τη χώρα καταγωγής της αιτούσας, που πιστοποιούσαν ότι ήταν οροθετική, δεν έγιναν δεκτά, ενώ η πρόσβαση στις αναγκαίες εξετάσεις αίματος καθυστέρησε αδικαιολόγητα, συμβάλλοντας στη σοβαρή επιδείνωση της υγείας της. Σε αυτή την περίπτωση, το προβλεπόμενο ένδικο μέσο δεν θα ήταν αποτελεσματικό, εφόσον η αιτούσα δεν θα ήταν σε θέση να αποδείξει παραχρήμα τους ισχυρισμούς της. Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, και αναφορικά με τις υποθέσεις αιτούντων/αιτουσών άσυλο που ισχυρίζονται ότι είναι ανήλικοι, ωστόσο, εκκρεμούσης της διαδικασίας διαπίστωσης ανηλικότητας, διαβιούν σε ακατάλληλες για ανηλίκους συνθήκες (βλ. T.K. και άλλοι κατά Ελλάδος, Αρ. Προσφ. 16112/20).
Συνεπώς, η ανάγκη συλλογής ιατρικών εγγράφων, διαγνώσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων προϋποθέτει συχνά πρόσβαση σε υπηρεσίες που οι ίδιοι οι αιτούντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν μέσω του ένδικου μέσου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απαίτηση πλήρους απόδειξης κινδυνεύει να καταστήσει το ένδικο βοήθημα κενό περιεχομένου. Σε κάθε περίπτωση, ακριβώς και λόγω του διαφορετικού διακυβεύματος σε σχέση με τις αντιρρήσεις κατά κράτησης, το εν λόγω μέτρο απόδειξης κρίνεται δυσανάλογο.
Στην παράγραφο 4, να εισαχθεί ρητή αναφορά σε πρόσβαση σε δωρεάν νομική βοήθεια και να ρυθμιστεί η αποτελεσματική και πραγματική πρόσβαση σε αυτή (βλ. σχετικά σχόλια στο άρθρο 25).
Άρθρο 5 και Άρθρο 23: Το άρθρο 23 προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής «περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας» για λόγους δημόσιας τάξης ή για αποτροπή της διαφυγής στη πράξη σε κάθε στάδιο της διαδικασία (παρ. 1) και περαιτέρω ορίζει τα μέτρα που συνιστούν τον «περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας» περιλαμβάνοντας μεταξύ αυτών το μέτρο της «απαγόρευσης εξόδου» (παρ. 2). Το μέτρο μπορεί να επιβληθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου, ακόμη και στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται η διαδικασία συνόρων ή η ταχύρρυθμη διαδικασία (παρ. 2 τελευταίο εδάφιο).
Η διάταξη είναι ευθέως αντίθετη με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2024/1346 (Οδηγία Υποδοχής). Στο πλαίσιο του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας της διάταξης αυτής τα Κράτη Μέλη «δύναται να αποφασίζουν ότι ο αιτών επιτρέπεται να διαμένει μόνο σε συγκεκριμένο τόπο προσαρμοσμένο για τη στέγαση των αιτούντων» για λόγους δημόσιας τάξης ή σε περίπτωση κινδύνου διαφυγής (παρ.1) και εφόσον απαιτείται «να ζητούν από τους αιτούντες να εμφανίζονται ενώπιον των αρχών».
Άλλα μέτρα δεν επιτρέπονται από τη σχετική διάταξη της Οδηγίας και ιδίως μέτρο de facto κράτησης (απαγόρευση εξόδου) – βλ. και αιτιολογική σκέψη 19 Οδηγίας 2024/1346 «Μία τέτοια απόφαση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε κράτηση του αιτούντος». Επιπλέον, η προσφυγή που προβλέπεται κατά της απόφασης περιορισμού δεν πληροί τα κριτήρια αποτελεσματικού ένδικου μέσου (βλ. παρακάτω). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και κατά το στάδιο του ‘ελέγχου διαλογής’ (Άρθρο 5 σ/ν), ισοδυναμώντας με γενικευμένο μέτρο de facto κράτησης των νεοφιχθέντων.
Άρθρο 24-27: Τα άρθρα 24-27 ενσωματώνουν τα άρθρα 10 – 13 της Οδηγίας 2024/1346 σχετικά με την κράτηση αιτούντων άσυλο. Οι σχετικές διατάξεις παραπέμπουν στο άρθρο 16 ν. 5226/20025 ως προς τα ανώτατα χρονικά όρια της κράτησης (Άρθρο 25(3) σ/ν). Η διάταξη αυτή προβλέπει ως ανώτατο χρονικό όριο κράτησης τους 24 μήνες, το οποίο όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν είναι σύμφωνο με το Δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, το άρθρο 27(2) παρέχει τη δυνατότητα κράτησης συνοδευόμενων και μη παιδιών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κράτηση παιδιών στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τη μετανάστευση και το άσυλο δεν είναι ποτέ προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει ρητά να απαγορευτεί η κράτηση παιδιών.
Περαιτέρω και σε ότι αφορά τον δικαστικό έλεγχο της κράτησης (άρθρο 25(4) ν/σ), οι σχετικές διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου δεν ενσωματώνουν τη δυνατότητα αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων κράτησης, η οποία μάλιστα προβλέπεται στο υφιστάμενο εθνικό πλαίσιο (άρθρο 50 ν. 4939/2022).
Περαιτέρω ενσωματώνεται ελλιπώς και εσφαλμένως η διάταξη της Οδηγίας σε ότι αφορά την υποβολή ένδικου βοηθήματος κατά της κράτησης. Η εγγύηση άρσης της κράτησης «σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του δικαστικού ελέγχου εντός 21 ημερών από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας» δεν περιλαμβάνεται στην ελληνική νομοθεσία και στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο. Δεν προβλέπεται κάποιο σχήμα για την αποτελεσματική παροχή νομικής συνδρομής, με αποτέλεσμα το ένδικο βοήθημα να είναι στην πράξη μη προσβάσιμο, όπως άλλωστε έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ενώ η εκτέλεση σχετικών Αποφάσεων του ΕΔΔΑ παραμένει μέχρι και σήμερα εκκρεμής, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις των ελληνικών Αρχών.
Η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 3226/2004 περί παροχής νομικής συνδρομής είναι απολύτως αναποτελεσματική σε ότι αφορά κρατούμενους αιτούντες άσυλο. Αυτές απαιτούν την υποβολή αίτησης στα ελληνικά ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, την οποία προφανώς οι κρατούμενοι αιτούντες άσυλο δεν μπορούν να συντάξουν και καταθέσουν και σχετικά έγγραφα δικαιολογητικά της οικονομικής κατάστασης, τα οποία οι αιτούντες στις περισσότερες φορές δεν είναι σε θέση να έχουν στην κατοχή τους ή δεν μπορούν να συλλέξουν καθόσον χρόνο παραμένουν κρατούμενοι.
Άρθρο 40: Το άρθρο 40(9) παρέχει τη δυνατότητα ασυνόδευτα παιδία άνω των 16 ετών, να τοποθετηθούν σε δομές φιλοξενίας από κοινού με ενήλικους αιτούντες. Η διαβίωση ασυνόδευτων παιδιών με άγνωστους σε αυτά ενήλικους θέτει σοβαρά ζητήματα προστασίας και δεν μπορεί εξ ορισμού να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Άρθρο 42: Το άρθρο 42 σ/ν εισάγει ένδικο βοήθημα σε ότι αφορά τις συνθήκες υποδοχής καθώς και στην περίπτωση έκδοσης απόφασης περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας. Επί της αρχής η εισαγωγή ένδικου βοηθήματος αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής είναι θετική και έως ένα βαθμό αποτελεί συμμόρφωση με καταδικαστικές Αποφάσεις του ΕΔΔΑ, η εκτέλεση των οποίων παραμένει εκκρεμής. Πάρα ταύτα, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τίθενται καθώς και η απουσία σχήματος νομικής συνδρομή καθιστά στην πράξη το προτεινόμενο ένδικο βοήθημα απολύτως μη προσβάσιμο και αναποτελεσματικό.
Συγκεκριμένα, τίθεται προϋπόθεση τήρησης προηγούμενου διοικητικού σταδίου προ της άσκηση του ένδικου μέσου και συγκεκριμένα προϋπόθεση κατάθεση αίτησης ενώπιον της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης με την οποία ο αιτών παραπονείται για την μη παροχή ή την πλημμελή παροχή συνθηκών υποδοχής (άρθρο 33 παρ. 3) ή την επαναφορά/αποκατάσταση των συνθηκών υποδοχής (άρθρο 37 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο), η οποία μπορεί να κατατεθεί «άπαξ». Μόνο μετά την έκδοση απόφασης επί αυτής της αίτησης ή τη σιωπηρή απόρριψη της και επιπλέον εντός αποκλειστικής προθεσμίας 5 ημερών, επιτρέπεται η κατάθεση του ένδικου βοηθήματος των Αντιρρήσεων ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Πρώτον, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν παρέχεται νομική συνδρομή για το συγκεκριμένο διοικητικό στάδιο, δεν είναι εύλογο να αναμένεται ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν στην πράξη να ακολουθήσουν την συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, συντάσσοντας αίτηση στα ελληνικά προκειμένου να την καταθέσουν ενώπιον της ΥΠΥΤ.
Δεύτερον, εν όψει ότι η δικαστική προστασία σε περίπτωση ισχυρισμών για έκθεση σε συνθήκες διαβίωσης που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ενέχει τον κίνδυνο άμεσης και δυσχερώς ανεπανόρθωτης βλάβης και θα πρέπει να είναι ταχεία, η παρεμβολή της διοικητικής διαδικασία παρακωλύει την αποτελεσματικότητα του ενδίκου βοηθήματος και για το λόγο αυτό.
Τρίτον, καθώς η αίτηση ενώπιον της Διοίκησης μπορεί να υποβληθεί αποκλειστικά «άπαξ», παρακωλύεται η πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περίπτωση αλλαγής των συνθηκών.
Τέταρτον, η αποκλειστική προθεσμία των 5 ημερών για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος είναι απολύτως αναιτιολόγητη, δεν εξυπηρετεί απολύτως κανένα σκοπό δημοσίου συμφέροντος και σε κάθε περίπτωση παρακωλύει περαιτέρω την πρόσβαση στο ένδικο βοήθημα. Σημειώνεται τέλος ότι σε ότι αφορά τις αποφάσεις περιορισμού ελευθερίας κυκλοφορίας βάσει του άρθρου 23 ν/σ, δεν προβλέπεται η κατάθεση αίτησης ενώπιον διοικητικής αρχής και συνεπώς η διαδικαστική προϋπόθεση κατάθεσης Αντιρρήσεων ενώπιον Δικαστηρίου εντός 5 ημερών από την απόφαση «που απορρίπτει την αίτηση ή τη σιωπηρή απόρριψη» είναι εσφαλμένη και αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πρόσβαση σε ένδική προστασία.
Τέλος και σε ότι αφορά το καθ’ εαυτό ένδικο βοήθημα (Αντιρρήσεις ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου») επισημαίνεται ότι η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής καθιστά αυτό μη προσβάσιμο και αναποτελεσματικό. Η αναφορά στις διατάξεις του ν. 3226/2024, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν διαφοροποιεί την ως άνω διαπίστωση.
Άρθρο 27: Η κράτηση των ανηλίκων δεν εξυπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 της ΔΣΔΠ, γεγονός που υποστηρίζεται και από τις έρευνες και τη διεθνή βιβλιογραφία. Το Γενικό Σχολιο υπ’ άριθμ. 6 της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναφέρει οτι “Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 της Σύμβασης και της αρχής του μείζονος συμφέροντος του παιδιού κατ’ αρχήν δεν πρέπει να κρατούνται τα ασυνόδευτα ή τα χωρισμένα από την οικογένειά τους παιδιά”. Η επαναφορά της προστατευτικής κράτησης, η οποία είχε καταργηθεί οριστικά στην Ελλάδα με το Άρθρο 43 του Νόμου 4760/2020 αποτελεί οπισθοδρόμηση και αντιβαίνει στις διατάξεις της ΔΣΔΠ, η οποία έχει μάλιστα υπερνομοθετική ισχύ. Επομένως, προτείνουμε την διατήρηση μόνο του πρώτου εδαφίου στο εν λόγω άρθρο και την συνακόλουθη αναδιατύπωση του άρθρου 25.
Άρθρο 30: Η διατύπωση του άρθρου αντιβαίνει στο Άρθρο 28 της ΔΣΔΠ που θεμελιώνει το δικαίωμα του παιδιού στην εκπαίδευση, καθώς και στο Άρθρο 88 του Νόμου 4871/2021 που κατοχυρώνει το δικαίωμα και θεσπίζει την υποχρεωτικότητα της φοίτησης. Η φράση «και για όσο χρονικό διάστημα δεν εκτελείται μέτρο απομάκρυνσης που εκκρεμεί κατά των ιδίων ή των γονέων τους» αποκλείει την πρόσβαση αυτών των παιδιών στην εκπαίδευση ,γεγονός που αποτελεί διάκριση με βάση το Άρθρο 2 της ΔΣΔΠ και επομένως προτείνουμε την αφαίρεσή της.
Στην δεύτερη παράγραφο, η αναφορά στην υποχρεωτική εκπαίδευση περιορίζει υπέρμετρα των αριθμό των ασυνόδευτων ανηλίκων που επωφελούνται από αυτήν τη διάταξη καθώς τα περισσότερα ασυνόδευτα ανήλικα στην Ελλάδα εγγράφονται στο Λύκειο, που δεν αποτελεί βαθμίδα υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Δεδομένου ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού και η εκπαίδευση είναι το εφαλτήριο για την ανάπτυξη και εξέλιξη του παιδιού, η διάκριση του άρθρου αυτού δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Επομένως προτείνουμε την αφαίρεση της αναφοράς στην υποχρεωτική εκπαίδευση.
Άρθρο 38: Δεδομένης της αυξημένης ευαλωτότητας των γυναικών σε λοχεία και δη των αυξημένων κινδύνων εμφάνισης σοβαρών προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας, καθώς και των προβλημάτων που εμφανίζονται σε περίπτωση διακοπής της κύησης (παλινδρόμηση, έκτοπη κύηση κλπ.), προτείνουμε επίσης την αναδιατύπωση της περ. ε ως εξής : «Έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης και για εννιά (9) εβδομάδες μετά τον τοκετό ή μετά την για οποιοδήποτε λόγο διακοπή της κύησης”
Άρθρο 40: Είναι προβληματική η διατύπωση του άρθρου που επιτρέπει την στέγαση ανηλίκων 16 ετών και άνω με ενήλικες, καθώς εγείρονται ζητήματα παιδικής προστασίας και διασφάλισης και δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 της ΔΣΔΠ. Η συμβίωση αυτή ενέχει αυξημένους κινδύνους κακοποίησης, εκμετάλλευσης και δευτερογενούς θυματοποίησης και θα πρέπει να αποφεύγεται. Σε κάθε περίπτωση η ηλικιακή διάκριση του εν λόγω άρθρου απαγορεύεται και με βάση το Άρθρο 2 της ΔΣΔΠ. Επομένως, προτείνουμε την αφαίρεση του συγκεκριμένου εδαφίου.
Άρθρο 27 Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Όπως αναφέρεται στην πρώτη περίοδο της παρ. 2 : «Οι ανήλικοι δεν τίθενται υπό κράτηση» πρόταση με την οποία προτείνουμε να ολοκληρώνεται το συγκεκριμένο άρθρο, λαμβάνοντας υπόψιν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (άρθρο 3 ΔΣΠΔ, και άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Γενικό Σχόλιο 6 της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού (https://www.refworld.org/legal/general/crc/2005/en/38046, παρ. 63 : ….«Η προεξέχουσα προσέγγιση σε παρόμοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι «φροντίδα» και όχι «κράτηση»…
Επιπλέον, σύμφωνα με το Κοινό γενικό σχόλιο αρ. 4 (2017) της Επιτροπής του ΟΗΕ για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών της Οικογένειάς τους και αρ. 23 (2017) της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με τις υποχρεώσεις των Κρατών αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών στο πλαίσιο της διεθνούς μετανάστευσης στις χώρες καταγωγής, διέλευσης, προορισμού και επιστροφής, https://www.refworld.org/legal/general/cmw/2017/en/119567, παρ. 5: «Οποιαδήποτε μορφή διοικητικής κράτησης παιδιού θα πρέπει να απαγορεύεται από τον νόμο και αυτή η απαγόρευση θα πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως στην πράξη».
Ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για τα Βασανιστήρια στη θεματική αναφορά για τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση παιδιών που στερούνται της ελευθερίας τους, (A/HRC/28/68) https://docs.un.org/en/A/HRC/28/68, στην παρ. 80 αναφέρει ότι “Στο πλαίσιο της επιβολής διοικητικής κράτησης, είναι πλέον σαφές ότι η αποστέρηση ελευθερίας παιδιών με βάση το δικό τους νομικό καθεστώς ή αυτό των γονιών τους δεν είναι ποτέ στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου, καθίσταται κατάφωρα δυσανάλογη και μπορεί να αποτελεί σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση παιδιών με μεταναστευτικό υπόβαθρο […] “.
Παράλληλα σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) σελ. 36, παρ. 56 (Guidelines on the Applicable Criteria and Standards relating to the Detention of Asylum-Seekers and Alternatives to Detention | Refworld) : «Κατά κανόνα, τα ασυνόδευτα ή τα παιδιά που έχουν χωριστεί από τους γονείς τους δεν θα πρέπει να κρατούνται».
Νομολογιακά έχει κριθεί, πως η προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού απαιτεί να εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις και η κράτηση των ανηλίκων να αποτελεί μόνο μέτρο έσχατης ανάγκης. (Μεταξύ άλλων, υπόθεση Popov κατά Γαλλίας https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22languageisocode%22:[%22ENG%22],%22appno%22:[%2239472/07%22,%2239474/07%22],%22documentcollectionid2%22:[%22CHAMBER%22],%22itemid%22:[%22001-108710%22]} )
Ενόψει των ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι με βάση των βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τη ΣΔΠ η κράτηση πρέπει να αποφεύγεται, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας. Άλλωστε ειδικά όσον αφορά τη διαμονή των ασυνόδευτων παιδιών, στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί πληθώρα καλών πρακτικών για παροχή στέγασης (ΚΦΑΑ, ΕΔΗΔ, ΔΕΦΑΑ).
Άρθρο 30 Σχολική φοίτηση και εκπαίδευση των ανηλίκων
Προτείνεται η διαγραφή στην παρ. 1 των όρων «και για όσο χρονικό διάστημα δεν εκτελείται μέτρο απομάκρυνσης που εκκρεμεί κατά των ιδίων ή των γονέων τους» και η μεταφορά της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1346 κατά τρόπο που να μην παραβιάζει τις υποχρεώσεις της Ελλάδας αναφορικά με υποχρέωση της σχολικής φοίτησης των ανηλίκων στην υποχρεωτική εκπαίδευση κατά την κείμενη νομοθεσία, σύμφωνα και με το άρθρο 28 παρ. 1 ΔΣΠΔ και το άρθρο 88 Ν 4871/2021 (Α΄ 246). Όπως αναφέρει το άρθρο 2 της ΔΣΔΠ (αρχή της μη διάκρισης), η Πολιτεία οφείλει να παρέχει ισότιμη μεταχείριση και πρόσβαση στη σχολική φοίτηση.
Άρθρο 40 Ασυνόδευτοι και χωρισμένοι ανήλικοι
Η ενεργοποίηση της διαδικασίας ορισμού προσωρινού επιτρόπου στους ασυνόδευτους ανήλικους προηγείται κάθε διαδικασίας. Ως εκ τούτου, στο εδ. α΄ της παρ. 1, πρέπει να αντικατασταθούν οι όροι «η αρμόδια αρχή υποδοχής ή η Υπηρεσία Ασύλου (αρχές ασύλου και υποδοχής)» να αντικατασταθούν από τους όρους «ο φορέας αναγγελίας της περ. ιβ΄ του άρθρου 50».
Στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 1 ο αριθμός των 30 παιδιών ανά προσωρινό επίτροπο λαμβάνοντας υπόψιν ιδίως και τις πολύ σύντομες προθεσμίες και την ιδιαίτερη σημασία της υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας ή και οικογενειακής επανένωσης θεωρούμε ότι πρέπει να μειωθεί και να αναλαμβάνει κατά μέγιστο 10 παιδιά. Παρομοίως και στην παράγραφο 7 ο αριθμός των 50 παιδιών ανά προσωρινό επίτροπο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να μειωθεί σε 20 παιδιά για τους ίδιους λόγους και δεδομένης της επιρροής στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της εξατομικευμένης υποστήριξης των παιδιών.
Η παρ. 9 πρέπει να καταργηθεί. Η διαμονή των ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες, είναι αντίθετη με τις βασικές αρχές του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και της μη διάκρισης (άρθρα 3 και 2 παρ. 1 της ΔΣΠΔ) όπως επίσης και με το άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ. Δημιουργεί σαφή και ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ των παιδιών και ειδικά η διαμονή των ασυνόδευτων παιδιών σε ΚΥΤ & ΚΕΔ μαζί με ενήλικο πληθυσμό έχει αποτύχει, είναι πολλαπλά τραυματική και αντίθετη με τις επιταγές της παιδικής προστασίας. Λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από το ίδιο Υπουργείο σε προσωπικό και στη δημιουργία καλών πρακτικών και κατάλληλων χώρων φιλοξενίας ασυνόδευτων παιδιών η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί μεγάλη οπισθοδρόμηση.
Άρθρο 17 περ. ια΄ — Ορισμοί
Πρέπει να διαγραφεί από τα κριτήρια διαπίστωσης «κινδύνου διαφυγής» η έλλειψη δηλωθείσας ή σταθερής διεύθυνσης διαμονής, καθώς πρόκειται για στοιχείο που χαρακτηρίζει σχεδόν το σύνολο των νεοεισερχόμενων αιτούντων διεθνή προστασία και δεν μπορεί αφ’ εαυτού να τεκμηριώνει κίνδυνο διαφυγής. Η συμπερίληψη της έλλειψης σταθερής κατοικίας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο γενικευμένης χρήσης της κράτησης σε βάρος αιτούντων διεθνή προστασία.
Άρθρο 23 παρ. 2— Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας
Πρέπει να διαγραφεί η πρόβλεψη περί «απαγόρευσης εξόδου» ως μορφής περιορισμού της ελευθερίας κίνησης, καθώς συνιστά στην πράξη μορφή de facto κράτησης χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει τη μετατροπή της διαδικασίας υποδοχής σε καθεστώς γενικευμένης κράτησης χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Άρθρο 31— Μαθήματα γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση
Η εκμάθηση της γλώσσας αποτελεί κρίσιμο εργαλείο κοινωνικής ένταξης και πρόσβασης σε δικαιώματα, ιδίως για πρόσωπα που παραμένουν για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα σε Κέντρα Υποδοχής. Ο κατηγορικός αποκλεισμός μιας ολόκληρης κατηγορίας αιτούντων από την πρόσβαση στη γλωσσική εκπαίδευση δεν δικαιολογείται από το ενωσιακό δίκαιο και ενισχύει πρακτικές αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Επομένως, προτείνεται η διαγραφή από το εδάφιο α’ της εν λόγω διάταξης η διατύπωση «με εξαίρεση όσους υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου.
Άρθρο 32 παρ. 1— Απασχόληση
Πρέπει να διαγραφεί ο αποκλεισμός των αιτούντων που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία από την πρόσβαση στην απασχόληση. Αντί η εθνική νομοθεσία να εναρμονιστεί με την κατεύθυνση ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων, εισάγει έναν νέο κατηγορικό αποκλεισμό που στερεί από τους αιτούντες τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ένταξης και εντείνει την εξάρτηση από επισφαλείς συνθήκες υποδοχής.
Άρθρα 33 παρ. 3 και 42— Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
Απαιτείται η τροποποίηση των άρθρων 33 παρ. 3 και 42 ώστε να διασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση σε ένδικη προστασία για ζητήματα υποδοχής. Παρότι η θέσπιση εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος κινείται κατ’ αρχήν προς θετική κατεύθυνση, οι προβλεπόμενοι περιορισμοί υπονομεύουν την αποτελεσματικότητά του. Ειδικότερα, το ένδικο βοήθημα κατά μη χορήγησης υλικών συνθηκών υποδοχής μπορεί να ασκηθεί μόνο άπαξ, παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων μεταβάλλονται συχνά. Επιπλέον, δεν προβλέπεται ουσιαστική πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή, ενώ η προθεσμία των πέντε ημερών για την άσκηση αντιρρήσεων είναι υπερβολικά σύντομη και δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία. Για τους λόγους αυτούς, απαιτείται η δυνατότητα επανυποβολής αιτήματος σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών, η πρόβλεψη ουσιαστικής δωρεάν νομικής συνδρομής και η επέκταση της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Άρθρο 17 – «Κίνδυνος διαφυγής»
Τα προβλεπόμενα κριτήρια για τη διαπίστωση «κινδύνου διαφυγής» παραμένουν υπερβολικά ευρεία και αόριστα και ενδέχεται να οδηγήσουν σε σχεδόν αυτόματη επιβολή περιορισμού ελευθερίας ή κράτησης σε νεοαφιχθέντες αιτούντες άσυλο.
Ιδίως, η αναφορά στη μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως στοιχείο κινδύνου διαφυγής για ανθρώπους που μόλις έχουν φτάσει στη χώρα και βρίσκονται υπό διαδικασία υποδοχής. Η αοριστία των κριτηρίων δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο γενικευμένης κράτησης, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου.
Άρθρο 23 – Περιορισμός ελευθερίας
Η διεύρυνση των περιπτώσεων περιορισμού ελευθερίας, ιδίως μέσω της πρόβλεψης «απαγόρευσης εξόδου», συνιστά στην πράξη μορφή de facto κράτησης και όχι απλό περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Η επιβολή τέτοιων μέτρων χωρίς πλήρεις εγγυήσεις διοικητικής κράτησης, όπως εξατομικευμένη αιτιολόγηση, αναγκαιότητα, αναλογικότητα και αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας κατά παράβαση του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα εφαρμογής τέτοιων περιορισμών σε οικογένειες με παιδιά ή σε ασυνόδευτα παιδιά.
Άρθρο 24 – Λόγοι κράτησης
Οι προβλεπόμενοι λόγοι κράτησης παραμένουν υπερβολικά ευρείς και αόριστοι, ιδίως ως προς τον «κίνδυνο διαφυγής» ή ζητήματα «δημόσιας τάξης». Η αοριστία αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σχεδόν αυτόματης κράτησης αιτούντων άσυλο, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου.
Άρθρο 25 – Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες
Η δυνατότητα κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία για ιδιαίτερα παρατεταμένα χρονικά διαστήματα εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς τη συμβατότητα με την αρχή της αναλογικότητας και την υποχρέωση η κράτηση να εφαρμόζεται μόνο για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη μη συνυπολογισμού προηγούμενων περιόδων κράτησης βάσει της νομοθεσίας επιστροφών, καθώς ενδέχεται στην πράξη να οδηγήσει σε διαδοχική ή υπέρμετρα παρατεταμένη κράτηση χωρίς επαρκείς εγγυήσεις προστασίας από αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας.
Παράλληλα, το άρθρο δεν διασφαλίζει επαρκώς ουσιαστικό και ταχύ δικαστικό έλεγχο της κράτησης, ούτε αποτελεσματική πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση.
Η κατάργηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου αποδυναμώνει σημαντικά τις εγγυήσεις προστασίας κατά της αυθαίρετης κράτησης και θα πρέπει να επανεξεταστεί.
Τέλος, είναι αναγκαία η ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων, σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η στέρηση ελευθερίας παιδιών, είτε ασυνόδευτων είτε με τις οικογένειές τους, έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, την ανάπτυξη και την ασφάλειά τους και δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο προστασίας.
Άρθρο 27 – Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Η πρόβλεψη δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ή συνοδευόμενων παιδιών, ακόμη και «κατ’ εξαίρεση», προκαλεί ιδιαίτερα σοβαρή ανησυχία. Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας βάσει του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η επαναφορά της λεγόμενης «προστατευτικής κράτησης» ασυνόδευτων παιδιών, πρακτική για την οποία η Ελλάδα έχει επανειλημμένα καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ζητούμε τη ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων. Σε κάθε περίπτωση, οποιοδήποτε μέτρο αφορά παιδιά πρέπει να βασίζεται πρωτίστως στο βέλτιστο συμφέρον τους, να εφαρμόζεται μόνο κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης και να δίνει απόλυτη προτεραιότητα σε εναλλακτικές μορφές φροντίδας και φιλοξενίας στην κοινότητα.
Επιπλέον, πρέπει να προβλεφθεί ρητή απαγόρευση κράτησης εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για εύλογο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό. Οι σοβαρές ελλείψεις ιατρικής φροντίδας και εξειδικευμένου προσωπικού στις δομές κράτησης ενδέχεται να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια μητέρας και παιδιού.
Άρθρο 30 – Σχολική φοίτηση και εκπαίδευση παιδιών
Η πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις και ανεξαρτήτως του μεταναστευτικού καθεστώτος των ίδιων ή των γονέων τους. Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης που συνδέει τη σχολική φοίτηση με την εκκρεμότητα μέτρου απομάκρυνσης, καθώς δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αποκλεισμού παιδιών από την εκπαίδευση κατά παράβαση των υποχρεώσεων της χώρας βάσει της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. και του δικαιώματος κάθε παιδιού στην εκπαίδευση. Η σύνδεση της πρόσβασης στο σχολείο με διαδικασίες μεταναστευτικού ελέγχου ή απομάκρυνσης ενέχει τον κίνδυνο να στερηθούν παιδιά την εκπαίδευση λόγω του διοικητικού καθεστώτος των ίδιων ή των οικογενειών τους, κατά παράβαση των διεθνών και ενωσιακών υποχρεώσεων προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού.
Για παιδιά που έχουν βιώσει εκτοπισμό, βία, απώλεια ή παρατεταμένη αβεβαιότητα, η πρόσβαση στο σχολείο αποτελεί βασικό στοιχείο προστασίας, σταθερότητας και ένταξης και δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μεταναστευτική διαδικασία.
Άρθρο 31 – Μαθήματα γλωσσών
Ο αποκλεισμός αιτούντων άσυλο που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία από τα μαθήματα γλωσσών δεν συνάδει με τον σκοπό της υποδοχής και της κοινωνικής ένταξης. Η πρόσβαση στη γλωσσική εκπαίδευση αποτελεί βασικό εργαλείο επικοινωνίας, προστασίας και συμμετοχής στην κοινωνική ζωή και δεν πρέπει να περιορίζεται βάσει της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου.
Άρθρο 32 – Πρόσβαση στην απασχόληση
Ο προβλεπόμενος περιορισμός πρόσβασης στην εργασία για αιτούντες διεθνή προστασία που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη εξάρτηση, φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Η πρόσβαση στην εργασία αποτελεί βασικό παράγοντα αξιοπρεπούς διαβίωσης, αυτονομίας και κοινωνικής ένταξης και δεν πρέπει να περιορίζεται πέραν όσων προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο.
Άρθρο 38 – Αιτούντες που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής
Οι προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης ειδικών αναγκών υποδοχής δεν διασφαλίζουν επαρκώς εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση. Η βιαστική εξέταση ευαλωτότητας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μη αναγνώρισης προσώπων που χρειάζονται αυξημένη προστασία. Ιδιαίτερη προστασία πρέπει να διασφαλίζεται για παιδιά, οικογένειες, θύματα βίας, άτομα με αναπηρία, άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας, ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα και άλλα ευάλωτα άτομα.
Επιπλέον, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν στις κατηγορίες προσώπων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής και οι συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερα τραυματικές συνθήκες που συνδέονται με τα συχνά ναυάγια και τις αφίξεις διά θαλάσσης στην Ελλάδα.
Άρθρο 40 – Ασυνόδευτα παιδιά
Η πρόβλεψη δυνατότητας διαμονής ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες δεν συνάδει με τις βασικές αρχές παιδικής προστασίας και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και την ευημερία τους. Τα ασυνόδευτα παιδιά, ανεξαρτήτως ηλικίας, παραμένουν παιδιά και πρέπει να αντιμετωπίζονται πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της παιδικής προστασίας και όχι της μεταναστευτικής διαχείρισης.Η διαμονή τους με άγνωστους ενήλικες αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο κακοποίησης, εκμετάλλευσης, βίας και επανατραυματισμού, ιδίως για παιδιά που έχουν ήδη βιώσει επικίνδυνες διαδρομές, απώλεια οικογένειας ή σοβαρές εμπειρίες βίας και εκτοπισμού.
Ζητούμε τη διασφάλιση κατάλληλων, ασφαλών και εξειδικευμένων δομών φιλοξενίας για όλα τα ασυνόδευτα παιδιά, με επαρκείς εγγυήσεις παιδικής προστασίας, πρόσβαση σε εκπαίδευση, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και εξατομικευμένη φροντίδα.
Άρθρο 37 – Περιορισμός ή διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών εκφράζει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την πρόβλεψη πρόσθετων λόγων περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής, καθώς οι σχετικές διατάξεις ενδέχεται να μην συνάδουν με τις προβλέψεις της Οδηγίας Υποδοχής και τις θεμελιώδεις εγγυήσεις προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία. Θα πρέπει με οποιονδήποτε τρόπο να εξασφαλίζεται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και πρόσβαση των ανθρώπων σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βασική προστασία κτλ.
Ειδικότερα, η εισαγωγή λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε σύλληψη ή κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία, χωρίς σαφή και επαρκή βάση στο ενωσιακό δίκαιο, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης εφαρμογής περιοριστικών μέτρων.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και ασυνόδευτους ανηλίκους και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα, παρά την ανάγκη παροχής αυξημένων εγγυήσεων προστασίας και τη συμμόρφωση με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Άρθρο 27 – Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τη διατήρηση της δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ή συνοδευόμενων ανηλίκων, ακόμη και «κατ’ εξαίρεση». Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν συνάδει με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ούτε με τη σχετική νομολογία διεθνών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Η στέρηση της ελευθερίας παιδιών, ανεξαρτήτως διάρκειας ή συνθηκών, έχει αποδεδειγμένα σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική τους υγεία και δεν μπορεί να θεωρείται μέτρο συμβατό με ένα σύστημα προστασίας δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, ζητούμε την πλήρη απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων για λόγους που συνδέονται με το μεταναστευτικό ή το άσυλο, καθώς και την ανάπτυξη κατάλληλων εναλλακτικών μορφών φιλοξενίας και φροντίδας εντός της κοινότητας.
Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία τη ρητή πρόβλεψη απαγόρευσης κράτησης εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για εύλογο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό. Οι σοβαρές ελλείψεις σε ιατρική φροντίδα και εξειδικευμένο υγειονομικό προσωπικό στις δομές κράτησης ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία, τη σωματική ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια τόσο της μητέρας όσο και του παιδιού.
Αρθ.25 παρ.4 Είναι σκόπιμο να προστεθεί εδάφιο που να αποσαφηνίζει ότι επί κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων την αίτηση για παροχή νομικής βοήθειας κατά τις προϋποθέσεις του Ν.3226/2004, η οποία μάλιστα επί ασυνόδευτων θα έχει και μεγάλες πιθανότητες να γίνει δεκτή, ασκεί για λογαριασμό του ασυνόδευτου ο επίτροπος του, άλλως, αν ακόμη δεν έχει διοριστεί τέτοιος, ο προσωρινός εκπρόσωπος του, καθώς και ότι η θέση σε κράτηση ασυνόδευτου ανηλίκου αποτελεί λόγο προτεραιοποίησης του για το διορισμό επιτρόπου, προκειμένου να μπορούν να ασκηθούν όλα τα εκ του νόμου παρεχόμενα ένδικα βοηθήματα. Στην παρ.5 να ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστή του Διοικητικού Πρωτοδικείου ο ασυνόδευτος ανήλικος θα έχει το δικαίωμα ακρόασης δια του επιτρόπου του ή του προσωρινού εκπροσώπου του και ανεξαρτήτως του αν έχει νομικό παραστάτη ή όχι. Το δικαίωμα αυτό προκύπτει ευθέως εκ του άρθρου 22 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (στο εξής ΔΣΔΠ-Ν.2101/1992) και με αναλογική ερμηνεία του αρθ.40 παρ.2 β)ii) ΔΣΔΠ. Ο ίδιος δικαστικός έλεγχος νομιμότητας επί της απόφασης κράτησης ή παράτασης δέον να υφίσταται και για τους ενήλικες αιτούντες και αιτούσες που τίθενται υπό κράτηση, όπως, άλλωστε, συνέβαινε μέχρι τώρα.
Αρθ.27 Η διοικητική κράτηση ανηλίκου δεν μπορεί ποτέ να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του, όπως έχει επισημάνει η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού του ΟΗΕ στο Κοινό Γενικό Σχόλιο υπ’ αριθ. 4 (2017) της Επιτροπής για την προστασία των δικαιωµάτων των µεταναστών εργαζοµένων και των µελών των οικογενειών τους και υπ’ αριθ. 23 (2017) της Επιτροπής για τα δικαιώµατα του παιδιού. Μάλιστα, υπό παράγραφο 5 του ανωτέρω Σχολίου χρησιμοποιεί κατά λέξη την εξής διατύπωση: «Κάθε παιδί, ανά πάσα στιγµή, απολαµβάνει του θεµελιώδους δικαιώµατος στην ελευθερία και δεν πρέπει να τίθεται υπό κράτηση για µεταναστευτικούς λόγους. Η Επιτροπή για τα Δικαιώµατα του Παιδιού έχει υποστηρίξει ότι η κράτηση ενός παιδιού λόγω του µεταναστευτικού τους καθεστώτος ή αυτού των γονέων τους συνιστά παραβίαση των δικαιωµάτων του παιδιού ενώ αντίκειται πάντοτε προς την αρχή του βέλτιστου συµφέροντος του παιδιού. Βάσει των ανωτέρω και οι δύο επιτροπές έχουν επανειληµµένως υποστηρίξει ότι τα παιδιά δεν πρέπει ποτέ να τίθενται υπό κράτηση για λόγους που σχετίζονται µε το µεταναστευτικό καθεστώς των γονέων τους και τα κράτη οφείλουν να παύσουν άµεσα και εντελώς να χρησιµοποιούν τη διοικητική κράτηση ως µέσο ελέγχου της µετανάστευσης. Κάθε είδους κράτηση παιδιών ως µέσο ελέγχου της µετανάστευσης πρέπει να απαγορεύεται από τον νόµο και η απαγόρευση αυτή πρέπει να εφαρµόζεται πλήρως στην πράξη.». Ως μη συνάδουσα με το βέλτιστο, άλλως υπέρτατο, συμφέρον του ανηλίκου η διοικητική κράτηση του τυγχάνει αντίθετη στις επιταγές τόσο του άρθρου 3 ΔΣΔΠ, όσο και του άρθρου 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ΧΘΔΕΕ) και συνιστά αντίφαση εν τοις όροις (contradictio in terminis) η φράση που περιέχει η περ. β) ότι η κράτηση επιβάλλεται όταν εξασφαλίζει την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων, διότι τούτο δεν συμβαίνει ποτέ. Προτείνουμε, επομένως, την πλήρη απαλοιφή της περ. β) από την παρ.2 του αρθ. 27. Άλλως η περ. β) να προβλέπει ότι “ειδικά για τους ασυνόδευτους ανηλίκους η αρμόδια αρχή οφείλει να ειδοποιεί αμελλητί την Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας για την άμεση τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο πλαίσιο φιλοξενίας.”
Αναφορικά με τη σχολική φοίτηση και εκπαίδευση των ανηλίκων (αρθ.30) παρατηρούμε ότι στην παρ.2 αυτού μειώνεται, σε σχέση με τα τώρα ισχύοντα βάσει του αρθ. 55 παρ.2 Ν.4939/2022, από 3 σε 2 μήνες το διάστημα της προθεσμίας εγγραφής στο σχολείο, ενώ τροποποιείται και το αφετηριακό σημείο της από την ολοκλήρωση της ταυτοποίησης του ανηλίκου, που είναι τώρα, στην ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας. Όπως αναφέραμε και αλλού παραπάνω, όλα τα παιδιά ΠΤΧ δεν είναι αιτούντες διεθνή προστασία, οπότε δε αντιλαμβανόμαστε τον σκοπό της αλλαγής αυτής. Περαιτέρω απαλείφεται η διάταξη της παρ.3 για τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μη τυπικής εκπαίδευσης εντός των κέντρων φιλοξενίας, ενώ παραμένει κατά μείζονα λόγο η αναγκαιότητα παροχής τους εντός ΚΥΤ και ΚΕΔ, ενώ η «εκπαίδευση εκτός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος» περιορίζεται σε 1 μήνα κατ’ανώτατο όριο. Οι σχετικές διατυπώσεις χρήζουν αποσαφήνισης, ιδίως με δεδομένη την εν τοις πράγμασι αποψίλωση ή και ανυπαρξία εντός ΚΥΤ και ΚΕΔ εκπαιδευτικών υπηρεσιών που παλαιότερα παρέχονταν από οργανώσεις στα καμπς. Ευτυχώς έφυγε η διάταξη της παρ.2 εδ β’ του τώρα ισχύοντος αρθ.55 Ν.4939/2022 κατά την οποία μπορεί να περιορίζονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής λόγω μη παρακολούθησης του σχολείου.
Στο αρθ.31 ουδόλως συνάδει με την αρχή της ισότητας η εξαίρεση των υπαγόμενων στη συνοριακή διαδικασία ασύλου από την παρακολούθηση μαθημάτων γλώσσας, εκτός και αν υπονοείται ότι οι εν λόγω ΠΤΧ δεν θα πάρουν άσυλο, οπότε και δεν χρειάζεται να μάθουν ελληνικά! Το αυτό ισχύει με την απαγόρευση πρόσβασης στην αγορά εργασίας για τους αιτούντες που εξετάζονται κατά τη συνοριακή διαδικασία (αρθ.32).
Στο αρθ. 37 παρ.1 στ) η διατύπωση «σοβαρά ή επανειλημμένα» προτείνουμε να γίνει «σοβαρά και επανειλημμένα», διότι η επανειλημμένη παραβίαση των πλέον επουσιωδών κανόνων λειτουργίας θα είναι ανεπίτρεπτα δυσανάλογο και ανεπιεικές να οδηγεί σε διακοπή των υλικών συνθηκών υποδοχής. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής σε ασυνόδευτους ανηλίκους στην παρ.2 σχετικά ορίζεται ότι: «Εφόσον πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο, η αρμόδια αρχή υποδοχής οφείλει, πριν από την επιβολή της διακοπής της στέγασης, να απευθυνθεί στη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, προκειμένου να μεριμνήσει για την τοποθέτηση του ανηλίκου σε άλλο κατάλληλο πλαίσιο φιλοξενίας, εφόσον τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις». Προτείνουμε την απαλοιφή του «εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις». Ποιες περιστάσεις ακριβώς θα δικαιολογούσαν την επιβολή συνθήκης αστεγίας σε ασυνόδευτο ανήλικο; Και πώς αυτό θα μπορούσε να συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του;
Στο αρθ. 38 προτείνουμε να προστεθούν ως έχοντες ειδικές ανάγκες υποδοχής και οι τοξικοεξαρτημένοι και να παραμείνουν στην ανωτέρω κατηγορία οι συγγενείς από τα θύματα ναυαγίων, όπως περιλαμβάνονταν στην περ. λγ) του αρθ.1 Ν.4939/2022.
Σε σχέση με την προϋπόθεση α) της παρ. 4 του αρθ. 39 ανακύπτει το ερώτημα αν θα ισχύσουν για τα πρόσωπα που εργάζονται με ανηλίκους οι εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις σε σχέση με απουσία ποινικών καταδικών ή οι αυστηρότερες που τίθενται στο αρθ. 55 παρ.3 του υπο διαβούλευση ν/σ. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το προσωπικό των φορέων του αρθ.54 υπόκειται σε ειδικότερες και αυστηρότερες προϋποθέσεις, αλλά τουλάχιστον στο επίπεδο των εκπροσώπων και των προσωρινών εκπροσώπων που αναφέρονται ονομαστικά στο αρθ. 40 παρ.4 φαίνεται να υπάρχει αλληλοεπικάλυψη και ίσως θα έπρεπε να αποσαφηνιστεί ότι τουλάχιστον για αυτούς ισχύουν οι αυστηρότερες προϋποθέσεις που θέτει το αρθ. 55 παρ.3.
Αναφορικά με το αρθ. 40, όπως σχολιάζουμε και υπό άρθρο 72 του υπό διαβούλευση ν/σ, θεωρούμε θετική την πρόβλεψη περί του προσωρινού εκπροσώπου. Θεωρούμε ωστόσο ανεδαφικό τον αριθμό των 30 παιδιών ανά προσωρινό εκπρόσωπο που περιέχεται στην παρ.1 και προτείνουμε να μειωθεί στο μισό, ήτοι σε 15 παιδιά. Έτι περαιτέρω ανεδαφικός είναι ο αριθμός των 50 παιδιών ανά εντεταλμένο επιτροπείας που προβλέπει η παρ.7, όταν κατά τη γνώμη μας βέλτιστο είναι το όριο των 10 παιδιών ανά εντεταλμένο επιτροπείας, πάντως με 50 παιδιά είναι σαφές ότι δεν μπορεί να δουλέψει κανένας εντεταλμένος επιτροπείας, όσο ικανός κι αν είναι. Αναφορικά με την πρόβλεψη της παρ.6 ότι η διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας εκκινεί με μέριμνα της αποφαινόμενης αρχής επαναλαμβάνουμε το σχόλιο μας υπό αρθ.9 παρ.5, ήτοι πως δεν υπάρχει κανείς λόγος τη διαδικασία να εκκινεί η αποφαινόμενη αρχή του αρθ. 95 του νομοσχεδίου, δηλαδή η Υπηρεσία Ασύλου, αφού το παιδί και δη το ασυνόδευτο πρέπει να προστατευθεί ανεξαρτήτως του αν θα αιτηθεί διεθνή προστασία ή όχι, όπως ορθώς και ρητώς αναφέρεται και στο αρθ. 49 παρ.1 του υπό διαβούλευση ν/σ, το οποίο ορίζει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει κάθε ασυνόδευτο παιδί, ανεξαρτήτως αν αιτείται ή θα αιτηθεί διεθνή προστασία. Άλλωστε στη φάση που ο ανήλικος ή νεαρός ενήλικος έχει γίνει αιτών μπορεί ήδη να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διακρίβωσης ηλικίας, οπότε άλλος θα πρέπει να είναι ο φορέας εκκίνησης, φερ’ειπείν η ΥΠΥΤ. Στο εδάφιο μετά την περίπτωση ε) της παρ.9 πρέπει να αποσαφηνιστεί αν η περίπτωση αυτή είναι διάφορη από τις περιπτώσεις α) και δ) της ιδίας παραγράφου και σε θετική περίπτωση δεν μπορούμε να δούμε πώς η διαμονή με ενήλικες σε δομή φιλοξενίας ενηλίκων μπορεί να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, χρήζει αποσαφήνισης. Σε κάθε περίπτωση η κριτική μας για την περ δ) (ασφαλείς ζώνες) παρατίθεται στο σχόλιο μας υπό αρθ.82 του ν/σ.
Στο αρθ. 41 να αποσαφηνίζεται ότι τα θύματα των καταστάσεων που περιγράφονται στην παρ.1 λαμβάνουν την αναγκαία φροντίδα και στήριξη ανεξαρτήτως του αν οι καταστάσεις αυτές έλαβαν χώρα στην χώρα καταγωγής, σε τράνζιτ χώρα ή στην χώρα άφιξης (Ελλάδα).
Παρότι το σχέδιο νόμου επαναλαμβάνει στα άρθρα 23-25, τη θεωρητική αρχή ότι η κράτηση αποτελεί έσχατο μέτρο, η πολυεπίπεδη ενσωμάτωσή της σε διάφορα στάδια της διαδικασίας (screening, συνοριακή διαδικασία, επιστροφή) υποδηλώνει τη μετατροπή της σε βασικό εργαλείο διαχείρισης μεταναστευτικών ροών στο κείμενο του Συμφώνου. Η δομική αυτή κατεύθυνση έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει αυστηρή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
Να σημειωθεί χαρακτηριστικά ότι στην εμβληματική υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (αριθμός προσφυγής 30696/09), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα κράτη δεν μπορούν να περιορίζουν τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο επικαλούμενα διοικητικές δυσκολίες ή συστημικές ελλείψεις. Ο μεγάλος όγκος των ροών ή οι συστημικές ελλείψεις των υποδομών υποδοχής δεν νομιμοποιούν την έκπτωση των δικαιωμάτων των αιτούντων, ούτε δικαιολογούν την αυτοματοποιημένη επιβολή στερητικών της ελευθερίας μέτρων. Είναι προφανές ότι η έλλειψη εξατομικευμένης κρίσης και η παράλειψη ουσιαστικής εξέτασης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων καθιστά το μέτρο αυθαίρετο, παραβιάζοντας το Άρθρο 5 παρ. 1 (στ) της ΕΣΔΑ,
Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να ενσωματωθεί ρητή πρόβλεψη περί υποχρεωτικής, ειδικά αιτιολογημένης έκθεσης από την Αρχή Απόφασης, η οποία θα αποδεικνύει τεκμηριωμένα γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχαν ή κρίθηκαν ανεπαρκή τα ηπιότερα εναλλακτικά μέτρα σε σχέση με αυτό της κράτησης.
Με το άρθρο 25 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου δεν ενσωματώνεται ορθά το περιεχόμενο του άρθρου 11 της Οδηγίας Ε.Ε. 1346/2024, καθόσον ουδεμία αναφορά γίνεται στη δυνατότητα δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης που επιβλήθηκε με απόφαση της διοικητικής αρχής.
1. Η Mobile Info Team εκφράζει έντονο προβληματισμό αναφορικά με τους προβλεπόμενους λόγους κράτησης, και ιδίως τα κριτήρια προσδιορισμού του «κινδύνου διαφυγής», καθώς αυτοί παραμένουν εξαιρετικά ευρείς και αόριστοι, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας.
2. Η επιβολή κράτησης σε περιπτώσεις αιτουσών και αιτούντων άσυλο με ευαλωτότητες υπόκειται σε ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα προσωπικά χαρακτηριστικά και την ιδιαίτερη κατάσταση του ατόμου κατά την αξιολόγηση της νομιμότητας της κράτησης.
Αναφορικά με τα παιδιά, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού λειτουργεί κατ’ ουσίαν αποτρεπτικά έναντι οποιασδήποτε προσφυγής στο μέτρο της κράτησης, ανεξαρτήτως του πλαισίου εντός του οποίου αυτή επιβάλλεται. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επιβεβαιώσει ότι η κράτηση παιδιών συνιστά απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και, ως εκ τούτου, οδηγεί σε παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
3. Κάθε πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση πρέπει να απολαμβάνει ουσιαστικών διαδικαστικών εγγυήσεων, ιδίως ως προς την πρόσβαση σε δικηγόρο, την παροχή επαρκούς νομικής πληροφόρησης και τη δυνατότητα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής. Καθίσταται επιτακτική η θέσπιση σαφούς και εξειδικευμένου πλαισίου παροχής νομικής συνδρομής προς αιτούσες και αιτούντες άσυλο που τελούν υπό κράτηση, με πρόβλεψη συγκεκριμένων και αποτελεσματικών διαδικασιών πρόσβασης στη νομική βοήθεια, προς διασφάλιση της συμμόρφωσης της χώρας με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
4. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η απουσία πρόβλεψης αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης αιτουσών και αιτούντων άσυλο. Η αρχή του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Κράτους Δικαίου.
5. Σε σχέση με την ανάκληση ή τον περιορισμό των υλικών συνθηκών υποδοχής, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία έχει κριθεί ότι ακόμη και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορεί να ανακληθεί ή να περιοριστεί η πρόσβαση σε βασικές υλικές συνθήκες υποδοχής, όπως η στέγαση, η τροφή και η ένδυση, ακόμη και αν αυτό γίνεται προσωρινά.
Παρότι το Άρθρο 34 του νομοσχεδίου εισάγει ρυθμίσεις ως προς την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής, πρόκειται για τομέα στον οποίο η ελλιπής εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων υποχρεώσεων παραμένει ιδιαιτέρως προβληματική. Η ανεπάρκεια στην παροχή αξιοπρεπών υλικών συνθηκών υποδοχής αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στην περιορισμένη ή ανεπαρκή πρόσβαση σε βασικές υποδομές και υπηρεσίες, σε ακατάλληλους χώρους διαμονής, στην έλλειψη επαρκούς θέρμανσης ή κλιματισμού, στην ανεπαρκή ποιότητα και ποσότητα τροφής, στις ελλιπείς συνθήκες υγιεινής, καθώς και στην ανεπαρκή διασφάλιση της προσωπικής ασφάλειας και προστασίας των διαμενόντων. Υπογραμμίζεται, συνεπώς, η ανάγκη οι υλικές συνθήκες υποδοχής να παρέχονται κατά τρόπο που να διασφαλίζει τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των αιτουσών και αιτούντων άσυλο.
Άρθρα 13, 26 και 113 – Πρόσβαση ΜΚΟ, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί πρόσβασης οργανώσεων, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων σε σημεία διαλογής, χώρους κράτησης και συνοριακές εγκαταστάσεις εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής και ανεξάρτητης παρακολούθησης και πρέπει να απαλειφθούν από το παρόν σχέδιο νόμου.
Η πρόσβαση σε νομική βοήθεια και υποστήριξη δεν μπορεί να εξαρτάται από ευρείες και αόριστες έννοιες όπως «δημόσια τάξη», «ασφάλεια», ή «διοικητική διαχείριση».
Άρθρο 23 – Περιορισμός ελευθερίας
Η διεύρυνση των περιπτώσεων περιορισμού ελευθερίας, ιδίως μέσω της πρόβλεψης «απαγόρευσης εξόδου», συνιστά στην πράξη μορφή de facto κράτησης και όχι απλό περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Η διάταξη δεν φαίνεται να εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 9 παρ. 1 της Οδηγίας Υποδοχής, σύμφωνα με το οποίο περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία αιτούντων διεθνή προστασία μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίοι.
Ειδικότερα, η «απαγόρευση εξόδου» για σκοπούς ολοκλήρωσης διαδικασιών ελέγχου διαλογής συνιστά ουσιαστικά στέρηση ελευθερίας και όχι απλό περιορισμό κυκλοφορίας και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαλειφθεί από το παρόν σχέδιο νόμου.
Η επιβολή τέτοιων μέτρων χωρίς πλήρεις εγγυήσεις διοικητικής κράτησης, όπως εξατομικευμένη αιτιολόγηση, αναγκαιότητα, αναλογικότητα, και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, ενδέχεται να παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και τις σχετικές απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου.
Παράλληλα, το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και προβλέπει ότι περιορισμοί μπορούν να επιβληθούν μόνο εφόσον προβλέπονται από τον νόμο, είναι απολύτως αναγκαίοι και αναλογικοί. Ως εκ τούτου, γενικευμένα μέτρα «απαγόρευσης εξόδου» χωρίς εξατομικευμένη κρίση και επαρκείς εγγυήσεις συμβατότητας με τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν συνάδουν με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.
Άρθρο 24 – Λόγοι κράτησης
Οι προβλεπόμενοι λόγοι κράτησης παραμένουν υπερβολικά ευρείς και αόριστοι, ιδίως ως προς τον «κίνδυνο διαφυγής» ή ζητήματα «δημόσιας τάξης». Η αοριστία αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σχεδόν αυτόματης κράτησης αιτούντων άσυλο, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η διοικητική κράτηση αιτούντων άσυλο δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικές και αόριστες εκτιμήσεις περί «δημόσιας τάξης» ή πιθανού κινδύνου διαφυγής, αλλά απαιτεί συγκεκριμένη, εξατομικευμένη και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση κάθε περίπτωσης. Ειδικότερα, στην υπόθεση J.A. and Others v. Italy, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η κράτηση χωρίς σαφή και προσβάσιμη νομική βάση και χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας την ανάγκη αυστηρής τήρησης της αρχής της νομιμότητας και της αναλογικότητας στην κράτηση μεταναστών και αιτούντων διεθνή προστασία.
Παράλληλα, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η παρατεταμένη ή σχεδόν αυτοματοποιημένη κράτηση χωρίς ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο και χωρίς εξέταση εναλλακτικών μέτρων ενέχει στοιχεία αυθαιρεσίας και αντίκειται στις εγγυήσεις του άρθρου 5 ΕΣΔΑ. Οι διατάξεις του άρθρου 24, όπως διατυπώνονται, δεν διασφαλίζουν επαρκώς ότι η κράτηση θα εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, ως αναγκαίο και απολύτως αναλογικό μέτρο, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση και πλήρη αιτιολογία.
Άρθρο 25 – Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες
Η πρόβλεψη δυνατότητας κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία έως και 180 ημερών εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της αναλογικότητας και τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και δη το Άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, σύμφωνα με τις οποίες η κράτηση πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που την επέβαλαν.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι προηγούμενα χρονικά διαστήματα κράτησης βάσει της νομοθεσίας περί επιστροφών βάσει του ν. 3386/2005 (Α’ 212) και του ν. 5226/2025, δεν συνυπολογίζονται στη διάρκεια κράτησης αιτούντων άσυλο. Η ρύθμιση αυτή ενδέχεται στην πράξη να οδηγεί σε υπέρμετρα παρατεταμένη ή διαδοχική κράτηση, κατά παράβαση των εγγυήσεων προστασίας από αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας.
Παράλληλα, το άρθρο δεν διασφαλίζει επαρκώς τις εγγυήσεις ταχείας και ουσιαστικής δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, ιδίως ως προς την αυτεπάγγελτη περιοδική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης, την άμεση αποφυλάκιση σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων προθεσμιών ή διαπίστωσης παρανομίας, και την αποτελεσματική πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση.
Η παρατεταμένη κράτηση χωρίς επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις και ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας κατά παράβαση του άρθρου 5 ΕΣΔΑ, του άρθρου 6 ΧΘΔΕΕ και των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου περί κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία.
Τέλος, η κατάργηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης αιτούντων άσυλο από τα διοικητικά πρωτοδικεία αποδυναμώνει σημαντικά τις εγγυήσεις προστασίας κατά της αυθαίρετης κράτησης και θα πρέπει να επανεξεταστεί. Παράλληλα, είναι αναγκαία η ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων, σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Άρθρο 27 – Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής
Η πρόβλεψη δυνατότητας κράτησης ασυνόδευτων ή συνοδευόμενων ανηλίκων ακόμη και «κατ’ εξαίρεση» προκαλεί σοβαρή ανησυχία. Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 ΧΘΔΕΕ και στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ούτε με τη σχετική νομολογία διεθνών δικαστηρίων.
Παράλληλα, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητή απαγόρευση κράτησης εγκύων γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για εύλογο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές ελλείψεις ιατρικής φροντίδας και εξειδικευμένου υγειονομικού προσωπικού στις δομές κράτησης, γεγονός που ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την αξιοπρέπεια μητέρας και παιδιού.
H I Have Rights είναι αντίθετη με την κράτηση ευάλωτων αιτούντων/ σων άσυλο.
Άρθρο 32 – Πρόσβαση στην απασχόληση
Ο προβλεπόμενος περιορισμός πρόσβασης στην εργασία για αιτούντες διεθνή προστασία που υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την Οδηγία Υποδοχής.
Το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει περιορισμούς πρόσβασης στην απασχόληση μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ταχείας διαδικασίας και όχι γενικευμένα για όλα τα πρόσωπα που εξετάζονται στη διαδικασία συνόρων. Η διεύρυνση του αποκλεισμού αυτού ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κοινωνικό αποκλεισμό, εξάρτηση και συνθήκες εξαθλίωσης για τους αιτούντες διεθνή προστασία.
Άρθρο 37 – Περιορισμός ή διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής
Η πρόβλεψη πρόσθετων λόγων περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς τη συμβατότητά της με την Οδηγία Υποδοχής. Ειδικότερα, η εισαγωγή λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε σύλληψη ή κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία, χωρίς σαφή βάση στο ενωσιακό δίκαιο, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων. Οι ανωτέρω διατάξεις αντίκειται στο άρθρο 3 & 5 της ΕΣΔΑ, καθώς και στα άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και ασυνόδευτους ανηλίκους και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα, γεγονός που αντιβαίνει στην ανάγκη αυξημένων εγγυήσεων προστασίας και στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ως εκ τούτου, πρέπει να απαλειφθεί το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 37 του παρόντος.
Άρθρο 38 – Ειδικές ανάγκες υποδοχής
Οι προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης ειδικών αναγκών υποδοχής δεν διασφαλίζουν επαρκώς εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση.
Η βιαστική εξέταση ευαλωτότητας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μη αναγνώρισης προσώπων που χρειάζονται αυξημένη προστασία.
Επίσης, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν στις κατηγορίες προσώπων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής και οι συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερα τραυματικές συνθήκες που συνδέονται με τα συχνά ναυάγια και τις αφίξεις διά θαλάσσης στην Ελλάδα. Η ιδιαίτερη ευαλωτότητα των προσώπων αυτών απαιτεί αυξημένες εγγυήσεις προστασίας και κατάλληλη υποστήριξη στο πλαίσιο της διαδικασίας υποδοχής.
Ορισμοί: άρθρο 17
Στην περ. ια΄, τα κριτήρια προσδιορισμού του «κινδύνου διαφυγής» είναι εξαιρετικά ευρεία και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής, συνθήκη που συντρέχει στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπων που φτάνουν στη χώρα για να αιτηθούν άσυλο. Καθίσταται, έτσι, δυνατό να τεθούν σε στερητικό της ελευθερίας καθεστώς συλλήβδην οι νεοαφικνούμενες/οι για τον μόνο λόγο ότι δεν έχουν – και αυτονόητα αδυνατούν να έχουν – γνωστή διαμονή στη χώρα, δικαιούνται, άλλωστε, στέγαση και λοιπές υλικές συνθήκες υποδοχής από το κράτος σύμφωνα με το άρθρο 19 της Οδηγίας 2024/1346 και ήδη άρθρο 33 του παρόντος.
Ενημέρωση: άρθρο 19
Στην παρ. 2, πρέπει να προστεθούν, μετά τους όρους «υποδείγματος της παρ. 1», οι όροι «για το δικαίωμα υποβολής αίτησης αποκατάστασης υλικών συνθηκών υποδοχής σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 και υποβολής αντιρρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 42», ούτως ώστε διασφαλίζεται η έγκαιρη και προσήκουσα ενημέρωση των αιτουσών/ούντων άσυλο για τη διαδικασία που καλούνται να ακολουθήσουν για την προβολή των αιτημάτων τους ενώπιον των αρχών. Η ορθή ενημέρωση συμβάλλει καθοριστικά στην αποτελεσματικότητα του εισαγόμενου ένδικου βοηθήματος, την οποία έχει υπογραμμίσει ιδίως η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ως αναγκαία για τη συμμόρφωση της χώρας με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (https://hudoc.exec.coe.int/ENG?i=004-1219).
Κατανομή σε γεωγραφική περιοχή: άρθρο 22
Η παρ. 3 περιλαμβάνει ρυθμίσεις που επικαλύπτουν αυτές του άρθρου 5 παρ. 4, καθώς αναφέρεται στη «διαδικασία υποδοχής και ταυτοποίησης», η οποία πλέον ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 2024/1356. Προτείνεται να διαγραφεί για νομοτεχνικούς λόγους αποφυγής σύγχυσης και ασάφειας.
Η δε παρ. 5 πρέπει να αναδιατυπωθεί ώστε να αναφέρεται ρητώς τόσο η διοικητική αίτηση ενώπιον της ΥπΥΤ κατ’ άρθρο 33 παρ. 3 και οι αντιρρήσεις ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου κατ’ άρθρο 42 παρ. 1, ως ακολούθως: «Εάν διαπιστωθεί, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, κατόπιν είτε αίτησης αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 ή αντιρρήσεων του αιτούντος που υποβλήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42 […]».
Περιορισμός ελευθερίας: άρθρο 23
Στην παρ. 1, δεν μεταφέρεται ορθά η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1346, το οποίο επιτρέπει τη θέσπιση περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των αιτουσών/ούντων μόνο «όταν είναι αναγκαίο».
Ως προς την παρ. 2, όπως επισημάνθηκε αναλυτικά στις παρατηρήσεις επί του άρθρου 5, η «απαγόρευση εξόδου» συνιστά στέρηση ελευθερίας και όχι περιορισμό ελεύθερης κυκλοφορίας και πρέπει για το λόγο αυτό να διαγραφούν από το εδ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος οι όροι «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής».
Στην παρ. 3, περιορίζεται ανεπίτρεπτα το δικαίωμα αίτησης και λήψης άδειας προσωρινής διαμονής εκτός του ορισμένου τόπου σε «εξαιρετικούς λόγους», στοιχείο το οποίο δεν συνάδει με το γράμμα, ούτε το πνεύμα του άρθρου 9 παρ. 3 της Οδηγίας 2024/1346. Πρέπει να διαγραφούν οι όροι «για εξαιρετικούς λόγους» στο εδ. α΄ της παρ. 3.
Στη δε παρ. 6, για λόγους σαφήνειας και για την αποφυγή σύγχυσης με την ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 67 του Κανονισμού 2024/1348, ο όρος «προσφυγή» συνιστάται να αντικατασταθεί από τον όρο «αντιρρήσεις».
Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες: άρθρο 25
Απαλείφεται αναιτιολόγητα από την παρ. 4 ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της κράτησης αιτουσών/ούντων άσυλο από τα διοικητικά πρωτοδικεία και διατηρείται μόνο υπέρ των ασυνόδευτων παιδιών στην παρ. 5. Η εγγύηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης πρέπει να επαναφερθεί, με αναδιατύπωση του εδ. α΄ της παρ. 5 ως ακολούθως: «Οι αποφάσεις κράτησης ή παράτασης διαβιβάζονται με την έκδοσή τους, στον Πρόεδρο ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην Περιφέρεια του οποίου κρατείται ο αιτών, ο οποίος κρίνει για τη νομιμότητα της κράτησης ή της παράτασης αυτής και εκδίδει παραχρήμα την απόφασή του.» Επιβάλλεται, άλλωστε, από το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού κατ’ άρθρο 3 ΔΣΠΔ και άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ η ρητή απαγόρευση της κράτησης ανηλίκων, όπως επισημαίνεται στα σχόλια επί του άρθρου 27.
Παράλληλα, στην παρ. 4 για τη διαδικασία των αντιρρήσεων κατά της κράτησης, γίνεται αναφορά σε ανάλογη εφαρμογή των προϋποθέσεων του Ν 3226/2004 (Α΄ 24), χωρίς όμως να ορίζεται ο τρόπος πρόσβασης στη νομική βοήθεια για άτομα που τελούν σε καθεστώς στέρησης της ελευθερίας τους. Συνακόλουθα, δεν μεταφέρεται ορθώς η απαίτηση του άρθρου 29 παρ. 6 της Οδηγίας 2024/1346 στο εθνικό δίκαιο. Στην πραγματικότητα, η πρόσβαση στη δωρεάν νομική συνδρομή για την προσβολή της διοικητικής κράτησης παραμένει «κενό γράμμα» στη χώρα, λόγω της πάγιας απουσίας συστήματος παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, εφόσον παραμένει αντικειμενικά αδύνατο άτομα που κρατούνται να καταθέσουν αίτηση στο οικείο διοικητικό πρωτοδικείο, αυτοπροσώπως και εγγράφως στα ελληνικά, για νομική βοήθεια και διορισμό δικηγόρου. Ενδεικτικό του κενού αυτού είναι το γεγονός ότι λιγότερο από το 1/5 των αποφάσεων κράτησης της Ελληνικής Αστυνομίας προσβάλλονται με αντιρρήσεις, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του κράτους (https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/). Ακόμη λιγότερες είναι οι αποφάσεις παράτασης της de facto κράτησης της ΥπΥΤ (υπό τη μορφή «περιορισμού ελευθερίας» κατ’ άρθρο 40 παρ. α΄ Ν 4939/2022, Α΄ 111) που προσβάλλονται με αντιρρήσεις στα διοικητικά πρωτοδικεία.
Είναι, λοιπόν, επιτακτική η συγκεκριμένη και διεξοδική ρύθμιση του συστήματος παροχής νομικής συνδρομής για την κράτηση των αιτουσών/ούντων άσυλο, με ακριβείς λεπτομέρειες για τον τρόπο πρόσβασης των κρατούμενων ενδιαφερομένων στη νομική βοήθεια, καθώς και για τα δικαιολογητικά βάσει των οποίων θα πιθανολογηθεί η ένδειά τους, ενόψει της αντικειμενικής αδυναμίας των αιτουσών/ούντων άσυλο να κατέχουν τα έγγραφα του άρθρου 2 παρ. 2 Ν 3226/2004, για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση της χώρας με τις απαιτήσεις του άρθρου 29 παρ. 6 της Οδηγίας 2024/1346. Τούτο επιβάλλεται και ενόψει των δεσμεύσεων των ελληνικών αρχών προς την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη σύσταση μηχανισμού παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής σε κρατούμενες/ους πολίτες τρίτων χωρών, ούτως ώστε συμμορφωθεί η χώρα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (https://hudoc.exec.coe.int/ENG?i=DH-DD(2025)440E).
Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής: άρθρο 27
Η κράτηση των ανηλίκων δεν υπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους (άρθρο 3 ΔΣΠΔ, άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ). Συνιστά, δε, ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση του δικαίου και της πρακτικής της χώρας η προτεινόμενη επαναφορά της λεγόμενης «προστατευτικής κράτησης» ασυνόδευτων παιδιών, για την οποία συνεχίζει να καταδικάζεται από το ΕΔΔΑ η χώρα (αντί πολλών, ΕΔΔΑ Μ.Υ. κατά Ελλάδας, 51980/19, 19-06-2025) και την κατάργηση της οποίας επιβεβαίωσε η κυβέρνηση στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μόλις τον περασμένο μήνα (https://hudoc.exec.coe.int/ENG?i=DH-DD(2026)469E).
Πρέπει, επομένως, να απαγορευτεί ρητά στην παρ. 2 η κράτηση των ανηλίκων, διατηρούμενου μόνο του εδ. α΄ αυτού. Αντίστοιχα σχόλια διατυπώνονται και επί του άρθρου 25 του παρόντος.
Κατ’ ελάχιστον, δεδομένου ότι η παρ. 2 μεταφέρει εσφαλμένως το άρθρο 13 παρ. 2 της Οδηγίας 2024/1346 ως προς την κράτηση των ανηλίκων, καθώς δεν προκύπτει με σαφήνεια από την παρούσα διατύπωση η υποχρέωση πρότερης εξατομικευμένης αξιολόγησης του συμβατού της κράτησης με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, πρέπει να διορθωθεί η αρχική υποπαράγραφος της παρ. 2 με σκοπό την ορθή αποτύπωση της Οδηγίας, ως ακολούθως: «2. Οι ανήλικοι δεν τίθενται υπό κράτηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ως μέτρο έσχατης ανάγκης και εφόσον αποδειχθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα εναλλακτικά, λιγότερο περιοριστικά μέτρα, και αφού αξιολογηθεί ότι η κράτηση είναι προς το βέλτιστο συμφέρον τους, οι ανήλικοι, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, μπορούν να τεθούν υπό κράτηση […]».
Στο δε εδ. δ΄ της παρ. 4, πρέπει να εισαχθεί ρητή απαγόρευση της κράτησης των γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για διάστημα τριμήνου μετά τον τοκετό, λαμβανομένης ιδίως υπόψη τα πάγια κενά στη στελέχωση του υγειονομικού προσωπικού των ΠΡΟΚΕΚΑ και την πλήρη απουσία των απαραίτητων ειδικοτήτων για την παροχή φροντίδας σε έγκυες γυναίκες, όπως επιβεβαιώνεται σταθερά από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του κράτους (αντί πολλών, https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/67715b2c-ec81-4f0c-ad6a-476a34d732bd/13288017.pdf, https://rsaegean.org/el/statistika-apelaseon-dioikitikis-kratisis-to-2025/).
Σχολική φοίτηση και εκπαίδευση ανηλίκων: άρθρο 30
Πρέπει να διαγραφούν από την παρ. 1 οι όροι «και για όσο χρονικό διάστημα δεν εκτελείται μέτρο απομάκρυνσης που εκκρεμεί κατά των ιδίων ή των γονέων τους» και να μη μεταφερθεί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1346 κατά τρόπο που παραβιάζει τις υποχρεώσεις της χώρας και την καθολική υποχρεωτικότητα της σχολικής φοίτησης των ανηλίκων, όπως υπαγορεύεται από το άρθρο 28 παρ. 1 ΔΣΠΔ και κατοχυρώνεται στο άρθρο 88 Ν 4871/2021 (Α΄ 246), με ποινικές κυρώσεις μάλιστα σε περίπτωση παράλειψης εγγραφής ή εποπτείας της φοίτησης. Η ίση μεταχείριση των παιδιών στον τομέα της σχολικής φοίτησης απαιτεί υποχρέωση και σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 ΔΣΠΔ.
Μαθήματα γλωσσών: άρθρο 31
Δεν επιτρέπεται από το άρθρο 18 της Οδηγίας 2024/1346 να αποκλείονται από τα μαθήματα γλωσσών αιτούσες/ούντες άσυλο που βρίσκονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου. Πρέπει να διαγραφεί από το εδ. α΄ η διατύπωση «με εξαίρεση όσους υπάγονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου».
Απασχόληση: άρθρο 32
Αντίστοιχα με τις παρατηρήσεις επί του άρθρου 31, δεν επιτρέπεται από το άρθρο 17 της Οδηγίας 2024/1346 αποκλεισμός των αιτουσών/ούντων που βρίσκονται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου από την πρόσβαση στην απασχόληση, αλλά μόνο όσων εξετάζονται με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 42 του Κανονισμού 2024/1348. Πρέπει να διαγραφεί από την δεύτερη υποπαράγραφο της παρ. 1 η διατύπωση «ή όταν η αίτηση εξετάζεται στη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348».
Υλικές συνθήκες υποδοχής: άρθρα 33 και 42
Σημαντική και αναγκαία για τη συμμόρφωση της χώρας με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Επιτροπή Υπουργών Συμβουλίου της Ευρώπης, CM/Del/Dec(2025)1531/H46-20, 12-06-2025, σκ. 9) είναι η εισαγόμενη ρύθμιση στο άρθρο 33 παρ. 3 και το άρθρο 42 παρ. 1 του παρόντος περί θέσπισης διαδικασίας αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής σχετικά με τη χορήγηση των συνθηκών υποδοχής. Απαραίτητες προϋποθέσεις, ωστόσο, για την ορθή λειτουργία της προτεινόμενης διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας και την πραγματική πρόσβαση των αιτούντων άσυλο σε αυτή είναι οι κάτωθι:
1. Ρητή ρύθμιση περί παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής για την εν λόγω διαδικασία και επαρκής εξειδίκευση της παρ. 4 του άρθρου 42 ως προς την πρόσβαση στη νομική βοήθεια και τα απαραίτητα προς τούτο έγγραφα, ώστε να καθίσταται δυνατό στην πράξη οι αιτούσες/ούντες να καταθέτουν εγγράφως την αίτηση αποκατάστασης στην ΥπΥΤ και εν συνεχεία τις αντιρρήσεις τους στο διοικητικό πρωτοδικείο, όπως απαιτεί το άρθρο 29 παρ. 6 της Οδηγίας 2024/1346. Και τούτο λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων και γνωστών περιστάσεων των ανθρώπων που ζητούν άσυλο, ιδίως του γλωσσικού εμποδίου, το οποίο κωλύει αντικειμενικά τη δυνατότητα σύνταξης έγγραφης αίτησης ή αντιρρήσεων με εξατομικευμένους λόγους στα ελληνικά χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου. Από την πλευρά της, η ΥπΥΤ δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για να παραλαμβάνει και επεξεργάζεται αιτήσεις αποκατάστασης υλικών συνθηκών υποδοχής σε άλλες γλώσσες πλην της ελληνικής. Αντίστοιχες παρατηρήσεις διατυπώνονται και επί του άρθρου 25 παρ. 4 του παρόντος αναφορικά με την παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής για την άσκηση των αντιρρήσεων κατά της κράτησης.
2. Αποσαφήνιση στην παρ. 1 του άρθρου 42 του πεδίου εφαρμογής της πρότερης αίτησης στην ΥπΥΤ, η οποία αφορά αποκλειστικά τη διαδικασία του άρθρου 33 παρ. 3 και όχι τις περιπτώσεις αντιρρήσεων κατά αποφάσεων που εκδίδονται από την ΥπΥΤ σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22, του άρθρου 23 ή του άρθρου 37.
3. Η προθεσμία 5 ημερών για την άσκηση αντιρρήσεων είναι δυσανάλογα στενή και απαγορευτική στην πράξη, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων υπό τις οποίες εισάγεται το ένδικο βοήθημα και δη (α) τη μη ρύθμιση πραγματικής παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής στις/στους ενδιαφερόμενες/ους, όπως προεκτέθηκε, (β) την απουσία ενημέρωσής τους αναφορικά με το κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο (αντί πολλών, ΕΔΔΑ Kaak κατά Ελλάδας, 34215/16, 03-10-2019, σκ. 122), (γ) την απουσία αντικειμενικής πρόσβασης στο κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο, το οποίο μπορεί να απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα ή/και σε διαφορετικό νησί από τον τόπο διαμονής τους.
4. Πρέπει να διαγραφεί ο όρος «άπαξ» από το εδ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 33, καθώς οι υλικές συνθήκες υποδοχής των αιτουσών/ούντων άσυλο συχνά μεταβάλλονται κατά το διάστημα της – εν δυνάμει πολύμηνης – παραμονής τους στο σύστημα υποδοχής της ΥπΥΤ, ιδίως όταν μεταφέρονται από μία δομή σε άλλη με μέριμνα της ΥπΥΤ, ή/και ενδέχεται να ανακύψουν νέα δεδομένα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου.
5. Πρέπει, επίσης, να προβλέπεται στην παρ. 3 και η δυνατότητα αίτησης αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής ενώπιον της ΥπΥΤ για αιτούσες/ούντες που δεν έχουν τοποθετηθεί – ακόμη – σε συγκεκριμένη δομή της ΥπΥΤ. Επομένως, στο εδ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 33 πρέπει οι όροι «του Διοικητή της Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει» να αντικατασταθούν από τους όρους «της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης».
6. Τέλος, για νομοτεχνικούς λόγους, πρέπει στο άρθρο 42 παρ. 1 να γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 33 παρ. 3 ως προς την αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής.
Περιορισμός ή διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής: άρθρο 37
Πρέπει να διαγραφεί το εδ. α΄ της παρ. 2, το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 23 της Οδηγίας 2024/1346 και εισάγει αυθαίρετο πρόσθετο λόγο σύλληψης ή/και κράτησης σε βάρος αιτουσών/ούντων άσυλο, ακόμη και ασυνόδευτων παιδιών.
Αιτούντες που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής: άρθρο 38
Είναι επιβεβλημένο να παραμείνουν στις κατηγορίες των ατόμων που χρήζουν ειδικών συνθηκών υποδοχής στην παρ. 1 και οι συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 1 περ. λγ΄ Ν 4939/2022 (Α΄ 111), λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις των αφίξεων δια θαλάσσης στη χώρα και ναυαγίων στα ελληνικά ύδατα, αλλά και τη σημασία που τους προσδίδει ο ενωσιακός νομοθέτης, ενδεικτικά στο άρθρο 9 παρ. 3 και άρθρο 11 παρ. 2 Κανονισμού 2024/1351. Η παροχή προσήκουσας φροντίδας και μέριμνας στις/στους επιζώσες/ώντες ναυαγίων αποτελεί και επιταγή του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια και της απαγόρευσης της εξευτελιστικής μεταχείρισης, όπως προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Safi κατά Ελλάδας, 5418/15, 07-07-2022, σκ. 196).
Στη δε παρ. 3, η περ. β΄ χρήζει περαιτέρω εξειδίκευσης με ρητή προσθήκη των όρων «και στο ΑΛΚΥΟΝΗ 2» μετά τους όρους «στον φάκελο του αιτούντος», ώστε να διασφαλίζεται η ανάρτηση των απαιτούμενων πληροφοριών στο πληροφοριακό σύστημα «ΑΛΚΥΟΝΗ 2», όπως έχει προβλεφθεί σε αντίστοιχες ρυθμίσεις στο άρθρο 9 παρ. 2 και στο άρθρο 128 παρ. 2 του παρόντος.
Ασυνόδευτα παιδιά: άρθρο 40
Η ενεργοποίηση της διαδικασίας ορισμού προσωρινού επιτρόπου προηγείται ή/και δεν συνδέεται απαραίτητα με την υποβολή αίτησης ασύλου. Ως εκ τούτου, στο εδ. α΄ της παρ. 1, πρέπει να αντικατασταθούν οι όροι «η αρμόδια αρχή υποδοχής ή η Υπηρεσία Ασύλου (αρχές ασύλου και υποδοχής)» να αντικατασταθούν από τους όρους «ο φορέας αναγγελίας της περ. ιβ΄ του άρθρου 50». Αντίστοιχη τροποποίηση απαιτείται και στη διατύπωση του άρθρου 63 παρ. 4 του παρόντος.
Περαιτέρω, δεν πρέπει να μεταφερθεί στην παρ. 9 η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 9 της Οδηγίας 2024/1346 περί διαμονής ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες, καθόσον δεν συνάδει με τις επιταγές της παιδικής προστασίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο που δεσμεύει τη χώρα και δη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (άρθρο 3 ΔΣΠΔ, άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ) και την απαγόρευση των διακρίσεων στην παιδική προστασία (άρθρο 2 παρ. 1 ΔΣΠΔ).
Το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων εκφράζει ανησυχία για τη δυνατότητα περιορισμού ή διακοπής υλικών συνθηκών υποδοχής. Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν είναι προνόμιο, αλλά βασικά μέσα επιβίωσης, όπως στέγαση, τροφή, είδη υγιεινής, ρουχισμός και καθημερινό βοήθημα.
Η εφαρμογή τέτοιων μέτρων δεν πρέπει να οδηγεί σε αστεγία, εξαθλίωση, εκμετάλλευση ή περαιτέρω περιθωριοποίηση αιτούντων άσυλο. Ιδιαίτερη προστασία πρέπει να υπάρχει για παιδιά, οικογένειες, γυναίκες, θύματα βίας, άτομα με αναπηρία, άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας, LGBTQI+ πρόσωπα και άλλες ευάλωτες ομάδες.
Κάθε απόφαση περιορισμού ή διακοπής πρέπει να είναι απολύτως εξατομικευμένη, ειδικά αιτιολογημένη, να λαμβάνει υπόψη την πραγματική δυνατότητα συμμόρφωσης του ανθρώπου, να προηγείται πλήρης ενημέρωση σε γλώσσα που κατανοεί, και να υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διασφαλίζεται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και πρόσβαση σε υγεία, φάρμακα, τροφή και βασική προστασία.
Επί του άρθρου 34,παράγραφος 8
Στην περίπτωση που ο Αιτών Ασυλο, καθ΄όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Δομή δηλώσει την επιθυμία του για εθελοντική εργασία εντός αυτής,να υποχρεούται σε σύνταξη σχετικής Υπεύθυνης Δήλωσης.
Η προσθήκη αυτή έχει την έννοια της απαοποίησης τυχόν ευθυνών από τη Διοίκηση σε περπτώσεις ατυχήματος ή επιβαρύνσεως της Υγείας του.