• Σχόλιο του χρήστη 'Mobile Info Team (MIT)' | 22 Μαΐου 2026, 14:35

    1. Η παροχή νομικής καθοδήγησης, συνδρομής και εκπροσώπησης αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στις διαδικασίες ασύλου, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου η πολυπλοκότητα ή ταχύτητα των διαδικασιών ενδέχεται να δυσχεραίνουν ουσιωδώς την κατανόηση και την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των αιτούντων. Οι δικηγόροι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση του σεβασμού, της προστασίας και της πρόσβασης όλων των προσώπων στα δικαιώματά τους. Ωστόσο, η πρόβλεψη δυνατότητας παροχής νομικής καθοδήγησης σε ομαδικό επίπεδο, ιδίως σε ομάδες έως δεκαπέντε (15) ατόμων ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, έως πενήντα (50) ατόμων, εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη διασφάλιση της εξατομικευμένης και αποτελεσματικής νομικής καθοδήγησης. Η αδυναμία επαρκούς εξατομίκευσης της νομικής καθοδήγησης δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των αιτούντων και την ουσιαστική συμμόρφωση με τις εγγυήσεις που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο. 2. Αναφορικά με την πρόβλεψη περί υποχρεωτικής καταβολής παραβόλου για την υποβολή κάθε μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας μετά την πρώτη, υπενθυμίζουμε πως η απρόσκοπτη και αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου αποτελεί υποχρέωση του κράτους και είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου οι αιτούντες άσυλο να έχουν πραγματική και ουσιαστική πρόσβαση στις διαδικασίες και να μπορούν να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Καθίσταται σαφές ότι η νομοθετική ρύθμιση που ορίζει την καταβολή του παραβόλου ως αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας σε έναν οικονομικά και όχι μόνο ευάλωτο πληθυσμό καθιστά απαγορευτική την κατάθεση του αιτήματος. Επιπλέον, προσκρούει στις διατάξεις των Άρθρων 25 παρα. 2 και 20 παρα. 1 του Συντάγματος της Ελλάδος, στα Άρθρα 18, 47 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά µε τις διατάξεις των Άρθρων 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, καθότι ουσιαστικά καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου σε όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν το παράβολο. 3. Η έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού της πρόσβασης στο άσυλο μέσω τυπικών και όχι ουσιαστικών αξιολογήσεων των αναγκών διεθνούς προστασίας. Θα ήταν χρήσιμο να τονίσουμε ότι τουλάχιστον από το Άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης και το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και της αντίστοιχης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (M.S.S. κατά Ελλάδος), δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση, σύμφωνα και με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Επιπλέον, η κρίση περί ύπαρξης «συνδέσμου» με την τρίτη χώρα, αξιώνει τη διεξαγωγή εξατομικευμένης αξιολόγησης των περιστάσεων του αιτούντος, χωρίς τυποποιημένες ή γενικές παραδοχές. 4. H εισαγωγή της έννοιας της «πλασματικής εισόδου» υπονομεύει το δικαίωμα στο άσυλο και την αρχή της μη επαναπροώθησης. Το ανωτέρω πλάσμα δικαίου καθίσταται εφαρμόσιμο μόνο με την επιβολή αδιάκριτης αυτόματης κράτησης, de jure ή de facto, συνισταμένης σε σφοδρή παράβαση του δικαιώματος στην ελευθερία και περιορισμού πρόσβασης σε βασικές εγγυήσεις προστασίας.Η διαδικασία ασύλου απαιτεί χρόνο και πλαισίωση των αιτούντων, προκειμένου να διασφαλίζεται η ουσιαστική πρόσβασή τους στις σχετικές διαδικασίες. 5. Η διαδικασία χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος δεν προσδιορίζεται επαρκώς, ώστε να διασφαλίζεται στην πράξη η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, την οποία ο Κανονισμός προβλέπει ρητώς. Ενόψει του απόλυτου χαρακτήρα της εν λόγω αρχής, η προσφυγή θα πρέπει να παράγει ανασταλτικό αποτέλεσμα, σύμφωνα και με τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων.