• Σχόλιο του χρήστη 'ΑΡΣΙΣ-Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων' | 23 Μαΐου 2026, 18:05

    Στο αρθ.96 παρ.5 το εδ γ' για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να παραλειφθεί, καθώς δημιουργεί μείζονα ανασφάλεια δικαίου. Στην παρ.6 εδ α' για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής να προστεθεί “και όλοι οι λοιποί αρμόδιοι προς τούτο φορείς” (πχ ΚΕΠ, δικηγόροι κλπ). Στην ίδια παράγραφο στο εδ β' να αντικατασταθεί το “δύνανται” με το “υποχρεούνται”. Στο αρθ.100 παρ.2 εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, καθώς ο δικηγόρος δεν θα μπορεί ενώ εξελίσσεται η συνέντευξη να καταθέτει ενστάσεις και να ζητάει διευκρινίσεις από τον χειριστή και τον διερμηνέα, παρά άνευ ετέρου ο ρόλος του θα περιορίζεται, ως μη ώφειλε, στο τέλος της διαδικασίας. Προτείνουμε τη διατήρηση της ρύθμισης του αρθ.15 παρ.10 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024). Μάλιστα παρατηρούμε ότι ενώ με την εν λόγω ρύθμιση του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου ο δικηγόρος μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις και παρατηρήσεις που καταγράφονται στο πρακτικό, με την προτεινόμενη του υπό διαβούλευση ν/σ απομένει μόνο η δυνατότητα παρεμβάσεων, απαλείφεται η δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων και ουδεμία αναφορά υπάρχει στην υποχρέωση καταγραφής στο πρακτικό συνέντευξης των ερωτήσεων και παρεμβάσεων του δικηγόρου. Στο αρθ.101 παρ.3 να προστεθεί ότι “η προθεσμία του αρθ.15 παρ.12 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024) δεν εκκινεί παρά μόνο από την επομένη της αποδεδειγμένης εγχείρισης στον παρασταθέντα δικηγόρο ή στον επίτροπο/εκπρόσωπο του ασυνόδευτου ανηλίκου ή της αποστολής μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στους ανωτέρω των πρακτικών και του ηχητικού αρχείου της συνέντευξης, εφόσον ζητηθούν”. Αναφορικά με το αρθ.102 θεωρούμε απολύτως ανέφικτη την παροχή νομικής καθοδήγησης σε 15 ανθρώπους ταυτόχρονα, πόσο μάλλον σε 50! Περιττό να τονίσουμε ότι με τέτοια μεγέθη δεν μπορεί να υπάρχει καμία τήρηση της αρχής της εμπιστοσύνης και της αρχής της εχεμύθειας, που, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στα αρθ.3 παρ.1 και 5 γ) του Κώδικα Δικηγόρων, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεσμικής σχέσης ανάμεσα στη δικηγόρο κα τον εντολέα του. Θα πρέπει να αφαιρεθεί η πρόβλεψη περί παροχής νομικής καθοδήγησης από νομικούς συμβούλους διεθνών οργανισμών, διότι οι τελευταίοι, ακόμη και σε περίπτωση που είναι δικηγόροι, βρίσκονται σε αναστολή δικηγορίας κατ’αρθρο 31 παρ.1 γ) του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013). Κατά συνέπεια, με βάση και τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (αρθ. 36 σε συνδυασμό με αρθ.9), η παροχή του εν λόγω έργου θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιποίηση δικηγορίας κατ’αρθρο 175 ΠΚ. Στο αρθ.103 παρ.2 το «πριν από την προθεσμία» δεν σημαίνει τίποτα. Αν εννοεί πριν από την έναρξη της προθεσμίας δεν βγάζει νόημα, διότι η πρωτοβάθμια απορριπτική ακόμη δεν έχει επιδοθεί στον αιτούντα. Αν εννοεί πριν τη λήξη της προθεσμίας, οι 48 ώρες είναι ένα πάρα πολύ μικρό και προφανώς ανεπαρκές διάστημα για να γίνει μια σωστή δουλειά. Στην παρ.4 ο αιτών και ο δικηγόρος του πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση τουλάχιστον στο ουσιώδες περιεχόμενο των εγγράφων του φακέλου, όπως λίαν προσφάτως δέχθηκε η ΟλΣτΕ 535/2026 (ιδίως υπό σκέψεις 21 και 26) και παγίως δέχεται το ΔΕΕ (δείτε τις αποφάσεις του στις οποίες παραπέμπει η ΟλΣτΕ 535/2026). Στο αρθ.105 πολύ ορθά περιγράφονται οι ενέργειες που πρέπει να κάνει η διοίκηση επί ασυνόδευτου ανηλίκου αιτούντος. Ωστόσο, το δικαίωμα του εκπροσώπου του ανηλίκου να κάνει ερωτήσεις στον ανήλικο που δίνει συνέντευξη και στο τέλος αυτής, το οποίο του παρέχεται από το αρθ.15 παρ.10 του Κανονισμού Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ 308768/2024), εν προκειμένω «ψαλιδίζεται», καθώς στο τελευταίο εδάφιο της παρ.2, απομένει ως δικαίωμα του εκπροσώπου μόνο το να τοποθετηθεί και όχι να ρωτήσει τον συνεντευξιαζόμενο ανήλικο. Στο αρθ.107 παρ.1, η νέα ΚΥΑ που θα εκδοθεί προβλέπεται στην παρ.5 του άρθρου 153 του παρόντος και όχι στην παρ.4 του αρθ.153 του παρόντος, όπως από παραδρομή αναγράφηκε. Είναι πολύ σημαντική θετική εξέλιξη αυτή που αποτυπώνεται στην παρ.2, ότι δηλαδή εκτιμήσεις ηλικίας που διενεργούνται σε άλλες χώρες της ΕΕ με τρόπο μη συμβατό με τις απαιτήσεις του αρθ.25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δεν θα είναι αποδεκτές στην Ελλάδα. Στο αρθ.116 παρ.1 εδ β’ πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα να απαλλάσσεται ο συνοδευόμενος ανήλικος αιτών ΠΤΧ κάτω των 15 ετών από την αυτοπρόσωπη παρουσία του στη συνέντευξη και λόγω πολύ μικρής ηλικίας του και κατ’εκτίμηση της αποφαινόμενης αρχής, όπως προβλέπει και το τώρα ισχύον αρθ.82 παρ.7 Ν.4939/2022. Ιδιαιτέρως επαχθής και ανεπιεικής προς τον διοκούμενο ΠΤΧ είναι η προτεινόμενη ρύθμιση του αρθ. 118 παρ.2 εδ γ’ ότι έγγραφα που επικαλείται ο αιτών σε μεταγενέστερη αίτηση πρέπει να τα προσκομίζει μεταφρασμένα με δική του δαπάνη, διότι είναι αντίθετη και στην αρχή της χρηστής διοίκησης, αφού το μείζον μέλημα της διοίκησης πρέπει να είναι η έκδοση ορθής απόφασης επί του αιτήματος, είτε αυτό είναι το πρώτο, είτε είναι μεταγενέστερο. Επομένως η ratio σύμφωνα με την οποία η διοίκηση πρέπει να μεριμνά για τη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων είναι κοινή, είτε πρόκειται για την πρώτη, είτε για μεταγενέστερη αίτηση. Η δε ρύθμιση του εδ. α’ κατά την οποία η διοίκηση μπορεί να αναθέτει σε άλλους την μετάφραση, για να μην τεθεί ζήτημα καταστρατήγησης της αρχής της εμπιστευτικότητας από πλευράς των άλλων παρόχων μεταφραστικών υπηρεσιών, θα πρέπει να συμπληρωθεί με το περιεχόμενο ότι οι εκάστοτε πάροχοι μεταφραστικών υπηρεσιών με τη σύμβαση που θα συνάπτουν με την αποφαινόμενη αρχή θα υποχρεούνται να υπογράφουν ότι δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας κατά τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση με τους λοιπούς διερμηνείς της Υπηρεσίας Ασύλου. Στο αρθ.120 παρ.3 επαναλαμβάνουμε την κριτική μας στην εσφαλμένη πρακτική της διοίκησης να μην επιδίδει πλήρη την απόφαση σε όσους αναγνωρίζει ως δικαιούχους διεθνούς προστασίας, παρά μόνο απόσπασμα της. Αποτελεί στοιχειώδες δικαίωμα του διοικούμενου, εδραζόμενο επί του αρθ. 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), να γνωρίζει πού στηρίχθηκε και πώς αιτιολογεί η διοίκηση την απόφαση που τον αφορά, τούτο δε είναι συστατικό στοιχείο της αρχής της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη διοίκηση. Στο αρθ.121 πρέπει να προστεθεί εδάφιο κατά το οποίο επί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ασυνόδευτου ανηλίκου δεν θα εκδίδεται απόφαση επιστροφής εάν προηγουμένως δεν έχουν διακριβωθεί επαρκώς οι συνθήκες διαβίωσης που θα αντιμετωπίσει ο ανήλικος στη χώρα που θα επιστραφεί και δεν διαπιστωθεί προηγουμένως αιτιολογημένα ότι η επιστροφή είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του, σύμφωνα και με τις διαδικασίες του αρθ.91 του παρόντος και κατά οριζόμενα στο αρθ.11 Ν.5226/2025. Στο αρθ.131 παρ.4 επισημαίνουμε την πάγια αντίθεση μας με την υποχρέωση πληρωμής παραβόλου για την πρόσβαση στη διεθνή προστασία και ζητούμε την κατάργηση της για όλους τους αιτούντες. Άλλως ζητούμε την κατάργηση της για ασυνόδευτους ανηλίκους αιτούντες επειδή α) είναι αυταπόδεικτη η οικονομική τους αδυναμία και η πλήρης οικονομική τους εξάρτηση από το σύστημα παιδικής προστασίας προκειμένου να επιβιώσουν και β) παιδιά που έχουν ζήσει ιδιαιτέρως τραυματικές εμπειρίες είναι πιθανόν να αποκρύπτουν οψιφανή ή οψιγενή στοιχεία κρίσιμα για την αίτηση διεθνούς προστασίας και αυτό καθιστά έτι περαιτέρω συχνή την αναγκαιότητα υποβολής μεταγενέστερης αίτησης και έτι περαιτέρω ανεπιεική την υποχρέωση πληρωμής του παραβόλου των 300 ευρώ. Στο αρθ.134 στα θετικά προσμετράται ότι κατά την παρ.1 εδ γ’ αυτού θα διενεργείται πλέον συνέντευξη πριν τη λήψη της απόφασης ανάκλησης, πρόβλεψη που δεν υπήρχε στο υφιστάμενο εν ισχύ αρθ. 96 Ν.4939/2022. Στο αρθ.136 παρατηρούμε ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο προγενέστερο καθεστώς σύμφωνα με το οποίο η άσκηση της προσφυγής είχε πάντοτε αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα διότι η τώρα ισχύουσα διάταξη του αρθ.110 παρ.2 Ν.4939/2022 έχει δημιουργήσει μεγάλη ανασφάλεια δικαίου, η οποία διατηρείται και με το εν λόγω άρθρο του υπό διαβούλευση ν/σ. Αναφορικά με το αρθ.140 παρ.4 για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών θα πρέπει να προστεθεί, καθώς ελλείπει από το σχετικό με το ζήτημα αρθ.17 παρ.4 του Κανονισμού Λειτουργίας Επιτροπής Προσφυγών (ΥΑ 26750/ 2020), ότι η ακρόαση ηχογραφείται και το ηχητικό και τα πρακτικά αποστέλλονται αιτήσει του προσφευγοντος και μερίμνη της Γραμματείας της Επιτροπής Προσφυγών, η δε προθεσμία για την υποβολή του υπομνήματος του τελευταίου εδαφίου του αρθ.17 παρ.4 του Κανονισμού Λειτουργίας Επιτροπής Προσφυγών άρχεται από την επομένη της ηλεκτρονικής αποστολής των πρακτικών και του ηχητικού, εφόσον τα ζήτησε ο προσφεύγων. Όλα τούτα κατ’αναλογία με τα ισχύοντα για τη συνέντευξη που δίδεται στον α’ βαθμό. Επίσης αυτονόητο είναι ότι θα πρέπει να διενεργείται δια ζώσης και όχι εξ αποστάσεως, παρά μόνον αν το ζητήσει ο προσφεύγων και η Επιτροπή θεωρήσει ότι η εξ αποστάσεως προφορική ακρόαση δεν θα επηρεάσει την ικανότητα σχηματισμού δικανικής πεποίθησης της Επιτροπής. Στο αρθ.141 παρ.3 η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής θα πρέπει άνευ ετέρων προϋποθέσεων να συνιστά λόγο αναβολής, επομένως να απαλειφθούν όλες οι λέξεις από το «εφόσον» και μέχρι το τέλος της περιόδου. Στο αρθ.144 υπενθυμίζουμε το σχόλιο που υποβάλαμε αναφορικά με το αρθ.140 και την ηχογράφηση της συνέντευξης, την τήρηση των πρακτικών της και τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να λάβει, με αίτηση του και ατελώς, αντίγραφα αυτών πριν υποβάλει το υπόμνημα του στην προθεσμία που του χορήγησε η Επιτροπή. Με το αρθ.147 παρ.3 οι ασυνόδευτοι που δεν θα έχουν λάβει διεθνή προστασία δεν θα δικαιούνται να μένουν σε ΚΦΑΑ, ωσάν να τελείωσε η ανάγκη να λάβουν ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής προστασίας και θα μεταφέρονται στις ασφαλείς ζώνες. Έτσι οι ασφαλείς ζώνες γίνονται λίγο δομές φιλοξενίας δεύτερης κατηγορίας και λίγο (ή πολύ) ΠΡΟΚΕΚΑ… Στο αρθ.153 παρατηρούμε ότι επανειλημμένα σε διάφορα σημεία του υπό διαβούλευση ν/σ όταν γίνεται αναφορά στην εκδοθησόμενη ΚΥΑ για τη διαδικασία διακρίβωσης ηλικίας αναγράφεται εσφαλμένα η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ.4 του αρθ.153, ενώ το ορθό είναι ότι πρόκειται για την ΚΥΑ της παρ.5 του αρθ. 153.