Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΑΛΟΓΗΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗΣ, ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1356 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΙΑΛΟΓΗΣ ΥΠΗΚΟΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΣΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΚ) 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 ΚΑΙ (ΕΕ) 2019/817 (άρθρα 2-14)Σχόλιο του χρήστη international Rescue Committee (IRC) Hellas | 24 Μαΐου 2026, 16:59




Άρθρο 5 – Περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής Η «απαγόρευση εξόδου» κατά τον έλεγχο διαλογής δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο η κράτηση να καταστεί στην πράξη κανόνας και όχι εξαιρετικό μέτρο, και στην αυτόματη κράτησης αιτούντων άσυλο, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου. Κάθε μορφή στέρησης της ελευθερίας πρέπει να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, ως έσχατο μέτρο, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση, πλήρη αιτιολόγηση και ουσιαστική εξέταση εναλλακτικών μέτρων, σε πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Ζητούμε τη διαγραφή από το άρθρο 23 παρ. 2 της φράσης «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής», καθώς στην πράξη συνιστά μορφή de facto κράτησης χωρίς τις απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις και δικαστικό έλεγχο. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα επιβολής περιορισμού ελευθερίας σε παιδιά, είτε ασυνόδευτα είτε σε οικογενειακό πλαίσιο. Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί συμβατή με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ανεξαρτήτως διάρκειας ή μορφής. Παιδιά που φτάνουν στην Ελλάδα μετά από εμπειρίες πολέμου, εκτοπισμού, βίας ή επικίνδυνων διαδρομών χρειάζονται προστασία, σταθερότητα και κατάλληλη φροντίδα, όχι περαιτέρω περιορισμό και εγκλεισμό. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει άμεση παραπομπή παιδιών και οικογενειών σε κατάλληλες ανοιχτές δομές φιλοξενίας, πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες παιδικής προστασίας, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και νομική συνδρομή. Ιδίως για τα ασυνόδευτα παιδιά, πρέπει να τηρείται αυστηρά το τεκμήριο ανηλικότητας και να αποκλείεται κάθε μέτρο που οδηγεί σε κράτηση ή συνθήκες ισοδύναμες με κράτηση. Άρθρο 9 – Ιατρικός έλεγχος και έλεγχος ευαλωτότητας Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες του ελέγχου διαλογής δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους ελλιπούς εντοπισμού ευάλωτων προσώπων, όπως θύματα βασανιστηρίων, έμφυλης βίας, εμπορίας ανθρώπων ή άτομα με σοβαρό ψυχικό τραύμα. Πολλές μορφές τραύματος και ευαλωτότητας δεν είναι άμεσα ορατές και δεν μπορούν να εντοπιστούν μέσα από ταχείες και τυπικές διαδικασίες πρώτης καταγραφής. Η ανησυχία αυτή είναι ακόμη πιο έντονη σε σχέση με παιδιά, ασυνόδευτα ή με οικογένεια, καθώς η απουσία έγκαιρου και ουσιαστικού εντοπισμού αναγκών προστασίας μπορεί να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες για τη σωματική και ψυχική τους υγεία και ασφάλεια. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι η διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας δεν φαίνεται να αναστέλλει ή να επηρεάζει τις προθεσμίες της διαδικασίας διαλογής και παραπομπής. Ως αποτέλεσμα, πρόσωπα που δηλώνουν ανήλικα ενδέχεται να παραπέμπονται σε συνοριακές ή ταχύρρυθμες διαδικασίες πριν ολοκληρωθεί η εκτίμηση ηλικίας τους και πριν διασφαλιστεί αν πρόκειται για παιδιά που χρήζουν ειδικής προστασίας. Η πρακτική αυτή αντιβαίνει στο τεκμήριο ανηλικότητας, στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και στις ειδικές εγγυήσεις προστασίας που προβλέπει το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Ζητούμε να προβλέπεται ρητά ότι στο έγγραφο ελέγχου διαλογής καταγράφεται όχι μόνο η μη ολοκλήρωση του ελέγχου ευαλωτότητας αλλά και η μη ολοκλήρωση του ιατρικού ελέγχου, ώστε οι σχετικές διαδικασίες να συνεχίζονται υποχρεωτικά στα επόμενα στάδια της διαδικασίας ασύλου. Επιπλέον, απαιτείται σαφέστερη ρύθμιση ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας και πλήρης διασφάλιση του τεκμηρίου ανηλικότητας έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Κανένα πρόσωπο που δηλώνει ανήλικο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενήλικας ή να παραπέμπεται σε διαδικασίες που συνεπάγονται περιορισμό δικαιωμάτων πριν την οριστική ολοκλήρωση της εκτίμησης ηλικίας. Η ανεπαρκής, καθυστερημένη ή μη έγκαιρη ταυτοποίηση ευαλωτοτήτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ακατάλληλη παραπομπή προσώπων σε συνοριακές ή ταχύρρυθμες διαδικασίες, στην επιβολή περιορισμών της ελευθερίας, σε ακατάλληλες συνθήκες υποδοχής και σε περαιτέρω επιδείνωση τραύματος ή ψυχοκοινωνικών συνθηκών. Παράλληλα, η αποτυχία επαρκούς εντοπισμού ειδικών αναγκών προστασίας αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και υπονομεύει την αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες διεθνούς προστασίας. Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι η συμμόρφωση με τις προθεσμίες της διαδικασίας διαλογής δεν μπορεί να υπερισχύει της ανάγκης πλήρους, ουσιαστικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης των ευαλωτοτήτων, της κατάστασης υγείας και των αναγκών προστασίας των προσώπων που υποβάλλονται στη διαδικασία. Άρθρο 11 – Παραπομπή σε διαδικασία ασύλου / συνοριακή διαδικασία Η δυνατότητα παραπομπής στη συνοριακή διαδικασία βάσει απλών «αμφιβολιών» ως προς τα στοιχεία του αιτούντος είναι υπερβολικά αόριστη και ενδέχεται να οδηγήσει σε υπέρμετρη εφαρμογή της συνοριακής διαδικασίας, ακόμη και σε περιπτώσεις σφαλμάτων καταγραφής, ελλιπούς διερμηνείας ή σύγχυσης κατά την άφιξη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνοριακή διαδικασία χαρακτηρίζεται από επιταχυμένες προθεσμίες, περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή και αυξημένο κίνδυνο περιορισμού ελευθερίας, πρέπει να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση και με πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Ιδιαίτερη προστασία πρέπει να διασφαλίζεται για παιδιά. Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης παραπομπής προσώπων που δηλώνονται ως ανήλικα στη συνοριακή διαδικασία πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας, σε συμμόρφωση με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η αβεβαιότητα ως προς την ηλικία δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος του παιδιού ούτε να οδηγεί σε διαδικασίες που ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την προστασία και την ασφάλειά του. Άρθρο 13 – Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά η ουσιαστική και έγκαιρη πρόσβαση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, δικηγόρων και οργανώσεων προσφύγων και μεταναστών στα σημεία ελέγχου διαλογής. Η πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ενημέρωση και υποστήριξη δεν πρέπει να εξαρτάται από αόριστες έννοιες όπως «δημόσια τάξη» ή «διοικητική διαχείριση», ούτε να περιορίζεται μέχρι την ολοκλήρωση ελέγχων ασφαλείας. Η ενημέρωση πρέπει να παρέχεται σε γλώσσα που το πρόσωπο κατανοεί πραγματικά, με επαρκή διερμηνεία και προσβάσιμη πληροφόρηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις διαδικασίες. Η παρουσία ανεξάρτητων οργανώσεων, δικηγόρων και φορέων παιδικής προστασίας αποτελεί ουσιαστική εγγύηση διαφάνειας, λογοδοσίας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως για πρόσωπα σε αυξημένο κίνδυνο παραβιάσεων. Ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης Το σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνει ρύθμιση για τη σύσταση ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης, όπως απαιτείται από το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356. Ζητούμε την εισαγωγή ειδικής διάταξης στο παρόν νομοσχέδιο, ώστε να διασφαλίζεται μηχανισμός πραγματικά ανεξάρτητος, με συμμετοχή θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματική διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής. Η αποτελεσματική και ανεξάρτητη παρακολούθηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, την αρχή της μη επαναπροώθησης και την ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων αιτούντων άσυλο, παιδιών και οικογενειών.