ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 2
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1. Στο παρόν Μέρος θεσπίζονται μέτρα εφαρμογής του Κανονισμoύ (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817 (L της 22.5.2024).
2. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών και στους ανιθαγενείς που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 5 και στην παρ. 1 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356.
3. Κατ’ εξαίρεση, ο έλεγχος διαλογής δεν διενεργείται εάν υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει παράνομα στη χώρα επιστραφεί, αμέσως μετά τη σύλληψη, σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων ή δυνάμει διμερούς πλαισίου συνεργασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος διαλογής διενεργείται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει επιστραφεί ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας.
4. Yπήκοος τρίτης χώρας που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 2 αλλά εκκρεμεί ποινική δίωξη σε βάρος του και κρατείται, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 83 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), περί παράνομης εισόδου, εξόδου και παραμονής στη χώρα, ή υπόκειται σε διαδικασία έκδοσης, δεν υπάγεται στον έλεγχο διαλογής.
5. Στις περιπτώσεις της παρ. 4, εφόσον ο έλεγχος διαλογής είχε ήδη εκκινήσει, συμπληρώνεται το έντυπο του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 με τα διαθέσιμα στοιχεία, με αναφορά των περιστάσεων που οδήγησαν στη διακοπή, τον τερματισμό ή τη μη διενέργεια του ελέγχου διαλογής.
6. O έλεγχος διαλογής διακόπτεται όταν οι υπήκοοι τρίτων χωρών εγκαταλείπουν την χώρα, με προορισμό τη χώρα καταγωγής τους ή τη χώρα διαμονής ή άλλη τρίτη χώρα στην οποία αποφασίζουν εκούσια να επιστρέψουν και όπου η επιστροφή των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών γίνεται αποδεκτή.
Άρθρο 3
Καθορισμός αρχών ελέγχου διαλογής
1. Η Ελληνική Αστυνομία (εφεξής: «ΕΛ.ΑΣ.») είναι η αρμόδια αρχή ελέγχου διαλογής για την εξακρίβωση ή επαλήθευση ταυτότητας και τη διενέργεια των ελέγχων ασφαλείας, που προβλέπονται στα άρθρα 14, 15 και 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, αντίστοιχα.
2. Για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της παρ. 1, η ΕΛ.ΑΣ. συνεργάζεται με:
α) την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου,
β) κάθε άλλη κατά περίπτωση αρμόδια εθνική αρχή, διεθνείς οργανισμούς, τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (FRONTEX) και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, όπου απαιτείται.
3. Εκτός των αρμοδιοτήτων της ΕΛ.ΑΣ. κατά την παρ. 1, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου είναι η αρμόδια αρχή Ελέγχου Διαλογής για τη διενέργεια όλων των υπόλοιπων επιμέρους σταδίων του ελέγχου διαλογής.
4. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής της παρ. 3, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης συνεργάζεται με:
α) την Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την παραπομπή στην κατάλληλη διαδικασία διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356,
β) τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για τον ορισμό προσωρινού εκπροσώπου ή εκπροσώπου στους ασυνόδευτους ανηλίκους και γενικά την παροχή περαιτέρω υποστήριξης στα ευάλωτα πρόσωπα,
γ) την ΕΛ.ΑΣ. και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, καθώς και κάθε άλλη κατά περίπτωση αρμόδια εθνική Αρχή, διεθνείς οργανισμούς και όργανα ή υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο και η FRONTEX.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΑΛΟΓΗΣ
Άρθρο 4
Σημεία ελέγχου διαλογής
1. Τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.) και οι Κλειστές Ελεγχόμενες Δομές (Κ.Ε.Δ.) της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, καθώς και οι Κινητές Μονάδες Καταγραφής και Συντονισμού Μετακινήσεων (Κ.Μ.Κ.Σ.Μ.), που λειτουργούν στα εξωτερικά σύνορα ή πλησίον αυτών ή εναλλακτικά σε άλλες τοποθεσίες εντός της επικράτειας, ορίζονται ως σημεία ελέγχου διαλογής και λειτουργούν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356.
2. Η διοικητική εποπτεία των Κ.Υ.Τ., των Κ.Ε.Δ. και των Κ.Μ.Κ.Σ.Μ. ανήκει στη Διεύθυνση Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης και Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, η οποία έχει την ευθύνη για τον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών.
3. Τα πρόσωπα που υπάγονται σε έλεγχο διαλογής οδηγούνται αμελλητί και εντός του απολύτως αναγκαίου χρονικού διαστήματος με ευθύνη των αστυνομικών ή λιμενικών αρχών που επιλαμβάνονται αρμοδίως, στα ορισμένα σημεία ελέγχου διαλογής που υποδεικνύονται από τον Διοικητή της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Όταν άστεγοι ασυνόδευτοι ανήλικοι ή ανήλικοι που διαβιούν σε επισφαλείς συνθήκες εντοπίζονται από τον Εθνικό Μηχανισμό Επείγουσας Ανταπόκρισης (εφεξής: «Ε.Μ.Ε.Α.») της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, και κατόπιν ελέγχου των στοιχείων τους, προκύπτει ότι δεν έχουν υπαχθεί σε διαδικασίες ελέγχου διαλογής, μεταφέρονται με μέριμνα του Ε.Μ.Ε.Α. στα σημεία ελέγχου διαλογής.
Άρθρο 5
Παραμονή και περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής
1. Τα πρόσωπα που υπάγονται σε έλεγχο διαλογής παραμένουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ολοκλήρωση του ελέγχου.
Ειδικότερα:
α) εφόσον τα πρόσωπα έχουν εκφράσει πρόθεση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας, επιβάλλεται περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, για τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου διαλογής,
β) εφόσον δεν έχουν εκφράσει πρόθεση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας, τα πρόσωπα υπόκεινται, για τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου διαλογής, είτε σε κράτηση σε Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης Αλλοδαπών (ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α.), είτε σε εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, τα οποία επιβάλλονται με απόφαση της ΕΛ.ΑΣ. σύμφωνα με τα άρθρα 16 έως 19 του ν. 5226/2025 (Α’ 154).
2. Εφόσον τα πρόσωπα κρατούνται ήδη σε Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης Αλλοδαπών, κατά την παρ. 1, οι διαδικασίες του ελέγχου διαλογής εξακολουθούν να διενεργούνται αποκλειστικά στα σημεία ελέγχου διαλογής της παρ. 1 του άρθρου 4.
3. Εφόσον λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο ελέγχου διαλογής, η παραμονή σε καθορισμένο σημείο ελέγχου διαλογής εντός της επικράτειας, η κράτηση ή η οποιαδήποτε μετακίνηση ή μεταγωγή των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, καθώς και η άσκηση ποινικής δίωξης για τα αδικήματα του άρθρου 27 του ν. 5226/2025, δεν συνιστούν νόμιμη είσοδο των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών στην ελληνική επικράτεια ούτε θεμελιώνεται δικαίωμα νόμιμης παραμονής.
4. Ο Διοικητής της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, εξαιρετικώς, λόγω αύξησης αφίξεων ή για την προσήκουσα ολοκλήρωση των διαδικασιών των προηγούμενων άρθρων και ιδίως σε περίπτωση προσώπων που έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής, με απόφασή του δύναται να παραπέμπει τον υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή σε σημεία ελέγχου διαλογής εντός της υπόλοιπης επικράτειας. Εφόσον λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ελέγχου διαλογής, η μετακίνηση στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου δεν συνιστά νόμιμη είσοδο στην ελληνική επικράτεια.
Άρθρο 6
Ενημέρωση κατά τον έλεγχο διαλογής
1. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής, ενημερώνονται άμεσα από το Κλιμάκιο Ενημέρωσης του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή της Κλειστής Ελεγχόμενης Δομής ή της Κινητής Μονάδας Καταγραφής και Συντονισμού Μετακινήσεων, σε γλώσσα που κατανοούν ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοούν, συμπεριλαμβανόμενης της νοηματικής γλώσσας, για τα στοιχεία του άρθρου 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, είτε με έντυπο, είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων των οπτικοακουστικών και άλλων ηλεκτρονικών μέσων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών. Για την υποστήριξη της παρεχόμενης ενημέρωσης, δύναται να λειτουργεί εντός των σημείων ελέγχου διαλογής ειδικό σημείο ενημέρωσης.
2. Τα μέσα και οι μέθοδοι ενημέρωσης των ασυνόδευτων ανηλίκων ή άλλων ευάλωτων προσώπων διαμορφώνονται σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας. Ιδίως για τους ανηλίκους, λαμβάνεται μέριμνα ώστε το υλικό και το περιεχόμενο της ενημέρωσης να είναι φιλικά προς τα παιδιά και προσαρμοσμένα στην ηλικία, την ωριμότητα, τη γλωσσική ικανότητα και τις ειδικές ανάγκες τους. Η ενημέρωση παρέχεται από ειδικώς εκπαιδευμένο προσωπικό, σε περιβάλλον που διασφαλίζει την προστασία, την ασφάλεια και την ψυχοκοινωνική ευημερία του ανηλίκου, επιτρέπει την ουσιαστική κατανόηση των πληροφοριών και των δικαιωμάτων του και με τη συμμετοχή του ενήλικου μέλους οικογένειας ή του προσωρινού εκπροσώπου ή του εκπροσώπου των ανηλίκων.
3. Οι αρμόδιες αρχές ελέγχου διαλογής δύνανται να αναθέτουν στην Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή σε άλλους κατά περίπτωση διεθνείς οργανισμούς και συνεργαζόμενους φορείς την παροχή πληροφοριών στους υπαγόμενους στον έλεγχο διαλογής, ανάλογα με την εντολή και τις αρμοδιότητες του κάθε οργανισμού.
Άρθρο 7
Έλεγχος ασφαλείας
1. Ο έλεγχος ασφαλείας διενεργείται από την ΕΛ.ΑΣ. σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και την εθνική νομοθεσία.
2. Κατά την άφιξη στο σημείο ελέγχου διαλογής διενεργούνται υποχρεωτικά σωματική έρευνα και έλεγχος αντικειμένων από την ΕΛ.ΑΣ.. Η σωματική έρευνα διεξάγεται από πρόσωπο ιδίου φύλου με το ελεγχόμενο πρόσωπο, τηρουμένων των αρχών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και με σεβασμό στη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα των προσώπων. Η έρευνα προσωπικών αντικειμένων ή αποσκευών πραγματοποιείται παρουσία του ελεγχόμενου προσώπου. Στην περίπτωση ανηλίκων, η σωματική έρευνα διενεργείται παρουσία ενήλικου μέλους της οικογένειάς τους, κατά το άρθρο 17 του παρόντος, ή, εάν είναι ασυνόδευτοι, παρουσία του προσωρινού εκπροσώπου ή του εκπροσώπου, σύμφωνα με τις εγγυήσεις του άρθρου 13 του Κανονισμού (EE) 2024/1356.
3. Εκτός από τις ενωσιακές βάσεις δεδομένων της παρ. 2 του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να πραγματοποιούν αναζητήσεις και σε σχετικές εθνικές βάσεις δεδομένων.
4. Εφόσον, κατά τον έλεγχο ασφαλείας, προκύψει ότι το ελεγχόμενο πρόσωπο ενδέχεται να συνιστά απειλή για την εσωτερική ασφάλεια, η αρμόδια αστυνομική αρχή καταχωρίζει το σχετικό εύρημα στο έντυπο ελέγχου διαλογής του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και προβαίνει στις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96) ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω διερεύνησης και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, της επιβολής μέτρων, όπως η κράτηση.
5. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 7 και 8, όταν υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας στα συνοριακά σημεία διέλευσης, οι αρμόδιες αρχές ελέγχου διαλογής συνεκτιμούν τα στοιχεία που έχουν προκύψει από τους διενεργούμενους συνοριακούς ελέγχους, στο μέτρο που αυτά είναι συναφή και επαρκή για τους σκοπούς της διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται η αποφυγή επαναληπτικών ελέγχων.
6. Σε κάθε περίπτωση, διασφαλίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (L 119 της 4.5.2016), όπου αυτός εφαρμόζεται, και, ιδίως για επεξεργασίες που πραγματοποιούνται από αρμόδιες αρχές για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, διαπίστωσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή διασφάλισης της δημόσιας και εσωτερικής ασφάλειας, σύμφωνα με τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137), τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
Άρθρο 8
Καταχώριση προσωπικών στοιχείων και λήψη βιομετρικών δεδομένων
1. Η ΕΛ.ΑΣ., με τη συνδρομή αξιωματικών του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (FRONTEX) και προσωπικού της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, όπου απαιτείται, προβαίνει σε επαλήθευση ή εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας και ιθαγένειας και στη λήψη και καταχώριση των βιομετρικών δεδομένων των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1358 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή βιομετρικών δεδομένων προκειμένου να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι κανονισμοί (ΕΕ) 2024/1351 και (ΕΕ) 2024/1350 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου και να ταυτοποιούνται οι παρανόμως διαμένοντες υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς και σχετικά με αιτήσεις αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L της 22.5.2024). Η λήψη βιομετρικών δεδομένων με σκοπό τόσο την εξακρίβωση ή την επαλήθευση της ταυτότητας όσο και την καταχώριση, πραγματοποιείται άπαξ στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής.
2. Τα στοιχεία που προκύπτουν από την επαλήθευση της ταυτότητας και της ιθαγένειας καταχωρίζονται στο έντυπο ελέγχου διαλογής του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356. Όταν η επαλήθευση της ταυτότητας ή της ιθαγένειας δεν είναι δυνατή με κανέναν από τους τρόπους που προβλέπονται στα άρθρα 14 και 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 κατά το στάδιο του ελέγχου διαλογής, καταχωρίζονται τα στοιχεία που εξακριβώνονται από το σύνολο των ελέγχων στις βάσεις δεδομένων, τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις δηλώσεις του ενδιαφερόμενου. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την ταυτότητα ή την ιθαγένεια, αυτό καταγράφεται στο έντυπο ελέγχου διαλογής και η περαιτέρω διερεύνηση διενεργείται στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας διεθνούς προστασίας ή της διαδικασίας επιστροφής, κατά περίπτωση.
3. Η λήψη και καταχώριση βιομετρικών δεδομένων που αφορά ανηλίκους γίνεται παρουσία μέλους της οικογένειάς τους ή, στην περίπτωση ασυνόδευτων ανηλίκων, προσωρινού εκπροσώπου ή εκπροσώπου, σύμφωνα με τις εγγυήσεις του άρθρου 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356.
Η εξακρίβωση ταυτότητας υπηκόων τρίτων χωρών που διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, για τη διαπίστωση του νόμιμου ή μη χαρακτήρα της παραμονής τους, ή την αξιολόγηση πιθανών απειλών για την εσωτερική ασφάλεια δεν συνιστά έλεγχο διαλογής κατά την έννοια του παρόντος.
4. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, όπου αυτός εφαρμόζεται ενώ ειδικά όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται από αρμόδιες αρχές για σκοπούς ελέγχου συνόρων, μετανάστευσης, πρόληψης ή αξιολόγησης απειλών κατά της δημόσιας και εσωτερικής ασφάλειας, σύμφωνα με τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137), τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
Άρθρο 9
Προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος και έλεγχος ευαλωτότητας
1. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής έχουν πρόσβαση σε επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και στην απαραίτητη θεραπευτική αγωγή. Το Κλιμάκιο Ιατρικού Ελέγχου και Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης, που λειτουργεί εντός του καθορισμένου σημείου ελέγχου διαλογής, διεξάγει τον προβλεπόμενο προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και τις σχετικές έγγραφες οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας για την πρόληψη μετάδοσης νοσημάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Κατά τον ως άνω έλεγχο, το ιατρικό προσωπικό λαμβάνει, κατόπιν συναίνεσης, ιατρικό ιστορικό, παραλαμβάνει τυχόν ιατρικά έγγραφα που έχει στη διάθεσή του ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής και δημιουργεί ιατρικό φάκελο για κάθε εξεταζόμενο πρόσωπο για σκοπούς παροχής ιατρικής φροντίδας, αξιολόγησης της κατάστασης υγείας και εντοπισμού τυχόν ευαλωτότητας, ο οποίος τηρείται και διαβιβάζεται μόνο μεταξύ ιατρικού προσωπικού και δεν κοινοποιείται σε τρίτους, πλην όμως αναρτάται στο Ενιαίο Πληροφοριακό Σύστημα Υποδοχής και Ασύλου «ΑΛΚΥΟΝΗ 2» (εφεξής: «ΑΛΚΥΟΝΗ 2»). Η πρόσβαση στα καταχωριζόμενα στοιχεία στο ΑΛΚΥΟΝΗ 2 παρέχεται κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με τις πολιτικές ασφάλειας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, αποκλειστικά σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό, υπό διαβαθμισμένα δικαιώματα πρόσβασης, ανάλογα με τον ρόλο αυτού και την εκάστοτε υπηρεσιακή ανάγκη. Η επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 13 περί ιατρικού απορρήτου και το άρθρο 14 περί τήρησης ιατρικού αρχείου του ν. 3418/2005 (Α΄287), τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137), καθώς και με την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής πρόσβασης και ενεργειών (audit logs).
2. Στη συνέχεια, διεξάγεται προκαταρκτικός έλεγχος ευαλωτότητας του υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς από το Κλιμάκιο Ιατρικού Ελέγχου και Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης του εκάστοτε σημείου ελέγχου διαλογής σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356. Εάν ο ανωτέρω έλεγχος δεν έχει ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται για την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής, αυτό αναγράφεται στο έντυπο ελέγχου διαλογής του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και συνεχίζεται κατά την επόμενη διαδικασία ασύλου και υποδοχής, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (L της 22.5.2024) και το άρθρο 38 του παρόντος ή κατά τη διαδικασία επιστροφής, κατά περίπτωση.
3. Ο προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος και ο προκαταρκτικός έλεγχος ευαλωτότητας διενεργούνται από εξειδικευμένο προσωπικό του ως άνω Κλιμακίου, όπως, κατά περίπτωση, από ιατρό γενικής ιατρικής ή παθολογίας και παιδίατρο, νοσηλευτή, ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό, παρουσία διερμηνέα ή πολιτισμικού διαμεσολαβητή, και σε συνθήκες εμπιστευτικότητας και ασφάλειας.
4. Στην περίπτωση ανηλίκων, οι διαδικασίες του παρόντος λαμβάνουν χώρα παρουσία ενήλικου μέλους της οικογένειάς τους ή, εάν είναι ασυνόδευτοι, παρουσία προσωρινού εκπροσώπου ή επιτρόπου, σύμφωνα με τις εγγυήσεις του άρθρου 13 του Κανονισμού (EE) 2024/1356.
5. Σε περίπτωση που, σε οποιοδήποτε στάδιο του ελέγχου διαλογής, ανακύψει αμφιβολία για την ηλικία υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, οι αρμόδιες αρχές ελέγχου διαλογής ενημερώνουν την αποφαινόμενη αρχή της περ. α) του άρθρου 95, η οποία εκκινεί διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η διαδικασία εκτίμησης ηλικίας δεν αναστέλλει την προθεσμία για την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής. Στην περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται για τον έλεγχο διαλογής, αυτό αναγράφεται στο έντυπο ελέγχου διαλογής, και μπορεί να ολοκληρωθεί κατά το στάδιο της επόμενης διαδικασίας, είτε της διεθνούς προστασίας είτε της επιστροφής, ανάλογα με την περίπτωση.
Άρθρο 10
Συμπλήρωση του εγγράφου ελέγχου διαλογής
1. Ο έλεγχος διαλογής διενεργείται χωρίς καθυστέρηση και ολοκληρώνεται σε κάθε περίπτωση εντός των προθεσμιών των παρ. 3 και 4 του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356. Εάν οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς αφικνούνται ή συλλαμβάνονται σε περιοχή στην οποία δεν λειτουργεί σημείο ελέγχου διαλογής του άρθρου 4 του παρόντος, ή στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος, καθώς και σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η ανωτέρω προθεσμία εκκινεί από την άφιξή τους στο καθορισμένο σημείο ελέγχου διαλογής. Εάν μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν συμπληρωθούν ή δεν είναι διαθέσιμες όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες, αυτό αναγράφεται στο έγγραφο ελέγχου διαλογής του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, το πρόσωπο παραπέμπεται στην κατάλληλη διαδικασία, και η συμπλήρωσή τους πραγματοποιείται στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας διεθνούς προστασίας ή επιστροφής, κατά περίπτωση.
2. Για κάθε πρόσωπο που υποβάλλεται σε έλεγχο διαλογής, συμπληρώνεται τυποποιημένο έγγραφο ελέγχου διαλογής, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, και το πρόσωπο παραπέμπεται στην κατάλληλη διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 του παρόντος. Το έγγραφο ελέγχου διαλογής τηρείται στο ΑΛΚΥΟΝΗ 2 στο οποίο έχουν διαβαθμισμένη πρόσβαση οι αρμόδιες αρχές ελέγχου διαλογής και η Υπηρεσία Ασύλου με βάση τις πολιτικές ασφαλείας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Τα στοιχεία που προκύπτουν από την επαλήθευση ή την εξακρίβωση ταυτότητας και ιθαγένειας και τα αποτελέσματα των ελέγχων ασφαλείας καταχωρίζονται από την ΕΛ.ΑΣ., ενώ τα υπόλοιπα πεδία συμπληρώνονται από την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Η φόρμα συμπληρώνεται σε ηλεκτρονική μορφή στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα με σαφή τρόπο, με ρητή μνεία των πληροφοριών ή στοιχείων που προκύπτουν από επαλήθευση των αρμόδιων αρχών και των πληροφοριών ή στοιχείων που παρέχονται κατά δήλωση του ενδιαφερόμενου προσώπου.
3. Οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο ελέγχου διαλογής καταγράφονται κατά τρόπο που διασφαλίζει τη δυνατότητα διοικητικού και δικαστικού ελέγχου στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας διεθνούς προστασίας ή επιστροφής. Έντυπο το οποίο περιέχει τις πληροφορίες του εγγράφου ελέγχου διαλογής κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, o οποίος το υπογράφει και ενημερώνεται για το περιεχόμενό του σε γλώσσα που κατανοεί, με εξαίρεση τις πληροφορίες που αφορούν την αναζήτηση σε σχετικές βάσεις δεδομένων για ελέγχους ασφαλείας. Πριν από τη διαβίβαση της φόρμας στις αρμόδιες αρχές, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποδείξει τυχόν ανακρίβειες. Η σχετική υπόδειξη καταγράφεται από τις αρχές ελέγχου διαλογής στο αντίστοιχο πεδίο της φόρμας και του εντύπου. Για τις περιπτώσεις ανηλίκων, η επιβεβαίωση περί της ορθότητας ή η υπόδειξη για τυχόν ανακρίβειες των στοιχείων γίνεται για λογαριασμό του ανηλίκου από το ενήλικο μέλος της οικογένειάς του ή στην περίπτωση των ασυνόδευτων ανηλίκων, από τον προσωρινό εκπρόσωπο ή τον εκπρόσωπό τους, στους οποίους και κοινοποιείται το έντυπο.
4. Η συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων σε όλα τα στάδια του ελέγχου διαλογής διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης και της διαγραφής τους σύμφωνα με τους προβλεπόμενους χρόνους τήρησης, είναι η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Η διαγραφή των δεδομένων υλοποιείται επιχειρησιακά από τις αρμόδιες οργανικές μονάδες πληροφορικής του Υπουργείου, σύμφωνα με τις οδηγίες του υπευθύνου επεξεργασίας και την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, η διαγραφή γίνεται αυτόματα με τη λήξη των προθεσμιών διατήρησης που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1358.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΙΑΛΟΓΗΣ
Άρθρο 11
Παραπομπή σε διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας
1. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής, ή όταν παρέλθουν οι προθεσμίες του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, και εφόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει εκφράσει τη βούλησή του να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, παραπέμπεται από την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης, στην κατάλληλη διαδικασία διεθνούς προστασίας, η οποία επιλέγεται από κοινού με το κατά τόπον αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου που μπορεί να λειτουργεί εντός του σημείου ελέγχου διαλογής και βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, προκειμένου να καταχωρισθεί και στη συνέχεια να κατατεθεί η αίτηση διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και τα άρθρα 109 και 110 του παρόντος, καθώς και τα άρθρα 34, 42, 43 και 44 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, από τη στιγμή που υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, λαμβάνουν τις συνθήκες υποδοχής που προβλέπονται στο Μέρος Β΄ του Πρώτου Βιβλίου.
3. Εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με στοιχεία του αιτούντος που δεν έχουν επαληθευθεί από τις αρχές ελέγχου διαλογής, και μέχρι την οριστική εκτίμησή τους με τη διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας του αιτούντος του άρθρου 107 και τη διαδικασία αλλαγής στοιχείων ταυτότητας του αιτούντος του άρθρου 111, το πρόσωπο παραπέμπεται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 43 έως 45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Εάν κριθεί από την αποφαινόμενη αρχή της περ. α) του άρθρου 95 ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας πρέπει να εξαιρεθεί από τη συνοριακή διαδικασία, τότε γίνεται η σχετική παραπομπή στην κατάλληλη διαδικασία. Παραπομπή στη συνοριακή διαδικασία δεν επιτρέπεται, εφόσον η έναρξη της κανονικής ή της ταχείας διαδικασίας εξέτασης αιτήσεως διεθνούς προστασίας συνεπάγεται την είσοδο στην επικράτεια, η οποία δεν μπορεί να ανακληθεί εκ των υστέρων.
4. Εφόσον, κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής ή κατά την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προκύπτει ότι το πρόσωπο πρόκειται να μετεγκατασταθεί σύμφωνα με το άρθρο 67 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2021/1147 και (ΕΕ) 2021/1060 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 (L της 22.5.2024) ή στο πλαίσιο άλλου μηχανισμού αλληλεγγύης, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης ενημερώνει αμελλητί το Τμήμα της Εθνικής Μονάδας Δουβλίνου, ως αρμόδια αρχή για τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους κατά το άρθρο 213 του παρόντος. Η εν λόγω Αρχή, όταν παραπέμπει το πρόσωπο στο κράτος μέλος μετεγκατάστασης, διαβιβάζει το έντυπο ελέγχου διαλογής, καθώς και κάθε άλλο απαιτούμενο συνοδευτικό έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351. Μέχρι την πραγματοποίηση της μετεγκατάστασης, το πρόσωπο φιλοξενείται σε περιφερειακές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.
Άρθρο 12
Παραπομπή σε διαδικασία επιστροφής
1. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής, ή όταν παρέλθουν οι προθεσμίες του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, και βάσει των στοιχείων του εντύπου διαλογής, οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για είσοδο και νόμιμη διαμονή στη χώρα, παραπέμπονται από την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης αμελλητί στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. για την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής του ν. 5226/2025 (Α’ 154). Η παραπομπή πραγματοποιείται αμελλητί με τη διαβίβαση του εντύπου ελέγχου διαλογής καθώς και κάθε άλλου συνοδευτικού εγγράφου.
2. Μέχρι την ολοκλήρωση της παραπομπής και την ανάληψη των περαιτέρω ενεργειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ., οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς της παρ. 1 μπορούν να παραμένουν για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, και πάντως όχι πέραν των επτά (7) ημερών, στα καθορισμένα σημεία ελέγχου διαλογής.
Άρθρο 13
Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής
1. Κατά τον έλεγχο διαλογής, ο Διοικητής και το προσωπικό των καθορισμένων σημείων ελέγχου διαλογής μεριμνούν ώστε οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς:
α) να διατηρούν την οικογενειακή τους ενότητα,
β) να έχουν πρόσβαση σε επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και κάθε απαραίτητη θεραπευτική αγωγή ή ψυχοκοινωνική στήριξη,
γ) να τυγχάνουν, εφόσον εμπίπτουν σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 38, της κατάλληλης κατά περίπτωση μεταχείρισης, ιδίως εφόσον είναι ασυνόδευτοι ανήλικοι,
δ) να ενημερώνονται επαρκώς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
2. Πρόσβαση στα σημεία ελέγχου διαλογής έχουν μόνο οι Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών (Ο.Κοι.Π.) που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που τηρείται στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και οι εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης και σχετικής άδειας από την Κεντρική Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, και μόνο αφού έχει ολοκληρωθεί ο έλεγχος ασφαλείας του άρθρου 7. Η πρόσβαση μπορεί να περιορισθεί μόνο για λόγους ασφάλειας, δημόσιας τάξης ή για να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή του ελέγχου διαλογής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356.
3. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς οφείλουν, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, να τηρούν την κείμενη εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, να συμμορφώνονται με τις οδηγίες του προσωπικού, να σέβονται την εύρυθμη λειτουργία του καθορισμένου κέντρου ελέγχου διαλογής, την ασφάλεια, την περιουσία και την αξιοπρέπεια των λοιπών προσώπων που βρίσκονται στον χώρο αυτό, και να απέχουν από οποιαδήποτε πράξη βίας, απειλής, διατάραξης ή άλλης συμπεριφοράς που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το προσωπικό ή άλλα πρόσωπα.
4. Η μη συμμόρφωση με υποχρέωση που συνδέεται με τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής, όταν έχει ως αποτέλεσμα ο έλεγχος να παρεμποδίζεται ουσιωδώς, μπορεί να επιφέρει τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ολοκλήρωσή του, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης των αρμόδιων αστυνομικών αρχών και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, της υποβολής σε κράτηση, καθώς και της λήψης άλλων πρόσφορων μέτρων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358 και στο άρθρο 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 14
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μετανάστευσης και Ασύλου, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη δύνανται να καθορίζονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις για τη διάθεση του προσωπικού, την παροχή υποδομών και εξοπλισμού, καθώς και κάθε άλλο συναφές ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου, καθορίζεται το πρόγραμμα ιατρικού ελέγχου, ψυχοκοινωνικής αξιολόγησης και υποστήριξης των υπηκόων τρίτων χωρών και των ανιθαγενών κατά τον έλεγχο διαλογής.





Άρθρο 9: Προκαταρκτικός έλεγχος και έλεγχος ευαλωτότητας.
Στην παρ. 2 του άρθρου 9 μνημονεύεται η περίπτωση της μη ολοκληρωσης του προκαταρκτικού ελέγχου ευαλωτότητας και η δυνατότητα αναγραφής της περίπτωσης αυτής στο έντυπο ελέγχου διαλογής και δίνεται η δυνατότητα να συνεχιστεί ο έλεγχος κατά τα επόμενα στάδια της διαδικασίας ασύλου και υποδοχής ή κατά τη διαδικασία επιστροφής κατά περίπτωση. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και για τον προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο και άρα η πρόβλεψη της περίπτωσης μη ολοκλήρωσής του να συμπεριληφθεί στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, ώστε να μπορεί αυτός να ολοκληρωθεί στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.
Άρθρο 13:Στην παράγραφο 2 είναι απαραίτητο να αναφέρεται ότι κατά τον έλεγχο διαλογής οι Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών και δικηγόροι έχουν ελεύθερη και πραγματική πρόσβαση στους υπηκόους τρίτων χωρών και ανιθαγενείς στα σημεία ελέγχου διαλογής, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό Διαλογής. Ειδικότερα η εξάρτηση της πρόσβασης δικηγόρων στα σημεία ελέγχου διαλογής δεν μπορεί να υπόκειται σε προηγούμενη αδειοδότηση από την ΥΠΥΤ, καθόσον η προϋπόθεση της αδειοδότησης εξουσιοδοτημένων δικηγόρων αντίκειται στον Κώδικα Περί Δικηγόρων και καταργεί στην πράξη την πρόβλεψη του άρθρου 8 του Κανονισμού Διαλογής που προβλέπει πραγματική πρόσβαση στους υπηκόους τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής.
Το άρθρο 10 του Κανονισμού Διαλογής προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν ανεξάρτητο μηχανισμό για την παρακολούθηση της συμμόρφωσής τους με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο κατά τις διαδικασίες διαλογής. Η πρόβλεψη του μηχανισμού δεν περιλήφθηκε στο παρόν νομοσχέδιο αλλά στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο: «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και συναφείς διατάξεις» κατά παράβαση της καλής νομοθέτησης. Αλλά και επί της ουσίας, ο ορισμός της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ως του ανεξάρτητου μηχανισμού δεν συνάδει με τη διάταξη του άρθρου 10 του Κανονισμού Διαλογής, καθώς δεν πρόκειται για Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όπως ρητά προβλέπεται αλλά ούτε πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας. Έτσι και οι Συστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA), Monitoring fundamental rights during screening and the asylum border procedure – A guide on national independent mechanisms, : https://fra.europa.eu/en/publication/2024/border-rights-monitoring, οι παρατηρήσεις του Συνηγόρου του Πολίτη για τη διάταξη του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: https://www.synigoros.gr/el/category/default/post/parathrhseis-or-ar8ro-39-*-sxedio-nomoy-anamorfwsh-toy-klhronomikoy-dikaioy-kai-alles-diata3eis, και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής για τη διάταξη: https://www.nchr.gr/ta-nea-mas/2263-i-eeda-stin-koinovouleftiki-epitropi-gia-to-sxedio-nomou-tou-ypourgeiou-dikaiosynis.html.
Πεδίο εφαρμογής: άρθρο 2
Στην εξαίρεση της παρ. 4 θα πρέπει να υπόκεινται και τα άτομα κατά των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη για τη χρήση πλαστών εγγράφων ή εγγράφων άλλου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 6 του ν. 5038/2023, δεδομένης της χρήσης τέτοιων εγγράφων από αιτούντες διεθνή προστασία για τον ίδιο το σκοπό της αναζήτησης διεθνούς προστασίας, καθότι η απειληθείσα βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την προσωπική ελευθερία αυτών, ως υπέρτατα έννομα αγαθά, είναι σημαντικά ανώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από την τυχόν προκληθείσα βλάβη στο κρατικό έννομο αγαθό της ελληνικής δημόσιας τάξεως και στο κοινωνικό έννομο αγαθό της πίστεως περί τα υπομνήματα (βλ. ΠλημμΠατρών 5477/2017). Στην εν λόγω εξαίρεση πρέπει να υπόκεινται και τα άτομα κατά των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα των άρθρων 24 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεδομένου ότι για τα εν λόγω αδικήματα κατηγορούνται νεοαφιχθέντες πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που επιθυμούν να αιτηθούν διεθνή προστασία και συχνά συναντούν προβλήματα κατά την υποβολή σχετικών αιτημάτων σε μεταγενέστερο στάδιο (https://equal-rights.org/articles/182).
Περιορισμός ελευθερίας και κράτηση: άρθρο 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 23
Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α’, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 23 παρ. 2 ισοδυναμεί με κράτηση στο βαθμό που περιλαμβάνει την απαγόρευση εξόδου από ΚΥΤ ή ΚΕΔ ή ΚΜΚΣΜ, καθώς συνεπάγεται περιορισμό σε ειδικό χώρο με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του ατόμου (βλ. ορισμό της κράτησης στο άρθρο 17 περ. ιβ’ του παρόντος νομοσχεδίου).
Δεδομένου ότι η απαγόρευση εξόδου συνιστά κράτηση, το άρθρο 23 παρ. 2, προβλέποντας περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας με “απαγόρευση εισόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής”, θέτει ως κανόνα και όχι έσχατο μέτρο την κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής. Τούτο σε αντίθεση με τον Κανονισμό 2024/1356 που αναφέρει ότι “Η κράτηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ως έσχατη λύση σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας” (σκέψη 11).
Πρέπει συνεπώς να διαγραφεί η απαγόρευση εισόδου ως μέσο περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας στο άρθρο 23 παρ. 2 και να προβλεφθεί ρητά πως η κράτηση κατά το στάδιο του ελέγχου διαλογής ατόμων που έχουν δηλώσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία θα λαμβάνει χώρα μόνον κατ’ εξαίρεση, μετά από αξιολόγηση των ατομικών συνθηκών, όταν άλλα, εναλλακτικά μέσα δεν δύνανται να εφαρμοσθούν.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρξει σχετική πρόβλεψη που να αφορά στον περιορισμό της ελευθερίας και την κράτηση στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής ατόμων με ευαλωτότητες. Σχετικός περιορισμός της ελευθερίας ή κράτηση, ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα ως έσχατο μέτρο, κατόπιν αξιολόγησης των ατομικών συνθηκών, όταν άλλα, εναλλακτικά μέσα δεν δύνανται να εφαρμοσθούν, προκειμένου να είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας και τις ειδικές εγγυήσεις που υφίστανται για την προστασία των ευάλωτων σε εθνικά και υπερεθνικά κείμενα. Ειδικότερη ρύθμιση πρέπει να υπάρχει για τους ανηλίκους καθώς ο περιορισμός της ελευθερίας τους και η κράτηση αυτών δεν εξυπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 της ΔΣΔΠ.
Περαιτέρω θα πρέπει να διαγραφεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 42 παρ. 1 προθεσμία για άσκηση του ένδικου βοηθήματος των αντιρρήσεων κατά απόφασης περιορισμού της ελευθερίας ή κράτησης κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Τούτο δεδομένων των δυσκολιών πρόσβασης σε δικηγόρο των υποβληθέντων σε περιορισμό ελευθερίας κυκλοφορίας ή κράτηση και του ενδεχόμενου εκ τοις πράγμασοι παράτασης των ως άνω μέτρων πέραν του προβλεπόμενου από το παρόν νομοσχέδιο χρονικού πλαισίου.
Εξάλλου, για νομοτεχνικούς λόγους θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η αντιμετώπιση των ατόμων που δεν έχουν αιτηθεί διεθνή προστασία. Για τα εν λόγω πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β’, προβλέπεται κράτηση σε ΠΡΟΚΕΚΑ ή εναλλακτικά της κράτησης μέτρα για τη διάρκεια της διενέργειας του ελέγχου διαλογής. Παρόλα αυτά, στο άρθρο 12 αναφέρεται ότι, μετά το τέλος του ελέγχου διαλογής, τα πρόσωπα που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας παραπέμπονται στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ, έχοντας το δικαίωμα, μέχρι την ολοκλήρωση της παραπομπής και την ανάληψη των περαιτέρω ενεργειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ, να παραμένουν για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, και πάντως όχι πέραν των επτά ημερών, στα καθορισμένα σημεία ελέγχου διαλογής. Δεν προκύπτει επομένως σαφώς το πλαίσιο της αντιμετώπισης των αλλοδαπών που βρίσκονται στη χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και δεν αιτούνται διεθνή προστασία και συγκεκριμένα πού θα τοποθετούνται. Σε κάθε περίπτωση, κράτηση σε ΠΡΟΚΕΚΑ για τους ως άνω και παράλληλη υπαγωγή στον έλεγχο διαλογής δεν είναι δυνατή παρά μόνο στο βαθμό που αφορά σε ΠΡΟΚΕΚΑ εντός ή πλησίον ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ως σημεία ελέγχου διαλογής ορίζονται ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ. Διαφορετική ερμηνεία θα ήταν αδύνατη, ενόψει της παρ. 2 του άρθρου 5 που ρητώς αναφέρει πως σε περίπτωση κράτησης προσώπων σε ΠΡΟΚΕΚΑ, “οι διαδικασίες του ελέγχου διαλογής εξακολουθούν να διενεργούνται αποκλειστικά στα σημεία ελέγχου διαλογής της παρ. 1 του άρθρου 4”, επομένως σε ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ, ενόψει του σύντομου χρονικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να διενεργείται ο έλεγχος διαλογής, της αρχής της χρηστής διοίκησης και του σκοπού εξοικονόμησης ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων και ταχείας διεκπεραίωσης των διοικητικών υποθέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, με μόνη τη δήλωση ενός προσώπου ότι επιθυμεί να αιτηθεί διεθνή προστασία θα πρέπει να λαμβάνεται νέα απόφαση των εθνικών αρχών και να χωρεί υπαγωγή στο καθεστώς της περ. α’ του άρθρου 5 παρ. 1, με ταυτόχρονη μεταφορά στο χώρο ΚΥΤ, ΚΕΔ, ή ΚΜΚΣΜ.
Καταχώριση προσωπικών στοιχείων: άρθρο 8
Πρέπει να αρθεί η πρόβλεψη επαλήθευσης ή εξακρίβωσης στοιχείων ιθαγένειας στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής, όπως αυτή εμπεριέχεται στο άρθρο 8 παρ. 1, εδ. α’ και παρ. 2 εδ. α’, β’ και γ’, και το άρθρο 10 παρ. 2 εδ. β’ καθώς δεν είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 2024/1356. Ο εν λόγω Κανονισμός προβλέπει μόνο την επαλήθευση ή εξακρίβωση στοιχείων ταυτότητας. Όσον αφορά στην ιθαγένεια των ατόμων που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής προβλέπεται μόνο, στο άρθρο 9 παρ. 2 περ. α’ του Κανονισμού, η υποχρέωσή των προσώπων αυτών να την υποδείξουν και όχι των αρχών να προβούν στην οιαδήποτε επαλήθευση ή εξακρίβωση. Τούτο προκύπτει και από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 17 παρ. 1 όπου αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το έντυπο που συμπληρώνεται κατά τον έλεγχο διαλογής. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο του Κανονισμού αναφέρεται ότι το έντυπο πρέπει να περιλαμβάνει ονοματεπώνυμο, ημερομηνία και τόπος γέννησης και φύλο, και όσον αφορά στην ιθαγένεια, μόνο ένδειξη ιθαγενειών ή ανιθαγένειας. Εάν η βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να χωρεί επαλήθευση ή εξακρίβωση ιθαγένειας στο στάδιο του ελέγχου διαλογής δεν θα έκανε χρήση της λέξης “ένδειξη”. Αντίθετη ρύθμιση, όπως αυτή που προβλέπεται στο παρόν νομοσχέδιο, δεν συμβαδίζει με τις μεγάλες χρονικές ανάγκες της διαδικασίας εξακρίβωσης ευαλωτότητας, δεδομένης της σύντομης διάρκειας της διαδικασίας ελέγχου διαλογής. Ακόμα, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 109 παρ. 2 και το άρθρο 111 παρ. 2 του παρόντος νομοσχεδίου που προβλέπει πως στα μεταγενέστερα στάδια της καταχώρισης και κατάθεσης της αίτησης ασύλου, αντλούνται τα στοιχεία από τον έλεγχο διαλογής και δεν δύνανται να τροποποιηθούν παρά μόνο με προσκόμιση πρωτότυπων εγγράφων. Τούτο διότι σφάλματα που είναι ευλόγως αναμενόμενο να παρεισφρήσουν σε μια σύντομη διοικητική διαδικασία μπορούν να διορθωθούν μόνο με πρωτότυπα έγγραφα τα οποία πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και οι ανιθαγενείς, δεν δύνανται να προσκομίσουν δεδομένης της αδυναμίας τους να μεταβούν στη χώρα καταγωγής ή προηγούμενης συνήθους διαμονής ή/και δεν είναι δυνατή η έκδοσή τους.
Συμπλήρωση του εγγράφου ελέγχου διαλογής: άρθρο 10
Κατά παράβαση του Κανονισμού 2024/1356, προβλέπεται πώς “εάν οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς αφικνούνται ή συλλαμβάνονται σε περιοχή στην οποία δεν λειτουργεί σημείο ελέγχου διαλογής του άρθρου 4 του παρόντος, ή στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος, καθώς και σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η ανωτέρω προθεσμία εκκινεί από την άφιξή τους στο καθορισμένο σημείο ελέγχου διαλογής”. Τούτο διότι ο Κανονισμός, στο άρθρο 8 παρ. 3, ρητώς προβλέπει πως στις περιπτώσεις ελέγχου διαλογής στα εξωτερικά σύνορα ο έλεγχος ολοκληρώνεται εντός επτά ημερών από τη σύλληψη στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων, την αποβίβαση στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους ή την προσέλευση στο συνοριακό σημείο διέλευσης (με τον έλεγχο για τα πρόσωπα για τα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358 και εξακολουθούν να είναι παρόντα στα εξωτερικά σύνορα για περισσότερες από 72 ώρες να πρέπει να γίνει εντός τεσσάρων ημερών), ενώ στις περιπτώσεις ελέγχου διαλογής στο εσωτερικό της επικράτειας ολοκληρώνεται εντός τριών ημερών από τη σύλληψη του υπηκόου τρίτης χώρας. Σχετική αναφορά γίνεται και στην σκέψη 22 του Κανονισμού. Καμία δε σχετική παρέκκλιση δεν προβλέπεται.
Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής: άρθρο 13
Η αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών του άρθρου 33 θα πρέπει να προβλεφθεί και για το διάστημα που οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς υπόκεινται στη διαδικασία ελέγχου διαλογής, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της συμμόρφωσης των αρχών με την υποχρέωσή τους να παρέχουν τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης στα πρόσωπα που υπάγονται στην εν λόγω διαδικασία.
Η διάταξη που αφορά στην πρόσβαση δικηγόρων στα σημεία ελέγχου διαλογής πρέπει να τροποποιηθεί. Ειδικότερα, πρέπει να αφαιρεθεί η λέξη “εξουσιοδοτημένοι”, καθώς η φύση του ελέγχου διαλογής καθιστά εξαιρετικά σπάνιο έως απίθανο να χωρήσει, πριν τον περιορισμό της ελευθερίας ή την κράτηση των πολιτών τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που υπόκεινται σε αυτόν, σχετική, γραπτή εξουσιοδότηση προς δικηγόρο. Μόνη η αναφορά από δικηγόρο, κατά την είσοδο στα εν λόγω σημεία, στο σκοπό συνάντησης με πρόσωπο εντός των σημείων ελέγχου διαλογής κατόπιν σχετικής επικοινωνίας με το πρόσωπο αυτό δέον αρκεί για την είσοδο του δικηγόρου στο χώρο. Σε κάθε περίπτωση η πρόβλεψη σχετικής ενημέρωσης και άδειας από την Κεντρική Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης αντίκειται στο άρθρο 34 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013) που προβλέπει την απρόσκοπτη είσοδο των δικηγόρων σε φορείς του Δημοσίου τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, δίχως κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό, και πρέπει να διαγραφεί. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να διαγραφεί η διάταξη περί μη πρόσβασης πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου ασφαλείας.
Άρθρο 5
Ο περιορισμός ελευθερίας συνιστά κράτηση και πρέπει να εφορμάζεται κατ’ εξαίρεση.
Άρθρο 8
Δεν οριζεται στον Κανονισμό 2024/1356 ότι η επαλήθευση της ιθαγένειας πρέπει να γίνεται κατά το στάδιο διαλογής, μόνο μνεία σε περίπτωση αμφιβολίας. Στο μέτρο που η διαδικασία διαλογής δεν περιβάλλεται από διαδικαστικές εγγυήσεις κατά τον ίδιο τρόπο με τη διαδικασία ασύλου, η «επαλήθευση» της ταυτότητας και της ιθαγένειας θα πρέπει να περιορίζεται στην καταγραφή των δηλώσεων του αιτούντα και τυχόν επαλήθευση να γίνεται μόνο μέσω των προσκομιζόμενων εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία διαλογής δεν είναι η κατάλληλη προκειμένου να διατυπωθούν εκτιμήσεις από τις Αρχές ενάντια στις δηλώσεις του αιτούντα. Εάν η «επαλήθευση» αποκτήσει τέτοιο περιεχόμενο, θα πρέπει να περιβληθεί με διαδικαστικές εγγυήσεις, ήτοι τήρηση πρακτικών, προηγούμενη ακρόαση του αιτούντα, εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δυνατότητα προσφυγής. Επί του παρόντος, η διαδικασία εξακρίβωσης της ιθαγένειας κατά το στάδιο υποδοχής και ταυτοποίησης, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους αιτούντες άσυλο, καθώς πρόκειται για εκτίμηση παντελώς αναιτιολόγητη, που τους ακολουθεί έως το τέλος της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, υπάρχουν μάλιστα πολλές τέτοιες υποθέσεις που έχουν καταλήξει στα διοικητικά δικαστήρια και έχουν ευδοκιμήσει στο στάδιο της χορήγησης προσωρινής προστασίας.
Άρθρο 9
Να προστεθεί μνεία για την περίπτωση μη ολοκλήρωσης του προκαταρκτικού ιατρικού ελέγχου, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του παρόντος για την περίπτωση μη ολοκλήρωσης του ελέγχου ευαλωτότητας, ώστε να μπορεί να συνεχιστούν και οι δύο διαδικασίες στα μεταγενέστερα στάδια ασύλου εξίσου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 στ. δ΄ και ε’ του Κανονισμού 2024/1356, στο έντυπο ελέγχου διαλογής πρέπει να αναφέρονται πληροφορίες σχετικά τόσο με τον προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο όσο και με τον έλεγχο ευαλωτότητας.
Άρθρο 10
Αντιθετο με το άρθρο 8 του Κανονισμου 2024/1356 που προβλέπει πως οι προθεσμίες για την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής εκκινούν από τη σύλληψη στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων, την αποβίβαση στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους ή την προσέλευση στο συνοριακό σημείο διέλευσης του ατόμου και όχι από την άφιξή του στο υποδεικνυόμενο σημείο διαλογής. Η παρούσα διατύπωση δημιουργεί περιθώρια καταχρηστικής εφαρμογής από τη Διοίκηση που είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά των αιτούντων/αιτουσών στα σημεία διαλογής, καθώς και νομική αβεβαιότητα (legal limbo) κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται της διαδικασίας διαλογής.
Άρθρο 11
Το εδ. α΄ της παρ. 3 πρέπει να διαγραφεί καθώς ανατρέπει το τεκμήριο ανηλικότητας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίαςτης/του αιτούσας/ούντος άσυλο.
Άρθρο 13
Η είσοδος των δικηγόρων σε δημόσια καταστήματα δεν υπόκειται σε αδειοδότηση από την ΥπΥΤ, αλλά υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 34 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208). Επίσης, να διαγραφεί η διάταξη περί μη πρόσβασης πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου ασφαλείας.
Ανεξάρτητος Μηχανισμός Παρακολούθησης
Απουσιάζει εντελώς το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356 που ορίζει τη σύσταση του Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ελέγχου διαλογής και της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα. Αντιθέτως, η σχετική ρύθμιση για ανάθεση στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ) της αρμοδιότητα του Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης, κατατέθηκε στην Βουλή των Ελλήνων αποκομμένη από τις λοιπές διατάξεις του Συμφώνου, σε σχέδιο νόμου άνευ συνάφειας, και χωρίς να έχει τύχει δημόσιας διαβούλευσης, όπως θα επέβαλλαν οι κανόνες καλής νομοθέτησης.
Ωστόσο, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την ανεξάρτητη λειτουργία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, και μάλιστα σε θέματα επαναπροωθήσεων, δηλαδή παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα, οι οποίες έχουν διατυπωθεί πρόσφατα και στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου A.R.E. κατά Ελλάδας (No. 15783/21) της 07.01.2025.
Περαιτέρω, δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη μεθοδολογία με την οποία η ΕΑΔ διερευνά περιστατικά αναγκαστικής εξαφάνισης ατόμων που ζητούν άσυλο, δεδομένου ότι σχετικό εγχειρίδιό της δεν έχει ούτε δημοσιευθεί ούτε γνωστοποιηθεί σε σχετικές αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.
Η Αρχή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει ούτε μία έκθεση σχετικά με τις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις, πέρα από μια που δημοσίευσε τον Μάιο του 2022, ούτε έχει παράσχει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με τον τρόπο χειρισμού τέτοιων καταγγελιών, παρά τις συστάσεις της Επιτροπής να το πράξει. Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι έρευνες της ΕΑΔ σχετικά με περιστατικά pushback καταλήγουν κατά συντριπτική πλειοψηφία σε κλείσιμο των υποθέσεων. Αυτό δημιουργεί ανησυχίες όσον αφορά τόσο την επάρκεια όσο και την ταχύτητα των ερευνών που διεξάγει η Αρχή, όπως έχουν επανειλημμένα επισημάνει οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Επιτροπή.
Επιπλέον, η προτεινόμενη ρύθμιση στο εν λόγω νομοσχέδιο δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356 καθώς αγνοεί τις κατευθυντήριες οδηγίες που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) να εκδώσει. Ο ευρωπαϊκός αυτός οργανισμός εξέδωσε σχετικό Οδηγό το 2022, όπου ανάμεσα σε άλλα αναφέρεται πως:
• oι εθνικοί διαμεσολαβητές και τα εθνικά όργανα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών μηχανισμών πρόληψης στο πλαίσιο του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (OPCAT), θα πρέπει να συμμετέχουν στη λειτουργία του μηχανισμού και να λαμβάνονται κατά προτεραιότητα υπόψη κατά την επιλογή των προσώπων που θα διοριστούν για την παρακολούθηση.
Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ, στα οποία λειτουργεί ο Συνήγορος του Πολίτη (Ombudsman) που ασκεί και τις ειδικές αρμοδιότητες του Εθνικού Μηχανισμού Πρόληψης Βασανιστηρίων, σύμφωνα με το σχετικό Προαιρετικό Πρωτόκολλο του Ο.Η.Ε., η αρμοδιότητα του μηχανισμού παρακολούθησης διαδικασιών διαλογής και συνόρων έχει ανατεθεί στην ομόλογη Ανεξάρτητη Αρχή (Ombudsman), όπως προκύπτει από τη πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη πρόοδο της εφαρμογής του Συμφώνου της 8.5.2026.
• Παράλληλα, ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης μπορεί επίσης να περιλαμβάνει σχετικές διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και δημόσιους φορείς που είναι ανεξάρτητοι από τις αρχές που διενεργούν τον έλεγχο διαλογής. Στο μέτρο που ένας ή περισσότεροι από τους εν λόγω φορείς ή οργανισμούς δεν συμμετέχουν άμεσα στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης, ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης δημιουργεί και διατηρεί στενούς δεσμούς μαζί τους.
• Θα πρέπει επίσης να είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση όλων των δραστηριοτήτων που αφορούν υπηκόους τρίτων χωρών των οποίων οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα.
Σημειωτέον πως η ΕΑΔ, δεν έχει καταστατικό σκοπό προστασίας και προώθησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
• Τέλος ο μηχανισμός θα πρέπει, κατά τον προγραμματισμό των εργασιών του, να λαμβάνει υπόψη πληροφορίες που προέρχονται από τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών θεσμικών οργάνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των φορέων της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών, και να διατηρεί μηχανισμούς συνεργασίας και σχέσεις συνεργασίας μαζί τους, με στόχο τη μεγιστοποίηση των συνεργιών και την ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ανεξάρτητος Μηχανισμός Παρακολούθησης: Το άρθρο 10(2) του Κανονισμού 2024/1356 προβλέπει την υποχρέωση των Κρατών Μελών να προβλέπουν ανεξάρτητο Μηχανισμό Παρακολούθησης ο οποίος παρακολουθεί τον σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τις διαδικασίες screening και ιδίως σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, την αρχή της μη επαναπροώθησης, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τους σχετικούς κανόνες για την κράτηση και αντιμετωπίζει/διερευνά αποτελεσματικά τεκμηριωμένους ισχυρισμούς περί παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ομοίως δε το άρθρο 43(4) του Κανονισμού 2024/1348 για τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα (διαδικασία συνόρων).
Κατά παράβαση των κανόνων καλής νομοθέτησης, τα εθνικά μέτρα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων δεν περιλαμβάνονται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου αλλά σε νομοσχέδιο άλλου Υπουργείου με μη σχετικό περιεχόμενο, το οποίο κατατέθηκε στις 9-5-2026 στη Βουλή των Ελλήνων, δηλαδή δύο ημέρες προ της ανάρτησης προς διαβούλευση του παρόντος σχεδίου νόμου και μάλιστα με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς αυτήν την παρέκκλιση, δεδομένης της χρονικής εγγύτητας των δύο νομοθετημάτων και του γεγονότος ότι ούτως ή άλλως το σύνολο των διατάξεων του Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή την 12-6-2026.
Περαιτέρω και κυρίως ο ορισμός της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ) ως Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10(2) του Κανονισμού 2024/1356 και του άρθρου 43(4) του Κανονισμού 2024/1348, ιδίως σε ότι αφορά τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας του μηχανισμού και της σχετικής εξειδίκευσης. Η ΕΑΔ είναι άλλωστε η μόνη αρχή της οποίας η έλλειψη ανεξαρτησίας και η απουσία σχετικής εμπειρογνωμοσύνης σε ζητήματα παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα, σημειώνεται και σε Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο ορισμός της ΕΑΔ ως Ανεξάρτητος Μηχανισμός Παρακολούθησης αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα ότι τα εθνικά μέτρα που επιλέγονται για τη μεταφορά ακόμη και των εξαιρετικά περιορισμένων μέτρων στην κατεύθυνση της προστασίας που περιλαμβάνει το Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο, απομειώνουν το όποιο θετικό τους αντίκτυπο.
Άρθρο 4: Το άρθρο 4(3) τελευταίο εδάφιο του σ/ν, προβλέπει τη μεταφορά άστεγων ασυνόδευτων παιδιών και ασυνόδευτων παιδιών που διαβιούν σε συνθήκες επισφάλειας και εντοπίζονται από τον Εθνικό Μηχανισμό Επείγουσας Ανταπόκρισης (ΕΜΕΑ) στα ‘σημεία ελέγχου διαλογής’ για την υπαγωγή σε διαδικασίες ‘ελέγχου διαλογής’. Το άρθρο 4(1) του σ/ν ορίζει ως ‘σημεία ελέγχου διαλογής’ τα ΚΥΤ, τις ΚΕΔ και τις Κινητές Μονάδες Καταγραφής και Συντονισμού Μετακινήσεων. Στο βαθμό που η διάταξη προβλέπει την μεταφορά ασυνόδευτων παιδιών που εντοπίζονται στην ενδοχώρα από τον ΕΜΕΑ σε ΚΥΤ, όπου το καθεστώς παραμονής εξομοιούται με de facto μέτρο κράτησης, αποτελεί σημαντική υποχώρηση του πλαισίου παιδικής προστασίας στη χώρα το οποίο βασίστηκε στην κατάργηση της de facto κράτησης, στην λειτουργία του ΕΜΕΑ και την άμεση παραπομπή των ασυνόδευτων παιδιών σε πλαίσιο παιδικής προστασίας (επείγουσες δομές φιλοξενίας).
Άρθρο 5 και Άρθρο 23: Το άρθρο 23 προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής «περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας» για λόγους δημόσιας τάξης ή για αποτροπή της διαφυγής στη πράξη σε κάθε στάδιο της διαδικασία (παρ. 1) και περαιτέρω ορίζει τα μέτρα που συνιστούν τον «περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας» περιλαμβάνοντας μεταξύ αυτών το μέτρο της «απαγόρευσης εξόδου» (παρ. 2). Το μέτρο μπορεί να επιβληθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου, ακόμη και στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται η διαδικασία συνόρων ή η ταχύρρυθμη διαδικασία (παρ. 2 τελευταίο εδάφιο).
Η διάταξη είναι ευθέως αντίθετη με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2024/1346 (Οδηγία Υποδοχής). Στο πλαίσιο του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας της διάταξης αυτής τα Κράτη Μέλη «δύναται να αποφασίζουν ότι ο αιτών επιτρέπεται να διαμένει μόνο σε συγκεκριμένο τόπο προσαρμοσμένο για τη στέγαση των αιτούντων» για λόγους δημόσιας τάξης ή σε περίπτωση κινδύνου διαφυγής (παρ.1) και εφόσον απαιτείται «να ζητούν από τους αιτούντες να εμφανίζονται ενώπιον των αρχών».
Άλλα μέτρα δεν επιτρέπονται από τη σχετική διάταξη της Οδηγίας και ιδίως μέτρο de facto κράτησης (απαγόρευση εξόδου) – βλ. και αιτιολογική σκέψη 19 Οδηγίας 2024/1346 «Μία τέτοια απόφαση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε κράτηση του αιτούντος». Επιπλέον, η προσφυγή που προβλέπεται κατά της απόφασης περιορισμού δεν πληροί τα κριτήρια αποτελεσματικού ένδικου μέσου (βλ. παρακάτω). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και κατά το στάδιο του ‘ελέγχου διαλογής’ (Άρθρο 5 σ/ν), ισοδυναμώντας με γενικευμένο μέτρο de facto κράτησης των νεοφιχθέντων.
Άρθρο 11: Το άρθρο 11 παρ. 3 του ν/σ προβλέπει ότι μετά την ολοκλήρωση του ‘ελέγχου διαλογής’, πρόσωπο για το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται αμφιβολία και «μέχρι την οριστική του εκτίμηση» με βάση τη διαδικασία προσδιορισμού ηλικίας, παραπέμπεται στη διαδικασία συνόρων. Η διάταξη είναι αντίθετη με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και το τεκμήριο υπέρ της ανηλικότητας, σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα υπό προσδιορισμό ηλικίας μέχρι την άρση της αμφισβήτησης ως προς την ηλικία τους αντιμετωπίζονται ως ανήλικοι. Η διάταξη εισάγει ανεπίτρεπτη διερεύνηση της εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων κατά παράβαση του άρθρου 53(1-α) Κανονισμού 2024/1348 και δύναται να έχει δυσμενείς συνέπειες τόσο ως προς τις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου αλλά και σε ότι αφορά την παροχή συνθηκών υποδοχής.
Άρθρο 27: Η κράτηση των ανηλίκων δεν εξυπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 της ΔΣΔΠ, γεγονός που υποστηρίζεται και από τις έρευνες και τη διεθνή βιβλιογραφία. Το Γενικό Σχολιο υπ’ άριθμ. 6 της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναφέρει οτι “Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 της Σύμβασης και της αρχής του μείζονος συμφέροντος του παιδιού κατ’ αρχήν δεν πρέπει να κρατούνται τα ασυνόδευτα ή τα χωρισμένα από την οικογένειά τους παιδιά”. Η επαναφορά της προστατευτικής κράτησης, η οποία είχε καταργηθεί οριστικά στην Ελλάδα με το Άρθρο 43 του Νόμου 4760/2020 αποτελεί οπισθοδρόμηση και αντιβαίνει στις διατάξεις της ΔΣΔΠ, η οποία έχει μάλιστα υπερνομοθετική ισχύ. Επομένως, προτείνουμε την διατήρηση μόνο του πρώτου εδαφίου στο εν λόγω άρθρο και την συνακόλουθη αναδιατύπωση του άρθρου 25.
Άρθρο 11 Παραπομπή σε διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας
παρ. 3: Η υποχρέωση διασφάλισης της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού πρέπει να διέπει κάθε στάδιο της διαδικασίας ελέγχου και διαλογής. Συνεπώς, το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 πρέπει να καταργηθεί καθώς η παραπομπή του προσώπου που δηλώνει ότι είναι ασυνόδευτος ανήλικος στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, πριν την οριστική διαπίστωση της ηλικίας του όπως προβλέπεται με το άρθρο 107 του παρόντος σχεδίου νόμου, δεν ανταποκρίνεται στο προστατευτικό πλαίσιο που πρέπει να διέπει τη διαδικασία εκτίμησης ηλικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων διεθνή προστασία.
Άρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄— Παραμονή και περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής
Πρέπει να διαγραφεί η πρόβλεψη περί «απαγόρευσης εξόδου» ως μορφής περιορισμού της ελευθερίας κίνησης, καθώς και κάθε δυνατότητα επιβολής γενικευμένων περιορισμών ελευθερίας χωρίς εξατομικευμένη κρίση και χωρίς τις ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο. Το εύρος εφαρμογής της ρύθμισης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο γενικευμένης χρήσης περιοριστικών μέτρων χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση αναγκαιότητας και αναλογικότητας, κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ.
Άρθρο 8 παρ. 1— Καταχώριση προσωπικών στοιχείων και λήψη βιομετρικών δεδομένων
Η διαπίστωση και επαλήθευση της ιθαγένειας αποτελεί αντικείμενο της ουσιαστικής εξέτασης της αίτησης ασύλου ή των διαδικασιών επιστροφής και όχι του σταδίου του ελέγχου διαλογής. Η πρόβλεψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνδυασμό με τα άρθρα 109 παρ. 2 και 111 παρ. 2 του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με τα οποία η αίτηση ασύλου καταχωρίζεται βάσει των στοιχείων που συλλέγονται κατά τον έλεγχο διαλογής, ενώ η μεταγενέστερη τροποποίησή τους προϋποθέτει προσκόμιση πρωτότυπων εγγράφων. Κατά συνέπεια, η εσφαλμένη εκτίμηση κατά το στάδιο της διαλογής μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την εξέταση της αίτησης ασύλου, την υπαγωγή σε συγκεκριμένη διαδικασία και την αξιολόγηση της ανάγκης διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται η διαγραφή της αναφοράς στη «διαπίστωση και επαλήθευση της ιθαγένειας» από το περιεχόμενο του ελέγχου διαλογής και η πλήρης εναρμόνιση της διάταξης με τα άρθρα 9 και 17 του Κανονισμού Διαλογής.
Άρθρο 10 παρ. 1— Συμπλήρωση του εγγράφου ελέγχου διαλογής
Το άρθρο 10 παρ. 1 ορίζει ότι οι προθεσμίες διενέργειας του ελέγχου διαλογής εκκινούν όχι από τη στιγμή της σύλληψης, αλλά από τη στιγμή εισόδου του προσώπου στο ΚΥΤ/ΚΕΔ. Η διάταξη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 8 του Κανονισμού Διαλογής, το οποίο προβλέπει σαφή αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας χωρίς δυνατότητα παράτασης μέσω εθνικών ρυθμίσεων. Η πρόβλεψη αυτή νομιμοποιεί στην πράξη παρατεταμένες περιόδους περιορισμού ή/και στέρησης ελευθερίας πριν από την επίσημη έναρξη της διαδικασίας διαλογής, χωρίς επαρκές νομικό έρεισμα και χωρίς τις αναγκαίες εγγυήσεις προστασίας. Επιπλέον, ούτε ο Κανονισμός Κρίσεων επιτρέπει παρεκκλίσεις από τις προθεσμίες του screening. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται η διαγραφή του εδαφίου β’ παρ. 1.
Άρθρο 11 παρ. 1— Παραπομπή σε διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας
Το εδ. α΄ της παρ. 3 πρέπει να απαλειφθεί, καθώς αποδυναμώνει την αρχή του τεκμηρίου ανηλικότητας, η οποία οφείλει να εφαρμόζεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσδιορισμού ηλικίας. Η πρόβλεψη δυνατότητας παραπομπής προσώπου που δηλώνεται ως ανήλικο στη συνοριακή διαδικασία ασύλου πριν από την οριστική διαπίστωση της ηλικίας του δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους εσφαλμένης μεταχείρισης ανηλίκων ως ενηλίκων και περιορισμού των εγγυήσεων προστασίας που τους αναλογούν.
Άρθρο 5 – Περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής
Η «απαγόρευση εξόδου» κατά τον έλεγχο διαλογής δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο η κράτηση να καταστεί στην πράξη κανόνας και όχι εξαιρετικό μέτρο, και στην αυτόματη κράτησης αιτούντων άσυλο, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης κρίσης και της κράτησης ως έσχατου μέτρου. Κάθε μορφή στέρησης της ελευθερίας πρέπει να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, ως έσχατο μέτρο, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση, πλήρη αιτιολόγηση και ουσιαστική εξέταση εναλλακτικών μέτρων, σε πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Ζητούμε τη διαγραφή από το άρθρο 23 παρ. 2 της φράσης «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής», καθώς στην πράξη συνιστά μορφή de facto κράτησης χωρίς τις απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις και δικαστικό έλεγχο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα επιβολής περιορισμού ελευθερίας σε παιδιά, είτε ασυνόδευτα είτε σε οικογενειακό πλαίσιο. Η κράτηση παιδιών για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί συμβατή με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ανεξαρτήτως διάρκειας ή μορφής. Παιδιά που φτάνουν στην Ελλάδα μετά από εμπειρίες πολέμου, εκτοπισμού, βίας ή επικίνδυνων διαδρομών χρειάζονται προστασία, σταθερότητα και κατάλληλη φροντίδα, όχι περαιτέρω περιορισμό και εγκλεισμό. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει άμεση παραπομπή παιδιών και οικογενειών σε κατάλληλες ανοιχτές δομές φιλοξενίας, πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες παιδικής προστασίας, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και νομική συνδρομή. Ιδίως για τα ασυνόδευτα παιδιά, πρέπει να τηρείται αυστηρά το τεκμήριο ανηλικότητας και να αποκλείεται κάθε μέτρο που οδηγεί σε κράτηση ή συνθήκες ισοδύναμες με κράτηση.
Άρθρο 9 – Ιατρικός έλεγχος και έλεγχος ευαλωτότητας
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες του ελέγχου διαλογής δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους ελλιπούς εντοπισμού ευάλωτων προσώπων, όπως θύματα βασανιστηρίων, έμφυλης βίας, εμπορίας ανθρώπων ή άτομα με σοβαρό ψυχικό τραύμα. Πολλές μορφές τραύματος και ευαλωτότητας δεν είναι άμεσα ορατές και δεν μπορούν να εντοπιστούν μέσα από ταχείες και τυπικές διαδικασίες πρώτης καταγραφής.
Η ανησυχία αυτή είναι ακόμη πιο έντονη σε σχέση με παιδιά, ασυνόδευτα ή με οικογένεια, καθώς η απουσία έγκαιρου και ουσιαστικού εντοπισμού αναγκών προστασίας μπορεί να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες για τη σωματική και ψυχική τους υγεία και ασφάλεια. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι η διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας δεν φαίνεται να αναστέλλει ή να επηρεάζει τις προθεσμίες της διαδικασίας διαλογής και παραπομπής. Ως αποτέλεσμα, πρόσωπα που δηλώνουν ανήλικα ενδέχεται να παραπέμπονται σε συνοριακές ή ταχύρρυθμες διαδικασίες πριν ολοκληρωθεί η εκτίμηση ηλικίας τους και πριν διασφαλιστεί αν πρόκειται για παιδιά που χρήζουν ειδικής προστασίας. Η πρακτική αυτή αντιβαίνει στο τεκμήριο ανηλικότητας, στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και στις ειδικές εγγυήσεις προστασίας που προβλέπει το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Ζητούμε να προβλέπεται ρητά ότι στο έγγραφο ελέγχου διαλογής καταγράφεται όχι μόνο η μη ολοκλήρωση του ελέγχου ευαλωτότητας αλλά και η μη ολοκλήρωση του ιατρικού ελέγχου, ώστε οι σχετικές διαδικασίες να συνεχίζονται υποχρεωτικά στα επόμενα στάδια της διαδικασίας ασύλου. Επιπλέον, απαιτείται σαφέστερη ρύθμιση ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης ηλικίας και πλήρης διασφάλιση του τεκμηρίου ανηλικότητας έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Κανένα πρόσωπο που δηλώνει ανήλικο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενήλικας ή να παραπέμπεται σε διαδικασίες που συνεπάγονται περιορισμό δικαιωμάτων πριν την οριστική ολοκλήρωση της εκτίμησης ηλικίας.
Η ανεπαρκής, καθυστερημένη ή μη έγκαιρη ταυτοποίηση ευαλωτοτήτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ακατάλληλη παραπομπή προσώπων σε συνοριακές ή ταχύρρυθμες διαδικασίες, στην επιβολή περιορισμών της ελευθερίας, σε ακατάλληλες συνθήκες υποδοχής και σε περαιτέρω επιδείνωση τραύματος ή ψυχοκοινωνικών συνθηκών. Παράλληλα, η αποτυχία επαρκούς εντοπισμού ειδικών αναγκών προστασίας αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και υπονομεύει την αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες διεθνούς προστασίας.
Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι η συμμόρφωση με τις προθεσμίες της διαδικασίας διαλογής δεν μπορεί να υπερισχύει της ανάγκης πλήρους, ουσιαστικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης των ευαλωτοτήτων, της κατάστασης υγείας και των αναγκών προστασίας των προσώπων που υποβάλλονται στη διαδικασία.
Άρθρο 11 – Παραπομπή σε διαδικασία ασύλου / συνοριακή διαδικασία
Η δυνατότητα παραπομπής στη συνοριακή διαδικασία βάσει απλών «αμφιβολιών» ως προς τα στοιχεία του αιτούντος είναι υπερβολικά αόριστη και ενδέχεται να οδηγήσει σε υπέρμετρη εφαρμογή της συνοριακής διαδικασίας, ακόμη και σε περιπτώσεις σφαλμάτων καταγραφής, ελλιπούς διερμηνείας ή σύγχυσης κατά την άφιξη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνοριακή διαδικασία χαρακτηρίζεται από επιταχυμένες προθεσμίες, περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή και αυξημένο κίνδυνο περιορισμού ελευθερίας, πρέπει να εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση και με πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις.
Ιδιαίτερη προστασία πρέπει να διασφαλίζεται για παιδιά. Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης παραπομπής προσώπων που δηλώνονται ως ανήλικα στη συνοριακή διαδικασία πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας, σε συμμόρφωση με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η αβεβαιότητα ως προς την ηλικία δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος του παιδιού ούτε να οδηγεί σε διαδικασίες που ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την προστασία και την ασφάλειά του.
Άρθρο 13 – Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής
Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά η ουσιαστική και έγκαιρη πρόσβαση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, δικηγόρων και οργανώσεων προσφύγων και μεταναστών στα σημεία ελέγχου διαλογής. Η πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ενημέρωση και υποστήριξη δεν πρέπει να εξαρτάται από αόριστες έννοιες όπως «δημόσια τάξη» ή «διοικητική διαχείριση», ούτε να περιορίζεται μέχρι την ολοκλήρωση ελέγχων ασφαλείας.
Η ενημέρωση πρέπει να παρέχεται σε γλώσσα που το πρόσωπο κατανοεί πραγματικά, με επαρκή διερμηνεία και προσβάσιμη πληροφόρηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις διαδικασίες.
Η παρουσία ανεξάρτητων οργανώσεων, δικηγόρων και φορέων παιδικής προστασίας αποτελεί ουσιαστική εγγύηση διαφάνειας, λογοδοσίας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως για πρόσωπα σε αυξημένο κίνδυνο παραβιάσεων.
Ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης
Το σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνει ρύθμιση για τη σύσταση ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης, όπως απαιτείται από το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356.
Ζητούμε την εισαγωγή ειδικής διάταξης στο παρόν νομοσχέδιο, ώστε να διασφαλίζεται μηχανισμός πραγματικά ανεξάρτητος, με συμμετοχή θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματική διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής.
Η αποτελεσματική και ανεξάρτητη παρακολούθηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, την αρχή της μη επαναπροώθησης και την ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων αιτούντων άσυλο, παιδιών και οικογενειών.
Το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν ουσιωδώς την πρόσβαση στη διεθνή προστασία, να διευρύνουν την εφαρμογή μέτρων περιορισμού της ελευθερίας και να αποδυναμώσουν τις εγγυήσεις νομικής συνδρομής και ανεξάρτητης παρακολούθησης.
Άρθρο 5 – Περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής
Η πρόβλεψη περιορισμού της ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής καθιστά στην πράξη τον περιορισμό της ελευθερίας κανόνα και όχι εξαιρετικό μέτρο. Η προβλεπόμενη «απαγόρευση εξόδου» από τις σχετικές δομές συνιστά ουσιαστικά μορφή κράτησης. Ο περιορισμός της ελευθερίας των αιτούντων διεθνή προστασία πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά κατ’ εξαίρεση, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, με πλήρη και ειδική αιτιολογία, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και μόνο αφού προηγηθεί ουσιαστική εξέταση εναλλακτικών μέτρων. Η κράτηση ή άλλες μορφές σοβαρού περιορισμού της ελευθερίας δεν μπορούν να εφαρμόζονται αυτοματοποιημένα ή γενικευμένα, αλλά μόνο ως έσχατο μέτρο και σε πλήρη συμμόρφωση με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα επιβολής περιορισμών σε παιδιά αιτούντα άσυλο και σε ευάλωτα πρόσωπα. Η κράτηση και κάθε μορφή περιορισμού της ελευθερίας παιδιών και ευάλωτων αιτούντων/αιτουσών διεθνή προστασία πρέπει να παύσει, σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Άρθρο 12 – Παραπομπή σε διαδικασία επιστροφής
Η πρόβλεψη άμεσης παραπομπής σε διαδικασία επιστροφής για πρόσωπα που δεν έχουν υποβάλει αίτημα ασύλου και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου ή παραμονής εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την ουσιαστική και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε ελλιπή ενημέρωση των ενδιαφερομένων, περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή και αδυναμία έγκαιρου εντοπισμού προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας ή ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες. Ως εκ τούτου, απαιτείται η πρόβλεψη επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος υποβολής αιτήματος ασύλου.
Άρθρα 13, 26 και 113 – Πρόσβαση ΜΚΟ, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί στην πρόσβαση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, δικηγόρων και λοιπών υποστηρικτικών φορέων σε σημεία διαλογής, χώρους κράτησης και συνοριακές εγκαταστάσεις εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής, καθώς και με την ανάγκη ανεξάρτητης παρακολούθησης των διαδικασιών.
Η πρόσβαση σε νομική βοήθεια και υποστήριξη δεν μπορεί να εξαρτάται από ευρείες και αόριστες έννοιες, όπως η «δημόσια τάξη», η «ασφάλεια» ή η «διοικητική διαχείριση», χωρίς σαφή κριτήρια, εγγυήσεις αναλογικότητας και δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου.
Αρθ. 2 Ο όρος «έλεγχος διαλογής» παραπέμπει σε πράγματα και όχι σε ανθρώπους. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης δεν είναι ουδέτερη. Ποτέ, άλλωστε, δεν ήταν. Με αυτή την έννοια η μεταφορά στην ελληνική του όρου “screening” ως «προκαταρκτική ταυτοποίηση» ή κάτι παρεμφερές θα ήταν πιο επιτυχής και θα έδειχνε και λίγη περισσότερη έγνοια για τους ανθρώπους που θα την υποστούν. Αλλά αυτό μάλλον πλέον δεν είναι επίδικο της διαβούλευσης, από τη στιγμή που ο όρος «έλεγχος διαλογής» πέρασε ήδη στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1356…
Αρθ. 4 παρ.3 Αναφορικά με άστεγους ασυνόδευτους ανηλίκους ή ανηλίκους που διαβιούν σε επισφαλείς συνθήκες η έως τώρα πρακτική όσον αφορά την ηπειρωτική χώρα ήταν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής να γίνονται, εφόσον δεν είχαν ήδη γίνει προγενέστερα, με συνοδεία κοινωνικών επιστημόνων οργανώσεων παιδικής προστασίας που είναι εταίροι του ΕΜΕΑ σε προεπιλεγμένα αστυνομικά τμήματα που διέθεταν τη σχετική τεχνογνωσία και να ολοκληρώνεται εντός ολίγων ωρών, ώστε το παιδί να μεταφερθεί σε ΔΕΦΑΑ. Σε μεταγενέστερο χρόνο και βεβαίως όχι υπό συνθήκες περιορισμού της ελευθερίας ή κράτησης, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου, γινόταν η καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Η πρακτική αυτή είχε επαινεθεί ως καλή πρακτική και όντως ήταν. Τώρα φαίνεται ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής θα γίνονται υπό συνθήκες περιορισμού της ελευθερίας ή κράτησης στα σημεία ελέγχου διαλογής. Πρόκειται για σαφώς αρνητική εξέλιξη.
Αρθ.5 Εφόσον στα πρόσωπα που υπάγονται σε έλεγχο διαλογής υφίστανται περιορισμό της ελευθερίας τους ή κράτηση, πρέπει να γίνεται ρητή μνεία και στη δυνατότητα άσκησης ενδίκων βοηθημάτων κατά της κράτησης ή του περιορισμού της ελευθερίας που νομολογιακά έχει κριθεί ότι ισοδυναμεί με κράτηση, καθώς και στην υποχρέωση ενημέρωσης του ΠΤΧ σε γλώσσα που κατανοεί σχετικά με τη δυνατότητα αυτή, κατ’αναλογία των προβλεπομένων στα αρθ.40 και 50 του νυν ισχύοντος Ν.4939/2022.
Στο αρθ.9 παρ. 5 προβλέπεται η διαδικασία εκκίνησης διαπίστωσης ηλικίας. Θα πρέπει στο ήδη ορθώς υπάρχον ότι η διαδικασία θα διεξαχθεί σύμφωνα με το αρθ.25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, να συμπληρωθεί «και κατά τις διατάξεις της ΚΥΑ που θα εκδοθεί κατά το αρθ.153 παρ.5 του παρόντος». Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει τόσο στο αρθ.40 παρ. 6, όσο και στο αρθ.107 παρ.1 του ν/σ, όπου, όμως, στα ανωτέρω άρθρα από παραδρομή η εκδοθησόμενη ΚΥΑ αναφέρεται ως προβλεπόμενη στο αρθ.153 παρ.4 του υπό διαβούλευση ν/σ, ενώ το ορθό είναι ότι προβλέπεται στο αρθ. 153 παρ.5 αυτού. Περαιτέρω, δεν υπάρχει κανείς λόγος τη διαδικασία να εκκινεί η αποφαινόμενη αρχή του αρθ. 95 του νομοσχεδίου, δηλαδή η Υπηρεσία Ασύλου, αφού το παιδί και δη το ασυνόδευτο πρέπει να προστατευθεί ανεξαρτήτως του αν θα αιτηθεί διεθνή προστασία ή όχι, όπως ορθώς και ρητώς αναφέρεται και στο αρθ. 49 παρ.1 του υπό διαβούλευση ν/σ, το οποίο ορίζει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει κάθε ασυνόδευτο παιδί, ανεξαρτήτως αν αιτείται ή θα αιτηθεί διεθνή προστασία.
Η ίδια σύγχυση φαίνεται να υπάρχει και στο αρθ.11 παρ.3. Ο κατά δήλωση του ανήλικος ΠΤΧ πρέπει να προστατευθεί επειδή είναι ή ενδέχεται να είναι παιδί, ανεξαρτήτως του αν θα ζητήσει άσυλο ή όχι, το οποίο σε εκείνη την αρχική φάση πιθανόν να μην ξέρει καν τι είναι. Με την έννοια αυτή το αρθ.11 παρ.3 τον «τιμωρεί» με τη συνοριακή διαδικασία σε πλήρη αντίθεση με το ευεργέτημα της αμφιβολίας και το τεκμήριο της ανηλικότητας που ορθώς ισχύει και τώρα και που εκ νέου επιβεβαιώνει το αρθ. 40 παρ.6 του παρόντος ν/σ.
Στο αρθ.12 πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι για τους ασυνόδευτους ανηλίκους που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας δεν γίνεται παραπομπή στην ΕΛ.ΑΣ., αλλά στην Διευθυνση Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων της ΓΓ Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του ΥΜΑΣ και ότι εάν εκκινήσει διαδικασία επιστροφής αυτή θα διέπεται από τις διαδικαστικές εγγυήσεις του αρθ. 11 Ν.5226/2025 που αφορά τους ασυνόδευτους ανηλίκους.
Στο αρθ.13 παρ.2 η πρόβλεψη ο δικηγόρος να ζητάει και να λαμβάνει άδεια από την ΥΠΥΤ για να εισέλθει σε ΚΥΤ και ΚΕΔ προκειμένου να επικοινωνήσει με τον ή την εντολέα του, η οποία υφίσταται και σήμερα ως διοικητική πρακτική, είναι ευθέως αντίθετη στο αρθ. 34 παρ.2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013), το οποίο υπερισχύει ως ειδικότερο. Επίσης η προσθήκη του επιθέτου «εξουσιοδοτημένοι» στο «δικηγόροι» μπορεί να δημιουργήσει κώλυμα στην πρόσβαση, διότι συνηθέστατα οι δικηγόροι δεν θα είναι ήδη εξουσιοδοτημένοι, αφού ένας από τους σκοπούς της επίσκεψης θα είναι και να λάβουν εξουσιοδότηση από τον εντολέα τους. Θα έπρεπε να αρκεί για την είσοδο η δήλωση του δικηγόρου ότι εκπροσωπεί τον εντολέα του και η αναφορά του ονόματος του εντολέα, μαζί, βεβαίως, με την επίδειξη της δικηγορικής ταυτότητας, όπως προβλέπει το αρθ. 34 παρ.2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) και όπως παγίως συμβαίνει ακόμη και με την είσοδο των δικηγόρων πχ στα σωφρονιστικά ιδρύματα και τους χώρους κράτησης στα αστυνομικά τμήματα, όπου συχνά συναντούν τον εντολέα τους χωρίς ακόμη να έχουν λάβει εξουσιοδότηση, την οποία λαμβάνουν θεωρημένη νομίμως με το πέρας της επίσκεψης τους.
Η εισαγωγή της διαδικασίας ελέγχου διαλογής (screening) στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου και όπως αποτυπώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του παρόντος, δημιουργεί ένα σύνθετο υβριδικό κανονιστικό καθεστώς το οποίο δεν ταυτίζεται ούτε με την τυπική κράτηση ούτε με την ελεύθερη κυκλοφορία. Το γεγονός ότι τα πρόσωπα «παραμένουν στη διάθεση των αρχών», εντός κέντρων ελέγχου ή δομών υπό αυστηρή επιτήρηση, συνιστά ουσιαστικό περιορισμό της ελευθερίας τους, ανεξαρτήτως του τυπικού χαρακτηρισμού της διαδικασίας.
Ως PRAKSIS πιστεύουμε ότι η νομική αυτή κατασκευή θυμίζει τις «ζώνες διέλευσης» που έχουν εξεταστεί ήδη ως υποθέσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), όπου το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η νομική ονομασία αλλά η πραγματική κατάσταση στέρησης ελευθερίας. Σημειωτέον ότι το ΕΔΔΑ έχει καταστήσει σαφές ήδη από την υπόθεση Amuur κατά Γαλλίας (Amuur κατά Γαλλίας, αριθ. προσφυγής 19776/92), ότι η παραμονή σε ζώνη διέλευσης συνιστά στέρηση ελευθερίας κατά την έννοια του άρθρου 5 ΕΣΔΑ, όταν οι κινήσεις του ατόμου ελέγχονται πλήρως και δεν υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα αποχώρησης. Αλλά και στη μεταγενέστερη υπόθεση Ilias and Ahmed κατά Ουγγαρίας (Ilias και Ahmed κατά Ουγγαρίας, αριθ. προσφ. 47287/15) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός των προσφευγόντων για περισσότερο από 3 εβδομάδες σε ζώνη διέλευσης και σε έναν φυλασσόμενο χώρο, στον οποίο δεν μπορούσε να εισέλθει κάποιος από έξω (ούτε και ο δικηγόρος τους), ανέρχονταν σε de facto στέρηση της ελευθερίας τους.
Η προτεινόμενη ρύθμιση, στο βαθμό που περιορίζει ουσιαστικά την ελευθερία κινήσεων, οφείλει να αντιμετωπίζεται ως καθεστώς κράτησης, ενεργοποιώντας όλες τις εγγυήσεις του άρθρου 5 ΕΣΔΑ.
Άρθρο 5 – Περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής
Η πρόβλεψη περιορισμού της ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής καθίσταται ο κανόνας και όχι εξαιρετικό μέτρο και νομοθετικά. Η «απαγόρευση εξόδου» στο πλαίσιο της περιορισμού της ελευθερίας από τις εν λόγω δομές πληροί τα στοιχεία του ορισμού της κράτησης, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 17 περ. Ιβ’ του παρόντος και ως εκ τούτου, πρέπει να διαγραφούν από το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 23 οι όροι «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής».
Ο περιορισμός της ελευθερίας των αιτούντων διεθνή προστασία οφείλει να εφαρμόζεται αποκλειστικά κατ’ εξαίρεση, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, με πλήρη αιτιολογία, αναλογικότητα και πραγματική εξέταση εναλλακτικών μέτρων και να εφαρμόζεται αποκλειστικά ως έσχατο μέτρο και σε πλήρη συμμόρφωση με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο περιορισμός της ελευθερίας των παιδιών αιτούντων άσυλο και των ευάλωτων αιτούντων/ αιτουσών άσυλο πρέπει να σταματήσει.
Άρθρο 8 – Καταχώριση προσωπικών στοιχείων
Η πρόβλεψη επαλήθευσης ή εξακρίβωσης της ιθαγένειας στο στάδιο του ελέγχου διαλογής δεν συνάδει με τον Κανονισμό διαλογής, ο οποίος δεν προβλέπει σχετική αρμοδιότητα στο συγκεκριμένο στάδιο (άρθρο 14 Κανονισμού διαλογής). Η ιθαγένεια θα πρέπει να καταγράφεται αποκλειστικά βάσει δήλωσης του ενδιαφερόμενου προσώπου, με δυνατότητα μόνο σημείωσης από την αρμόδια αρχή ως προς την επιβεβαίωση ή μη αυτής.
Η εισαγωγή διαδικασιών εξακρίβωσης ιθαγένειας κατά τον έλεγχο διαλογής είναι ιδιαίτερα προβληματική, ιδίως επειδή τα στοιχεία που καταγράφονται στο στάδιο αυτό χρησιμοποιούνται στα επόμενα στάδια της διαδικασίας ασύλου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να τροποποιηθούν μεταγενέστερα (άρθρα 109 παρ. 2 & 111 παρ. 2 του παρόντος).
Για τον λόγο αυτό, ο έλεγχος διαλογής πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στη συλλογή των στοιχείων που προβλέπονται ρητά στον Κανονισμό διαλογής και να μην επεκτείνεται σε ουσιαστικές πράξεις αξιολόγησης που ανήκουν στη διαδικασία ασύλου και στις αρμόδιες αρχές εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 9 – Έλεγχος ευαλωτότητας και ιατρικός έλεγχος
Η εξαιρετικά σύντομη διαδικασία αξιολόγησης ευαλωτότητας και ιατρικού ελέγχου εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα, την πληρότητα και την αξιοπιστία της διαδικασίας, ιδίως σε περιπτώσεις προσώπων με σύνθετες ανάγκες προστασίας.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην εντοπίζονται έγκαιρα θύματα βασανιστηρίων, θύματα έμφυλης βίας, θύματα εμπορίας ανθρώπων, καθώς και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών και υποδοχής εγγυήσεων.
Επιπλέον, στο έγγραφο ελέγχου διαλογής θα πρέπει να καταγράφεται ρητά όχι μόνο η μη ολοκλήρωση του ελέγχου ευαλωτότητας αλλά και η μη ολοκλήρωση του ιατρικού ελέγχου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερα στενών προθεσμιών του Κανονισμού διαλογής. Η πρόβλεψη αυτή είναι αναγκαία ώστε να διασφαλίζεται η συνέχιση και ολοκλήρωση των σχετικών αξιολογήσεων στα επόμενα στάδια της διαδικασίας ασύλου και να αποφεύγονται κενά προστασίας για ευάλωτα πρόσωπα.
Άρθρο 11 – Παραπομπή σε συνοριακή διαδικασία
Η πρόβλεψη παραπομπής στη συνοριακή διαδικασία ακόμη και όταν υπάρχουν απλές «αμφιβολίες» ως προς τα στοιχεία του αιτούντος καθιστά στην πράξη τη συνοριακή διαδικασία κανόνα και όχι εξαιρετικό μέτρο. Η έννοια των «αμφιβολιών» παραμένει ιδιαίτερα αόριστη και ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερβολικά ευρεία εφαρμογή της συνοριακής διαδικασίας, ακόμη και σε περιπτώσεις ελλιπούς ή λανθασμένης διερμηνείας, σφαλμάτων καταγραφής,έλλειψης εγγράφων, ή σύγχυσης κατά την άφιξη και αρχική καταγραφή στοιχείων.
Η συνοριακή διαδικασία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα επιταχυμένες προθεσμίες, περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή και υποστήριξη και συχνά συνοδεύεται από περιορισμό ελευθερίας ή συνθήκες de facto κράτησης. Ως εκ τούτου, η διεύρυνση της εφαρμογής της ενδέχεται να περιορίζει ουσιωδώς την εξατομικευμένη εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, την πρόσβαση σε επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, και το δικαίωμα ουσιαστικής και αποτελεσματικής συμμετοχής των αιτούντων/ σων άσυλο στη διαδικασία ασύλου.
Άρθρο 12 – Παραπομπή σε διαδικασία επιστροφής
Η άμεση παραπομπή σε διαδικασία επιστροφής για πρόσωπα που δεν έχουν αιτηθεί άσυλο και δεν πληρούν προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου ή παραμονής εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την ουσιαστική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.
Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες αυξάνουν τον κίνδυνο ελλιπούς ενημέρωσης, μη πρόσβασης σε νομική συνδρομή, και παράλειψης εντοπισμού προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας.
Άρθρα 13, 26 και 113 – Πρόσβαση ΜΚΟ, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων
Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί πρόσβασης οργανώσεων, δικηγόρων και υποστηρικτικών φορέων σε σημεία διαλογής, χώρους κράτησης και συνοριακές εγκαταστάσεις εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το δικαίωμα αποτελεσματικής νομικής συνδρομής και ανεξάρτητης παρακολούθησης και πρέπει να απαλειφθούν από το παρόν σχέδιο νόμου.
Η πρόσβαση σε νομική βοήθεια και υποστήριξη δεν μπορεί να εξαρτάται από ευρείες και αόριστες έννοιες όπως «δημόσια τάξη», «ασφάλεια», ή «διοικητική διαχείριση».
1. Η Mobile Info Team, ως οργάνωση προσφύγων, εκφράζει έντονη ανησυχία σχετικά με τη διαδικασία ελέγχου διαλογής. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Κανονισμού 2024/1356, τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται πλήρως προς τη συναφή ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, το συναφές διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόσβαση σε διεθνή προστασία, ιδίως την αρχή της μη επαναπροώθησης, και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόζεται επίσης η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δυνάμει του Άρθρου 52 παρα. 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη ότι άτομα που έχουν εκφράσει πρόθεση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας ενδέχεται να υπόκεινται σε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση για τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου διαλογής. Η κράτηση πρέπει να αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και να χρησιμοποιείται μόνο ως έσχατη λύση, αφού προηγουμένως έχουν εξεταστεί ουσιαστικά εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Κάθε απόφαση κράτησης οφείλει να βασίζεται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση, να μην επιβάλλεται αυτόματα ή αποκλειστικά βάσει ιθαγένειας, να εκδίδεται εγγράφως και να υπόκειται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης η πρόβλεψη κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων. Ειδική μέριμνα απαιτείται για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, χωρίς καμία διάκριση και με πλήρη συμμόρφωση προς το Άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κράτηση παιδιών αποκλειστικά για σκοπούς μεταναστευτικού ελέγχου δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων των κρατών βάσει ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Θα πρέπει πάντοτε να διασφαλίζεται σε αυτά πρόσβαση στην επικράτεια και να φιλοξενούνται σε κατάλληλες δομές, και ποτέ σε συνθήκες που ισοδυναμούν με de facto κράτηση. Επιπλέον, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να διασφαλίζεται μέσω εξειδικευμένης νομικής συνδρομής, σε συμμόρφωση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Rahimi κατά Ελλάδας).
3. Σύμφωνα με το Άρθρο 8 παρα. 6 του Κανονισμού 2024/1356, προβλέπεται ότι οργανώσεις και πρόσωπα που παρέχουν συμβουλευτική και καθοδήγηση πρέπει να έχουν αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηκόους τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαλογής. Παρότι οι δικηγόροι δεν αναφέρονται ρητώς, η διάταξη επιδέχεται διασταλτική ερμηνεία. Κάθε άτομο που τελεί υπό κράτηση πρέπει να έχει πρόσβαση στις απαραίτητες διαδικαστικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε νομική συνδρομή. Σχετική αναφορά περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο, θεωρείται, ωστόσο, αναγκαίο να υπογραμμιστεί η ανάγκη ουσιαστικής διασφάλισης της εφαρμογής των εγγυήσεων αυτών στην πράξη από όλους τους αρμόδιους φορείς, σε συμμόρφωση με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία του Δικηγορικού Λειτουργήματος, σύμφωνα με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι δικηγόροι μπορούν να έχουν άμεση και αποτελεσματική πρόσβαση στους εντολείς τους, ακόμη και όταν αυτοί στερούνται την ελευθερία τους, καθώς και αποτελεσματική πρόσβαση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή περιορισμούς, σε κάθε σχετικό υλικό που βρίσκεται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο των αρμόδιων δημόσιων αρχών, δικαστηρίων και λοιπών δικαιοδοτικών οργάνων, όταν ενεργούν εκ μέρους των εντολέων τους. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η έλλειψη πρόσβασης σε νομική συνδρομή και καθοδήγηση συνιστά παραβίαση του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, ιδίως όταν πρόκειται για αιτούντες άσυλο (M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας).
4. Αναφορικά με την ενημέρωση κατά τον έλεγχο διαλογής, οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στην πληροφόρηση θα πρέπει να είναι ισχυρότεροι. Η ενημέρωση πρέπει πάντοτε να παρέχεται σε γλώσσα την οποία το άτομο κατανοεί ή έχει αποδειχθεί ότι κατανοεί, και όχι απλώς σε γλώσσα που εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση των Άρθρων 3 και 5 παρα. 4 της ΕΣΔΑ, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της παροχής πληροφοριών σε γλώσσα που το άτομο κατανοεί (H.T. κατά Γερμανίας και Ελλάδας, O.S.A. και λοιποί κατά Ελλάδας).
5. Αναφορικά με το έγγραφο ελέγχου διαλογής, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό θα πρέπει να καταγράφονται κατά τρόπο που διασφαλίζει τη δυνατότητα διοικητικού και δικαστικού ελέγχου. Η σχετική ρύθμιση είναι θετική, καθώς ενισχύει τη διαφάνεια της διαδικασίας και συμβάλλει στη διασφάλιση αποτελεσματικής έννομης προστασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς αλλά μόνο στο πλαίσιο επακόλουθης διαδικασίας συνιστά αδυναμία από την άποψη των διαδικαστικών εγγυήσεων. Η απλουστευμένη μορφή του εντύπου και η πιθανότητα σφαλμάτων ενδέχεται να οδηγήσουν σε διακριτική και υπεραπλουστευμένη αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου, με αποτέλεσμα πιθανή παραβίαση του Άρθρου 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρότι παρέχεται η δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να επισημάνει τυχόν ανακρίβειες, η επισήμανση των ανακριβειών δεν επηρεάζει άμεσα την ολοκλήρωση του εγγράφου διαλογής. Δεδομένης της βαρύτητας με την οποία είναι επιφορτισμένη η διαδικασία διαλογής, είναι ουσιώδες οι ενδιαφερόμενοι να έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το αποτέλεσμά της. Η πρόσβαση σε αποτελεσματική νομική συνδρομή είναι θεμελιώδης σε αυτό το στάδιο.
6. Όσον αφορά τις συνθήκες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαλογής, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η τοποθεσία των σημείων ελέγχου διαλογής ενδέχεται στην πράξη να περιορίζει την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της νομικής, κοινωνικής και ψυχολογικής υποστήριξης, καθώς και της διερμηνείας.
7. Σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356, κάθε κράτος μέλος προβλέπει ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, ο οποίος παρακολουθεί τη συμμόρφωση με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, ιδίως σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, την αρχή της μη επαναπροώθησης, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τους σχετικούς κανόνες για την κράτηση, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου για την κράτηση, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, και διασφαλίζει ότι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί περί μη σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις συναφείς δραστηριότητες σε σχέση με τον έλεγχο διαλογής, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οδηγούν, όπου είναι αναγκαίο, σε έρευνες για τους εν λόγω ισχυρισμούς, και παρακολουθεί την πρόοδο των ερευνών αυτών. Κρίνεται επιτακτική η εισαγωγή ειδικής ρύθμισης για τη σύσταση ανεξάρτητου μηχανισμού, ο οποίος να πληροί τις ελάχιστες εγγυήσεις του ενωσιακού δικαίου, όπως αυτές απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τις Αρχές των Παρισίων.
Πεδίο εφαρμογής: άρθρο 2
Στην παρ. 4, πέραν των αδικημάτων του άρθρου 83 Ν 3386/2005 (Α΄ 212), δεν είναι σαφές αν συμπεριλαμβάνεται η χρήση πλαστών εγγράφων ή εγγράφων άλλου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 6 Ν 5038/2023 (Α΄ 81), ως σύμφυτη με την περίσταση της «παράνομης εισόδου» που δεν εξαιρείται από τον έλεγχο διαλογής.
Σημεία ελέγχου διαλογής: άρθρο 4
Στην παρ. 1, συνιστάται για νομοτεχνικούς λόγους η προσθήκη ρητής παραπομπής στο άρθρο 34 ΠΔ 106/2020 (Α΄ 255), όπως ισχύει, αναφορικά με τα υφιστάμενα ΚΥΤ και ΚΕΔ.
Περιορισμός ελευθερίας: άρθρα 5 και 23
Ο «περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας» στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄ και στο άρθρο 23 παρ. 2 συνιστά στέρηση ελευθερίας, καθ’ ό μέρος συνεπάγεται «απαγόρευση εξόδου» από το ΚΥΤ ή την ΚΕΔ ή ΚΜΚΣΜ. Η απαγόρευση εξόδου από τις εν λόγω δομές πληροί τα στοιχεία του ορισμού της κράτησης, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 17 περ. ιβ΄ του παρόντος (ΔΕΕ C-150/24 Aroja, 05-03-2026, σκ. 54, C-313/25 PPU Adrar, 04-09-2025, σκ. 49, C-924/19 PPU Országos Idegenrendeszeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság, 14-05-2020, σκ. 216-225). Το αυτό προκύπτει ευθέως από τη νομολογία των διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας (αντί πολλών, ΣυμβΠλΚρ 349/2025, ΔΠρΡοδ ΑΡ88/2025, ΔΠρΣυρ ΑΡ7/2025, ΔΠρΑθ ΑΡ539/2025, ΑΡ2200/2024).
Πρέπει, επομένως, κάθε μορφή στέρησης της ελευθερίας να υπάγεται στις αυστηρές προϋποθέσεις επιβολής της διοικητικής κράτησης σύμφωνα με τα άρθρα 24 επ. του παρόντος και δη να υπαγορεύεται κατ’ εξαίρεση και εφόσον δεν μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά μέτρα, όπως προκύπτει και από την υπ΄ αριθμ. INFR(2022)2156 εκκρεμή διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας σχετικά με το άρθρο 40 Ν 4939/2022 (Α΄ 111), λόγω πλημμελούς μεταφοράς των άρθρων 8 επ. της προϊσχύσασας Οδηγίας 2013/33/ΕΕ (https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/inf_23_142). Πρέπει, επομένως, να διαγραφούν από την παρ. 2 του άρθρου 23 οι όροι «ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής».
Περαιτέρω, η ρύθμιση της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 περί της κράτησης σε ΠΡΟΚΕΚΑ της Ελληνικής Αστυνομίας για τον χρόνο της διενέργειας του ελέγχου διαλογής δεν συνάδει με το άρθρο 4, εφόσον ορίζονται ως σημεία ελέγχου διαλογής τα ΚΥΤ, οι ΚΕΔ και οι ΚΜΚΣΜ της ΥπΥΤ. Άλλωστε, η υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας δύναται να εκφραστεί σε οποιοδήποτε στάδιο του ελέγχου διαλογής.
Έλεγχος ασφαλείας: άρθρο 7
Στην παρ. 2, πρέπει να γίνει ρητή μνεία στην υποχρέωση τήρησης πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής προσωπικών αντικειμένων των ατόμων που υπάγονται στον έλεγχο διαλογής, κατά το στάδιο της σύλληψης η τον έλεγχο ασφαλείας του παρόντος άρθρου, καθώς και δήλωσης και καταχώρισης στο έγγραφο ελέγχου διαλογής του άρθρου 17 του Κανονισμού 2024/1356 των αντικειμένων που παραδόθηκαν.
Καταχώριση προσωπικών στοιχείων: άρθρο 8
Παραβιάζει τον Κανονισμό 2024/1356 η ρύθμιση στο παρόν άρθρο περί επαλήθευσης ή εξακρίβωσης της ιθαγένειας στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής, επομένως πρέπει να διαγραφούν οι αναφορές στον όρο «ιθαγένεια» στο εδ. α΄ της παρ. 1 και των εδ. α΄ και β΄ του παρόντος.
Η ιθαγένεια επ’ ουδενί εκτιμάται ή εξακριβώνεται στο στάδιο του ελέγχου διαλογής, παρά μόνο δηλώνεται από το ενδιαφερόμενο άτομο και μπορεί μόνο να εισαχθεί σημείωση της αρμόδιας αρχής περί επιβεβαίωσης ή μη αυτής (άρθρα 9 παρ. 2 περ. α΄ και 17 παρ. 1 περ. β΄ και 3 Κανονισμού 2024/1356). Τονίζουμε ότι, όπου ο ενωσιακός νομοθέτης του Νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο επιλέγει να ρυθμίσει θέματα εξακρίβωσης της ιθαγένειας, αυτό αναφέρεται ρητά στα κείμενα, π.χ. στο άρθρο 10 παρ. 4 περ. α΄ της Οδηγίας 2024/1346 και στο άρθρο 42 παρ. 1 περ. γ΄ και παρ. 3 περ. δ΄ του Κανονισμού 2024/1348. Αντιθέτως, στο άρθρο 14 του Κανονισμού 2024/1356 δεν γίνεται καμία μνεία σε εξακρίβωση ή εκτίμηση της ιθαγένειας των υπαγόμενων σε έλεγχο διαλογής (https://rsaegean.org/el/neo-symfono-gia-ti-metanastefsi-kai-to-asylo-2024/).
Να ληφθεί ιδίως υπόψη το γεγονός ότι, στα μεταγενέστερα στάδια της καταχώρισης και κατάθεσης της αίτησης ασύλου, αντλούνται τα στοιχεία από τον έλεγχο διαλογής και δεν δύνανται να τροποποιηθούν παρά μόνο με προσκόμιση πρωτότυπων εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 109 παρ. 2 και το άρθρο 111 παρ. 2 του παρόντος. Είναι, επομένως, απολύτως κρίσιμο ο έλεγχος διαλογής να περιορίζεται αυστηρά στη συλλογή και εξακρίβωση των στοιχείων που περιγράφονται στον Κανονισμό 2024/1356 και να μην εκτείνεται σε πράξεις που ανήκουν στη διαδικασία ασύλου και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών απόφασης του άρθρου 95 περ. β΄ του παρόντος.
Προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος και έλεγχος ευαλωτότητας: άρθρο 9
Στην παρ. 2, στο έγγραφο ελέγχου διαλογής πρέπει να μνημονεύεται η περίπτωση μη ολοκλήρωσης όχι μόνο του ελέγχου ευαλωτότητας αλλά και του ιατρικού ελέγχου, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των αυστηρών και στενών προθεσμιών του άρθρου 8 του Κανονισμού 2024/1356, ούτως ώστε καθίσταται δυνατή η συνέχιση και του ιατρικού ελέγχου στα μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας ασύλου.
Στη δε παρ. 5, εισάγεται κατά τρόπο ασαφή η ανάθεση στην Υπηρεσία Ασύλου (ως «αποφαινόμενη αρχή» κατ’ άρθρο 95 περ. α΄ του παρόντος) της αρμοδιότητας για την εκκίνηση διαδικασίας διαπίστωσης της ηλικίας, εφόσον ο προσδιορισμός ηλικίας δύναται να αφορά και άτομα που δεν αιτούνται διεθνή προστασία κατόπιν υπαγωγής σε έλεγχο διαλογής.
Συμπλήρωση του εγγράφου ελέγχου διαλογής: άρθρο 10
Το εδ. β΄ της παρ. 1 πρέπει να διαγραφεί, καθώς παραβιάζει ευθέως το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού 2024/1356, σύμφωνα με το οποίο οι προθεσμίες για την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής εκκινούν από τη «σύλληψη» του ατόμου και όχι από την άφιξή του στο υποδεικνυόμενο σημείο διαλογής. Αντίθετη με το ενωσιακό δίκαιο είναι και η προτεινόμενη παράταση της προθεσμίας σε περίπτωση ανωτέρας βίας, καθώς ουδεμία τέτοια πρόβλεψη ισχύει στον Κανονισμό 2024/1359, στον οποίο απαριθμούνται εξαντλητικά από τον ενωσιακό νομοθέτη τα επιτρεπόμενα μέτρα που δύναται να λάβει η χώρα σε καταστάσεις ανωτέρας βίας, χωρίς να εισάγεται καμία επιτρεπτή παρέκκλιση από τις διατάξεις του Κανονισμού 2024/1356 (πρβλ. ΔΕΕ C-97/24 Minister for Equality, 01-08-2025, σκ. 51).
Παραπομπή σε διαδικασία ασύλου: άρθρο 11
Το εδ. α΄ της παρ. 3 πρέπει να διαγραφεί, καθώς ανατρέπει το τεκμήριο ανηλικότητας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας της/του αιτούσας/ούντος άσυλο, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων και από το άρθρο 40 παρ. 6, με ανεπίτρεπτη πρόβλεψη της παραπομπής ατόμου που δηλώνεται ως ανήλικο στη συνοριακή διαδικασία ασύλου. Αντιβαίνει, επίσης, στο άρθρο 13 παρ. 1 του Κανονισμού 2024/1356 και στην υποχρέωση τήρησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου διαλογής.
Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής: άρθρο 13
Στην παρ. 2, η διάταξη πρέπει να αναφέρεται ειδικώς σε πρόσβαση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και δικηγόρων «στους υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής», ώστε να εναρμονίζεται με το άρθρο 8 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1356. Η, δε, είσοδος των δικηγόρων σε δημόσια καταστήματα δεν υπόκειται σε αδειοδότηση από την ΥπΥΤ, αλλά υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 34 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013, Α΄ 208), όπως απαιτεί και το άρθρο 18 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1348 και επισημαίνουμε και στα σχόλια επί του άρθρου 113. Τέλος, πρέπει να διαγραφεί η διάταξη περί μη πρόσβασης προ της ολοκλήρωσης του ελέγχου ασφαλείας.
Ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης: άρθρο 13α
Τα εθνικά μέτρα εφαρμογής του άρθρου 10 του Κανονισμού 2024/1356 και άρθρου 43 παρ. 4 του Κανονισμού 2024/1348 παραλείπονται αναιτιολόγητα από το παρόν νομοσχέδιο και έχουν ήδη προταθεί στη Βουλή με διάταξη σε άσχετο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου, η οποία ουδέποτε τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, κατά σφοδρή παραβίαση των αρχών της καλής νομοθέτησης (άρθρο 58 Ν 4622/2019, Α΄ 133). Η υποχρέωση θέσπισης ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης ήταν, μάλιστα, γνωστή στο επισπεύδον Υπουργείο ήδη από τη δημοσίευση του Κανονισμού 2024/1356 προ διετίας. Για λόγους ορθής νομοθέτησης και ενότητας του πλαισίου εφαρμογής του Νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, παρίσταται, επομένως, απαραίτητο να ρυθμιστεί το ζήτημα του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης στο παρόν κείμενο, κατά τρόπο σαφή και συμβατό προς τις επιταγές των ανωτέρω Κανονισμών.
Η ήδη προτεινόμενη ρύθμιση στο εν λόγω νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 10 του Κανονισμού 2024/1356 και το άρθρο 43 παρ. 4 του Κανονισμού 2024/1348. Αφενός, ο ορισμός της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ) ως ανεξάρτητου μηχανισμού δεν πληροί τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας του άρθρου 10 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1356, όπως υπαγορεύονται μεταξύ άλλων στις Αρχές των Παρισίων (https://www.nchr.gr/images/docs/Arxes_ton_Parision.pdf), ρητώς μνημονευόμενες στην αιτιολογική σκέψη 27 του Κανονισμού 2024/1356. Ενδεικτικά, η ΕΑΔ δεν έχει καταστατικό σκοπό προστασίας και προώθησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων (άρθρο 82 παρ. 1 Ν 4622/2019), η δε επιλογή των μελών της, ως ρυθμίζεται στα άρθρα 88 και 90 Ν 4622/2019, δεν τηρεί τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και πλουραλισμού. Οι ανωτέρω εγγυήσεις υπενθυμίζονται και στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα (FRA), εκδοθείσες σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1356 (https://fra.europa.eu/en/publication/2024/border-rights-monitoring), επισημαίνονται δε και από τον Συνήγορο του Πολίτη και την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) στις παρατηρήσεις τους επί της επίμαχης διάταξης (https://www.synigoros.gr/el/category/default/post/parathrhseis-or-ar8ro-39-*-sxedio-nomoy-anamorfwsh-toy-klhronomikoy-dikaioy-kai-alles-diata3eis, https://www.nchr.gr/ta-nea-mas/2263-i-eeda-stin-koinovouleftiki-epitropi-gia-to-sxedio-nomou-tou-ypourgeiou-dikaiosynis.html). Υπενθυμίζουμε ότι η ανεξαρτησία τόσο του Συνηγόρου του Πολίτη όσο και της ΕΕΔΑ, καθώς και η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας και της μεθοδολογίας της ΕΑΔ, υπογραμμίζονται στην επίκαιρη νομολογία του ΕΔΔΑ (A.R.E. κατά Ελλάδας, 15783/21, 07-01-2025, σκ. 227).
Αφετέρου, παραλείπεται από την επίμαχη διάταξη του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης η υποχρεωτική κατ’ άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1356 συμμετοχή του Συνηγόρου του Πολίτη και της ΕΕΔΑ ως «εθνικών διαμεσολαβητών και εθνικών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στον ανεξάρτητο μηχανισμό.
Πρέπει επομένως να απαλειφθεί η σχετική διάταξη στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και να εισαχθεί ειδική ρύθμιση στο παρόν νομοσχέδιο, για τη σύσταση ανεξάρτητου μηχανισμού, πληρούντος τις ελάχιστες εγγυήσεις του ενωσιακού δικαίου, όπως προεκτέθηκαν.
Το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων, ως προσφυγική οργάνωση και δίκτυο κοινοτήτων προσφύγων και μεταναστών, εκφράζει σοβαρή ανησυχία για τον τρόπο εφαρμογής του ελέγχου διαλογής. Ο έλεγχος διαλογής δεν πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού, περιορισμού ή de facto κράτησης, αλλά ως ασφαλής διαδικασία πρώτης υποδοχής, ενημέρωσης, εντοπισμού αναγκών και παραπομπής στην κατάλληλη διαδικασία.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη ότι πρόσωπα που έχουν εκφράσει πρόθεση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας μπορεί να υπόκεινται σε περιορισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση κατά τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου διαλογής. Η κράτηση αιτούντων άσυλο πρέπει να παραμένει απολύτως εξαιρετικό μέτρο, με ατομική αιτιολόγηση, εξέταση εναλλακτικών μέτρων και πλήρη δικαστικό έλεγχο.
Ζητούμε να διασφαλιστεί από την πρώτη στιγμή πραγματική πρόσβαση σε ενημέρωση, διερμηνεία, νομική καθοδήγηση, ιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, καθώς και ουσιαστικός εντοπισμός ευαλωτοτήτων. Πολλά τραύματα, όπως βασανιστήρια, έμφυλη βία, εμπορία ανθρώπων, διώξεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ψυχικό τραύμα, δεν είναι άμεσα ορατά και δεν μπορούν να εντοπιστούν μέσα από μια τυπική και γρήγορη διαδικασία.
Ζητούμε επίσης να διασφαλιστεί η πραγματική πρόσβαση ανεξάρτητων οργανώσεων, δικηγόρων και οργανώσεων προσφύγων και μεταναστών στα σημεία ελέγχου διαλογής. Η πρόσβαση της κοινωνίας των πολιτών δεν είναι εμπόδιο στη διαδικασία, αλλά εγγύηση διαφάνειας, εμπιστοσύνης και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άρθρο 7 παράγραφος 2:
«Κατά την άφιξη στο σημείο ελέγχου διαλογής διενεργούνται υποχρεωτικά σωματική έρευνα και έλεγχος αντικειμένων από την ΕΛ.ΑΣ.»
Προτεινόμενη προσθήκη:
Ο έλεγχος ατόμων και αντικειμένων τους δύναται να διενεργηθεί και με εγκεκριμένα τεχνικά μέσα με τη συνδρομή προσωπικού Ι.Ε.Π.Υ.Α. υπόπ την εποπτεία ΕΛ.ΑΣ.
Αιτιολόγηση :
Αυτό ήδη ισχύει κατά τη διαδικασία εισόδου ΠτΧ στις ΚΕΔ (Απόφαση 553695 » Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών» ΦΕΚ 7533-Β΄από 31/12/2023).Θα διευκολύνει τη διαδικασία, θα μειώσει τον χρόνο διενέργειας , θα προφυλάξει το εμπλεκόμενο προσωπικό από μετάδοση νοσημάτων και τραυματισμών και τέλος, η συνεργασία της ΕΛ.ΑΣ.με το ήδη έμπειρο στη διαδικασία προσωπικό Ι.Ε.Π.Υ.Α., θα οδηγήσει στην αποδοτικότερη χρήση του ήδη ελλιπούς προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ.
Επί του άρθρου 12 , παράγραφος 2 τροποποίηση ως πρός την τιθέμενη προθεσμία, ώστε να καλυφθούν ελλέιψεις Διερμηνείας που παρατηρούνται πολύ συχνά για σπάνιες γλώσσες και διαλέκτους, με αποτέλεσμα την αδυναμία ολοκλήρωσης της διαδικασίας.Πρόταση για διαμόρφωση ως κάτωθι:
Μέχρι την ολοκλήρωση της παραπομπής και την ανάληψη των περαιτέρω ενεργειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ., οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς της παρ. 1 μπορούν να παραμένουν για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, και πάντως όχι πέραν των δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, στα καθορισμένα σημεία ελέγχου διαλογής.
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΔΙΑΛΟΓΗ Η ΤΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ