Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΜΕΡΟΣ Δ΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1348 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΟΙΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/32/ΕΕ (άρθρα 94-153)Σχόλιο του χρήστη Ιnternational Rescue Committee (IRC) Hellas | 24 Μαΐου 2026, 16:24




Άρθρα 97 και 101 – Χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία ασύλου Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης χρήσης μέσων τεχνητής νοημοσύνης ως υποκατάστατου διερμηνέα στη διαδικασία ασύλου. Η διαδικασία διεθνούς προστασίας προϋποθέτει ακρίβεια, εμπιστευτικότητα, πολιτισμική κατανόηση και δυνατότητα αναγνώρισης στοιχείων τραύματος, ιδίως σε υποθέσεις παιδιών, επιζωσών/ώντων έμφυλης βίας, βασανιστηρίων ή διώξεων. Η χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων διερμηνείας δεν μπορεί να διασφαλίσει ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για πρόσωπα που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, ούτε αξιόπιστη απόδοση γλωσσικών και πολιτισμικών αποχρώσεων. Eπιπλέον, η χρήση τεχνολογιών διερμηνείας και αυτόματης καταγραφής με υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης στις διαδικασίες ασύλου εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την ακρίβεια, την ύπαρξη προκαταλήψεων ή σφαλμάτων, την εμπιστευτικότητα, την προστασία προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας, την έγκυρη και ενημερωμένη συναίνεση των αιτούντων, καθώς και την αξιοπιστία των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη ότι σε περίπτωση χρήσης συστημάτων ΤΝ για αυτόματη αποτύπωση της συνέντευξης «δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού» αποδυναμώνει ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Ζητούμε να διασφαλίζεται υποχρεωτικά ανθρώπινη εποπτεία, δυνατότητα διόρθωσης λαθών και πλήρες δικαίωμα πρόσβασης και αμφισβήτησης του περιεχομένου της καταγραφής από την/τον αιτούσα/ούντα και τον νομικό της/του σύμβουλο. Άρθρο 99 – Ενημέρωση και προετοιμασία για τη συνέντευξη Η προθεσμία των 24 ωρών για τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της συνέντευξης και την προετοιμασία της/του αιτούσας/ούντος είναι προδήλως ανεπαρκής και δεν διασφαλίζει ουσιαστική προετοιμασία ούτε αποτελεσματική πρόσβαση σε νομική συνδρομή. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για ευάλωτα πρόσωπα, παιδιά, επιζώσες/ώντες βίας ή άτομα με ψυχικό τραύμα, τα οποία συχνά χρειάζονται περισσότερο χρόνο ώστε να μπορέσουν να οργανώσουν τη μαρτυρία τους και να αισθανθούν ασφαλή να αποκαλύψουν κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσής τους. Ζητούμε η ενημέρωση για το αντικείμενο της συνέντευξης να παρέχεται ήδη κατά την επίδοση της πρόσκλησης, ώστε να διασφαλίζεται πραγματική δυνατότητα προετοιμασίας και ουσιαστικής συμμετοχής στη διαδικασία. Άρθρο 100 – Παρουσία και παρέμβαση δικηγόρου στη συνέντευξη Ζητούμε τη διαγραφή της πρόβλεψης ότι ο δικηγόρος «δύναται να παρεμβαίνει αποκλειστικά στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης». Ο περιορισμός αυτός παρεμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και δεν επιτρέπει έγκαιρη παρέμβαση σε περιπτώσεις εσφαλμένης διερμηνείας, ακατάλληλων ερωτήσεων ή παραβιάσεων διαδικαστικών εγγυήσεων. Η ενεργός παρουσία νομικού συμβούλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αποτελεί ουσιαστική εγγύηση δίκαιης διαδικασίας, ιδίως για παιδιά, επιζώσες/ώντες τραύματος, θύματα βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας και άλλα ευάλωτα πρόσωπα που ενδέχεται να αδυνατούν να αντιδράσουν άμεσα ή να κατανοήσουν πλήρως τη διαδικασία. Άρθρο 102 – Νομική καθοδήγηση Η παροχή νομικής καθοδήγησης σε ομάδες έως και 50 ατόμων δεν διασφαλίζει αποτελεσματική και ουσιαστική υποστήριξη. Η διαδικασία ασύλου είναι ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτεί εξατομικευμένη ενημέρωση και εμπιστευτική επικοινωνία, ιδίως όταν πρόκειται για υποθέσεις παιδιών, οικογενειών, θυμάτων βίας, LOATKI προσώπων ή ατόμων με σοβαρό τραύμα. Ζητούμε η νομική καθοδήγηση να παρέχεται σε εξατομικευμένη βάση, με επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, διερμηνείας και ουσιαστικής πρόσβασης σε νομική συνδρομή και εκπροσώπηση. Επιπλέον, ζητούμε την κατάργηση του παραβόλου για μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Η επιβολή οικονομικού βάρους σε πρόσωπα που βρίσκονται ήδη σε κατάσταση ευαλωτότητας ή ακραίας φτώχειας καθιστά στην πράξη απαγορευτική την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Άρθρο 111 – Στοιχεία ταυτότητας αιτούντων Ζητούμε να επανεισαχθεί ρητά η δυνατότητα διόρθωσης στοιχείων ταυτότητας και μετά τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη τέτοιας δυνατότητας δημιουργεί σοβαρά πρακτικά προβλήματα στην πρόσβαση σε δικαιώματα, οικογενειακή επανένωση, έκδοση εγγράφων και κοινωνική ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Άρθρο 113 – Πρόσβαση δικηγόρων και οργανώσεων Οι προβλεπόμενοι περιορισμοί πρόσβασης δικηγόρων, οργανώσεων και υποστηρικτικών φορέων σε χώρους κράτησης και σημεία διέλευσης συνόρων δεν συνάδουν με το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και παροχής νομικής συνδρομής. Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά η έγκαιρη και ουσιαστική πρόσβαση δικηγόρων και ανεξάρτητων οργανώσεων χωρίς υπέρμετρους διοικητικούς περιορισμούς ή αόριστες εξαιρέσεις περί «δημόσιας τάξης» και «ασφάλειας». Η παρουσία ανεξάρτητων φορέων αποτελεί κρίσιμη εγγύηση διαφάνειας και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Άρθρο 118 – Μετάφραση εγγράφων Η μη λήψη υπόψη κρίσιμων εγγράφων λόγω έλλειψης επίσημης μετάφρασης με έξοδα της/του αιτούσας/ούντος περιορίζει σοβαρά την ουσιαστική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας. Πολλοί αιτούντες άσυλο δεν διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους για επίσημες μεταφράσεις, ιδίως σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Ζητούμε να διασφαλίζεται ότι ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία δεν απορρίπτονται αποκλειστικά για τυπικούς λόγους, ιδίως όταν αφορούν ισχυρισμούς κινδύνου δίωξης, βίας ή προστασίας παιδιών. Άρθρο 119 – Διάρκεια διαδικασίας εξέτασης Οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο τυποποιημένης και μη εξατομικευμένης αξιολόγησης. Η διαδικασία ασύλου απαιτεί χρόνο, εμπιστοσύνη και κατάλληλη υποστήριξη, ιδιαίτερα για παιδιά, επιζώσες/ώντες βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας και άτομα με ψυχικό τραύμα. Παρότι το νέο Σύμφωνο προβλέπει διευρυμένη εφαρμογή επιταχυμένων διαδικασιών, η Ελλάδα εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση πλήρους και εξατομικευμένης εξέτασης κάθε αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Ζητούμε οι διαδικασίες να διασφαλίζουν πραγματική δυνατότητα προετοιμασίας, πρόσβαση σε νομική συνδρομή και επαρκή χρόνο για την πλήρη και ουσιαστική έκθεση των ισχυρισμών διεθνούς προστασίας. Άρθρο 122 – Απαράδεκτες αιτήσεις Η διεύρυνση των λόγων απαραδέκτου περιορίζει σημαντικά την πρόσβαση στο δικαίωμα ασύλου και μετατοπίζει το βάρος από την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων σε διαδικαστικού χαρακτήρα μηχανισμούς αποκλεισμού. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη απόρριψης αιτήσεων ως απαράδεκτων λόγω παρέλευσης σύντομων προθεσμιών ή επίκλησης της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας», χωρίς ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών συνθηκών προστασίας και του κινδύνου επαναπροώθησης. Ζητούμε κάθε κρίση περί απαραδέκτου να βασίζεται σε πλήρη εξατομικευμένη εξέταση, με αυξημένες εγγυήσεις για παιδιά, οικογένειες και ευάλωτα πρόσωπα, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Άρθρο 131 – Μεταγενέστερες αιτήσεις Η πρόβλεψη ότι μεταγενέστερη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβάλλεται «απλώς για να καθυστερήσει» την απομάκρυνση είναι υπερβολικά αόριστη και δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετης απόρριψης αιτημάτων χωρίς ουσιαστική εξέταση. Ζητούμε να διασφαλιστεί ότι κάθε μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται με βάση εξατομικευμένα και αντικειμενικά κριτήρια, ιδίως όταν προβάλλονται νέα στοιχεία ή μεταβολές στη χώρα καταγωγής. Παράλληλα, ζητούμε την κατάργηση του παραβόλου των 300 ευρώ για μεταγενέστερες αιτήσεις, καθώς λειτουργεί αποτρεπτικά και περιορίζει στην πράξη την πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η πρόβλεψη περιορισμού του δικαιώματος παραμονής κατά την εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων. Η απομάκρυνση προσώπων πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικής εξέτασης ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Άρθρα 135 και 145 – Δικαίωμα προσφυγής και διάρκεια διαδικασίας προσφυγής Οι προβλεπόμενες προθεσμίες για την άσκηση και εξέταση προσφυγών είναι υπερβολικά περιορισμένες και δεν διασφαλίζουν ουσιαστική πρόσβαση σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η επαρκής προετοιμασία προσφυγής απαιτεί πρόσβαση στον φάκελο, δυνατότητα επικοινωνίας με δικηγόρο και χρόνο για συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Παράλληλα, οι εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες εξέτασης προσφυγών, σε συνδυασμό με τον ήδη αυξημένο φόρτο των δικαστηρίων και επιτροπών προσφυγών, δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο τυποποιημένων αποφάσεων και υποβάθμισης της ποιότητας του δικαστικού ελέγχου. Άρθρο 136 – Ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής Ζητούμε η προσφυγή να έχει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις. Η απουσία αυτόματης αναστολής δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο απομάκρυνσης πριν από την ολοκλήρωση ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα συνιστά θεμελιώδη εγγύηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι αιτούντες ενδέχεται διαφορετικά να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη πριν από την ολοκλήρωση του δικαστικού ελέγχου. Άρθρο 147 – Τερματισμός / διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής Ζητούμε να προβλεφθεί εύλογη και επαρκής μεταβατική περίοδος πριν από την αποχώρηση δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τις δομές υποδοχής, τουλάχιστον έως την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και τη διασφάλιση βασικών προϋποθέσεων ένταξης. Η προθεσμία των 30 ημερών, και ακόμη περισσότερο των 7 ημερών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγεί στην πράξη σε αστεγία, ακραία φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι επιπτώσεις για οικογένειες με παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με αναπηρία, άτομα με σοβαρά νοσήματα, επιζώσες/ώντες βίας και άλλα ευάλωτα πρόσωπα. Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν αποτελούν προνόμιο αλλά βασική εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης και προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ζητούμε κάθε απόφαση διακοπής ή περιορισμού να είναι πλήρως εξατομικευμένη, ειδικά αιτιολογημένη και να διασφαλίζει ότι κανένα πρόσωπο δεν οδηγείται σε εξαθλίωση ή έλλειψη πρόσβασης σε στέγαση, τροφή, υγειονομική περίθαλψη και βασική προστασία.