• Σχόλιο του χρήστη 'international Rescue Committee (IRC) Hellas' | 24 Μαΐου 2026, 17:30

    Άρθρο 156 – Διαδικασία επιστροφής στα σύνορα Η πρόβλεψη ότι τα πρόσωπα «παραμένουν υπό καθεστώς μη εισόδου» στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής στα σύνορα είναι εξαιρετικά προβληματική και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους υπονόμευσης του δικαιώματος στο άσυλο και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η έννοια της «πλασματικής εισόδου» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ώστε να περιορίζονται οι υποχρεώσεις προστασίας του κράτους έναντι προσώπων που βρίσκονται υπό τον πραγματικό έλεγχο των ελληνικών αρχών, ιδίως όταν στερούνται της ελευθερίας τους ή αδυνατούν να αποχωρήσουν ελεύθερα από συνοριακές εγκαταστάσεις. Ο συνδυασμός επιταχυμένων συνοριακών διαδικασιών ασύλου με ταχείες διαδικασίες επιστροφής δημιουργεί δομικό κίνδυνο εσφαλμένων αποφάσεων, ανεπαρκούς εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας και αυξημένης έκθεσης προσώπων σε κίνδυνο επαναπροώθησης. Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά ότι κάθε απόφαση επιστροφής βασίζεται σε πλήρη, εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση του κινδύνου παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο και τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Στις περιπτώσεις όπου τα πρόσωπα παραμένουν σε κλειστές ή αυστηρά ελεγχόμενες συνοριακές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιστροφής, υφίσταται σοβαρός κίνδυνος de facto κράτησης χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, δικαστικό έλεγχο και αποτελεσματική εποπτεία. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η σύνδεση των συνοριακών διαδικασιών με ταχείες διαδικασίες επιστροφής, καθώς δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος αποδυνάμωσης των διαδικαστικών εγγυήσεων, περιορισμένης πρόσβασης σε νομική συνδρομή και ανεπαρκούς εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Άρθρο 157 – Επέκταση κράτησης Το παρόν άρθρο επεκτείνει σημαντικά τη χρήση της διοικητικής κράτησης ως εργαλείου διαχείρισης της μετανάστευσης και του ασύλου, χωρίς να διασφαλίζονται επαρκώς οι εγγυήσεις εξατομικευμένης κρίσης, αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Οι προβλεπόμενοι λόγοι κράτησης παραμένουν σε αρκετές περιπτώσεις αόριστοι και υπερβολικά ευρείς, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο γενικευμένης ή σχεδόν αυτόματης κράτησης στα σύνορα. Παράλληλα, η ευρεία χρήση του πλάσματος δικαίου της «μη εισόδου» ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας παρατεταμένης κατάστασης νομικής αβεβαιότητας και αποδυνάμωσης των εγγυήσεων που συνδέονται με την παρουσία των προσώπων στην επικράτεια, παρά το γεγονός ότι αυτά παραμένουν υπό τον ουσιαστικό έλεγχο και τη δικαιοδοσία των ελληνικών αρχών. Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι, σε περιπτώσεις όπου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις νόμιμης κράτησης σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, το πρόσωπο αφήνεται ελεύθερο και δεν υπάγεται αυτομάτως σε εναλλακτικά μέτρα περιορισμού. Παράλληλα, οι συνοριακές διαδικασίες, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και της λειτουργίας κλειστών εγκαταστάσεων, δυσχεραίνουν στην πράξη την αποτελεσματική εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων και αυξάνουν τον κίνδυνο de facto κράτησης χωρίς ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο. Η κράτηση παιδιών, είτε ασυνόδευτων είτε συνοδευόμενων, δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και πρέπει να απαγορευθεί ρητά. Ιδιαίτερα τα ασυνόδευτα παιδιά δεν πρέπει να τοποθετούνται σε συνοριακές ή κλειστές δομές κράτησης, αλλά σε κατάλληλες δομές παιδικής προστασίας, με πρόσβαση σε φροντίδα, εκπαίδευση, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και εξειδικευμένη νομική συνδρομή. Αντίστοιχα, πρέπει να διασφαλίζεται αυξημένη προστασία για εγκύους γυναίκες, λεχώνες, οικογένειες με μικρά παιδιά, άτομα με αναπηρίες, άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας, επιζώσες/ώντες βασανιστηρίων και έμφυλης βίας και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα, τα οποία δεν πρέπει να τίθενται σε καθεστώς κράτησης ή παρατεταμένου περιορισμού ελευθερίας. Άρθρο 158 – Εφαρμογή παρεκκλίσεων Η πρόβλεψη εκτεταμένων παρεκκλίσεων σε περιπτώσεις κρίσης ή αυξημένων αφίξεων δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο κανονικοποίησης ενός καθεστώτος εξαίρεσης και αποδυνάμωσης βασικών εγγυήσεων προστασίας. Η εμπειρία προηγούμενων ετών έχει δείξει ότι αντίστοιχες ρυθμίσεις συχνά οδηγούν σε περιορισμό πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, παρατεταμένη κράτηση, ανεπαρκή καταγραφή αιτημάτων διεθνούς προστασίας και αυξημένο κίνδυνο παραβιάσεων της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ζητούμε να προβλεφθούν σαφή, αυστηρά και χρονικά περιορισμένα κριτήρια ενεργοποίησης οποιασδήποτε παρέκκλισης, καθώς και ουσιαστικός δικαστικός και κοινοβουλευτικός έλεγχος της εφαρμογής τους. Ακόμη και σε περιόδους αυξημένων αφίξεων, πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως οι θεμελιώδεις εγγυήσεις προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε άσυλο, νομική συνδρομή, διερμηνεία, εξατομικευμένη αξιολόγηση και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα. Άρθρο 159 – Return Hubs Η πρόβλεψη δημιουργίας «κόμβων επιστροφής» (Return Hubs) πρέπει να επανεξεταστεί ριζικά, καθώς εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις υποχρεώσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μοντέλο αυτό εξωτερικεύει τις υποχρεώσεις προστασίας, περιορίζει τη δημοκρατική λογοδοσία και δυσχεραίνει ουσιαστικά τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο και την πρόσβαση σε ένδικη προστασία. Παράλληλα, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης επαναπροώθησης σε χώρες όπου δεν διασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική προστασία. Τα μοντέλα «κόμβων επιστροφής» ενέχουν τον κίνδυνο αναπαραγωγής επιβλαβών πρακτικών εξωτερικοποίησης, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, με αυξημένο κίνδυνο κράτησης και αποδυνάμωση της πρόσβασης σε αποτελεσματική προστασία και εγγυήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι καμία μεταφορά σε «κόμβο επιστροφής» δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου, πλήρη πρόσβαση σε διαδικασία ασύλου, αποτελεσματική νομική συνδρομή και δικαστικό έλεγχο με ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα σοβαροί είναι οι κίνδυνοι για ευάλωτα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, οικογενειών, εγκύων γυναικών, θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, επιζωσών/ώντων έμφυλης βίας και ατόμων με σοβαρά προβλήματα υγείας ή ψυχικό τραύμα. Τα πρόσωπα αυτά δεν πρέπει να μεταφέρονται σε εγκαταστάσεις εκτός του ουσιαστικού πλαισίου προστασίας και εποπτείας της ΕΕ. Η προστασία των παιδιών πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό γνώμονα σε κάθε σχετική διαδικασία. Ασυνόδευτοι ανήλικοι και οικογένειες με παιδιά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπάγονται σε μηχανισμούς εξωτερικοποίησης επιστροφών ή σε καθεστώτα παρατεταμένου περιορισμού ελευθερίας σε τρίτες χώρες.