Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2024/1346 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (άρθρα 15-47)Σχόλιο του χρήστη ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ | 24 Μαΐου 2026, 20:56




Άρθρο 5 και Άρθρο 23: Το άρθρο 23 προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής «περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας» για λόγους δημόσιας τάξης ή για αποτροπή της διαφυγής στη πράξη σε κάθε στάδιο της διαδικασία (παρ. 1) και περαιτέρω ορίζει τα μέτρα που συνιστούν τον «περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας» περιλαμβάνοντας μεταξύ αυτών το μέτρο της «απαγόρευσης εξόδου» (παρ. 2). Το μέτρο μπορεί να επιβληθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου, ακόμη και στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται η διαδικασία συνόρων ή η ταχύρρυθμη διαδικασία (παρ. 2 τελευταίο εδάφιο). Η διάταξη είναι ευθέως αντίθετη με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2024/1346 (Οδηγία Υποδοχής). Στο πλαίσιο του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας της διάταξης αυτής τα Κράτη Μέλη «δύναται να αποφασίζουν ότι ο αιτών επιτρέπεται να διαμένει μόνο σε συγκεκριμένο τόπο προσαρμοσμένο για τη στέγαση των αιτούντων» για λόγους δημόσιας τάξης ή σε περίπτωση κινδύνου διαφυγής (παρ.1) και εφόσον απαιτείται «να ζητούν από τους αιτούντες να εμφανίζονται ενώπιον των αρχών». Άλλα μέτρα δεν επιτρέπονται από τη σχετική διάταξη της Οδηγίας και ιδίως μέτρο de facto κράτησης (απαγόρευση εξόδου) – βλ. και αιτιολογική σκέψη 19 Οδηγίας 2024/1346 «Μία τέτοια απόφαση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε κράτηση του αιτούντος». Επιπλέον, η προσφυγή που προβλέπεται κατά της απόφασης περιορισμού δεν πληροί τα κριτήρια αποτελεσματικού ένδικου μέσου (βλ. παρακάτω). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και κατά το στάδιο του ‘ελέγχου διαλογής’ (Άρθρο 5 σ/ν), ισοδυναμώντας με γενικευμένο μέτρο de facto κράτησης των νεοφιχθέντων. Άρθρο 24-27: Τα άρθρα 24-27 ενσωματώνουν τα άρθρα 10 – 13 της Οδηγίας 2024/1346 σχετικά με την κράτηση αιτούντων άσυλο. Οι σχετικές διατάξεις παραπέμπουν στο άρθρο 16 ν. 5226/20025 ως προς τα ανώτατα χρονικά όρια της κράτησης (Άρθρο 25(3) σ/ν). Η διάταξη αυτή προβλέπει ως ανώτατο χρονικό όριο κράτησης τους 24 μήνες, το οποίο όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν είναι σύμφωνο με το Δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, το άρθρο 27(2) παρέχει τη δυνατότητα κράτησης συνοδευόμενων και μη παιδιών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κράτηση παιδιών στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τη μετανάστευση και το άσυλο δεν είναι ποτέ προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει ρητά να απαγορευτεί η κράτηση παιδιών. Περαιτέρω και σε ότι αφορά τον δικαστικό έλεγχο της κράτησης (άρθρο 25(4) ν/σ), οι σχετικές διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου δεν ενσωματώνουν τη δυνατότητα αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων κράτησης, η οποία μάλιστα προβλέπεται στο υφιστάμενο εθνικό πλαίσιο (άρθρο 50 ν. 4939/2022). Περαιτέρω ενσωματώνεται ελλιπώς και εσφαλμένως η διάταξη της Οδηγίας σε ότι αφορά την υποβολή ένδικου βοηθήματος κατά της κράτησης. Η εγγύηση άρσης της κράτησης «σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του δικαστικού ελέγχου εντός 21 ημερών από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας» δεν περιλαμβάνεται στην ελληνική νομοθεσία και στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο. Δεν προβλέπεται κάποιο σχήμα για την αποτελεσματική παροχή νομικής συνδρομής, με αποτέλεσμα το ένδικο βοήθημα να είναι στην πράξη μη προσβάσιμο, όπως άλλωστε έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ενώ η εκτέλεση σχετικών Αποφάσεων του ΕΔΔΑ παραμένει μέχρι και σήμερα εκκρεμής, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις των ελληνικών Αρχών. Η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 3226/2004 περί παροχής νομικής συνδρομής είναι απολύτως αναποτελεσματική σε ότι αφορά κρατούμενους αιτούντες άσυλο. Αυτές απαιτούν την υποβολή αίτησης στα ελληνικά ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, την οποία προφανώς οι κρατούμενοι αιτούντες άσυλο δεν μπορούν να συντάξουν και καταθέσουν και σχετικά έγγραφα δικαιολογητικά της οικονομικής κατάστασης, τα οποία οι αιτούντες στις περισσότερες φορές δεν είναι σε θέση να έχουν στην κατοχή τους ή δεν μπορούν να συλλέξουν καθόσον χρόνο παραμένουν κρατούμενοι. Άρθρο 40: Το άρθρο 40(9) παρέχει τη δυνατότητα ασυνόδευτα παιδία άνω των 16 ετών, να τοποθετηθούν σε δομές φιλοξενίας από κοινού με ενήλικους αιτούντες. Η διαβίωση ασυνόδευτων παιδιών με άγνωστους σε αυτά ενήλικους θέτει σοβαρά ζητήματα προστασίας και δεν μπορεί εξ ορισμού να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Άρθρο 42: Το άρθρο 42 σ/ν εισάγει ένδικο βοήθημα σε ότι αφορά τις συνθήκες υποδοχής καθώς και στην περίπτωση έκδοσης απόφασης περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας. Επί της αρχής η εισαγωγή ένδικου βοηθήματος αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής είναι θετική και έως ένα βαθμό αποτελεί συμμόρφωση με καταδικαστικές Αποφάσεις του ΕΔΔΑ, η εκτέλεση των οποίων παραμένει εκκρεμής. Πάρα ταύτα, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τίθενται καθώς και η απουσία σχήματος νομικής συνδρομή καθιστά στην πράξη το προτεινόμενο ένδικο βοήθημα απολύτως μη προσβάσιμο και αναποτελεσματικό. Συγκεκριμένα, τίθεται προϋπόθεση τήρησης προηγούμενου διοικητικού σταδίου προ της άσκηση του ένδικου μέσου και συγκεκριμένα προϋπόθεση κατάθεση αίτησης ενώπιον της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης με την οποία ο αιτών παραπονείται για την μη παροχή ή την πλημμελή παροχή συνθηκών υποδοχής (άρθρο 33 παρ. 3) ή την επαναφορά/αποκατάσταση των συνθηκών υποδοχής (άρθρο 37 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο), η οποία μπορεί να κατατεθεί «άπαξ». Μόνο μετά την έκδοση απόφασης επί αυτής της αίτησης ή τη σιωπηρή απόρριψη της και επιπλέον εντός αποκλειστικής προθεσμίας 5 ημερών, επιτρέπεται η κατάθεση του ένδικου βοηθήματος των Αντιρρήσεων ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Πρώτον, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν παρέχεται νομική συνδρομή για το συγκεκριμένο διοικητικό στάδιο, δεν είναι εύλογο να αναμένεται ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν στην πράξη να ακολουθήσουν την συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, συντάσσοντας αίτηση στα ελληνικά προκειμένου να την καταθέσουν ενώπιον της ΥΠΥΤ. Δεύτερον, εν όψει ότι η δικαστική προστασία σε περίπτωση ισχυρισμών για έκθεση σε συνθήκες διαβίωσης που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ενέχει τον κίνδυνο άμεσης και δυσχερώς ανεπανόρθωτης βλάβης και θα πρέπει να είναι ταχεία, η παρεμβολή της διοικητικής διαδικασία παρακωλύει την αποτελεσματικότητα του ενδίκου βοηθήματος και για το λόγο αυτό. Τρίτον, καθώς η αίτηση ενώπιον της Διοίκησης μπορεί να υποβληθεί αποκλειστικά «άπαξ», παρακωλύεται η πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περίπτωση αλλαγής των συνθηκών. Τέταρτον, η αποκλειστική προθεσμία των 5 ημερών για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος είναι απολύτως αναιτιολόγητη, δεν εξυπηρετεί απολύτως κανένα σκοπό δημοσίου συμφέροντος και σε κάθε περίπτωση παρακωλύει περαιτέρω την πρόσβαση στο ένδικο βοήθημα. Σημειώνεται τέλος ότι σε ότι αφορά τις αποφάσεις περιορισμού ελευθερίας κυκλοφορίας βάσει του άρθρου 23 ν/σ, δεν προβλέπεται η κατάθεση αίτησης ενώπιον διοικητικής αρχής και συνεπώς η διαδικαστική προϋπόθεση κατάθεσης Αντιρρήσεων ενώπιον Δικαστηρίου εντός 5 ημερών από την απόφαση «που απορρίπτει την αίτηση ή τη σιωπηρή απόρριψη» είναι εσφαλμένη και αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πρόσβαση σε ένδική προστασία. Τέλος και σε ότι αφορά το καθ’ εαυτό ένδικο βοήθημα (Αντιρρήσεις ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου») επισημαίνεται ότι η μη παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής καθιστά αυτό μη προσβάσιμο και αναποτελεσματικό. Η αναφορά στις διατάξεις του ν. 3226/2024, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν διαφοροποιεί την ως άνω διαπίστωση.