• Άρθρο 98: προβλέπεται η εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής χωρίς να περιλαμβάνεται ρητά στο κείμενο του νόμου ο κανόνας περί του δικαιώματος παραμονής των αιτούντων κατά το χρόνο της διοικητικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 10(1) Κανονισμός 2024/1348. Άρθρο 103: Πλημμελής μεταφορά της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κανονισμού η οποία αφορά την πρόσβαση στις πηγές και πληροφορίες του φακέλου και ιδίως σε ότι αγορά την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης σε περίπτωση διαδικασίας βάσει απόρρητων εγγράφων. Ο εφαρμοστικός νόμος δεν προβλέπει διαδικασία για την πρόσβαση κατ’ ελάχιστο στο ουσιώδες περιεχόμενο των στοιχείων αυτών, βλ. την πλέον πρόσφατη ΣτΕ Ολ 535/2026 «όταν η αιτιολογία της πράξης ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει ως έρεισμα πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας, πρέπει, πάντως, να διασφαλίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πρόσβαση τουλάχιστον στο ουσιώδες περιεχόμενο των συγκεκριμένων λόγων που επικαλείται η διοικητική αρχή για να θεμελιώσει τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και στο ουσιώδες περιεχόμενο των καθοριστικών στοιχείων του φακέλου, ιδίως σε σχέση με τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τις συμπεριφορές που αποδίδονται στον υπήκοο τρίτης χώρας, ακόμη και όταν πρόκειται για κατά νόμον διαβαθμισμένες πληροφορίες που καλύπτονται από το απόρρητο». Άρθρο 107: Είναι θετικό ότι το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει ρητά ότι η διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού 2024/1348 και παραπέμπει σε εξουσιοδοτική διάταξη βάσει της οποίας θα εκδοθεί νέα ΚΥΑ. Υπενθυμίζεται ότι η επί του παρόντος ισχύουσα ΚΥΑ δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 25 Κανονισμού 2024/1348 και θα πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα. Άρθρο 114: Η διάταξη επαναλαμβάνει κατά μείζονα λόγο τη σχετική διάταξη που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο του 2026 σχετικά με το Μητρώο ΜΚΟ του Υπουργείου Μετανάστευσης και η οποία έχει πολλαπλώς επικριθεί, μεταξύ άλλων και στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου. Επισημαίνουμε εκ νέου ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 114 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου παρέχει ευρεία νομοθετική εξουσιοδότηση βάσει τις οποίας μπορούν να ορισθούν «επιπρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις για την εγγραφή». Άρθρο 120: Παραμένουν οι διατάξεις που προβλέπουν σειρά διαφορετικών τρόπων επίδοσης των Αποφάσεων. Ιδιαίτερα προβληματική παραμένει η επίδοση στον Διοικητή κέντρου κράτησης ή περιφερειακής Υπηρεσίας της ΥΠΥΤ και η ενημέρωση δια ανάρτησης ανακοίνωσης περί της παραλαβής (για την περίπτωση κρατουμένων αυτή η μέθοδος είναι απολύτως ατελέσφορη καθώς δεν διαθέτουν τη δυνατότητα μετακίνησης εντός του κέντρου κράτησης) καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν την πλασματική επίδοση αποφάσεων (παρ. 5). Άρθρο 122: Το σ/ν μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία όλους τους πέντε λόγους απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 23 (1) του Κανονισμού 2024/1348, παρότι η διάταξη παρέχει περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη. Ιδιαίτερη προβληματική η συμπερίληψη του υπό στοιχείο ε παρ. 1 άρθρο 38 λόγου απαραδέκτου κατά τον οποίο αίτηση ασύλου μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη για το μόνο λόγο ότι υποβλήθηκε μετά από 7 ημέρες από την έκδοση επιστροφής. Ιδίως επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την ακολουθούμενη πρακτική για κάθε νεοαφιχθέντα πολίτη τρίτης χώρα η πρώτη διοικητική πράξη που εκδίδεται είναι η απόφαση απομάκρυνσης και συνεπώς εκκινεί η σχετική προθεσμία. Επιπλέον και ιδίως για τους πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται υπό κράτηση σε Προαναχωρησιακό Κέντρο, είναι πολλαπλώς καταγραμμένο ότι η επικοινωνία τους με τις αρχές είναι εξαιρετικά προβληματική και η βούληση ασύλου/υποβολή καταχωρίζεται πολλές φορές με σημαντικές καθυστερήσεις, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις 7 ημέρες από την έκδοση της Απόφασης Επιστροφής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διάταξη επιτρέπει την απόρριψη της αίτησης χωρίς να εξεταστούν οι λόγοι ουσίας που προβάλει ο αιτών διεθνούς προστασίας κατά παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και για λόγους που σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονται με τη διαπίστωση ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει ανάγκη προστασίας. Επιπλέον και σύμφωνα με το 136 του σ/ν στην περίπτωση αυτή η άσκηση της προσφυγής του άρθρου 135 κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς ένα πρόσωπο κινδυνεύει να απομακρυνθεί χωρίς ποτέ οι σχετικοί ισχυρισμοί του να έχουν εξεταστεί ουσία κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Άρθρο 125: Καταργείται η υποχρέωση έκδοσης πράξης διακοπής σε περίπτωση μη εμφάνισης για ανανέωσης του δελτίου, μη εμφάνιση στην προσωπική συνέντευξη κτλ. ανεξαρτήτως του λόγου που ο αιτών δεν μπόρεσε να είναι συνεπής προς τη υποχρέωση του (πχ. ανωτέρα βία) και η δυνατότητα ο αιτών να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της αίτησης εντός 9μήνου από την έκδοση της πράξης διακοπής. Προβλέπεται πλέον η έκδοση απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών μπορεί να ασκήσει αποκλειστικά προσφυγή, η οποία ωστόσο δεν έχει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 136 (2-γ)). Η διάταξη επιτρέπει την απόρριψη αίτησης για τεχνικούς λόγους, ακόμη και χωρίς τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ η δυνατότητα της αποφαινόμενης αρχής να τάξει στον αιτούντα προθεσμία για την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή να επαναπρογραμματίσει την συνέντευξη καταλείπεται στην διακριτική ευχέρεια της αποφαινόμενης αρχής (παρ. 2). Άρθρο 126: Το άρθρο 126 ενσωματώνει όλους τους λόγους που προβλέπει ο Κανονισμός 2024/1348 για τους οποίους αίτηση ασυνόδευτου ανηλίκου μπορεί να εξεταστεί με την ταχεία διαδικασία, παρότι η διάταξη καταλείπει περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη (άρθρο 42(3) «Η ταχεία διαδικασία εξέτασης μπορεί να χρησιμοποιείται […]». Όπως προαναφέρθηκε η εξέταση αίτησης ασυνόδευτου παιδιού με την ταχεία διαδικασία, εκτός των άλλων ισοδυναμεί με περιορισμένες συνθήκες υποδοχής και παραμονή στις λεγόμενες «ασφαλείς ζώνες» των camps αντί για τη μεταφορά σε δομή παιδικής προστασίας. Άρθρο 127: Ο ελληνικός εφαρμοστικός νόμος μεταφέρει στην ελληνική έννομη τάξη όλους τους λόγους για την εφαρμογή της διαδικασίας συνόρων που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό 2024/1348, δυνητικούς (άρθρο 43 του Κανονισμού 2024/1348 – στους οποίους περιλαμβάνεται η εισόδου από τα εξωτερικά σύνορα ή της αποβίβασης έπειτα από επιχείρηση έρευνας και διάσωσης, ήτοι πρακτικά το σύνορο των αφίξεων στην Ελλάδα) και υποχρεωτικούς (άρθρο 45 Κανονισμού 2024/1348 – π.χ. αιτήσεις ασύλου από πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικότητα με ποσοστό αναγνώρισης 20%). Κατά την εξέταση των αιτήσεων που υπόκειται σε διαδικασία συνόρων οι αιτούντες παραμένουν υπό περιορισμό κυκλοφορίας ή κράτηση σε ΚΥΤ και ΚΕΔ (άρθρο 129). Το σύνολο της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός 12 εβδομάδων (άρθρο 128), προβλέπει συντετμημένες προθεσμίες (άρθρο 128), μη χορήγηση ανασταλτικό αποτέλεσμα στην προσφυγή (136 (2-αβ)), μη πρόσβαση στην αγορά εργασίας (άρθρο 32 ν/σ) και αποκλεισμό από μαθήματα γλώσσας και επαγγελματικής κατάρτισης (άρθρο 31 ν/σ). Άρθρο 131: Επαναλαμβάνεται η διάταξη με την οποία τίθεται παράβολο ύψους 300 ευρώ για την υποβολής μεταγενέστερης μετά την πρώτη αίτηση (παρ. 4). Η διάταξη δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 55 του Κανονισμού 2024/1348. Άρθρο 137: Γίνεται παραπομπή στα άρθρα 59 και 61 του Κανονισμού 2024/1348 για την κατάρτιση εθνική λίστας «ασφαλών τρίτων χωρών» ή «ασφαλών χωρών καταγωγής». Οι διατάξεις του Κανονισμού μεταξύ άλλων επιτρέπουν το χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» ή «ασφαλούς χώρας καταγωγής», για συγκεκριμένα τμήματα της χώρας ή κατηγορίες προσώπων, ή το χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» επί τη βάσει συμφωνιών που συνάπτει η Ένωση με τη χώρα αυτή.