• Σχόλιο του χρήστη 'Equal Rights Beyond Borders' | 25 Μαΐου 2026, 02:26

    Πεδίο εφαρμογής: άρθρο 2 Στην εξαίρεση της παρ. 4 θα πρέπει να υπόκεινται και τα άτομα κατά των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη για τη χρήση πλαστών εγγράφων ή εγγράφων άλλου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 6 του ν. 5038/2023, δεδομένης της χρήσης τέτοιων εγγράφων από αιτούντες διεθνή προστασία για τον ίδιο το σκοπό της αναζήτησης διεθνούς προστασίας, καθότι η απειληθείσα βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την προσωπική ελευθερία αυτών, ως υπέρτατα έννομα αγαθά, είναι σημαντικά ανώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από την τυχόν προκληθείσα βλάβη στο κρατικό έννομο αγαθό της ελληνικής δημόσιας τάξεως και στο κοινωνικό έννομο αγαθό της πίστεως περί τα υπομνήματα (βλ. ΠλημμΠατρών 5477/2017). Στην εν λόγω εξαίρεση πρέπει να υπόκεινται και τα άτομα κατά των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα των άρθρων 24 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεδομένου ότι για τα εν λόγω αδικήματα κατηγορούνται νεοαφιχθέντες πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που επιθυμούν να αιτηθούν διεθνή προστασία και συχνά συναντούν προβλήματα κατά την υποβολή σχετικών αιτημάτων σε μεταγενέστερο στάδιο (https://equal-rights.org/articles/182). Περιορισμός ελευθερίας και κράτηση: άρθρο 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 23 Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α’, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 23 παρ. 2 ισοδυναμεί με κράτηση στο βαθμό που περιλαμβάνει την απαγόρευση εξόδου από ΚΥΤ ή ΚΕΔ ή ΚΜΚΣΜ, καθώς συνεπάγεται περιορισμό σε ειδικό χώρο με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του ατόμου (βλ. ορισμό της κράτησης στο άρθρο 17 περ. ιβ’ του παρόντος νομοσχεδίου). Δεδομένου ότι η απαγόρευση εξόδου συνιστά κράτηση, το άρθρο 23 παρ. 2, προβλέποντας περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας με “απαγόρευση εισόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής”, θέτει ως κανόνα και όχι έσχατο μέτρο την κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής. Τούτο σε αντίθεση με τον Κανονισμό 2024/1356 που αναφέρει ότι “Η κράτηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ως έσχατη λύση σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας” (σκέψη 11). Πρέπει συνεπώς να διαγραφεί η απαγόρευση εισόδου ως μέσο περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας στο άρθρο 23 παρ. 2 και να προβλεφθεί ρητά πως η κράτηση κατά το στάδιο του ελέγχου διαλογής ατόμων που έχουν δηλώσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία θα λαμβάνει χώρα μόνον κατ’ εξαίρεση, μετά από αξιολόγηση των ατομικών συνθηκών, όταν άλλα, εναλλακτικά μέσα δεν δύνανται να εφαρμοσθούν. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρξει σχετική πρόβλεψη που να αφορά στον περιορισμό της ελευθερίας και την κράτηση στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής ατόμων με ευαλωτότητες. Σχετικός περιορισμός της ελευθερίας ή κράτηση, ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα ως έσχατο μέτρο, κατόπιν αξιολόγησης των ατομικών συνθηκών, όταν άλλα, εναλλακτικά μέσα δεν δύνανται να εφαρμοσθούν, προκειμένου να είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας και τις ειδικές εγγυήσεις που υφίστανται για την προστασία των ευάλωτων σε εθνικά και υπερεθνικά κείμενα. Ειδικότερη ρύθμιση πρέπει να υπάρχει για τους ανηλίκους καθώς ο περιορισμός της ελευθερίας τους και η κράτηση αυτών δεν εξυπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 της ΔΣΔΠ. Περαιτέρω θα πρέπει να διαγραφεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 42 παρ. 1 προθεσμία για άσκηση του ένδικου βοηθήματος των αντιρρήσεων κατά απόφασης περιορισμού της ελευθερίας ή κράτησης κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Τούτο δεδομένων των δυσκολιών πρόσβασης σε δικηγόρο των υποβληθέντων σε περιορισμό ελευθερίας κυκλοφορίας ή κράτηση και του ενδεχόμενου εκ τοις πράγμασοι παράτασης των ως άνω μέτρων πέραν του προβλεπόμενου από το παρόν νομοσχέδιο χρονικού πλαισίου. Εξάλλου, για νομοτεχνικούς λόγους θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η αντιμετώπιση των ατόμων που δεν έχουν αιτηθεί διεθνή προστασία. Για τα εν λόγω πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β’, προβλέπεται κράτηση σε ΠΡΟΚΕΚΑ ή εναλλακτικά της κράτησης μέτρα για τη διάρκεια της διενέργειας του ελέγχου διαλογής. Παρόλα αυτά, στο άρθρο 12 αναφέρεται ότι, μετά το τέλος του ελέγχου διαλογής, τα πρόσωπα που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας παραπέμπονται στις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ, έχοντας το δικαίωμα, μέχρι την ολοκλήρωση της παραπομπής και την ανάληψη των περαιτέρω ενεργειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ, να παραμένουν για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, και πάντως όχι πέραν των επτά ημερών, στα καθορισμένα σημεία ελέγχου διαλογής. Δεν προκύπτει επομένως σαφώς το πλαίσιο της αντιμετώπισης των αλλοδαπών που βρίσκονται στη χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και δεν αιτούνται διεθνή προστασία και συγκεκριμένα πού θα τοποθετούνται. Σε κάθε περίπτωση, κράτηση σε ΠΡΟΚΕΚΑ για τους ως άνω και παράλληλη υπαγωγή στον έλεγχο διαλογής δεν είναι δυνατή παρά μόνο στο βαθμό που αφορά σε ΠΡΟΚΕΚΑ εντός ή πλησίον ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ως σημεία ελέγχου διαλογής ορίζονται ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ. Διαφορετική ερμηνεία θα ήταν αδύνατη, ενόψει της παρ. 2 του άρθρου 5 που ρητώς αναφέρει πως σε περίπτωση κράτησης προσώπων σε ΠΡΟΚΕΚΑ, “οι διαδικασίες του ελέγχου διαλογής εξακολουθούν να διενεργούνται αποκλειστικά στα σημεία ελέγχου διαλογής της παρ. 1 του άρθρου 4”, επομένως σε ΚΥΤ, ΚΕΔ και ΚΜΚΣΜ, ενόψει του σύντομου χρονικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να διενεργείται ο έλεγχος διαλογής, της αρχής της χρηστής διοίκησης και του σκοπού εξοικονόμησης ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων και ταχείας διεκπεραίωσης των διοικητικών υποθέσεων. Σε κάθε περίπτωση, με μόνη τη δήλωση ενός προσώπου ότι επιθυμεί να αιτηθεί διεθνή προστασία θα πρέπει να λαμβάνεται νέα απόφαση των εθνικών αρχών και να χωρεί υπαγωγή στο καθεστώς της περ. α’ του άρθρου 5 παρ. 1, με ταυτόχρονη μεταφορά στο χώρο ΚΥΤ, ΚΕΔ, ή ΚΜΚΣΜ. Καταχώριση προσωπικών στοιχείων: άρθρο 8 Πρέπει να αρθεί η πρόβλεψη επαλήθευσης ή εξακρίβωσης στοιχείων ιθαγένειας στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής, όπως αυτή εμπεριέχεται στο άρθρο 8 παρ. 1, εδ. α’ και παρ. 2 εδ. α’, β’ και γ’, και το άρθρο 10 παρ. 2 εδ. β’ καθώς δεν είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 2024/1356. Ο εν λόγω Κανονισμός προβλέπει μόνο την επαλήθευση ή εξακρίβωση στοιχείων ταυτότητας. Όσον αφορά στην ιθαγένεια των ατόμων που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής προβλέπεται μόνο, στο άρθρο 9 παρ. 2 περ. α' του Κανονισμού, η υποχρέωσή των προσώπων αυτών να την υποδείξουν και όχι των αρχών να προβούν στην οιαδήποτε επαλήθευση ή εξακρίβωση. Τούτο προκύπτει και από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 17 παρ. 1 όπου αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το έντυπο που συμπληρώνεται κατά τον έλεγχο διαλογής. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο του Κανονισμού αναφέρεται ότι το έντυπο πρέπει να περιλαμβάνει ονοματεπώνυμο, ημερομηνία και τόπος γέννησης και φύλο, και όσον αφορά στην ιθαγένεια, μόνο ένδειξη ιθαγενειών ή ανιθαγένειας. Εάν η βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να χωρεί επαλήθευση ή εξακρίβωση ιθαγένειας στο στάδιο του ελέγχου διαλογής δεν θα έκανε χρήση της λέξης “ένδειξη”. Αντίθετη ρύθμιση, όπως αυτή που προβλέπεται στο παρόν νομοσχέδιο, δεν συμβαδίζει με τις μεγάλες χρονικές ανάγκες της διαδικασίας εξακρίβωσης ευαλωτότητας, δεδομένης της σύντομης διάρκειας της διαδικασίας ελέγχου διαλογής. Ακόμα, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 109 παρ. 2 και το άρθρο 111 παρ. 2 του παρόντος νομοσχεδίου που προβλέπει πως στα μεταγενέστερα στάδια της καταχώρισης και κατάθεσης της αίτησης ασύλου, αντλούνται τα στοιχεία από τον έλεγχο διαλογής και δεν δύνανται να τροποποιηθούν παρά μόνο με προσκόμιση πρωτότυπων εγγράφων. Τούτο διότι σφάλματα που είναι ευλόγως αναμενόμενο να παρεισφρήσουν σε μια σύντομη διοικητική διαδικασία μπορούν να διορθωθούν μόνο με πρωτότυπα έγγραφα τα οποία πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και οι ανιθαγενείς, δεν δύνανται να προσκομίσουν δεδομένης της αδυναμίας τους να μεταβούν στη χώρα καταγωγής ή προηγούμενης συνήθους διαμονής ή/και δεν είναι δυνατή η έκδοσή τους. Συμπλήρωση του εγγράφου ελέγχου διαλογής: άρθρο 10 Κατά παράβαση του Κανονισμού 2024/1356, προβλέπεται πώς “εάν οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς αφικνούνται ή συλλαμβάνονται σε περιοχή στην οποία δεν λειτουργεί σημείο ελέγχου διαλογής του άρθρου 4 του παρόντος, ή στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος, καθώς και σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η ανωτέρω προθεσμία εκκινεί από την άφιξή τους στο καθορισμένο σημείο ελέγχου διαλογής”. Τούτο διότι ο Κανονισμός, στο άρθρο 8 παρ. 3, ρητώς προβλέπει πως στις περιπτώσεις ελέγχου διαλογής στα εξωτερικά σύνορα ο έλεγχος ολοκληρώνεται εντός επτά ημερών από τη σύλληψη στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων, την αποβίβαση στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους ή την προσέλευση στο συνοριακό σημείο διέλευσης (με τον έλεγχο για τα πρόσωπα για τα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358 και εξακολουθούν να είναι παρόντα στα εξωτερικά σύνορα για περισσότερες από 72 ώρες να πρέπει να γίνει εντός τεσσάρων ημερών), ενώ στις περιπτώσεις ελέγχου διαλογής στο εσωτερικό της επικράτειας ολοκληρώνεται εντός τριών ημερών από τη σύλληψη του υπηκόου τρίτης χώρας. Σχετική αναφορά γίνεται και στην σκέψη 22 του Κανονισμού. Καμία δε σχετική παρέκκλιση δεν προβλέπεται. Συνθήκες κατά τον έλεγχο διαλογής: άρθρο 13 Η αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών του άρθρου 33 θα πρέπει να προβλεφθεί και για το διάστημα που οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς υπόκεινται στη διαδικασία ελέγχου διαλογής, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της συμμόρφωσης των αρχών με την υποχρέωσή τους να παρέχουν τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης στα πρόσωπα που υπάγονται στην εν λόγω διαδικασία. Η διάταξη που αφορά στην πρόσβαση δικηγόρων στα σημεία ελέγχου διαλογής πρέπει να τροποποιηθεί. Ειδικότερα, πρέπει να αφαιρεθεί η λέξη “εξουσιοδοτημένοι”, καθώς η φύση του ελέγχου διαλογής καθιστά εξαιρετικά σπάνιο έως απίθανο να χωρήσει, πριν τον περιορισμό της ελευθερίας ή την κράτηση των πολιτών τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που υπόκεινται σε αυτόν, σχετική, γραπτή εξουσιοδότηση προς δικηγόρο. Μόνη η αναφορά από δικηγόρο, κατά την είσοδο στα εν λόγω σημεία, στο σκοπό συνάντησης με πρόσωπο εντός των σημείων ελέγχου διαλογής κατόπιν σχετικής επικοινωνίας με το πρόσωπο αυτό δέον αρκεί για την είσοδο του δικηγόρου στο χώρο. Σε κάθε περίπτωση η πρόβλεψη σχετικής ενημέρωσης και άδειας από την Κεντρική Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης αντίκειται στο άρθρο 34 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013) που προβλέπει την απρόσκοπτη είσοδο των δικηγόρων σε φορείς του Δημοσίου τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, δίχως κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό, και πρέπει να διαγραφεί. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να διαγραφεί η διάταξη περί μη πρόσβασης πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου ασφαλείας.