Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΜΕΡΟΣ Δ΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1348 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΟΙΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/32/ΕΕ (άρθρα 94-153)Σχόλιο του χρήστη Equal Rights Beyond Borders | 25 Μαΐου 2026, 02:54




ΑΡΘΡΑ 127-129 ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 136 ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Οι διατάξεις των άρθρων 127-129 παραπέμπουν ευθέως στον Κανονισμό 2024/1348 για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση. Σε σύγκριση με την προηγούμενη ρύθμιση, το άρθρο 54 του Κανονισμού διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων. Επιπλέον, η περιγραφή του ελέγχου επί των πολιτών τρίτων χωρών εγείρει ζητήματα γενίκευσης της κράτησης και καταστρατήγησης της αρχής της αναλογικότητας αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του Κανονισμού, η διαδικασία συνόρων μπορεί να διενεργηθεί μόνο «Μετά τον έλεγχο διαλογής που διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1356, κατά περίπτωση και υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών δεν έχει ακόμη λάβει άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους». Πρώτα απ’ όλα, η δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων εντός του εδάφους των κρατών μελών, έρχεται σε αντίθεση με το κανονιστικό πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε τα πρόσωπα που φτάνουν στα εσωτερικά σύνορα να έχουν ήδη εισέλθει στο έδαφος των κρατών μελών, καθώς, διαφορετικά, στον χώρο Σένγκεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν περιοχές ή ζώνες που δεν θα ανήκουν σε κανένα από τα κράτη Σένγκεν. Αυτό απορρέει από τον ίδιο τον σκοπό του χώρου Σένγκεν, που είναι η δημιουργία ενός κοινού χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα και με κοινή εδαφική δικαιοδοσία. Η Σένγκεν δεν αναφέρεται ρητά στο πλάσμα μη εισόδου, και η άρνηση εισόδου είναι νόμιμη μόνο στα εξωτερικά σύνορα. Επειδή η διαδικασία συνόρων πραγματοποιείται «πριν από την είσοδο» (άρθρο 43 παρ. 1), αυτή λήγει πάντα αυτόματα με την είσοδο. Αυτό προκύπτει, στο πλαίσιο του άρθρου 54, άμεσα και από τις παραγράφους 4 και 5 του Κανονισμού, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα ότι η απαίτηση διαμονής σε συγκεκριμένο τόπο και η μεταφορά για δικαστικούς ή ιατρικούς σκοπούς δεν πρέπει να θεωρείται ως άδεια ή ως είσοδος. Ήδη η διατύπωση «μεταφερθεί» καθιστά σαφές ότι πρέπει να υπάρχει συνεχής έλεγχος του ενδιαφερόμενου προσώπου από τις αρχές του κράτους μέλους. Η ίδια λογική ακολουθείται στο άρθρο 6 του Κανονισμού Διαλογής. Επομένως, εάν ένα κράτος μέλος χάσει τον φυσικό έλεγχο επί ενός προσώπου που εμπίπτει στην εν λόγω νομική υπόθεση, δε μπορεί πλέον να εφαρμοστεί το πλάσμα μη εισόδου και η είσοδος έχει πραγματοποιηθεί. Οι προϋποθέσεις της διαδικασίας στα σύνορα δεν πληρούνται πλέον ipso facto και η διαδικασία δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί. Για να υπάρχει, συνεπώς, διαδικασία συνόρων με τον τρόπο που περιγράφεται στο νέο πλαίσιο, η ελευθερία κίνησης του εν λόγω ατόμου πρέπει να περιορίζεται ανά πάσα στιγμή και να υπόκειται σε επίβλεψη από τις αρχές, ενώ σε περίπτωση διαφυγής του ατόμου από τον έλεγχο αυτό η εφαρμογή της διαδικασίας των συνόρων κατά τον ΚΕΣΑ είναι αυτομάτως μη νόμιμη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστούμε ένα σενάριο όπου αυτό δε θα ισοδυναμεί με μία συνθήκη γενίκευσης της κράτησης κατά τρόπο αντίθετο με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το αν η παραμονή στον τόπο της διαδικασίας στα σύνορα θεωρείται από το κράτος ως στέρηση της ελευθερίας ή περιορισμός της ελευθερίας, πρέπει να εκδοθεί απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο καθώς και να ρυθμιστεί η πρόσβαση σε αποτελεσματική νομική συνδρομή. ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΟΡΩΝ Από τις διατάξεις του παρόντος μέρους προκαλείται σύγχυση αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων στους ασυνόδευτους ανήλικους. Η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 2β’ συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας δυνατότητας, κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με τον Κανονισμό και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Η παρ. 1 του άρθρου 53 του Κανονισμού περιλαμβάνει ειδική ρύθμιση για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, στους οποίους η διαδικασία συνόρων δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν. Η διάταξη ορίζει την εξαίρεση της απειλής για την ασφάλεια παραπέμποντας στο άρθρο 42 παρ. 3β’ του Κανονισμού. Δοθείσης, της αοριστίας των εννοιών της διάταξης 42 παρ.3β’ και σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν αναφορικά με το βαθμό ελέγχου, παρεμβατικότητας και εν τέλει κράτησης στη διαδικασία συνόρων, είναι προφανές ότι τελολογικά η διαδικασία συνόρων θα πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη πιο περιοριστικά στους ασυνόδευτους ανηλίκους από την περίπτωση της ταχείας διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμα και αν επιλεχθεί η εξαιρετική διατύπωση της Οδηγίας, είναι ιδιαίτερα προβληματικό το γεγονός ότι το ερώτημα αν οι ανήλικοι συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια θα ακολουθεί στην πράξη την προσωρινή εκτίμηση που διατυπώνεται κατά τη διαδικασία συνόρων, στην οποία δεν παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για τα παιδιά. Τέλος, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου και του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, η διαδικασία συνόρων για ασυνόδευτους ανηλίκους δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι το συμφέρον ασφαλείας του κράτους, όπως αντανακλάται στο άρθρο 42 παρ.3 β’ μπορεί να εξασφαλιστεί με λιγότερο παρεμβατικά μέτρα από τη διαδικασία συνόρων και τα συνεπαγόμενά της, μεταξύ των οποίων αυτό της κράτησης. Θα πρέπει συνεπώς να προβλεφθεί ρητά η συνολική εξαίρεση των ασυνόδευτων ανηλίκων από τη διαδικασία συνόρων και να αφαιρεθεί το σχετικό χωρίο του άρθρου 136 παρ. 2β’ .