• Σχόλιο του χρήστη 'Equal Rights Beyond Borders' | 25 Μαΐου 2026, 04:23

    Άρθρο 17 Ορισμοί – «κίνδυνος διαφυγής» Η διεύρυνση των κριτηρίων προσδιορισμού του κινδύνου διαφυγής στην περίπτωση ια΄ και ιδίως η συνεκτίμηση της μη ύπαρξης δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής, είναι ασύμβατη, καταρχήν, με τη διάταξη της αρχής της εξατομικευμένης αξιολόγησης. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση λειτουργεί στην πράξη ως σχεδόν αυτοτελές τεκμήριο υπέρ της κράτησης, παρά το γεγονός ότι η έλλειψη γνωστής διαμονής αποτελεί συχνό και αναμενόμενο χαρακτηριστικό νεοεισερχόμενων αιτούντων διεθνή προστασία. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε γενικευμένη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων, αντίθετα προς τον εξαιρετικό χαρακτήρα της κράτησης και χωρίς επαρκή στάθμιση των υποχρεώσεων του κράτους ως προς την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής και στέγασης σύμφωνα με το άρθρο 19 της Οδηγίας υποδοχής. Άρθρο 23 - Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας Η προτεινόμενη διάταξη εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 9 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1346 (μη ορθή μεταφορά), καθώς δεν αποτυπώνεται ότι η επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία επιτρέπεται αποκλειστικά μόνο εφόσον το μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Επιπλέον, η προβλεπόμενη δυνατότητα απαγόρευσης εξόδου, αναλόγως συνιστά στην πράξη μέτρο στέρησης της προσωπικής ελευθερίας. Ως εκ τούτου, απαιτείται η υπαγωγή της στις αντίστοιχες δικονομικές εγγυήσεις που ισχύουν για τη διοικητική κράτηση και συνεπώς η διαγραφή της πρόβλεψής της από το άρθρο 23. Τέλος, η συνδρομή εξαιρετικών λόγων για τη λήψης άδειας προσωρινής διαμονής εκτός του ορισμένου τόπου συστέλλει ανεπίτρεπτα το άρθρο 9 παρ. 3 της Οδηγίας 2024/1346 και συνεπώς πρέπει να διαγραφεί. Άρθρο 25 - Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες Παράγραφος 3: Η προτεινόμενη διάταξη αυξάνει τη μέγιστη διάρκεια κράτησης των αιτούντων διεθνή προστασία σε σχέση με το έως σήμερα ισχύον εθνικό πλαίσιο. Παρότι η Οδηγία 2024/1346 δεν προβλέπει συγκεκριμένα χρονικά όρια κράτησης, θέτει ως βασική αρχή ότι η κράτηση εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον είναι αναγκαία και «για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια». Υπό το πρίσμα αυτό, η αύξηση συγκριτικά με το προηγούμενο πλαίσιο παραμένει αναιτιολόγητη και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διασφαλιστεί ρητά ότι η επιβολή και διατήρηση του μέτρου εξακολουθεί να υπόκειται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση και περιοδικό έλεγχο της αναγκαιότητάς του. Παράγραφος 4: Δεν προσδιορίζονται οι τρόποι πρόσβασης σε δωρεάν νομική συνδρομή, δεδομένου ότι πρόκειται για κρατούμενους που δεν έχουν τη δυνατότητα υποβολής αίτησης δωρεάν νομικής βοήθειας στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως, η οποία (αίτηση) σε κάθε περίπτωση πρέπει να κατατεθεί και στα ελληνικά. Επιπλέον, θα πρέπει να επαναφερθεί ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος που αναιτιολόγητα αφαιρέθηκε. Παράγραφος 5: Η κράτηση των ανηλίκων πρέπει να απαγορευτεί ως μη συνάδουσα με το βέλτιστο συμφέρον τους σύμφωνα με το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Άρθρο 27 - Κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής Η προτεινόμενη επαναφορά της «προστατευτικής κράτησης», ουδόλως συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών (άρθρο 3 Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το άρθρο 24 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων). Ως εκ τούτου θα πρέπει να διαγραφεί. Η κράτηση γυναικών που εγκυμονούν θα πρέπει να απαγορευτεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της κύησης, ειδικότερα εάν ληφθεί επιπλέον υπόψη, η υποστελέχωση αρκετών κέντρων κράτησης, λόγω έλλειψης ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού αλλά και υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ως εκ τούτου, οι αυξημένες ανάγκες υποδοχής τόσο των γυναικών σε κατάσταση κύησης όσο και των λοιπών ευάλωτων ομάδων, δεν μπορούν να καλυφθούν. Άρθρο 40 – Στέγαση παιδιών με ενήλικες Η μεταφορά της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 9 της Οδηγίας 2024/1346 περί διαμονής ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες, είναι μη νόμιμη ως αντίθετη στις αρχές του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων και της προστασίας αυτών(άρθρο 3 ΔΣΠΔ, άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ). (ιδ. και πρόσφατη ΕΔΑΔ, H.D. κατά Ιταλίας , 41645/23). Άρθρο 42 – Ένδικο βοήθημα Το προηγούμενο πριν το δικαστικό έλεγχο στάδιο της υποβολής παραπόνου ενώπιον της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης και μάλιστα «άπαξ», καθυστερεί αναιτιολόγητα το δικαστικό έλεγχο, δημιουργώντας κίνδυνο παρατεταμένης υποβολής σε συνθήκες αντίθετες στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης. Σε συνδυασμό με την απουσία παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, καθίσταται προφανές ότι το ένδικο βοήθημα είναι αναποτελεσματικό.