Αρχική Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και ΑσύλουΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ EURODAC ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1351 ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) 2021/1147 ΚΑΙ (ΕΕ) 2021/1060 ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 604/2013 (άρθρα 212-228)Σχόλιο του χρήστη Equal Rights Beyond Borders | 25 Μαΐου 2026, 08:34




Αρ. 216 Πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας 1. Ο έλεγχος ασφαλείας της παρ. 4 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 διενεργείται το αργότερο εντός πέντε (5) ημερών από την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Η διάταξη θέτει πολύ αυστηρή προθεσμία εφαρμόζοντας το ενωσιακό δίκαιο με τη μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα. Επιπλέον στην παράγρ. 2 του ίδιου άρθρου αρκεί να υπάρχουν "περαιτέρω στοιχεία ή ενδείξεις" για να οδηγηθούν οι αρχές σε συμπληρωματικό έλεγχο. Αντίθετα ο Κανονισμός προβλέπει "αιτιολογημένους λόγους". Αρ. 217 Το άρθρο 217(2) εισάγει ένα αυστηρότερο καθεστώς συνεπειών σε σχέση με το ενωσιακό πλαίσιο, υπερβαίνοντας τα όρια που θέτει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1351. Συγκεκριμένα, ενώ το άρθρο 18 του Κανονισμού περιορίζεται στην απώλεια των υλικών συνθηκών υποδοχής σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ο αιτών υποχρεούται να βρίσκεται, το άρθρο 217(2) επεκτείνει σημαντικά τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης όχι μόνο στη στέρηση των υλικών συνθηκών υποδοχής, αλλά και την σιωπηρή (τεκμαιρόμενη) απόσυρση της αίτησης ασύλου, παραπέμποντας στο άρθρο 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και στο άρθρο 125 του εθνικού νόμου. Η πρόσθετη αυτή συνέπεια δεν προβλέπεται στον Κανονισμό 2024/1351, ο οποίος δεν συνδέει τη μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις παρουσίας με απώλεια του ίδιου του δικαιώματος εξέτασης της αίτησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 217(2) δεν συνιστά απλή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, αλλά εισάγει μια ποιοτικά βαρύτερη κύρωση, η οποία δύναται να οδηγήσει σε πλήρη αποδυνάμωση της πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.Επιπλέον, η αυστηροποίηση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι οποίοι συχνά αδυνατούν να συμμορφωθούν πλήρως με διαδικαστικές υποχρεώσεις χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη. Επιπλέον το άρθρο 217(3) εισάγει ένα ιδιαιτέρως περιοριστικό πλαίσιο ως προς την ελευθερία κίνησης και τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που μεταφέρονται στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, το οποίο φαίνεται να υπερβαίνει τα όρια που θέτει το ενωσιακό δίκαιο. Καταρχάς, η διάταξη συνδέει τα πρόσωπα αυτά με υποχρεωτική διαμονή σε Περιφερειακά Γραφεία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, συνοδευόμενη είτε από περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας είτε από κράτηση. Η διατύπωση αυτή δημιουργεί την εντύπωση ενός σχεδόν αυτόματου ή κατ’ αρχήν εφαρμοστέου περιοριστικού μέτρου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κανονισμού 2024/1351 η κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, επιτρεπτό μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις: ύπαρξη κινδύνου διαφυγής ή λόγων δημόσιας ασφάλειας, ατομική αξιολόγηση, αναλογικότητα και απουσία λιγότερο επαχθών εναλλακτικών μέτρων. Η κράτηση οφείλει να είναι το τελευταίο μέτρο (ultima ratio), για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα και με πλήρεις δικονομικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολογημένης απόφασης και της αποτελεσματικής δικαστικής αναθεώρησης. Αντίθετα, το άρθρο 217(3), όπως διατυπώνεται, δεν ενσωματώνει ρητά αυτές τις εγγυήσεις ούτε καθιστά σαφές ότι η κράτηση αποτελεί εξαιρετική επιλογή, δημιουργώντας έτσι κίνδυνο συστηματικής ή αυτοματοποιημένης εφαρμογής περιοριστικών μέτρων. Αρ.219 - με την παράγραφο 2, προβλέπεται αποκλεισμός του δικαιώματος δωρεάν παροχής νομικής συνδρομής όταν ο αιτών ήδη εκπροσωπείται από δικηγόρο. Το άρθρο 21(7) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, οποίο επιτρέπει κατ’ εξαίρεση τέτοιον περιορισμό.Ο τρόπος εφαρμογής από τον εφαρμοστικό γίνεται κατά τον πλέον περιοριστικό δυνατό τρόπο, χωρίς να διασφαλίζεται επαρκώς ότι η εξαίρεση θα εφαρμόζεται κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης και με γνώμονα την αποτελεσματική πρόσβαση του αιτούντος στη διαδικασία. Αρ. 220 Η διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης γίνεται εντός αυστηρής προθεσμίας επτά (7) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Εισάγεται ένα πιο άκαμπτο χρονικό πλαίσιο σε σχέση με το άρθρο 22 του Κανονισμού 2024/1351, το οποίο απαιτεί η συνέντευξη να διεξάγεται «εγκαίρως» και πριν από την υποβολή αιτήματος ανάληψης ευθύνης, αφήνοντας στα κράτη μέλη περιθώριο ευελιξίας ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική προετοιμασία του αιτούντος και η ποιότητα της διαδικασίας. Αρ. 220 με την παράγραφο 3 του αν λόγω άρθρου παρέχεται προθεσμία πέντε (5) ημερών για τη συμπλήρωση του φακέλου του, σε περίπτωση που ο αιτών δεν είναι σε θέση να προσκομίσει κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης όλα τα αναγκαία στοιχεία. Ωστόσο, ούτε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1351 ούτε η σχετική εκτελεστική νομοθεσία της Ένωσης προβλέπουν συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό για την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων μετά τη συνέντευξη. Αρ. 222 Η διατύπωση εμφανίζεται ασαφής και νομοτεχνικά προβληματική, ιδίως λόγω της συγκεχυμένης παραπομπής σε πολλαπλές ενωσιακές διατάξεις και της ταυτόχρονης αναφοράς σε προθεσμίες που επικαλύπτονται. Αν και η πρόβλεψη για κατά προτεραιότητα υποβολή αιτήματος ανάληψης ευθύνης εντός δύο εβδομάδων επιδιώκει την επιτάχυνση της διαδικασίας στα σύνορα, η σωρευτική αναφορά «εντός δύο εβδομάδων» και «εντός των προθεσμιών του άρθρου 39» δημιουργεί ερμηνευτική αβεβαιότητα ως προς το ποια προθεσμία υπερισχύει και υπό ποιες προϋποθέσεις.Αυτό έχει ως αποτέλεσμα νομική αβεβαιότητα και έλλειψη προβλεψιμότητας της διαδικασίας για τον αιτούντα. Αρ. 223 Η διάταξη φαίνεται να υπερβαίνει το ενωσιακό πλαίσιο, ιδίως σε σχέση με το περιεχόμενο της απόφασης μεταφοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 42(2) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, η απόφαση μεταφοράς πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως, σε απλή γλώσσα, και να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ενημέρωση ότι η αίτηση δεν θα εξεταστεί επί της ουσίας, καθώς και –όπου συντρέχει περίπτωση– την υποχρέωση συμμόρφωσης με την απόφαση. Η ενωσιακή διάταξη δεν επιβάλλει ως αυτοματοποιημένη συνέπεια την ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής. Αντιθέτως, το άρθρο 223 συνδέει ευθέως την έκδοση της απόφασης μεταφοράς με την ανάκληση των συνθηκών υποδοχής, προβλέποντας ότι η ίδια απόφαση «ορίζει» την ανάκλησή τους. Αυτό εκθέτει τους αιτούντες άσυλο σε κίνδυνο αστεγίας αμέσως μετά την κοινοποίηση της απόφασης μεταφοράς και μέχρι την εκτέλεσή της καθώς και κίνδυνο να βρεθούν σε αδυναμία μετακίνησής τους από και προς το σημείο αναχώρησης. Αρ. 224 Η πρόβλεψη προθεσμίας επτά (7) ημερών για την άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας συνόρων και δέκα (10) ημερών στις λοιπές περιπτώσεις κινείται μεν εντός των ορίων που θέτει το άρθρο 43(2) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 (τουλάχιστον μία εβδομάδα και έως τρεις εβδομάδες), πλην όμως υιοθετεί το κατώτατο δυνατό χρονικό όριο. Με τον τρόπο αυτό, η εθνική διάταξη εξαντλεί το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας προς την κατεύθυνση της αυστηρότερης δυνατής εφαρμογής, περιορίζοντας στην πράξη τον χρόνο που διαθέτει ο αιτών για την προετοιμασία της προσφυγής και την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ένδικης προστασίας. Συνολικά, οι εν λόγω διατάξεις δεν περιορίζονται σε απλή εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, αλλά φαίνεται να τον εφαρμόζουν κατά τρόπο συστηματικά αυστηρότερο και λιγότερο ευέλικτο. Η προσέγγιση αυτή υπονομεύει τις διαδικαστικές εγγυήσεις των αιτούντων και εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της αναλογικότητας, της νομικής βεβαιότητας και της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο ενωσιακό δίκαιο.