• Σχόλιο του χρήστη 'Βασίλειος' | 21 Νοεμβρίου 2025, 19:06

    Η προτεινόμενη ρύθμιση της περ. ζ του άρθρου 111, με την οποία όλα τα στελέχη που ήδη τελούν σε ειδικές καταστάσεις υποχρεώνονται, εντός τριετίας, σε εκ νέου παραπομπή σε υγειονομική επιτροπή, ανεξαρτήτως πάθησης, διάρκειας ή σταθερότητας της κατάστασής τους, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο.1. Ελληνικό Σύνταγμα Η υποχρεωτική, οριζόντια και αδιακρίτως εφαρμοζόμενη επανεξέταση: •Θίγει την αξία του ανθρώπου ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (άρθρο 2 παρ. 1 Σ.). •Περιορίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την αυτοδιάθεση του ατόμου (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.). •Επεμβαίνει στο δικαίωμα προστασίας της υγείας και έναντι βιοϊατρικών παρεμβάσεων (άρθρο 5 παρ. 5 Σ.), όπου ο συνταγματικός νομοθέτης συνδέει ρητά τις ιατρικές παρεμβάσεις με ειδική προστασία. •Συνεπάγεται συστηματική επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων υγείας, που είναι πτυχή της ιδιωτικής ζωής και προστατεύονται ιδίως από το άρθρο 9Α Σ. •Θίγει έμμεσα την ειδική φροντίδα που οφείλει το Κράτος σε άτομα με αναπηρία ή ανίατα νοσήματα (άρθρο 21 παρ. 2 και 3 Σ.). •Ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως ρητά κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 Σ., στο μέτρο που επιβάλλει ενιαίο, μαζικό και επαναλαμβανόμενο μέτρο χωρίς εξατομίκευση και χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη ηπιότερων μέσων. • Η θέσπιση υποχρεωτικής επανεξέτασης όλων, ακόμη και όσων πάσχουν από μη αναστρέψιμες ή αποδεδειγμένα σταθερές παθήσεις, μετατρέπει το δικαίωμα στην υγεία και την προστασία της αναπηρίας σε πηγή διαρκούς ανασφάλειας και διοικητικής ομηρίας, αντί για πεδίο αυξημένης προστασίας. 2. Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας – συναίνεση και αναγκαιότητα ιατρικών πράξεων. Κατά τον Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας), ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί σε οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς την προηγούμενη, ελεύθερη και ενημερωμένη συναίνεση του ασθενούς, με εξαίρεση απολύτως επείγουσες και εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι διατάξεις για τη συναίνεση και την ενημέρωση (ιδίως τα άρθρα 11 και 12) θεμελιώνουν την υποχρέωση οι ιατρικές πράξεις να είναι ιατρικά αναγκαίες, ανάλογες με τον σκοπό και να σέβονται την αυτονομία και αξιοπρέπεια του ασθενούς. Η αυστηρά τυπική, μη εξατομικευμένη υποχρεωτική επανεξέταση, που επιβάλλεται όχι λόγω νέων ιατρικών δεδομένων, αλλά αποκλειστικά για διοικητικούς/υπηρεσιακούς λόγους, βρίσκεται σε ένταση με: • την αρχή της ιατρικής αναγκαιότητας, • τον σεβασμό της ελεύθερης και ενημερωμένης συναίνεσης, • την απαγόρευση επιβολής περιττών ή δυσανάλογων ιατρικών πράξεων στον ασθενή. 3. Ενωσιακό δίκαιο – Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων & GDPR Στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου: •Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ κατοχυρώνει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρο 1), το δικαίωμα σεβασμού της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας και την ελεύθερη, ενημερωμένη συναίνεση στον τομέα της ιατρικής (άρθρο 3), το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας (άρθρο 35), την απαγόρευση διακρίσεων, μεταξύ άλλων λόγω αναπηρίας ή ηλικίας (άρθρο 21). •Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) αντιμετωπίζει τα δεδομένα υγείας ως «ειδική κατηγορία» δεδομένων, για την επεξεργασία των οποίων απαιτείται ειδική νομική βάση, αυστηρή αναγκαιότητα και αναλογικότητα, καθώς και κατάλληλες εγγυήσεις. Η μαζική, περιοδική συλλογή και επανεξέταση ευαίσθητων δεδομένων υγείας, χωρίς συγκεκριμένη, εξατομικευμένη ανάγκη, αντίκειται στη λογική της ελαχιστοποίησης και της στενής σύνδεσης του μέτρου με αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος •Η γενική και αδιάκριτη υποχρεωτική επανεξέταση όλων των στελεχών σε ειδική κατηγορία κινδυνεύει να εκληφθεί ως υπερεπεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων υγείας, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση ότι δεν υφίσταται ηπιότερο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. 4. ΕΣΔΑ και νομολογία του ΕΔΔΑ Κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής καλύπτει και τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα, καθώς και την προστασία των ιατρικών δεδομένων και των ιατρικών πράξεων στα οποία υποβάλλεται ένα άτομο. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ιατρικές παρεμβάσεις, ιδίως εξετάσεις και επεμβάσεις χωρίς ελεύθερη και ενημερωμένη συναίνεση, συνιστούν επέμβαση στο άρθρο 8, η οποία πρέπει να είναι: • «προβλεπόμενη από τον νόμο», • να επιδιώκει θεμιτό σκοπό (π.χ. δημόσια υγεία, εθνική ασφάλεια), • και να είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή ανάλογη, κατάλληλη και ηπιότερη δυνατή. Στην πρόσφατη απόφαση O.G. και λοιπές κατά Ελλάδας (23.1.2024), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εξαναγκασμός σε εξέταση αίματος και η δημοσιοποίηση ευαίσθητων ιατρικών δεδομένων χωρίς επαρκή συναίνεση και χωρίς επαρκή δικαιολόγηση παραβιάζουν το άρθρο 8 λόγω δυσανάλογης επέμβασης στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Η συστηματική, μη εξατομικευμένη και επαναλαμβανόμενη υποχρέωση επανεξέτασης όλων των στελεχών που υπάγονται σε ειδική κατηγορία, χωρίς να τίθενται κριτήρια αναγκαιότητας, χρονικής εγγύτητας των γνωματεύσεων ή μεταβολής της κατάστασης υγείας, κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί ως δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. 5. Προτεινόμενη τροποποίηση της περ. ζ του άρθρου 111 Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προτείνεται η ουσιώδης αναδιατύπωση της περ. ζ, ώστε: 1.Η παραπομπή σε υγειονομική επιτροπή να μην είναι αυτοματοποιημένη και καθολική, αλλά να συνδέεται με: νέα ουσιώδη ιατρικά δεδομένα, ή ειδικώς και ρητώς αιτιολογημένη υπηρεσιακή ανάγκη, συναφή με την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τα καθήκοντα του στελέχους. 2.Να εξαιρεθούν ρητά από υποχρεωτική περιοδική επανεξέταση τα στελέχη με μη αναστρέψιμες ή μακροχρόνιες σταθερές παθήσεις, πιστοποιημένες από αρμόδια υγειονομική επιτροπή, εκτός αν προκύψουν νέα ιατρικά στοιχεία. 3.Να προβλεφθεί ότι κάθε παραπομπή: θα είναι ειδικώς αιτιολογημένη, θα λαμβάνει υπόψη το σύνολο του ιατρικού φακέλου, θα σέβεται τις αρχές της αναλογικότητας και της ελάχιστα επαχθούς επέμβασης. 4.Να κατοχυρωθεί ρητά: το δικαίωμα του στελέχους να ζητήσει το ίδιο επανεξέταση, το δικαίωμα άσκησης ένστασης/προσφυγής κατά της παραπομπής και της κρίσης της υγειονομικής επιτροπής, εντός εύλογης προθεσμίας. Ενδεικτική διατύπωση (προς επεξεργασία από τον νομοθέτη): «Τα στελέχη που τελούν σε ειδικές καταστάσεις παραπέμπονται σε υγειονομική επιτροπή μόνο εφόσον προκύπτουν νέα ουσιώδη ιατρικά δεδομένα ή συντρέχει ειδικώς αιτιολογημένη υπηρεσιακή ανάγκη, τηρουμένων των αρχών της αναλογικότητας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων υγείας. Στις περιπτώσεις μη αναστρέψιμων ή μακροχρόνιων σταθερών παθήσεων, πιστοποιημένων από αρμόδια υγειονομική επιτροπή, δεν επιβάλλεται υποχρεωτική περιοδική επανεξέταση χωρίς νέα ιατρικά στοιχεία. Κάθε παραπομπή σε υγειονομική επιτροπή είναι ειδικώς αιτιολογημένη και το ενδιαφερόμενο στέλεχος διαθέτει δικαίωμα άσκησης ένστασης κατά της παραπομπής και της σχετικής γνωμάτευσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα.» Με την ανωτέρω τροποποίηση, η ρύθμιση θα εξακολουθεί να υπηρετεί τον θεμιτό σκοπό της διασφάλισης της υγειονομικής ικανότητας των στελεχών, αλλά με τρόπο συνταγματικά ανεκτό, συμβατό με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και εναρμονισμένο με τις απαιτήσεις του ενωσιακού και της ΕΣΔΑ.