• Σχόλιο του χρήστη 'Γεώργιος' | 24 Νοεμβρίου 2025, 17:12

    Ως μόνιμος υπαξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων και ήδη εκλεγμένος εκπρόσωπος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καταθέτω την παρούσα παρέμβαση αναφορικά με τη διάταξη του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, η οποία προβλέπει την απαγόρευση υποψηφιότητας των υπαξιωματικών στους ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού. Η εν λόγω ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου και εισάγει περιορισμό υφιστάμενου πολιτικού δικαιώματος χωρίς επαρκή και αντικειμενική αιτιολογία. 1. Παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Σ.) Η προτεινόμενη διάταξη εξομοιώνει τους υπαξιωματικούς με τους αξιωματικούς ως προς τα κωλύματα εκλογιμότητας, παρά το ότι οι δύο κατηγορίες υπηρετούν σε πλήρως διακριτά επίπεδα ευθύνης και αρμοδιοτήτων. Οι υπαξιωματικοί: δεν κατέχουν θέσεις επιτελικής ή διοικητικής πρωτοβουλίας, δεν ασκούν δημόσια εξουσία τέτοιας έντασης ώστε να δικαιολογείται απόλυτη απαγόρευση εκλογής, υπάγονται σε ιεραρχικό πλαίσιο που δεν δημιουργεί καμία πιθανότητα επηρεασμού της πολιτικής ή αυτοδιοικητικής διαδικασίας. Ο ισχύων νόμος (Ν. 4555/2018 – «Κλεισθένης») *ρητά ορίζει κώλυμα μόνο για τους «αξιωματικούς». Ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση της διάκρισης και ενσυνείδητα δεν επεξέτεινε το κώλυμα στους υπαξιωματικούς. Η επιχειρούμενη ανατροπή αυτής της νομοθετικής βούλησης εγείρει ζήτημα νομοθετικής αυθαιρεσίας. 2. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ.) Ο περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχουν: αναγκαιότητα, προσφορότητα του μέτρου, και αναλογικότητα σε στενή έννοια. Η προτεινόμενη διάταξη δεν πληροί κανένα από τα παραπάνω. Δεν τεκμηριώνεται ούτε έμμεσα ότι η συμμετοχή των υπαξιωματικών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει προκαλέσει υπηρεσιακά προβλήματα, συγκρούσεις καθηκόντων ή υπονόμευση της αμεροληψίας. Αντιθέτως, η επί σειρά ετών εφαρμογή του ισχύοντος πλαισίου έχει αποδείξει ότι ουδεμία δυσλειτουργία προκαλείται από την άσκηση δημοτικού ή περιφερειακού καθήκοντος από υπαξιωματικούς. Η απαγόρευση είναι πλήρης, απόλυτη και χωρίς στάθμιση — χαρακτηριστικά που την καθιστούν αντισυνταγματική. 3. Αντίθεση με υφιστάμενη νομολογία (Α488/2019) Η νομολογία έχει κρίνει ότι τα κωλύματα εκλογιμότητας των στρατιωτικών δεν μπορούν να επεκτείνονται μηχανιστικά σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού και ότι απαιτείται ειδική και αναλογική θεμελίωση. Η προτεινόμενη διάταξη παρακάμπτει την παραπάνω αρχή και επιχειρεί οριζόντια εφαρμογή περιορισμών, χωρίς διάκριση βαθμού, θέσης ή υπηρεσιακού αντικειμένου. 4. Αντίθεση με την πρακτική της Διοίκησης στα Σώματα Ασφαλείας Στην Ελληνική Αστυνομία, στο Πυροσβεστικό Σώμα και στο Λιμενικό Σώμα ακολουθείται το αυτονόητο διοικητικό κριτήριο: διαφορετικό επίπεδο ευθύνης – διαφορετικά κωλύματα εκλογιμότητας. Οι κατώτεροι βαθμοί, αντίστοιχοι των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, διατηρούν το δικαίωμα υποψηφιότητας. Η απόκλιση της προτεινόμενης ρύθμισης από αυτή τη σταθερή διοικητική πρακτική δεν αιτιολογείται ούτε ως αναγκαία ούτε ως εύλογη. 5. Αποδυνάμωση της δημοκρατικής συμμετοχής Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής λειτουργίας. Η πλήρης και αδικαιολόγητη απαγόρευση υποψηφιότητας υπαξιωματικών δεν θίγει απλώς τα δικαιώματα του προσωπικού· θίγει τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες στερούνται ανθρώπους με διάθεση και δυνατότητα προσφοράς. Ως υπαξιωματικός που υπηρετώ επί σειρά ετών και ως αιρετός που προσφέρω στον τόπο όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, δεν έχει προκύψει ποτέ οποιοδήποτε υπηρεσιακό ή θεσμικό πρόβλημα. Η προσωπική αυτή εμπειρία επιβεβαιώνει ότι η προτεινόμενη απαγόρευση δεν εξυπηρετεί κανένα δημόσιο συμφέρον. --- Συμπέρασμα Η διάταξη: παραβιάζει την ισότητα, παραβιάζει την αναλογικότητα, αντιβαίνει στη νομολογία, αγνοεί τη διοικητική πρακτική του κράτους, και επιβάλλει περιορισμό χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση. Ζητώ την απόσυρση ή ουσιώδη αναθεώρηση της προτεινόμενης ρύθμισης, ώστε να παραμείνει σε ισχύ το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει στους υπαξιωματικούς να συμμετέχουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως δικαίως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει το δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά, όχι να το περιορίζει αναιτιολόγητα.