• Σχόλιο του χρήστη 'Άλεξ. Σ.' | 26 Νοεμβρίου 2025, 23:43

    Το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου, μέσω των άρθρων 101 και 111, εισάγει ένα πλαίσιο που μεταβάλλει ουσιωδώς και εις βάρος των στελεχών τις Ειδικές Καταστάσεις υπηρεσίας. Η υποχρεωτική επανεξέταση, η δυνατότητα αυτεπάγγελτης παραπομπής και η κατάργηση της προστασίας του Νόμου 3257 του 2004 δημιουργούν ένα καθεστώς διοικητικής ανασφάλειας, αντίθετο με το Σύνταγμα, τη διεθνή έννομη τάξη και τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Οι υγειονομικές κρίσεις αποτελούν ατομικές διοικητικές πράξεις που δημοσιεύονται σε ΦΕΚ, είναι οριστικές και παράγουν δικαιώματα. Σύμφωνα με το άρθρο 77 του Συντάγματος, κανένας νόμος δεν παράγει αναδρομικές δυσμενείς συνέπειες, εάν δεν περιέχει ρητή σχετική διάταξη. Το παρόν νομοσχέδιο δεν περιέχει καμία ρήτρα αναδρομικής κατάργησης παλαιών υγειονομικών κρίσεων, επομένως όλα τα ΦΕΚ που έχουν εκδοθεί εξακολουθούν να ισχύουν πλήρως. Η κατάργηση του Νόμου 1400 του 1973 δεν θίγει τα αποτελέσματα των ατομικών διοικητικών πράξεων που έχουν ήδη παραγάγει δικαιώματα, ούτε μπορεί να ανατρέψει κρίσεις σωματικής ικανότητας που έχουν κριθεί οριστικά, εκτός εάν υπάρχει νέο και ουσιώδες ιατρικό στοιχείο. Η παράγραφος 3 του άρθρου 111, που προβλέπει καθολική επανεξέταση όλων των στελεχών μέσα σε τρία έτη, ανεξάρτητα από το είδος ή τη χρονιότητα της πάθησης, συνιστά μορφή διοικητικής “Ιεράς Εξέτασης”. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που δεν στηρίζεται σε ιατρική λογική αλλά σε διοικητική σκοπιμότητα και ο οποίος ενδέχεται να οδηγήσει σε ουσιαστική εκκαθάριση προσωπικού σε βάθος τριετίας. Η ιστορική εμπειρία από αντίστοιχες οριζόντιες επανεξετάσεις άλλων κατηγοριών, όπως οι ΕΠΟΠ, καταδεικνύει ότι τέτοιου τύπου διαδικασίες έχουν οδηγήσει σε μαζικές απομακρύνσεις χωρίς να υπάρχει πραγματική μεταβολή της υγείας των στελεχών. Η επανεξέταση χωρίς μεταβολή της υγείας αντίκειται στα άρθρα 2, 21 και 25 του Συντάγματος, στη Σύμβαση ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, στον Νόμο 4488 του 2017 και στην πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έχει κρίνει ότι η υγειονομική κατάσταση δεν μπορεί να ανατρέπεται αυθαίρετα χωρίς νέο ιατρικό δεδομένο. Η εισαγωγή διοικητικού κριτηρίου («συνεκτιμήσει τις υπηρεσιακές ανάγκες») νοθεύει τον χαρακτήρα της ιατρικής κρίσης και παραβιάζει την αρχή της εξατομίκευσης, που αποτελεί υποχρέωση της Διοίκησης. Η κατάργηση του Νόμου 1400 του 1973 επιφέρει και την κατάργηση της φρουράς επιθυμίας που παρείχε ο Νόμος 3257 του 2004, ο οποίος πλέον παραπέμπει σε ανενεργό πλαίσιο. Έτσι τα στελέχη με σοβαρές ή μόνιμες παθήσεις χάνουν το δικαίωμα να υπηρετούν σε τόπο όπου έχουν πρόσβαση στην αναγκαία ιατρική και οικογενειακή υποστήριξη. Η απώλεια αυτής της προστασίας παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει τα άτομα με αναπηρία. Το άρθρο 101, ενώ επιχειρεί να κωδικοποιήσει τις ειδικές καταστάσεις, δεν προβλέπει κανένα αντικειμενικό και ασφαλές πλαίσιο καθορισμού των καθηκόντων, δεν διασφαλίζει την προστασία της υγείας των στελεχών και δεν προβλέπει διαδικασία ένστασης σε περίπτωση ανάθεσης ακατάλληλων καθηκόντων. Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ προσωρινών, χρόνιων ή μη αναστρέψιμων παθήσεων και δεν θεσπίζεται μηχανισμός εγγυήσεων απέναντι στην αυθαιρεσία. Έτσι δημιουργούνται ουσιαστικοί κίνδυνοι άνισης μεταχείρισης και επιβάρυνσης της υγείας των πασχόντων στελεχών, αντίθετα με το Σύνταγμα, την αρχή της αναλογικότητας και τη Σύμβαση του ΟΗΕ. Τα στελέχη που εντάσσονται σε ειδικές καταστάσεις δεν είναι διοικητικό βάρος. Είναι άνθρωποι που υπηρέτησαν σε πλοία, μονάδες, επιχειρήσεις και περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου. Είναι άνθρωποι που τραυματίστηκαν, χειρουργήθηκαν, επιβαρύνθηκαν σωματικά και ψυχικά και που σε πολλές περιπτώσεις έχασαν την υγεία τους υπηρετώντας την Πατρίδα. Η Πολιτεία όχι μόνο δεν έχει το δικαίωμα να τους υποβάλλει σε διαρκή αμφισβήτηση αλλά φέρει αυξημένο καθήκον προστασίας και σεβασμού απέναντί τους. Για όλους τους ανωτέρω λόγους ζητείται η απαλοιφή: 1. της φράσης «συνεκτιμήσει τις υπηρεσιακές ανάγκες» από το άρθρο 108 παράγραφος 8β 2. της παραγράφου 3 του άρθρου 111 3. της φράσης «ή αυτεπάγγελτα, μετά την παρέλευση τριών ετών από την κοινοποίηση της τελευταίας κρίσης της σωματικής τους ικανότητας» από το άρθρο 101 παράγραφος 6ε Ζητείται επίσης η αποκατάσταση της προστασίας του Νόμου 3257 του 2004 μέσω της ακόλουθης νομοτεχνικής αντικατάστασης της παραγράφου 3 του άρθρου 111: «Τα στελέχη που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 101 και τελούν σε ειδικές υπηρεσιακές καταστάσεις για λόγους υγείας υπηρετούν στον τόπο επιθυμίας τους, όπου είναι δυνατή η αναγκαία ιατρική και οικογενειακή υποστήριξη, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Νόμου 3257 του 2004. Μετακίνηση επιτρέπεται μόνο κατόπιν αιτήματος του στελέχους ή με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση λόγω αντικειμενικής αδυναμίας υπηρεσίας στον τόπο αυτό». Η διασφάλιση των παραπάνω δεν αποτελεί τυπική νομοτεχνική διόρθωση. Αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε στελέχη που έθεσαν την υγεία, την ψυχική αντοχή και πολλές φορές τη ζωή τους στην υπηρεσία της. Μόνο με σεβασμό στις αρχές του Συντάγματος και του κράτους δικαίου μπορεί η αναμόρφωση του συστήματος να γίνει πραγματικά δίκαιη και λειτουργική.