• Σχόλιο του χρήστη 'ΑΣΜΙΑΣ ΣΤΥΑ' | 1 Δεκεμβρίου 2025, 09:37

    Το παρόν μέρος εισάγει ένα μισθολογικό σύστημα που παρουσιάζεται ως ενιαίο και αξιοκρατικό, όμως στην πραγματικότητα εδραιώνει και διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ των προελεύσεων, με τρόπο που αποτυπώνει καθαρά τη βούληση της πολιτείας να μετατρέψει τη μισθολογική κλίμακα σε μέσο θεσμικής διάκρισης. Η τριμερής κατηγοριοποίηση (Α, Β, Γ) δεν είναι μια ουδέτερη ταξινόμηση, αλλά μία νομοθετημένη ιεραρχική οριοθέτηση, όπου οι προελεύσεις ΑΣΣΥ και ΑΣΜΥ εντάσσονται στη «μεσαία ζώνη» με μισθολογική οροφή σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη των αποφοίτων ΑΣΕΙ και των απευθείας αξιωματικών. Η διάκριση αυτή ενσωματώνεται σε όλους τους πίνακες βασικών μισθών και συντελεστών προσαύξησης, μετατρέποντας τον οικονομικό χάρτη των ΕΔ σε μια μόνιμη υπενθύμιση του ποιος επιτρέπεται να φτάσει πού. Η μισθολογική εξέλιξη μέσω των 20 ΜΚ παρουσιάζεται ως ενιαία για όλους, αλλά η ουσία αλλού κρίνεται: στους συντελεστές προσαύξησης. Για κάθε βαθμό, η Κατηγορία Α έχει τη δυνατότητα πραγματικής οικονομικής αναρρίχησης, ενώ η Κατηγορία Β —όπου ανήκουν οι προελεύσεις ΑΣΣΥ— εκ των προτέρων οριοθετείται χαμηλότερα. Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια, αλλά για θεσμική υπονόμευση, αφού το μισθολογικό πλαίσιο μετατρέπει τη βαθμολογική εξέλιξη των ΑΣΣΥ σε εξέλιξη «περιορισμένης απόδοσης». Ακόμη και όταν τα στελέχη της Β κατηγορίας φτάνουν σε ανώτερους διοικητικούς βαθμούς, η οικονομική τους αναγνώριση παραμένει υποδεέστερη. Το άρθρο 77, ιδίως, παγιώνει αυτή την άνιση αρχιτεκτονική και την επεκτείνει μετά το 2027, όπου με ετήσια αναδιάρθρωση των μισθολογικών βαθμίδων η απόσταση μεταξύ των κατηγοριών όχι μόνο διατηρείται αλλά και θεσμικά εξασφαλίζεται για δεκαετίες. Το επιδοματικό καθεστώς, αν και μεγάλο σε έκταση, λειτουργεί περισσότερο ως συμπλήρωμα παρά ως διορθωτικός μηχανισμός των ανισοτήτων. Τα επιδόματα ιδιαιτέρων συνθηκών, ευθύνης, παραμεθορίου, νυχτερινής απασχόλησης κ.λπ. διανέμονται υπό όρους που συχνά εξαρτώνται από τη θέση και όχι από το αντικειμενικό εύρος της υπηρεσιακής προσφοράς. Επιπλέον, η δυνατότητα διακοπής τους λόγω μεταθέσεων, αποσπάσεων ή εκπαιδευτικών αδειών καθιστά τα επιδόματα ασταθή και καθόλου εγγυημένα. Αντί να λειτουργούν ως αναγνώριση της καθημερινής επιχειρησιακής πραγματικότητας, παρακολουθούν τη διοικητική κινητικότητα, εντείνοντας την οικονομική ανασφάλεια. Η διατήρηση προσωπικής διαφοράς υποτίθεται ότι προστατεύει τις υφιστάμενες αποδοχές, αλλά στην πράξη παγώνει κάθε προοπτική πραγματικής μισθολογικής βελτίωσης. Ο μηχανισμός του άρθρου 85 μετατρέπει τις μελλοντικές αυξήσεις σε απλή απορρόφηση της διαφοράς, ακυρώνοντας κάθε υπόσχεση αναβάθμισης. Πρόκειται για έναν λογιστικό εξωραϊσμό, που εξασφαλίζει ότι κανένα στέλεχος δεν θα δει μείωση στα χαρτιά, αλλά και ότι η μεγάλη πλειονότητα —ιδίως οι κατηγορίες Β και Γ— δεν θα δει ουσιαστική άνοδο για πολλά χρόνια. Το σύνολο των εξουσιοδοτικών διατάξεων (άρθρο 88) μεταφέρει σε υπουργικές αποφάσεις όλα τα κρίσιμα οικονομικά θέματα, από επιδόματα έως μερίσματα και ειδικές αποζημιώσεις. Αυτό αφήνει τα στελέχη εκτεθειμένα σε μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις χωρίς κοινοβουλευική νομοθέτηση και χωρίς σταθερότητα. Παράλληλα, η κατάργηση του προηγούμενου μισθολογίου δεν συνοδεύεται από πραγματική αναβάθμιση· απλώς αντικαθίσταται από ένα νέο πλαίσιο που νομιμοποιεί ακόμη μεγαλύτερη μισθολογική απόσταση μεταξύ των προελεύσεων.