• Σχόλιο του χρήστη 'Στέλιος' | 4 Δεκεμβρίου 2025, 10:41

    Με την ψήφιση και την θέση σε ισχύ του συγκεκριμένου νομοθετήματος φαίνεται ότι καταστρατηγούνται Συνταγματικά θεμελιωμένες αρχές και αρχές του κράτους δικαίου. Ειδικότερα, η εφαρμογή του νόμου, θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στους διοικούμενους και δη εν ενεργεία στρατιωτικούς, καθόσον πλήττονται καίρια: Α. Η Αρχή της Ισότητας Στο άρθρο 4 του Συντάγματος καθορίζεται η αρχή της ισότητας. Ειδικότερα το εν λόγω άρθρο προβλέπει: «1. Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Oι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος. 4. Mόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους. 5. Oι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. 6. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων. 7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.» Γενικώς Από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. (Α.Π. 7/2012 – Τμήμα Β1). – Η συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Συνεπώς εάν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη, που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της άνω συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. (Α.Π. 17/2012 – Τμήμα Β1) Β. Ισότητα έναντι του νόμου και ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών – Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Αν από το νόμο γίνεται ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από αυτή κατ’ αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. (Α.Π. 430/2012 – Τμήμα Β2) Επί μισθών, συντάξεων – παροχών Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και, γενικώς, μισθωτό, οπότε σε περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη Δικαιοσύνη η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευνοϊκή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να επεκτείνουν την ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο», διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευνοϊκή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). (Α.Π. 430/2012 – Τμήμα Β2). Γ. Αρχή της Αναλογικότητας Στο άρθρο 25 §1 Συντάγματος καθορίζεται η αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα η §1 ορίζει ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητος αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευτ. του Συντάγματος. Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι υπό την έννοιαν ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαίωμά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο. (Α.Π. 1450/2012 – Τμήμα Ε΄) – Η αρχή της αναλογικότητας είναι γενική αρχή του δικαίου, συνεπώς ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του. Οι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων είναι κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαίοι, ήτοι επάγονται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για ιδιώτες και κοινό, εν στενή εννοία αναλογικοί, ήτοι τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η ωφέλεια εξ αυτών δεν υπολείπεται τυχόν βλάβης. (ΑΠ 150/2013) – Στο ιδιωτικό δίκαιο, επίκληση της αρχής κατ’ αρ. 25 παρ.1 εδ.δ Σ, μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης θέσπισε υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί να μην τον εφαρμόσει (αρ. 93 παρ.4 Σ), είτε κατέλιπε κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται επικουρικά. (ΑΠ 150/2013) Ελευθερία συμβάσεων στον εργασιακό χώρο. Προστασία και περιορισμοί βάσει Αρχής Αναλογικότητας – Με τη διάταξη 5 παρ. 1 Συντάγματος, ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ (Ολ.ΑΠ. 33/2002). Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφ’ όσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή την 18.4.2001 (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β ) και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου 1969/1991, ο οποίος κατά τις παρακάτω σκέψεις εισάγει περιορισμό ατομικού δικαιώματος συνταγματικά προστατευομένου, απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολ.ΑΠ. 10/2003). (Α.Π. 1636/2012 – Τμήμα Β1). Στο άρθρο 103 του Συντάγματος καθορίζεται η αρχή της Αξιοκρατίας και της Υπηρεσιακής εξέλιξης. Ειδικότερα στο εν λόγω άρθρο επισημαίνονται τα εξής: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του «Συνηγόρου του Πολίτη» που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Χαρακτηριστική ως προς την παραβίαση του εν λόγω άρθρου είναι αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Ελλάδας. Ενδεικτικά παραθέτω μερικές αποφάσεις. Α.Π. 753/2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΝΠΔΔ. – Η διάκριση μεταξύ εμμίσθων δικηγόρων που ασχολούνται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα τους και εκείνων που έχουν αποκλειστικά την ιδιότητα του νομικού ή δικαστικού συμβούλου έχει σημασία για την ακολουθητέα διαδικασία πρόσληψής τους στους φορείς του δημόσιου τομέα. Ορθά και αιτιολογημένα έγινε δεκτό 1) ότι η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία προσελήφθη από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ως νομικός σύμβουλος και ότι, ως εκ τούτου, η σχετική σύμβαση υπαγόταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 43 παρ. 2 Ν. 4194/2013, που ορίζει ότι ο νομικός σύμβουλος προσλαμβάνεται στους φορείς του δημόσιου τομέα με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα και δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας πρόσληψης με επιλογή κατόπιν προκήρυξης και 2) ότι ο δικηγόρος – μέλος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που εκπροσώπησε το αναιρεσείον ενώπιον του ΣτΕ, ενήργησε στα πλαίσια σύμβασης εντολής ανεξάρτητης από την σύμβαση ανάθεσης νομικής υποστήριξης. Απορρίπτει – (8, 42, 43, 46 Ν. 4194/2013, 6, 7 Ν. 4610/2019, 10, 328 Ν. 4412/2016, 103 παρ. 2 Συντ.). Α.Π. 459/2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΙ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ – ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ – ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ – ΠΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. ΥΠΟΚΡΥΠΤΟΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ – ΜΙΣΘΟΙ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. – Το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ’ουσίαν την έφεση των εναγόντων αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αγωγή τους απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εφόσον οι επικαλούμενες συμβάσεις καταρτίστηκαν από το έτος 2003 και εφεξής, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (από 17-4-2001) το εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να καταρτίσει με τους ενάγοντες αναιρεσείοντες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε απολιπόταν πεδίο εκτίμησης από το δικαστήριο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και εάν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου. Ούτε, επίσης, παραβίασε τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται. Η ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε παλαιότερη διαδικασία διορισμού μόνιμων εκπαιδευτικών και πρόσληψης αναπληρωτών παρά τη θέσπιση των νεότερων διατάξεων του Ν. 4589/2019 που ρυθμίζουν πλέον τη διαδικασία πρόσληψης είτε μόνιμων είτε αναπληρωτών εκπαιδευτικών είναι αβάσιμη γιατί το δικαστήριο έκρινε επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψαν με το εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο συνιστούν για τον καθένα απ’αυτούς μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι επί αιτήματος διορισμού τους ως μόνιμων ή την πρόσληψή τους ως αναπληρωτών, σύμφωνα με το πάγιο σύστημα που εισήγαγε ο Ν. 4589/2019. Απορρίπτει – (8 παρ. 1, 3 Ν. 2112/1920, 25 παρ. 1,3, 103 παρ. 7 και 8 Συντ., 53, 54, 55, 56 παρ. 1, 61, 62 Ν. 4589/2019, 281, 648, 671 ΑΚ, Οδηγία 1999/70). ΣτΕ 253/2024 ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ – ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΟΥΣΩΝ ΟΤΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΗΡΥΧΘΗΚΑΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΑΦΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΟΣΩΝ ΚΑΤΕΛΑΒΑΝ ΤΙΣ ΕΠΙΔΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ – ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΚΕΝΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΚΑΛΥΦΘΟΥΝ – ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΜΕΣΩ ΑΣΕΠ – ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. – Δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 62 του ν. 4589/2019, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό, για το σχολικό έτος 2020-2021, 171 κενών θέσεων της ειδικότητας ΠΕ 91.01 Θεατρικών Σπουδών του κλάδου ΠΕ 91 Θεατρικής Αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τον μη καθορισμό κενών θέσεων της ανωτέρω ειδικότητας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση- Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης και στελέχωσης της δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος – Αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, περί παράβασης των συνταγματικών αρχών της ισότητας και αξιοκρατίας – Απόρριψη – (αρθρ. 53, 54, 56, 61, 62 ν. 4589/2019, 4, 5, 103 Συντ). ΣτΕ 254/2024 ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΜΕΣΩ ΑΣΕΠ – ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ – ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ – ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΚΕΝΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΚΑΛΥΦΘΟΥΝ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΟΥΣΩΝ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΗΡΥΧΘΗΚΑΝ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. – Δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 62 του ν. 4589/2019, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό, για το σχολικό έτος 2020-2021, 171 κενών θέσεων της ειδικότητας ΠΕ 91.01 Θεατρικών Σπουδών του κλάδου ΠΕ 91 Θεατρικής Αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τον μη καθορισμό κενών θέσεων της ανωτέρω ειδικότητας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση- Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης και στελέχωσης της δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος – Αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, περί παράβασης των συνταγματικών αρχών της ισότητας και αξιοκρατίας – Απόρριψη – (αρθρ. 53, 54, 56, 61, 62 ν. 4589/2019, 4, 5, 103 Συντ). ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΙΝΑΚΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ (ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΩΝ ΤΕΜΑ) –ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΡΑΠΤΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗΣ – ΑΝΑΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΡΑΠΤΩΝ – ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ – ΡΗΤΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ Ή ΕΦΕΣΗΣ – ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΕΡΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ, ΑΞΙΟΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ – ΑΝΕΚΚΛΗΤΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. – Ο επίδικος κατά παράλειψη των εφεσίβλητων, πίνακας επιτυχόντων είναι πλημμελής, διότι ερείδεται στις αναφερθείσες, εκτός εξουσιοδότησης τεθείσες, ρυθμίσεις του π.δ. 82/2006, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα, μετά το στάδιο της αναβαθμολόγησης, να μην περιλαμβάνονται αυτοί στους επιτυχόντες και για τον λόγο αυτό, ο εν λόγω πίνακας καθίσταται ακυρωτέος όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση – Απόρριψη κρινόμενης – (άρθρ. 7, 8, 10 ν. 3686/2008, άρθρα 1, 5Α του ν. 702/1977, 103, 4, 5 Συντ). ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ – ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΝΥΠΑΣΤΥΝΟΜΩΝ (ΤΕΜΑ) – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ, ΤΡΟΠΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗΣ – ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΓΡΑΠΤΩΝ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΠΙΝΑΚΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ Ή ΕΦΕΣΗΣ – ΑΝΕΚΚΛΗΤΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. – Η εκκαλούμενη απόφαση φέρει αιτιολογία που συνίσταται στο ότι οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 18 Α του π.δ. 82/2006, δεν προβλέπουν ειδικώς θεσπιζόμενο, απόλυτα ακριβή και ιδιαίτερα ασφαλή τρόπο κάλυψης τόσο των ονομάτων των υποψηφίων και του αύξοντος αριθμού που έχουν λάβει τα γραπτά κατά την πρώτη εξέτασή τους, όσο και των βαθμολογιών της αρχικής Εξεταστικής Επιτροπής, τούτο δε σε συνδυασμό με το ότι αφενός στο προηγούμενο της αναβαθμολόγησης στάδιο έχουν ήδη αποκαλυφθεί τα ονόματα των γραπτών των υποψηφίων και οι αρχικές βαθμολογίες τους, αφετέρου η σχετική διαδικασία αναβαθμολόγησης κινείται κατόπιν αίτησης των υποψηφίων, έχει ως συνέπεια να μην αποκλείεται το ενδεχόμενο ταυτοποίησης των γραπτών κατά το στάδιο της αναβαθμολόγησης, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας, της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου, αλλά και της αρχής της διαφάνειας – Απόρριψη κρινόμενης – (άρθρ. 7, 8, 10 ν. 3686/2008, άρθρα 1, 5Α του ν. 702/1977, 103, 4, 5 Συντ). Δ. Αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσώπων Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα νομικά πλαίσια σε θέματα καταπολέμησης των διακρίσεων. Εντούτοις, το πλαίσιο αυτό πρέπει να συμπληρωθεί προκειμένου να διευρύνει το πεδίο της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων. ΠΡΑΞΗ Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου της 2ης Ιουλίου 2008 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. ΣΥΝΟΨΗ Στόχος της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι να προστατεύσει τα άτομα από διακρίσεις λόγω αναπηρίας, ηλικίας, γενετήσιου προσανατολισμού, θρησκείας ή πεποιθήσεών τους. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης συμπληρώνει το νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), το οποίο αποτελείται από τις οδηγίες περί ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών εκτός της αγοράς εργασίας και ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση και την εργασία. Πεδίο εφαρμογής Η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνδέεται με την απαγόρευση των άμεσων διακρίσεων * και των έμμεσων * διακρίσεων. Eφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και στους δημόσιους φορείς. Το πεδίο της καλύπτει τους τομείς κοινωνικής προστασίας (συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης), των κοινωνικών πλεονεκτημάτων, της εκπαίδευσης, καθώς και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης και των μεταφορών, και την παροχή αυτών. Μέτρα και συγκεκριμένες προσαρμογές θα πρέπει να προβλέπονται εκ των προτέρων, ώστε να επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρία την αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ωστόσο, αυτά τα μέτρα δεν πρέπει να συνιστούν δυσανάλογη επιβάρυνση. Αυτή η επιβάρυνση μπορεί να αντισταθμιστεί με μέτρα που εφαρμόζονται ήδη στο πλαίσιο των εθνικών πολιτικών ίσης μεταχείρισης. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης όπως προβλέπεται από την πρόταση οδηγίας δε θέτει εν αμφιβόλω την εθνική νομοθεσία που σχετίζεται με τον λαϊκό χαρακτήρα και την οργάνωση εκ μέρους των κρατών μελών των εκπαιδευτικών τους συστημάτων. Η αρχή δεν εφαρμόζεται στις διαφορές μεταχείρισης λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, όσον αφορά την πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα βάσει θρησκείας ή πεποιθήσεων. Επίσης, το πεδίο της πρότασης δεν καλύπτει τις διαφορές μεταχείρισης λόγω υπηκοότητας και λόγω νομικής κατάστασης των αλλοδαπών στην επικράτεια των κρατών μελών. Tα κράτη μέλη θα μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, καθώς και μέτρα θετικής διάκρισης που θα αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα που συνδέονται με θρησκεία ή πεποιθήσεις, αναπηρία, ηλικία ή γενετήσιο προσανατολισμό. Έννομα μέσα προστασίας Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι έχει υποστεί βλάβη από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ή που έχει έννομο συμφέρον να εξασφαλίσει ότι αυτή τηρείται, πρέπει να έχει πρόσβαση σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες. Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την προσαρμογή του δικαστικού τους συστήματος, μεταξύ άλλων μοιράζοντας το βάρος της απόδειξης ανάμεσα στον ενάγοντα και τον εναγόμενο και με την εισαγωγή μέτρων που θα επιτρέπουν την προστασία των προσώπων που υπέβαλαν καταγγελία για λόγους διάκρισης έναντι ενδεχόμενων αντιποίνων. Πρέπει επίσης να θεσπίσουν ανεξάρτητους φορείς, τον οποίων οι αρμοδιότητες θα περιλαμβάνουν: την παροχή στήριξης προς τα θύματα ως προς τις νομικές διαδικασίες τους, τη δημοσίευση ερευνών και εκθέσεων σχετικά με τις διακρίσεις. Πλαίσιο Η πρόταση οδηγίας βασίζεται στις προτεραιότητες της ανανεωμένης κοινωνικής ατζέντας και της στρατηγικής-πλαίσιο για την απαγόρευση των διακρίσεων και ίσες ευκαιρίες για όλους. Είναι σύμφωνη με τις αρχές της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. (Πηγή: https://eur-lex.europa.eu/EL/legal-content/summary/the-principle-of-equal-treatment-between-persons.html ) Στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται τα εξής: «20. – Ισότητα έναντι του νόμου. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου. 21. Απαγόρευση διακρίσεων. 1. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.2. Εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας. Στο άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθορίζεται Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται τα εξής Ε. Η θεμελιώδης αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου Ρητή ρύθμιση : Α΄ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ – άρθρο 2 Α.Κ. : “Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.”. – άρθρο 77 παρ. 2 Συντ. : “Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του.” Β΄ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ – άρθρο 7 παρ. 1 Συντ. : “Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.” – άρθρο 78 παρ. 2 Συντ. : “Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.” – άρθρο 107 παρ. 1 Συντ. : “Η πριν από την 21 Απριλίου 1967 νομοθεσία με αυξημένη τυπική ισχύ για την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού* διατηρεί την αυξημένη τυπική ισχύ που είχε και εφαρμόζεται και στα κεφάλαια που θα εισάγονται στο εξής.”. * Ν.Δ. 2687/1953 “Περί επενδύσεων και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού”. άρθρο 8 παρ. 5 : Απαγόρευση αναδρομικής επιβολής φόρων σε επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν με κεφάλαια εξωτερικού. I. Aναδρομική και άμεση εφαρμογή του νόμουΘ Ε Ω Ρ Ι Α Α. ΄ΕΝΝΟΙΑ – Διάκριση : Γνήσια – μη γνήσια αναδρομικότητα ή, κατ’άλλη διατύπωση, αναδρομική – άμεση εφαρμογή – Ορισμός : κριτήριο κατά πόσον η αλλαγή του νομικού καθεστώτος εκτείνεται πράγματι στο παρελθόν, υπό την έννοια ότι ο νέος νόμος είτε ρυθμίζει γεγονότα και σχέσεις που είχαν υπάρξει αποκλειστικά στο παρελθόν είτε καταλαμβάνει γεγονότα και σχέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν κατά τη δημοσίευσή του, η νέα ρύθμιση όμως ανατρέχει στον προ της δημοσίευσης χρόνο [γνήσια αναδρομή]. Β. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Εξισορρόπηση δημοκρατικής αρχής και αρχής του Κράτους δικαίου 1. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ α. Κρατούσα άποψη – Κατά κανόνα επιτρεπτή (Συνταγματικό θεμέλιο : δημοκρατική αρχή [σιωπηρά: «παντοδυναμία του νομοθέτη»] ) – Κατ’εξαίρεση μη επιτρεπτή η αναδρομή του νομοθέτη όταν η αναδρομή: αα. προσκρούει στην αρχή της ισότητας (ή άλλο συνταγματικό δικαίωμα) ββ. προσκρούει στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών β. Μη κρατούσα άποψη – Ιδιαίτερο, αυτοτελές συνταγματικό πρόβλημα : ζήτημα νομιμοποίησης του νομοθέτη και όχι (αποκλειστικός) έλεγχος των “αποτελεσμάτων/επιδράσεων” των αναδρομικών νόμων. – Κατά κανόνα μη επιτρεπτή (Συνταγματικό θεμέλιο : δημοκρατική αρχή και αρχή του Κράτους δικαίου) – Κατ’εξαίρεση επιτρεπτή η αναδρομή του νομοθέτη όταν : αα. το νομικό καθεστώς που αλλάζει αναδρομικά προέρχεται από ένα νομοθέτη που στερείτο δημοκρατικής νομιμοποίησης ή ββ. η παλαιά ρύθμιση προσέκρουε σε ένα δημοκρατικό-δικαιοκρατικό Σύνταγμα – Και όταν η αναδρομική εφαρμογή είναι κατά τα ανωτέρω επιτρεπτή θα πρέπει ο νέος νόμος: αα. να μη προσκρούει στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου (λ.χ. κατά κανόνα επί “ευμενών” νόμων) ή ββ. να είναι επιτακτικά επιβεβλημένος για την αποκατάσταση της ουσιαστικής δικαιοσύνης [η οποία απορρέει και αυτή, όπως και η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, από την αρχή του Κράτους δικαίου] και γγ. να μη ανατρέχει παρά μόνο σε εύλογο χρόνο. – Μετά τον τελευταίο τριπλό έλεγχο η οριστική απόφαση για τη συνταγματικότητα του νόμου (του οποίου η αναδρομική εφαρμογή έχει κριθεί επιτρεπτή) εξαρτάται, τέλος, από την (κατά τα λοιπά) συμφωνία του με το Σύνταγμα. 2. ΑΜΕΣΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ – Συνταγματικό θεμέλιο : δημοκρατική αρχή. – Κατά κανόνα επιτρεπτή. – Κατά κανόνα όχι περιορισμοί από την αρχή του Κράτους δικαίου : μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί η αρχή του Κράτους δικαίου να θεμελιώσει περιορισμούς του νομοθέτη (π.χ. ρητή δέσμευση διατήρησης φορολογικών προνομίων επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα). – Έλεγχος της (κατά τα λοιπά) συμφωνίας του νόμου με το Σύνταγμα (ιδιαίτερα με τα θεμελιώδη δικαιώματα). (Πηγή: ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – Θερινό εξάμηνο 2016 Καθηγ. Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, σελ. 1-4) ΣΤ. Η Θεμελιώδης αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης Η δράση της Δημόσιας Διοίκησης όπως αυτή εκδηλώνεται δια των οργάνων της και των εξ αυτών αποφάσεων, διέπεται από την αρχή της νομιμότητας και ασκείται με τέτοιο τρόπο, ώστε πρωτίστως να ικανοποιείται το δημόσιο συμφέρον. Εντός του ανωτέρου πλαισίου προκύπτει η ανάγκη προστασίας του διοικουμένου, τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του οποίου κατοχυρώνονται από τις διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος τις σχετικές με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και προβλέπονται από τη νομοθεσία, αλλά μπορεί να θιγούν από τη δράση της Διοίκησης. Βασική προστατευτική αρχή που κείται υπέρ του διοικουμένου είναι «η αρχή της χρηστής διοίκησης» που επιβάλλει στα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το κοινό αίσθημα δικαίου, ούτως, ώστε κατά την εφαρμογή των κανόνων να αποφεύγονται ανεπιεικείς και απλώς δογματικές ερμηνευτικές εκδοχές και να επιδιώκεται η προσαρμογή των κανόνων δικαίου στις επικρατούσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και απαιτήσεις. Εκδηλώσεις δε της ανωτέρω αρχής αποτελούν οι ειδικότερες, με συνταγματικά ερείσματα, αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης (ή δικαιολογημένης) εμπιστοσύνης του διοικουμένου στη Διοίκηση (ΣτΕ 907/1997, 12/1999 αλλά και ΣτΕ 2845/1994, 1709/1997,542/1999). Υπέρβαση δε των ορίων δράσης της Διοίκησης πέραν των αρχών αυτών, συνιστά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και συνεπώς λόγο ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων που εξεδόθησαν κατά παράβαση των ανωτέρω αρχών. (Σπηλιωτόπουλος Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 2002, υπό αρ. 83, 513,514 κλπ). Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (ενδεικτικώς, ΣτΕ 1358/2011) κατά γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι επιτρεπτή η μετά πάροδον ευλόγου χρόνου ανάκληση ευνοϊκών για τους ασφαλισμένους πράξεων των ασφαλιστικών Οργανισμών, έστω και (υποθετικώς εν προκειμένω) παρανόμων, από τις οποίες οι ασφαλισμένοι απέκτησαν καλόπιστα δικαιώματα. Η εφαρμογή όμως της αρχής αυτής τελεί υπό τη βασική προϋπόθεση ότι οι ευνοϊκές αυτές πράξεις εκδόθηκαν χωρίς να υπάρχει κακόπιστη συμπεριφορά, ενέργεια ή παράλειψη του ασφαλισμένου που ωφελήθηκε έναντι του συγκεκριμένου ασφαλιστικού Οργανισμού (Σ.τ.Ε. 770/2007, 1334/2009). Το ζήτημα όμως κατά πόσον η πάροδος ορισμένου χρόνου από την έκδοση της διοικητικής πράξεως υπερβαίνει ή όχι τον εύλογο χρόνο εξαρτάται από το δικαστήριο κατά περίπτωση (ΣτΕ 1334/2009). Όπως έχει επανειλημμένα κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, η αναζήτηση οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, όταν έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την γέννησή της οφειλής, αντίκειται στην αρχή της χρηστής Διοίκησης, ειδικά αν η αναζήτηση συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες στην οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, και αν ο οφειλέτης συμπεριφέρθηκε καλόπιστα και με ειλικρίνεια προς το ταμείο (ΣτΕ 1179/1993). Αντίθετα, αν ο οφειλέτης έδρασε με δόλο, η αναζήτηση είναι εφικτή, όμως η συνδρομή του δόλου , που αποτελεί τη νόμιμη βάση της αναζήτησης , πρέπει να βεβαιώνεται με πλήρως αιτιολογημένη σχετική κρίση (ΣτΕ 4348/1988, 4454/1987, , 3213/1981, Δ.Εφ.Αθ 3μελές 2362/1995 κ.ά.). Σε καμία περίπτωση δεν είναι δόλια η συμπεριφορά του οφειλέτη, όταν με δική του βούληση αποκαλύψει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται το νόμιμο της οφειλής (ΔΠρΑθ 3μελές 3826/1994). Προκειμένου να κριθεί η συνδρομή ή όχι του δόλου, λαμβάνεται υπ’ όψη και η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας (ΔΕφΑθ 3μελές 2362/1995). Επίσης, στην αρχή της χρηστής διοίκησης αντίκειται η αναζήτηση οφειλής που δημιουργείται επειδή ο οφειλέτης ακολούθησε τις οδηγίες που του έδωσε η διοίκηση (ΣτΕ 2893/93, ΔΠρΑθ 3μελές 3826/1994, κα). Οι αρχές του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, που αποτελούν σημαντικό διαμορφωτικό παράγοντα της κοινωνικής ασφάλισης, υπαγορεύουν στα ασφαλιστικά όργανα να ενεργούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύουν και να διασφαλίζουν τα κοινωνικά δικαιώματα των ασφαλισμένων. Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί οφείλουν προεχόντως να εξυπηρετούν το κοινωνικό συμφέρον, να δρουν με βάση τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του ασφαλισμένου και να προστατεύουν τη νομική κατάσταση του ασφαλισμένου, ώστε να μη διαψεύδεται η προσδοκία του, που δημιούργησαν οι ενέργειες των ασφαλιστικών οργάνων, ως προς τη λήψη των παροχών. Είναι, λοιπόν, πάντοτε άξια προστασίας η εμπιστοσύνη που δείχνει ο ασφαλισμένος στις δηλώσεις του ασφαλιστικού του φορέα. Το σφάλμα του ασφαλιστικού φορέα δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, να αποβαίνει σε βάρος του ασφαλισμένου (ΣτΕ 1501/09). Επίσης, σύμφωνα με τη θεωρία, η διοίκηση διέπεται από την αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς. Η ασυνεπής, αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης (venire contra factum prorium) προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ασφαλισμένου απέναντί της και μπορεί να συνεπάγεται την παρανομία της διοικητικής πράξεως. Επομένως, αντιβαίνει στην απαγόρευση του venire contra factum prorium, κάθε αμφισβήτηση της κοινωνικοασφαλιστικής κατάστασης που διαμορφώθηκε με τη σύμπραξη του ασφαλιστικού φορέα, χωρίς την υπαιτιότητα του ασφαλισμένου. Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί έχουν υποχρέωση να μην ανακαλούν τις σχετικές με τέτοια κατάσταση διοικητικές πράξεις. Όταν από τη συμπεριφορά της διοίκησης, συνισταμένη σε θετικές ενέργειες, δημιουργείται από μακρού χρόνου στον καλόπιστο διοικούμενο η σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δικαιούται της παροχής και ότι μια πραγματική κατάσταση που τον αφορά και σχετίζεται με συγκεκριμένη κρατική δραστηριότητα θα συνεχιστεί και στο μέλλον με τον ίδιο τρόπο, δεν είναι επιτρεπτή, κατά το στάδιο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου η αμφισβήτηση του κύρους της ασφαλιστικής κατάστασης (ΣτΕ 1172/1983), όταν μάλιστα η αμφισβήτηση αυτή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική του σταθερότητα ( έτσι και η από 25-07-2012 με αριθμ. πρωτ 14421/26726/2012 Επιστολή του Συνηγόρου του Πολίτη προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ- ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης). Ειδικότερα, η εφαρμογή των διατάξεων του νομοθετήματος (όταν τεθεί σε εφαρμογή κατόπιν ψήφισής του) θα επιφέρει μεγάλο πλήγμα στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, καθόσον: 1. Το σύνολο των εν ενεργεία στελεχών, οι οποίοι είναι απόφοιτοι ΑΣΣΥ, καθηλώνονται στον βαθμό που φέρουν την στιγμή που τίθεται σε ισχύ ο νόμος. Μακροπρόθεσμα, η παραμονή στον αυτό βαθμό, θα περιορίσει σημαντικά (θα συρρικνώσει) τις οικονομικές απολαβές (παρούσες και μελλοντικές) διότι θα περιοριστεί η εφάπαξ παροχή , τα μερίσματα και άλλες παροχές. 2. Στο άρθρο 36 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου καθορίζεται ότι η εξέλιξη των υπηρετούντων Αξιωματικών που προέρχονται από Υπαξιωματικούς και των υπηρετούντων Ανθυπασπιστών και Υπαξιωματικών αποτυπώνεται στο Παράρτημα Α. Στο Παράρτημα λοιπόν, τα εν ενεργεία στελέχη που φέρουν βαθμό Αξιωματικού όλων των θεσμών (κυρίως όμως πλήττονται οι Αξιωματικοί προερχόμενοι από ΑΣΣΥ), θα απωλέσουν από δύο έως έξι βαθμούς. Αλλά και στελέχη που φέρουν τον βαθμό Υπαξιωματικού (και περιμένουν να εξελιχθούν σε Αξιωματικούς) καθηλώνονται στον βαθμό που φέρουν. Ουσιαστικά ο νομοθέτης επιλέγει την καθήλωση στον βαθμό που φέρουν δίχως να επίκειται δημοσιονομικός εκτροχιασμός (είχαν την ευκαιρία να το πράξουν κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης) και κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. 3. Στο άρθρο 6 γίνεται μνεία για τις οργανικές θέσεις Αξιωματικών και καθορίζεται ότι οι Αξιωματικοί καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις, οι οποίες καθορίζουν την εξέλιξή τους, ανά έτος, κατά κατηγορία και βαθμό. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 28 προσδιορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του ΣΑΓΕ και δεν δημοσιεύεται, καθορίζεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων των αξιωματικών, η κατανομή τους κατά κατηγορία, βαθμό και ανά έτος και ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 6. Η έννοια της οργανικής θέσης προϋποθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει ο διοικούμενος προκειμένου να καταλάβει την συγκεκριμένη θέση. Αυτό εγκυμονεί κινδύνους καθώς θα περιορίσει σε σημαντικό βαθμό την κάλυψη θέσεων και ενδεχομένως να δημιουργηθούν κενά. 4. Στο άρθρο 25 παρ. 4 εδ. α αναφέρεται ότι, ως προς την εκτίμηση των κριτηρίων προαγωγής βαρύνουσα σημασία θα αποτελούν οι συνήθεις πειθαρχικές ποινές, που έχουν επιβληθεί στον κρινόμενο για παραπτώματα που έχει τελέσει, σε χρόνο από τον οποίο έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ετών, δεν λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν το αρμόδιο συμβούλιο αποφανθεί διαφορετικά με ειδικά αιτιολογημένη κρίση του. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μια ποινή που έχει επιβληθεί σε έναν απόφοιτο ΑΣΕΙ, τα πρώτα χρόνια εξόδου από την σχολή, θα τον ακολουθεί εσαεί. Ειδικότερα, στους Αξιωματικούς θα ενυπάρχει ο φόβος, κατάσταση η οποία αντίκειται τόσο στις θεμελιώδεις αρχές ενός ευνομούμενου κράτους όσο και στις αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. 5. Στο άρθρο 66 του υπόψη νομοσχεδίου που τιτλοφορείται «Μετατάξεις στο Σώμα των αξιωματικών» περιγράφονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ένας απόφοιτος ΑΣΜΥ για να μεταταχθεί στο σώμα των Αξιωματικών. Προς μεγάλη λοιπόν έκπληξη, μια από τις προϋποθέσεις αποτελεί και η απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου συναφούς με το στρατιωτικό επάγγελμα. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας απόφοιτος ΑΣΜΥ, με δύο πτυχία ισότιμα με πανεπιστημιακούς τίτλους, θα μπορεί να υποβάλει αίτηση για μετάταξη στο σώμα Αξιωματικών. Και διερωτώμεθα πολλοί από εμάς. Είναι δυνατόν ένα στέλεχος, το οποίο θα κατέχει δύο πανεπιστημιακούς τίτλους, να παραμείνει στο στράτευμα με την ελπίδα να μεταταχθεί στο σώμα Αξιωματικών και να φθάσει στον καταληκτικό βαθμό του Ταγματάρχη (!), την ώρα που ιδιώτης ο οποίος θα ενταχθεί στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (μόνο με πτυχίο πανεπιστημίου) θα έχει τη δυνατότητα να φθάσει μέχρι το βαθμό του Συνταγματάρχη. Η απάντηση προφανώς είναι αρνητική. 6. Στην δεύτερη παράγραφο του πρώτου εδαφίου του άρθρου 106 του υπόψη νομοσχεδίου πλήττεται η αρχή της ισότητας μεταξύ των διοικουμένων. Το δικαίωμα που ρητά αναφέρεται οφείλει να επεκταθεί σε όλα τα στελέχη τα οποία έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης, δεν αναφέρονται τα ένδικα μέσα και βοηθήματα που έχει ο διοικούμενος σε περίπτωσης άρνησης του Αρχηγού του οικείου Γενικού Επιτελείου να χορηγήσει την άδεια διδασκαλίας. 7. Στο άρθρο 108 του υπόψη πολυνομοσχεδίου καθορίζονται οι οικονομικές επιπτώσεις που βαραίνουν τα στελέχη που παραιτούνται ή αποτάσσονται από τις ΕΔ ή αποστρατεύονται λόγω δυσμενούς κρίσης ή λόγω υποβολής ειδικής έκθεσης αποστρατείας. Ειδικότερα τα εν λόγω στελέχη υποχρεούνται να καταβάλλουν υπέρ του Δημοσίου αποζημίωση ίση με το γινόμενο του συνόλου των καθαρών αποδοχών του βαθμού τους, συμπεριλαμβανομένων των ποσών που αναλογούν στον φόρο εισοδήματος, επί τους υπολειπόμενους μήνες υποχρέωσης παραμονής τους στις ΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 107. Όσοι έχουν εκπαιδευτεί με δαπάνη της υπηρεσίας στο εξωτερικό, καταβάλλουν επιπλέον και το ύψος της δαπάνης αυτής. Πρόκειται ουσιαστικά για μια τιμωρητική διάταξη (θα είχε νόημα να πλήρωνε κάποια αποζημίωση προς το δημόσιο όταν η απόκτηση του πτυχίου της Στρατιωτικής Σχολής θα είχε αντίστοιχο ανταποδοτικό όφελος). 8. Στο άρθρο 147 που τροποποιεί το άρθρο 21 ν. 3187/2003 (Εκπαιδευτικό προσωπικό με στρατιωτική ιδιότητα), στις προϋποθέσεις που πρέπει να φέρουν τα μέλη του Στρατιωτικού Διδακτικού Προσωπικού περιλαμβάνεται και ο βαθμός που πρέπει να φέρουν. Να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχουν πολλά αξιόλογα στελέχη με τίτλους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και διδακτορικά) τα οποία είναι ικανότατα να εισηγηθούν και να εκπαιδεύσουν. Προτείνεται η τροποποίηση και να συμπεριλάβει από το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Τα ως άνω αναγραφόμενα στην παρούσα παράγραφο να ισχύσουν και για την παράγραφο 10. 9. Με το άρθρο 280 τροποποιείται το άρθρο 27 του 2304/1995 (Α΄ 83), περί ασυμβίβαστων, όπου προστίθεται παρ. 6 ως εξής: «6. Δικαστικοί λειτουργοί των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι δυνατόν να αποσπαστούν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Η απόσπαση αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομοπαρασκευαστικών έργων, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση που διαρκεί όσο η θητεία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και λήγει αυτοδικαίως με τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της θητείας του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Μετά τη λήξη της απόσπασης, ο δικαστικός λειτουργός επανέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς στην οργανική θέση του.». Επισημαίνεται ότι κύριος ρόλος των δικαστικών λειτουργών των Ενόπλων Δυνάμεων είναι η αναζήτηση της αλήθειας (των πραγματικών περιστατικών της κρινόμενης υπόθεσης) και η απονομή της Δικαιοσύνης. Υπάρχει εδώ το αξιοπερίεργο, το οποίο δεν έχει επιλυθεί μέχρι τώρα και σχετίζεται με την ανάληψη καθηκόντων. Πρακτικά ενώ δικαστικός λειτουργός σε μία μετάθεση λειτουργεί ως Εισαγγελέας, εάν πάρει μετάθεση ίσως ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου. Φρόνιμο είναι επίσης να επέλθει άμεση τροποποίηση διατάξεων του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ο ΝΠΚ και ο ΝΚΠΔ τέθηκε σε ισχύ το 2019). Εν κατακλείδι στο υπόψη πολυνομοσχέδιο υπάρχουν διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης/επικαιροποίησης. Υπάρχουν όμως και διατάξεις που πρέπει να καταργηθούν όπως είναι η δημιουργία του Σώματος Υπαξιωματικών και η καθήλωση στον βαθμό που φέρουν τώρα οι Αξιωματικοί προερχόμενοι από ΑΣΣΥ.