• Σχόλιο του χρήστη 'Αγγελική' | 4 Δεκεμβρίου 2025, 20:39

    Μεταβατικές Διατάξεις Παραγραφος 3 δεν είναι συνταγματική διότι οι διοικητικές πράξεις (όπως οι κρίσεις υγειονομικής ικανότητας ) που δημοσιεύονται σε ΦΕΚ είναι ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ και ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 77 του Συντάγματος “Ο νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ σε δυσμενέστερα θέματα, αν δεν το ορίζει ρητά και ειδικά.” Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο: δεν περιέχει πουθενά ρήτρα αναδρομικής κατάργησης κρίσεων που έχουν δημοσιευθεί σε ΦΕΚ. Άρα τα παλιά ΦΕΚ παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Δεν θίγονται από την κατάργηση του 1400/73 Οι υγειονομικές κρίσεις είναι ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ και όχι κανονιστικές. Οι ατομικές διοικητικές πράξεις (όπως η κρίση “Ανίκανος για ενεργό – Ικανός για ελαφρά”) που δημοσιεύονται σε ΦΕΚ: δημιουργούν δικαίωμα, είναι οριστικέςδεν τροποποιούνται λόγω αλλαγής νόμου. Αλλάζουν ΜΟΝΟ αν υπάρχει νέο ιατρικό στοιχείο Οι ατομικές διοικητικές πράξεις δεν ανακαλούνται αναδρομικά αν παράγουν δικαιώματα. Η κατάργηση του 1400/73 δεν ακυρώνει τα ΦΕΚ που εκδόθηκαν βάσει αυτού. Τα ΦΕΚ είναι ανεξάρτητες διοικητικές πράξεις και συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι: να αποστρατευτείς, ή να υπάρξει νέο (και σοβαρό) ιατρικό στοιχείο από εσένα. Κανείς δεν μπορεί να τα ανακαλέσει επειδή αλλάζει ο νόμος.Επίσης με την κατηγορία της ελαφράς υπηρεσίας, διαπιστώνεται ότι τα στελέχη που έχουν χαρακτηριστεί ως ελαφράς υπηρεσίας λόγω δικού τους προβλήματος υγείας δεν τυγχάνουν των ίδιων δικαιωμάτων και διευκολύνσεων με όσους απαλλάσσονται ή λαμβάνουν ειδική μεταχείριση λόγω ευθύνης φροντίδας ατόμου με αναπηρία ή ηλικιωμένου προσώπου. Η διαφοροποίηση αυτή συνιστά ουσιώδη αδικία. Είναι παράλογο και αντίθετο προς την αρχή της ισονομίας να παρέχονται διευκολύνσεις μόνο σε όσους επιτελούν καθήκοντα φροντιστή, ενώ την ίδια στιγμή δεν αναγνωρίζονται αντίστοιχα δικαιώματα σε στρατεύσιμους που αντιμετωπίζουν προσωπικά και αποδεδειγμένα ζητήματα υγείας, τα οποία επηρεάζουν την καθημερινότητά τους και την ικανότητά τους να υπηρετήσουν πλήρως. Η πολιτεία οφείλει να μεριμνά με ισότιμο τρόπο για όλες τις κατηγορίες στρατευσίμων που έχουν αντικειμενική αδυναμία πλήρους εκτέλεσης των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, είτε η δυσκολία προέρχεται από προσωπικό πρόβλημα υγείας είτε από την ευθύνη φροντίδας τρίτου προσώπου. Η άνιση μεταχείριση που προκύπτει από το υπάρχον πλαίσιο δεν συνάδει με τις αρχές της δικαιοσύνης, της κοινωνικής ευαισθησίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο το νομοσχέδιο να αναθεωρηθεί ώστε να εξασφαλίζει ίσα δικαιώματα και τις ίδιες διευκολύνσεις σε όλους τους στρατεύσιμους που τεκμηριωμένα δεν δύνανται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της πλήρους υπηρεσίας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί ένας πραγματικά δίκαιος και σύγχρονος θεσμικός σχεδιασμός για τις Ένοπλες Δυνάμεις.Με το άρθρο 101 επιχειρείται η κωδικοποίηση των ειδικών καταστάσεων υπηρεσίας (ελαφρά υπηρεσία, υπηρεσία γραφείου, υπηρεσία ξηράς κ.λπ.) και ο προσδιορισμός του τρόπου αξιοποίησης των στελεχών που τελούν σε αυτές. Αν και η κατεύθυνση για εισαγωγή ενιαίου πλαισίου είναι θετική, το άρθρο παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις ως προς την εξατομίκευση, την προστασία των δικαιωμάτων, αλλά και την οργάνωση της εργασίας των στελεχών. Το άρθρο ορίζει μόνο ότι τα στελέχη σε ειδική κατάσταση “αξιοποιούνται σε καθήκοντα γραφείου και σε θέσεις που προβλέπονται για τον βαθμό, διάκριση και ειδικότητά τους”, χωρίς να εξειδικεύει: ποια καθήκοντα θεωρούνται συμβατά, πώς καθορίζεται το εύρος επιβάρυνσης, πώς εξασφαλίζεται η προστασία της υγείας τους, πώς αποτρέπεται η αυθαίρετη ανάθεση εργασιών. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κρίσιμο αυτό ζήτημα αφήνεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της κάθε Μονάδας, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε άνιση αντιμετώπιση ή και αυθαιρεσία. Το νομοσχέδιο δεν καθορίζει: αντικειμενικά κριτήρια για επιλογή θέσης, διαδικασίες προσδιορισμού καθηκόντων, μηχανισμό ένστασης όταν ανατίθενται ακατάλληλα καθήκοντα, υποχρεώσεις του διοικητή για συμμόρφωση με τα υγειονομικά δεδομένα. Αυτό αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοίκησης, που επιβάλλουν σαφή και προβλέψιμα κριτήρια. Τα στελέχη σε ειδική κατάσταση ορίζονται ως “κατάλληλα για καθήκοντα γραφείου”, αλλά δεν προβλέπεται εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου, δεν προβλέπεται υποχρεωτική συμμόρφωση της Υπηρεσίας με τους ιατρικούς περιορισμούς,δεν υπάρχει ρητή απαγόρευση ανάθεσης επιβαρυντικών καθηκόντων, δεν ορίζεται διαδικασία προστασίας σε περίπτωση παραβίασης των υγειονομικών οδηγιών. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD) επιβάλλει την εύλογη προσαρμογή της εργασίας και την αποφυγή πρακτικών που επιδεινώνουν την υγεία του εργαζομένου. Το άρθρο 101 δεν το διασφαλίζει. Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ: προσωρινών παθήσεων, χρόνιων παθήσεων, μη αναστρέψιμων παθήσεων. Όλες αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αχρείαστη ταλαιπωρία και ανασφάλεια, ενώ παράλληλα έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της αναλογικότητας και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 Συντ.). Για να γίνει το άρθρο λειτουργικό και σύμφωνο με τις βασικές αρχές δικαίου, προτείνονται: Ρητή εξειδίκευση καθηκόντων που μπορούν να ανατεθούν σε κάθε κατηγορία ειδικής κατάστασης. Σαφή κριτήρια αξιοποίησης βάσει βαθμού, ειδικότητας και υγειονομικών περιορισμών. Απαγόρευση ανάθεσης επιβαρυντικών/ακατάλληλων εργασιών. Δυνατότητα ένστασης του στελέχους σε περιπτώσεις παραβίασης ιατρικών οδηγιών. Ρητή συμμόρφωση με CRPD, ΕΣΔΑ, Οβιέδο, GDPR και ιατρική δεοντολογία. Διακριτή πρόβλεψη για μη αναστρέψιμες παθήσεις, ώστε να μην απαιτείται συνεχής επαναξιολόγηση. Καθορισμός αρμοδιότητας ιατρού εργασίας για καθήκοντα γραφείου, όπου απαιτείται. Ως εκ τούτου το άρθρο 101 χρειάζεται αναδιατύπωση και ενίσχυση ώστε η αξιοποίηση των στελεχών σε ειδική κατάσταση να γίνεται με σεβασμό στα δικαιώματα υγείας, με σαφή, αντικειμενικά κριτήρια, με εγγυήσεις απέναντι σε αυθαίρετες ή ακατάλληλες αναθέσεις,και με πλήρη συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Μόνο έτσι διασφαλίζεται αξιοπρέπεια, υπηρεσιακή ασφάλεια και προστασία των στελεχών που υπηρετούν σε ειδικές καταστάσεις.