Αρχική Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή (Σταδιοδρομία και εξέλιξη Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών των Ενόπλων Δυνάμεων...ΜΕΡΟΣ Ζ΄ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ (άρθρα 92-112)Σχόλιο του χρήστη Ευάγγελος Οικονομίδης | 5 Δεκεμβρίου 2025, 07:46




Η προτεινόμενη διάταξη, η οποία επιτρέπει κατ’ εξαίρεση στους αξιωματικούς του Υγειονομικού Σώματος και του Κλάδου Πληροφορικής να ασκούν το επιστημονικό τους έργο ιδιωτικά και εκτός υπηρεσίας, αλλά εξαιρεί αδικαιολόγητα τους αξιωματικούς του Νομικού και του Οικονομικού Σώματος, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ισότητας, συνταγματικότητας και ορθολογικής λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διάκριση αυτή παραβιάζει ευθέως την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 Συντάγματος, καθώς εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αξιωματικών που έχουν ισότιμη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ισότιμη επιστημονική κατάρτιση και προέρχονται από την ίδια πηγή παραγωγής: τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ). Σύμφωνα με το Ν.Δ. 562/1970, αποστολή της ΣΣΑΣ είναι η κατάρτιση επιστημόνων-αξιωματικών στους τομείς της Υγειονομικής, Νομικής, Οικονομικής και Πληροφορικής επιστήμης, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Όλοι οι σπουδαστές της ΣΣΑΣ φοιτούν ισότιμα στις αντίστοιχες σχολές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου λαμβάνουν πανεπιστημιακό πτυχίο ίδιας ακαδημαϊκής αξίας και επιστημονικής βαρύτητας με αυτό των ιδιωτών επιστημόνων. Παρά ταύτα, η υπό ψήφιση διάταξη επιτρέπει μόνο σε συγκεκριμένες ειδικότητες να αξιοποιήσουν το επιστημονικό τους αντικείμενο εκτός υπηρεσίας και αποκλείει αυθαίρετα τους νομικούς και οικονομικούς αξιωματικούς, χωρίς να παρατίθεται κανένας ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί αυτήν τη διαφοροποίηση. Η άνιση αυτή μεταχείριση δεν βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που να συνδέονται με τη φύση των καθηκόντων ή με την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων των Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν υπάρχει καμία λειτουργική ή νομική αιτιολόγηση που να εξηγεί γιατί π.χ. ένας ιατρός ή ένας μηχανικός πληροφορικής μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του εκτός υπηρεσίας, αλλά ένας νομικός ή ένας οικονομολόγος όχι. Αντιθέτως, όπως συμβαίνει ήδη για τους υγειονομικούς και τους πληροφορικάριους, θα μπορούσε με απόλυτη ασφάλεια να επιτρέπεται στους νομικούς και οικονομικούς αξιωματικούς να ασκούν ιδιωτικό έργο που δεν σχετίζεται με τα καθήκοντά τους στις ΕΔ και δεν δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων, υπό την ίδια διαδικασία έγκρισης και με την ίδια δυνατότητα ανάκλησης άδειας. Επιπλέον, η διάταξη θίγει το δικαίωμα εργασίας και επαγγελματικής ελευθερίας των στελεχών (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς επιβάλλει περιορισμό που δεν είναι ούτε αναλογικός ούτε αιτιολογημένος από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Όταν το κράτος παρέχει σε έναν αξιωματικό πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τον καθιστά επιστήμονα πλήρως καταρτισμένο στο αντικείμενό του, δεν μπορεί στη συνέχεια να του απαγορεύει την άσκηση της επιστήμης του – και μάλιστα όταν η ίδια δυνατότητα δίνεται επιλεκτικά σε άλλες ειδικότητες χωρίς να υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τον κίνδυνο επαγγελματικής σύγκρουσης. Συνεπώς, η επιλεκτική αυτή εξαίρεση των νομικών και οικονομικών αξιωματικών δημιουργεί σαφές ζήτημα αντισυνταγματικότητας, παραβιάζει την αρχή της ισονομίας και ενισχύει αδικαιολόγητα την επαγγελματική ανισότητα μέσα στο ίδιο πλαίσιο υπηρεσιακών υποχρεώσεων. Αντιμετωπίζει ομάδες επιστημόνων της ίδιας σχολής και της ίδιας στρατιωτικής κατηγορίας με εντελώς άνισο τρόπο, χωρίς αντικειμενική βάση, αποκλείοντας ουσιαστικά δύο ολόκληρα επιστημονικά Σώματα από το δικαίωμα να ασκήσουν το αντικείμενό τους εκτός υπηρεσίας. Για όλους αυτούς τους λόγους, κρίνεται αναγκαίο η διάταξη να τροποποιηθεί ώστε να συμπεριληφθούν ρητώς και οι αξιωματικοί του Νομικού και του Οικονομικού Σώματος, υπό τους ίδιους όρους, περιορισμούς και εγγυήσεις που προβλέπονται για τους λοιπούς επιστήμονες αξιωματικούς. Μόνο έτσι θα αποκατασταθεί η συνταγματική ισότητα, θα διασφαλιστούν τα δικαιώματα των στελεχών και θα προστατευθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας όλων των Σωμάτων της ΣΣΑΣ, όπως προβλέπεται από το Ν.Δ. 562/1970 και επιβάλλεται από τις αρχές του κράτους δικαίου.