• Σχόλιο του χρήστη 'Loukas Theofilou' | 9 Απριλίου 2026, 21:18

    Σχόλια και προτάσεις βελτίωσης επί του άρθρου 98 – Προστασία περιοχών Natura 2000 Η προτεινόμενη ρύθμιση για τον «εξορθολογισμό επιτρεπόμενων χρήσεων» σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 κινείται κατ’ αρχήν προς την κατεύθυνση της συστηματοποίησης του πλαισίου διαχείρισης. Ωστόσο, όπως διατυπώνεται, παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες που ενδέχεται να υπονομεύσουν τον πρωταρχικό σκοπό των περιοχών αυτών, δηλαδή τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, των οικοτόπων και των ειδών πανίδας και χλωρίδας. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η απουσία σαφούς σύνδεσης των επιτρεπόμενων χρήσεων με τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων. Η γενική παραπομπή στις κατηγορίες χρήσεων του π.δ. 59/2018 χωρίς υποχρεωτική εξειδίκευση ανά περιοχή δημιουργεί κίνδυνο εφαρμογής δραστηριοτήτων που, αν και τυπικά επιτρεπόμενες, ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικολογική υποβάθμιση. Η διεθνής επιστημονική εμπειρία έχει καταδείξει ότι η έλλειψη οικολογικά τεκμηριωμένων ορίων οδηγεί σε κατακερματισμό οικοτόπων, μείωση πληθυσμών ειδών και διατάραξη οικολογικών διεργασιών. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητη η πρόβλεψη υποχρεωτικής ειδικής οικολογικής αξιολόγησης για κάθε επιτρεπόμενη χρήση, καθώς και ο καθορισμός ανώτατων ορίων φέρουσας ικανότητας ανά προστατευόμενη περιοχή. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη δυνατότητας οικιστικής επέκτασης έως ποσοστό 20% εντός ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων. Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στη βασική αρχή της διατήρησης της ακεραιότητας των περιοχών Natura 2000, καθώς η αστική ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες απώλειας βιοποικιλότητας. Η επιστημονική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι ακόμη και περιορισμένης κλίμακας επεκτάσεις προκαλούν δυσανάλογες επιπτώσεις, όπως κατακερματισμό ενδιαιτημάτων, αύξηση ανθρωπογενούς όχλησης, φωτορύπανση και εισαγωγή ξενικών ειδών. Προτείνεται η δραστική μείωση του επιτρεπόμενου ποσοστού ή η πλήρης κατάργηση της δυνατότητας αυτής, καθώς και η πρόβλεψη αυστηρής τεκμηρίωσης έλλειψης εναλλακτικών λύσεων εκτός προστατευόμενων περιοχών. Επιπλέον, οι διατυπώσεις που αφορούν τις ζώνες προστασίας της φύσης και διατήρησης οικοτόπων και ειδών παραμένουν γενικές και επιτρέπουν ευρεία ερμηνεία. Η απλή αναφορά σε «απαγόρευση ή περιορισμό δραστηριοτήτων» χωρίς σαφή καθορισμό των απαγορευμένων χρήσεων δημιουργεί κενά εφαρμογής και ενέχει τον κίνδυνο διοικητικής αυθαιρεσίας. Κρίνεται αναγκαία η ρητή απαγόρευση δραστηριοτήτων υψηλής όχλησης, όπως νέα δόμηση, βαριές υποδομές, εξορυκτικές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές. Παράλληλα, δεν προβλέπεται επαρκής ρύθμιση για δραστηριότητες αναψυχής, οι οποίες, αν και ήπιας μορφής, μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διαταραχή, ιδίως σε περιόδους αναπαραγωγής ή σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι η ανεξέλεγκτη επισκεψιμότητα οδηγεί σε διάβρωση εδάφους, όχληση ειδών και υποβάθμιση οικοτόπων. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται καθορισμός μέγιστης επισκεψιμότητας, χωρικός περιορισμός δραστηριοτήτων και εποχικές απαγορεύσεις όπου απαιτείται. Σημαντική έλλειψη αποτελεί επίσης η απουσία ολοκληρωμένου μηχανισμού παρακολούθησης και ελέγχου της κατάστασης διατήρησης των προστατευόμενων αντικειμένων. Η αποτελεσματική διαχείριση των περιοχών Natura 2000 προϋποθέτει τη συνεχή συλλογή δεδομένων, την αξιολόγηση δεικτών οικολογικής κατάστασης και την εφαρμογή προσαρμοστικής διαχείρισης. Προτείνεται η θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιοδικής αξιολόγησης και η δημιουργία ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου. Παρά το γεγονός ότι γίνεται αναφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή, δεν προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής. Η ενσωμάτωση της κλιματικής διάστασης είναι κρίσιμη, καθώς η μεταβολή των κλιματικών συνθηκών επηρεάζει άμεσα τη δομή και λειτουργία των οικοσυστημάτων. Απαιτείται η πρόβλεψη σχεδίων προσαρμογής και η διασφάλιση της οικολογικής συνδεσιμότητας μέσω προστασίας οικολογικών διαδρόμων. Τέλος, κρίνεται αναγκαία η ρητή ενσωμάτωση της αρχής της προφύλαξης και της μη υποβάθμισης. Συγκεκριμένα, προτείνεται να προστεθεί διάταξη σύμφωνα με την οποία κάθε επιτρεπόμενη δραστηριότητα θα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλεί, μεμονωμένα ή σωρευτικά, επιδείνωση της κατάστασης διατήρησης των προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων, όπως αυτό τεκμηριώνεται μέσω κατάλληλης επιστημονικής αξιολόγησης. Συνολικά, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των περιοχών Natura 2000, απαιτείται ένα σαφέστερο, αυστηρότερο και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο, το οποίο θα θέτει σαφή όρια στις επιτρεπόμενες χρήσεις και θα διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη δεν θα γίνεται εις βάρος της βιοποικιλότητας και της οικολογικής ακεραιότητας των προστατευόμενων περιοχών.