Άρθρο 98
Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986
Στο άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί κριτηρίων χαρακτηρισμού και αρχών προστασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. δ) της παρ. 4, προστίθενται νέα εδάφια πέμπτο και έκτο, β) στην παρ. 5, οι λέξεις «καθεστώτα (όπως ενδεικτικά: δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι,», γ) προστίθεται παρ. 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής:
«Αρθρο 19
Κριτήρια χαρακτηρισμού και αρχές προστασίας
- α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονται στον Εθνικό Κατάλογο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 χαρακτηρίζονται δια του παρόντος ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και διακρίνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης, ζώνες ειδικής προστασίας και σε προτεινόμενους τόπους ενωσιακής σημασίας, σύμφωνα με την ειδικότερη κατάταξή τους στο Παράρτημα Ι και τους συνημμένους σε αυτόν Πίνακες 1 και 2 της κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπ’ αρ. 50743/2017 «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000» (B’ 4432).
β) Περισσότερες περιοχές από τις παραπάνω που βρίσκονται σε γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ τους μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας της βιοποικιλότητας. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει ενός ή περισσοτέρων από τα προστατευτέα αντικείμενα που φιλοξενούν ή/ και βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας.
- Ανεξαρτήτως της ένταξης στο δίκτυο Natura 2000, προστατευόμενες περιοχές μπορούν να χαρακτηρίζονται ως εξής:
α) Εθνικά πάρκα.
Ως εθνικά πάρκα, χερσαία, θαλάσσια ή μικτού χαρακτήρα, χαρακτηρίζονται οι μεγάλες σε έκταση φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές στις οποίες λαμβάνουν χώρα οικολογικές λειτουργίες ευρείας κλίμακας με χαρακτηριστικά είδη και τύπους φυσικών οικοτόπων ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος, τα οποία χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Τα εθνικά πάρκα δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Τα Εθνικά Πάρκα μπορούν να περιλαμβάνουν δύο ή περισσότερες περιοχές Natura 2000 ή/ και Περιοχές Προστασίας της Βιοποικιλότητας, ειδικά όταν αυτές χαρακτηρίζονται από ευρύ φάσμα οικοσυστημικών λειτουργιών με κοινά χωρικά, φυσικογεωγραφικά ή/ και αβιοτικά χαρακτηριστικά.
β) Καταφύγια άγριας ζωής.
Ως καταφύγια άγριας ζωής χαρακτηρίζονται περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα) που αξιολογούνται ως κατάλληλες για την ανάπτυξη πληθυσμών της άγριας πανίδας και χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει της χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Ως Καταφύγια Άγριας Ζωής μπορούν να χαρακτηρίζονται και οι οικολογικοί διάδρομοι μεταξύ προστατευόμενων περιοχών.
γ) Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί.
Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της (περιοχές ή στοιχεία σημειακού χαρακτήρα), που έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική ή γεωμορφολογική αξία ή συμβάλλουν στη διατήρηση των φυσικών διεργασιών και στην προστασία φυσικών πόρων, όπως δέντρα, συστάδες δέντρων και θάμνων, θαλάσσια προστατευτική βλάστηση, παρόχθια και παράκτια βλάστηση, φυσικοί φράχτες, καταρράκτες, πηγές, φαράγγια, θίνες, ύφαλοι, σπηλιές, βράχοι, απολιθωμένα δάση, δέντρα ή τμήματά τους, παλαιοντολογικά ευρήματα, κοραλλιογενείς γεωμορφολογικοί σχηματισμοί και γεώτοποι. Προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί που έχουν μνημειακό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ειδικότερα ως διατηρητέα μνημεία της φύσης. Ως Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται επιμέρους περιοχές εντός Εθνικών Πάρκων, Περιοχών Προστασίας της Βιοποικιλότητας ή/ και Καταφυγίων Άγριας Ζωής και να εντάσσονται εντός ζωνών κλιμακούμενης προστασίας των περιοχών αυτών.
- Οι περιοχές της παρ. 2 μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παρ. 1, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών.
- Στις περιοχές των παρ. 1 και 2 ορίζονται, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω:
α) Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης: ως ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως πολύ υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία. Στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14α του π.δ. 59/2018 (Α΄ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
β) Ζώνη προστασίας της φύσης: ως ζώνες προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει αυστηρή προστασία.
Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του. Απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν η άσκησή τους έχει επιπτώσεις που υπονομεύουν τους στόχους διαχείρισης ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής. Στις ζώνες προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14β του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
γ) Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών: ως ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών ορίζονται εκτάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των προστατευτέων αντικειμένων (τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας ή/ και εθνικού ενδιαφέροντος) που αυτές φιλοξενούν. Στις Ζώνες Διαχείρισης Οικοτόπων και Ειδών απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες, όταν αυτές είναι σε θέση μεμονωμένα, σωρευτικά με άλλες ή σε συνέργεια με άλλες, να υποβαθμίσουν τον βαθμό διατήρησης προστατευτέου αντικειμένου και ειδικά όταν η υποβάθμιση αυτή δρα αρνητικά στην κατάσταση διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο. Στις ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14γ του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
δ) Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων: ως ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων ορίζονται εκτάσεις προστατευόμενων περιοχών, στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες ή/ και ανθρωπογενείς δραστηριότητες που προάγουν τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων ή/ και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αυτή, δηλαδή, που υπηρετεί την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ανθρωπογενείς δραστηριότητες εντός της ζώνης αυτής, όταν μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση του βαθμού διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου στην προστατευόμενη περιοχή και ιδιαιτέρως της κατάστασης διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο, υπόκεινται σε κατάλληλες ρυθμίσεις βάσει των σχετικών προβλέψεων της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης. Στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων επιτρέπονται ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14δ του π.δ. 59/2018 (Α΄ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21. Σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ.) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση, εφόσον, σωρευτικώς:
δα) δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα της περιοχής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011 (Α’ 209),
δβ) είναι συμβατός με την οικεία εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (Ε.Π.Μ.),
δγ) τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα επέκτασης του σχεδίου πόλεως ή του οικισμού από μελέτη Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) και
δδ) η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης της οικείας προστατευόμενης περιοχής και σε περίπτωση που στην Ε.Π.Μ. ορίζεται μικρότερο ποσοστό, το ποσοστό αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζονται oι απαγορεύσεις χρήσεων γης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60).».
- Στις ζώνες του παρόντος μπορεί να περιλαμβάνονται και περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι, και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης.
- Στις περιοχές της παρ. 2, στον βαθμό που δεν συμπίπτουν εδαφικά με περιοχές της παρ. 1, όπως και στις εκτάσεις της παρ. 4 του άρθρου 18, επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται γενικές και ειδικές κατηγορίες χρήσεων γης από το σύνολο του π.δ. 59/2018.
- Για το σύνολο των ζωνών της παρ. 4 επιτρέπονται:
α) δράσεις και παρεμβάσεις αποκλειστικά για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου,
β) έργα και επεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος.
γ) δράσεις και παρεμβάσεις που σχετίζονται με αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, όπως ανασκαφές και εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης,
δ) έργα και επεμβάσεις λόγω εκτάκτου ανάγκης, ιδίως σεισμών, πλημμυρών, θεομηνιών και πυρκαγιάς, εάν μετά από την υλοποίησή τους, λαμβάνεται μέριμνα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος,
ε) η κολύμβηση, η πεζοπορία, η ορειβασία, η αναρρίχηση, η ιππασία, η περιήγηση σε σπήλαια, η κατάβαση ποταμού, η ανεμοπορία με αλεξίπτωτο πλαγιάς ή ο αιωροπτερισμός.
Οι χρήσεις και δραστηριότητες των περ. α) έως ε) δύνανται να περιορίζονται ή να απαγορεύονται προσωρινά ή μόνιμα με την υπουργική απόφαση της άρθρου 21 ή με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες ή την αποκατάστασή της σύμφωνα με το άρθρο 175 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί αποκατάστασης χερσαίων και παράκτιων οικοσυστημάτων, οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε περιοχές του δικτύου «Natura 2000».».




Ο έλεγχος της ανθώπινης δραστηριότητας σε προστατευόμενες περιοχές είναι απαραίτητος και κρίσιμος για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των οικοσυστημάτων. Η αξιολόγηση όμως της επιβάρυνσης που προκαλείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, και κατ΄επέκταση η επιλογή επιτρεπόμενων χρήσεων και εγκαταστάσεων σε περιοχές ειδικής προστασίας, χρειάζεται να γίνεται με κριτήρια σύγχρονα και εφαρμόζοντας τα ήδη διατιθέμενα νομοθετικά εργαλεία. Η επιβάρυνση που ενδέχεται να προκληθεί από κάθε δραστηριότητα είναι μέγεθος μετρήσιμο και μπορεί να προεκτιμηθεί ώστε να προκριθεί ή μη η εκάστοτε αιτούμενη χρήση ή δραστηριότητα. Επί παραδείγματι η δημιουργία μονάδων glamping, έχουν ελάχιστο έως μηδενικό αποτύπωμα επί εδάφους καθώς δεν συνοδεύονται από κτιριακές εγκαταστάσεις και είναι δραστηριότητες απολύτως αναστρέψιμες. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι ύψιστη προτεραιτότητα. Η επίτευξή της όμως δεν θα πρέπει να οδηγεί απολειστικά στη δημιουργία απομονωμένων μη προσπελάσιμων περιοχών. Η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να συνυπάρχει με την προστασία εφόσον καθοριστούν σαφή όρια και κατηγοριοποιήσεις επιτρεπόμενων χρήσεων και εφόσον οι διατιθέμενοι ελεγκτικοί μηχανισμοί παρακολουθούν την εφαρμογή τους.
Ο έλεγχος της ανθρώπινης δραστηριότητας σε προστατευόμενες περιοχές αποτελεί βασική και αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των οικοσυστημάτων. Ωστόσο, η αξιολόγηση της επιβάρυνσης που προκύπτει από αυτές τις δραστηριότητες, καθώς και η επιλογή των επιτρεπόμενων χρήσεων και εγκαταστάσεων σε περιοχές ειδικής προστασίας, οφείλει να βασίζεται σε σύγχρονα κριτήρια και στην αξιοποίηση των ήδη υφιστάμενων νομοθετικών εργαλείων.
Η επιβάρυνση που μπορεί να προκαλέσει κάθε δραστηριότητα είναι μετρήσιμη και δύναται να εκτιμηθεί εκ των προτέρων, προκειμένου να αποφασιστεί η αποδοχή ή μη μιας προτεινόμενης χρήσης. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη μονάδων glamping παρουσιάζει ελάχιστο έως μηδενικό αποτύπωμα στο έδαφος, καθώς δεν απαιτεί μόνιμες κτιριακές υποδομές και χαρακτηρίζεται από πλήρη αναστρεψιμότητα.
Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Ωστόσο, η επιδίωξή της δεν θα πρέπει να οδηγεί αποκλειστικά στη δημιουργία απομονωμένων και μη προσβάσιμων περιοχών. Η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να συνυπάρχει με την προστασία, εφόσον καθοριστούν σαφή όρια και κατηγορίες επιτρεπόμενων χρήσεων, και εφόσον οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί διασφαλίζουν την τήρηση και εφαρμογή τους.
ΚΟΙΝΟ ΣΧΟΛΙΟ
προς υποβολή στη διαβούλευση
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουν στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.
Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.
Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.
Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.
Οι συνυπογράφουσες οργανώσεις:
1. ANIMA
2. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ
3. ΑΡΧΕΛΩΝ
4. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού
5. Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης
6. Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία
7. Εταιρία Προστασίας Πρεσπών
8. Καλλιστώ
9. iSea
10. MEDASSET
11. MedINA
12. WWF Ελλάς
Σχόλιο επί του άρθρου 98
1. παρ. 4(γ) -Για τις προβλεπόμενες χρήσεις τουριστικών καταλυμάτων, εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής και λοιπών τουριστικών επιχειρήσεων εντός Ζωνών Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών και εντός Ζωνών Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων προτείνεται η θέσπιση αυστηρών πολεοδομικών περιορισμών, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα με τον χαρακτήρα προστασίας των περιοχών Natura. Συγκεκριμένα, προτείνεται να προβλεφθούν: Κατώτατο όριο αρτιότητας, μειωμένη κάλυψη και δόμηση και μόνο ισόγεια κτίσματα. Οι ανωτέρω περιορισμοί κρίνονται αναγκαίοι ώστε να αποτραπεί η υπέρμετρη τουριστική ανάπτυξη, να περιοριστεί ο κατακερματισμός οικοτόπων και να διασφαλιστεί ότι οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες παραμένουν σε ήπια κλίμακα, συμβατή με τη φέρουσα ικανότητα των προστατευόμενων περιοχών. Επίσης να προβλεφθεί στις ζώνες αυτές η κατοικία με αντίστοιχους περιορισμούς και να απαλειφθεί η έννοια «αγροτική» κατοικία που είναι ασύμβατη ως όρος με την νομοθεσία και θα δημιουργήσει παρερμηνείες.
2. παρ.4 (δ) -Αντίρρηση στην πολεοδόμηση εντός ΖΒΔΦΠ
Η προτεινόμενη δυνατότητα πολεοδόμησης εντός Ζωνών Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων (ΖΒΔΦΠ) αλλοιώνει τον χαρακτήρα τους ως ζωνών ελεγχόμενης διαχείρισης και προστασίας και τις μετατρέπει σε ζώνες αστικής επέκτασης. Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στη λογική του ΠΔ 59/2018, όπου οι χρήσεις γης στις προστατευόμενες περιοχές καθορίζονται με βάση την οικολογική φέρουσα ικανότητα και όχι την αναπτυξιακή πίεση. Επιπλέον, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς η συστηματική εισαγωγή πολεοδομικών χρήσεων εντός Natura δεν συνιστά μεμονωμένη παρέμβαση αλλά αλλαγή χρήσεων γης με σωρευτικές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις (κατακερματισμός οικοτόπων, αύξηση πιέσεων, ανάγκη υποδομών). Για τους λόγους αυτούς, η διάταξη θα πρέπει να αποσυρθεί ή να περιοριστεί αυστηρά, με ρητό αποκλεισμό της ιδιωτικής πολεοδόμησης εντός ΖΒΔΦΠ.
Σχετικά με τη διάταξη του νομοσχεδίου που εισάγει τη δυνατότητα πολεοδομικής ένταξης εκτάσεων Natura σε σχέδιο πόλης ή επέκταση οικισμών υπό όρους, επισημαίνουμε τα εξής:
Εκτός από την επέκταση σχεδίου πόλης θα πρέπει να επιτρέπονται και οι ιδιωτικές πολεοδομήσεις σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4280/2014 όπως ισχύει σήμερα και ειδικότερα στις περιοχές που ορίζονται ρητά σε αυτόν, (άρθρο 7), διότι η δυνατότητα αύξησης των χώρων περιβαλλοντικής προστασίας που εξασφαλίζεται από τις ιδιωτικές πολεοδομήσεις, δεν δύναται
να εξασφαλιστεί από την απλή επέκταση σχεδίου πόλης: «… Ποσοστό πενήντα τις εκατό (50%) της υπό ρύθμιση έκτασης αποδίδεται κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. … Η έκταση αυτή χαρακτηρίζεται ως προστατευόμενη περιοχή – περιαστικό πάρκο και η διαχείρισή της ανατίθεται στις υπηρεσίες του Δημοσίου και των οικείων Ο.Τ.Α. κατά τις κείμενες διατάξεις αναλόγως του χαρακτήρα προστασίας. …».
Μέσω αυτής της διαδικασίας, δίνεται η δυνατότητα στους Δήμους της χώρας να εξασφαλίσουν σημαντικούς κοινωφελείς και κοινόχρηστους χώρους για τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών τους (πχ πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας, χώρους εκπαίδευσης κοινωνικής πρόνοιας κλπ).
Σχετικά: 277/2025 Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιωαννιτών, που αφορά τις θέσεις του Δήμου ως προς τον υπό εξέλιξη πολεοδομικό σχεδιασμό κατά την εκπόνηση της μελέτης του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου Ιωαννίνων.
Απαιτείται ουσιαστική αναδιαμόρφωση των διατάξεων του Μέρους Δ΄ – Κεφαλαίου Γ΄, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης συμβατότητά τους με το ενωσιακό και εθνικό πλαίσιο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Ειδικότερα, απαιτείται η εισαγωγή ρητών περιορισμών ως προς τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης εντός περιοχών Natura 2000, με σαφή διαφοροποίηση ανά κατηγορία προστασίας και τύπο οικοτόπου, καθώς και η απαγόρευση δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν υποβάθμιση των προστατευόμενων οικοσυστημάτων, σύμφωνα με τις επιταγές της Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.
Περαιτέρω, απαιτείται η ρητή πρόβλεψη ότι κάθε σχέδιο, έργο ή δραστηριότητα εντός ή πλησίον περιοχών Natura 2000 θα υπόκειται υποχρεωτικά σε πλήρη διαδικασία δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της ανωτέρω οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ενσωμάτωση της αρχής της απουσίας εύλογης επιστημονικής αμφιβολίας. Επιπλέον, απαιτείται η εξαίρεση των περιοχών Natura από διατάξεις που επιτρέπουν ή διευκολύνουν τη δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων υψηλής έντασης, ιδίως τουριστικών και ενεργειακών εγκαταστάσεων, εκτός εάν τεκμηριώνεται πλήρως η συμβατότητά τους με τους στόχους διατήρησης.
Τέλος, απαιτείται η θεσμοθέτηση μηχανισμών εκτίμησης της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων και υποχρεωτικής αξιολόγησης των σωρευτικών επιπτώσεων από την εγκατάσταση πολλαπλών έργων και δραστηριοτήτων, καθώς και η προηγούμενη ολοκλήρωση και θεσμοθέτηση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών πριν από οποιαδήποτε χωρική ή πολεοδομική ρύθμιση. Οι ανωτέρω παρεμβάσεις κρίνονται αναγκαίες για τη διασφάλιση της οικολογικής ακεραιότητας των περιοχών Natura 2000 και την αποτροπή μη αναστρέψιμης υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουν στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.Οι συνυπογράφουσες οργανώσεις:
1. ANIMA
2. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ
3. ΑΡΧΕΛΩΝ
4. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού
5. Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης
6. Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία
7. Εταιρία Προστασίας Πρεσπών
8. Καλλιστώ
9. iSea
10. MEDASSET
11. MedINA
12. WWF Ελλάς
Οι περιοχές αυτές υπάγονται στο συγκεκριμένο καθεστώς και νομικό πλαίσιο για κάποιο λόγο και αιτία. Θέλετε να θεωρούμαστε Ευρώπη και ταυτόχρονα παύουμε να εφαρμόζουμε ό, τι ισχύει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για να εξυπηρετούμε εταιρικούς σκοπούς αδιαφορώντας για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου. Ό, τι έγινε και στην ΒΑ Χαλκιδική όπου εν μια νυκτί αποχαρακτηρίστηκε το δάσος των Σκουριών ως θυσία στον βωμό του χρήματος για μια εξόρυξη χρυσού -χαλκού που μόνο καταστροφικές συνέπειες θα έχει για τον τόπο.
Η επιτάχυωση τωμ διαδικασιών της αδειοδότησης ΑΠΕ είναι αντιδημοκρατική και οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες για το περιβάλλον . Είναι απαραίτητες η προστασία του περιβάλλοντος, η φροντίδα των ευαίσθητων περιοχών, η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας, η εξασφάλιση των παραγωγικών διαδικασιών του πρωτογενούς τομέα. Έτσι όπως δρομολογείται η αδειοδότηση των ΑΠΕ και όπως έχει γίνει η εγκατάσταση σε πολλά μέρη, καταστρατηγούνται όλα τα παραπάνω.
Η διευκόλυνση και επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης ΑΠΕ, έτσι όπως δρομολογείται, είναι καταστροφική για το περιβάλλον και για την ευζωία του πληθυσμού της χώρας και επίσης αντιδημοκρατική. Αυτό, εκτός από τις προφανείς βλαβερές συνέπειες που υφίστανται σε μέρη που χωρίς οικολογικό σεβασμό και χωροταξικό σχεδιασμό έχουν εγκατασταθεί ΑΠΕ, έχει καταδειχτεί από έγκυρες περιβαλλοντικές οργανώσεις, φορείς, το Συμβούλιο της Επικρατείας και τις τοπικές κοινωνίες, των οποίων ο παραγκωνισμός είναι καταφανώς αντιδημοκρατικός.
Το άρθρο αυτό εισάγει ευελιξία εκεί όπου απαιτείται αυστηρή προστασία.
Ο συνδυασμός αδειοδότησης κατά περίπτωση, ασαφών ορίων και δυνατότητας ανάπτυξης εντός Natura 2000 δημιουργεί σαφή κίνδυνο σταδιακής υποβάθμισης.
Αν και δεν αφορά ειδικά την υδατοκαλλιέργεια, το πλαίσιο αυτό επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο δραστηριότητες όπως οι ιχθυοκαλλιέργειες αξιολογούνται και αδειοδοτούνται σε προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές. Η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς σαφή όρια, οι σωρευτικές επιπτώσεις εξετάζονται καθυστερημένα ή καθόλου.
Για τον λόγο αυτό, πρέπει να διασφαλιστούν ρητά τα εξής:
(1) Ρητή απαγόρευση οικιστικής και εντατικής ανάπτυξης εντός Natura 2000, με εξαίρεση μόνο για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων.
(2) ατάργηση του ορίου 20%, το οποίο είναι αυθαίρετο και επιστημονικά ατεκμηρίωτο.
(3) Υποχρεωτική αξιολόγηση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από οποιαδήποτε έγκριση.
(4) Σαφής αποκλεισμός εντατικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της υδατοκαλλιέργειας, από ευαίσθητα οικοσυστήματα και ζώνες υψηλής προστασίας.
(5) Δεσμευτική εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης και της μη υποβάθμισης.
(6) Να διασφαλίζεται ουσιαστική συμμετοχή του κοινού, με έγκαιρη πρόσβαση σε σαφή και κατανοητή πληροφόρηση, δημόσιες παρουσιάσεις των έργων και των επιπτώσεών τους, καθώς και επαρκή χρόνο για διαβούλευση πριν από τη λήψη αποφάσεων. Η διαβούλευση πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι τυπική διαδικασία.
Η επιτάχυνση χωρίς σαφή όρια δεν είναι αποτελεσματικότητα—είναι μη αναστρέψιμος κίνδυνος.
Οι προστατευόμενες περιοχές δεν είναι αποθέματα για μελλοντική ανάπτυξη.
Άρθρο 98
Το άρθρο 98 κινείται σε μια κατεύθυνση συστηματοποίησης των κατηγοριών προστασίας και των επιτρεπόμενων χρήσεων, όμως παραμένει ισχυρά εγκλωβισμένο σε μια στενά βιοφυσική και «λειτουργιστική» αντίληψη του προστατευόμενου χώρου. Παρότι γίνεται μνεία σε «πολιτισμικές αξίες» μόνο στη ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, το τοπίο δεν ενσωματώνεται ως διακριτή παράμετρος προστασίας, αξιολόγησης και ρύθμισης σε όλο το εύρος του άρθρου. Έτσι, το κανονιστικό σχήμα υποβαθμίζει τη συμβολική, αισθητηριακή, ιστορική και βιωματική διάσταση των προστατευόμενων περιοχών και αντιμετωπίζει τον χώρο κυρίως ως φορέα οικοτόπων, ειδών και χρήσεων. Αυτό είναι κρίσιμο έλλειμμα, διότι σε πολλές περιοχές Natura το προστατευτέο διακύβευμα δεν εξαντλείται στην οικολογική ακεραιότητα, αλλά αφορά και τη φυσιογνωμία, τη σχέση ανθρώπου–χώρου, την ιστορικότητα των χρήσεων, την αναγνωρισιμότητα του τόπου και τη συνοχή του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010).
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Να προστεθεί, στην αρχή του άρθρου 19, μετά το πρώτο εδάφιο της περ. α), νέο εδάφιο ως εξής:
«Κατά τον χαρακτηρισμό, την οριοθέτηση, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των προστατευόμενων περιοχών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, και η αξία του τοπίου ως βιωμένης, αντιληπτής, ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένης χωρικής ολότητας, συμπεριλαμβανομένων της αισθητικής, συμβολικής, κοινωνικής και της ευρύτερης πολιτισμικής του σημασίας.»
1. Ορισμός «Περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας»
Η διατύπωση της παρ. α) εστιάζει αποκλειστικά στην παρουσία τύπων οικοτόπων και ειδών. Η επιλογή αυτή είναι νομικά κατανοητή ως προς τη λογική του Natura 2000, αλλά κανονιστικά ανεπαρκής για μια σύγχρονη προσέγγιση προστασίας, διότι αποσυνδέει το προστατευτέο αντικείμενο από τη μορφή και την εμπειρία του τόπου. Σε πολλά τοπία υψηλής οικολογικής αξίας, η βιοποικιλότητα είναι αδιαχώριστη από τη μακρά ιστορική διαμόρφωση του αγροτικού και ορεινού τοπίου. Αν το άρθρο παραμείνει μόνο στη γλώσσα των «τύπων οικοτόπων και ειδών», χάνει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον χαρακτήρα του τόπου ως σύνθεση φύσης, ιστορίας και κοινωνικής πρακτικής, όπως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010).
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης
Στην περ. α) της αρχής του άρθρου 19, μετά τις λέξεις:
«που χρήζουν προστασίας και διατήρησης»
να προστεθούν οι λέξεις:
«, καθώς και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοπίου που αποτυπώνουν τη χωρική συνοχή, τη φυσιογνωμία, την ιστορική εξέλιξη και τη σχέση φύσης και ανθρώπινης παρουσίας».
2. Ονοματοδοσία και συγκρότηση ευρύτερων περιοχών
Η πρόβλεψη ότι περισσότερες περιοχές μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας είναι θετική, αλλά η διατύπωση παραμένει διοικητική και φυσιοκεντρική. Δεν αναγνωρίζει ρητά ότι πολλές προστατευόμενες ενότητες συγκροτούνται ως ενιαία τοπιακά συστήματα, με κοινή μορφολογία, κοινή αναγνωρισιμότητα και ενιαία εμπειρία χώρου. Χωρίς αυτή τη ρητή πρόβλεψη, η ενοποίηση μπορεί να παραμείνει τεχνική και όχι ουσιαστική.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Στην περ. β), μετά τις λέξεις:
«βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους»
να προστεθούν οι λέξεις:
«ή/και βάσει της τοπιακής τους ενότητας, της κοινής φυσιογνωμίας τους και της ιστορικά διαμορφωμένης σχέσης μεταξύ φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων».
3. Κατηγορία «Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί»
Η συγκεκριμένη διατύπωση υιοθετεί μια στενά φυσιοκεντρική προσέγγιση, η οποία υποβαθμίζει το τοπίο σε «λειτουργικό τμήμα της φύσης» ή σε άθροισμα μεμονωμένων φυσικών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό, το τοπίο αποσυνδέεται από τον κατεξοχήν σχεσιακό και υβριδικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αντικείμενο τεχνικής ταξινόμησης και διαχείρισης. Η εκτενής απαρίθμηση φυσικών σχηματισμών ενισχύει αυτή την αποσπασματοποίηση, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την ολότητα, τη δομή και τη σημασία του τοπίου προς επιμέρους «σημεία» οικολογικής αξίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), το τοπίο ορίζεται ως «περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων» (άρθρ. 1α), δηλαδή ως προϊόν αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων, αλλά και ως πεδίο εμπειρίας, αντίληψης και αξιακής απόδοσης . Στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου απουσιάζει πλήρως αυτή η διάσταση, καθώς δεν αναγνωρίζονται ούτε οι κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες του τοπίου, ούτε ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση και αξιολόγησή του.
Παράλληλα, η έμφαση σε οικολογικά, γεωλογικά και γεωμορφολογικά κριτήρια συγκροτεί ένα περιορισμένο πλαίσιο αποτίμησης, που αγνοεί την αισθητική, συμβολική και την ευρύτερη πολιτισμική διάσταση του τοπίου, όπως αυτή αναδεικνύεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ως θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας, ποιότητας ζωής και της συλλογικής ευημερίας . Επιπλέον, η ένταξη των προστατευόμενων σχηματισμών σε ζώνες κλιμακούμενης προστασίας, αν και θεσμικά αναμενόμενη, δεν θεμελιώνεται σε μια ολοκληρωμένη τοπιακή προσέγγιση (π.χ. μέσω στόχων ποιότητας τοπίου ή συμμετοχικών διαδικασιών), αλλά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διοικητική λογική χωρικής ρύθμισης.
Συνολικά, η παράγραφος δεν συγκροτεί μια συνεκτική πολιτική τοπίου, αλλά αναπαράγει ένα τεχνοκρατικό σχήμα διαχείρισης φυσικών στοιχείων, στο οποίο το τοπίο αποδυναμώνεται ως εμπειρία, σχέση και φορέας νοήματος.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Η φράση:
«Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της…»
να αντικατασταθεί ως εξής:
«Ως προστατευόμενα τοπία χαρακτηρίζονται περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική, αισθητική, ιστορική, πολιτισμική, κοινωνική ή γεωμορφολογική αξία, των οποίων η φυσιογνωμία προκύπτει από τη διαχρονική αλληλεπίδραση φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και συγκροτεί αναγνωρίσιμη, βιωμένη και συμβολικά φορτισμένη χωρική ενότητα. Ως προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται μεμονωμένα στοιχεία ή δημιουργήματα της φύσης σημειακού ή περιοχικού χαρακτήρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική, γεωμορφολογική ή αισθητική αξία.»
4. Απουσία ρητής τοπιακής διάστασης στις ζώνες προστασίας
Το μεγαλύτερο δομικό πρόβλημα του άρθρου είναι ότι οι τέσσερις ζώνες προστασίας οργανώνονται αποκλειστικά γύρω από την ένταση της οικολογικής προστασίας. Δεν προβλέπεται ότι η οριοθέτηση, οι χρήσεις και τα μέτρα πρέπει να συναρτώνται και με τη διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της οπτικής ακεραιότητας, της εμπειρίας του τόπου και της πολιτισμικής συνέχειας. Έτσι, ακόμη και αν προστατεύεται τυπικά ένα οικοσύστημα, μπορεί να νομιμοποιούνται παρεμβάσεις που αλλοιώνουν δραστικά τον χαρακτήρα και τη βιωμένη εικόνα του χώρου.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Να προστεθεί, μετά τη φράση:
«μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω»
νέο εδάφιο ως εξής:
«Κατά τον καθορισμό των ζωνών αυτών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, η διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της οπτικής ακεραιότητας, των ιστορικών ιχνών και της βιωματικής ποιότητας του τόπου.»
5. Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης
Η ζώνη απόλυτης προστασίας ορίζεται μεν αυστηρά, αλλά η διατύπωση για τις επιτρεπόμενες χρήσεις παραπέμπει γενικά στις κατηγορίες του π.δ. 59/2018. Αυτό δημιουργεί μια υπερβολικά πολεοδομική και τυπολογική λογική ρύθμισης σε μια κατηγορία που θα έπρεπε να διέπεται από την αρχή της ελάχιστης δυνατής επέμβασης. Λείπει επίσης σαφής αναφορά στην αποφυγή αλλοίωσης της αισθητηριακής και τοπιακής ακεραιότητας.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Στο τέλος της περιγραφής της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης να προστεθεί εδάφιο:
«Στις ζώνες αυτές αποκλείονται επεμβάσεις ή χρήσεις που, έστω και αν δεν συνεπάγονται άμεση οικολογική βλάβη, αλλοιώνουν τη μορφή, τη σιωπή, την οπτική ακεραιότητα και τις βιωματικές ποιότητες του προστατευόμενου τοπίου.»
6. Ζώνη προστασίας της φύσης
Η υφιστάμενη διατύπωση αναφέρεται στην προστασία της «φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης» του περιβάλλοντος. Πρόκειται για σημαντική αλλά ελλιπή φόρμουλα, διότι η έννοια της ουσιώδους μεταβολής θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τη μεταβολή της τοπιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές όπου το τοπίο αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση του προστατευτέου αντικειμένου.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Στο εδάφιο:
«Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του.»
να προστεθούν, μετά τη λέξη «εξέλιξή του», οι λέξεις:
«, καθώς και την τοπιακή φυσιογνωμία, την αισθητική συνοχή και τη βιωμένη σχέση ανθρώπου και τόπου».
7. Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών
Η ζώνη αυτή οργανώνεται γύρω από την έννοια του «βαθμού διατήρησης» των προστατευτέων αντικειμένων. Ωστόσο, στις περισσότερες ελληνικές περιοχές Natura, η κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών συνδέεται συχνά με ιστορικές χρήσεις γης, αγροτικές πρακτικές, αναβαθμίδες, μονοπάτια, μωσαϊκά καλλιέργειας και ημιφυσικής βλάστησης. Αν η διαχείριση δεν αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, κινδυνεύει να αποσυνδέσει την προστασία της φύσης από το πολιτισμικό τοπίο που την έχει συνδιαμορφώσει.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ), μετά τις λέξεις:
«που αυτές φιλοξενούν»
να προστεθούν οι λέξεις:
«, καθώς και των τοπιακών δομών και ιστορικών χρήσεων γης που συνδέονται λειτουργικά με αυτά».
8. Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων
Εδώ υπάρχει η μόνη ρητή αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όμως η θέση της είναι περιοριστική και προβληματική. Δηλαδή, οι πολιτισμικές αξίες δεν αναγνωρίζονται ως στοιχείο του προστατευτέου χώρου συνολικά, αλλά μόνο ως κάτι που μπορεί να «συνυπάρχει» σε μια ηπιότερη ζώνη. Αυτό υποβαθμίζει το τοπίο σε δευτερεύον παράγοντα και το εξορίζει ουσιαστικά από τις αυστηρότερες κατηγορίες προστασίας. Η διατύπωση θα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι οι πολιτισμικές και τοπιακές αξίες διαπερνούν το σύνολο της προστατευόμενης περιοχής.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Η φράση:
«στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες»
να αντικατασταθεί ως εξής:
«στις οποίες το προστατευτέο αντικείμενο συνδέεται με τοπιακές, ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσιογνωμίας και της διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής».
9. Δυνατότητα πολεοδόμησης έως 20% σε όμορα τμήματα ζώνης βιώσιμης διαχείρισης
Η δυνατότητα καθορισμού οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση σε τμήματα ζωνών βιώσιμης διαχείρισης, ακόμη και υπό προϋποθέσεις, εισάγει μια έντονα αναπτυξιακή λογική μέσα σε προστατευόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι και βαθιά τοπιακό: η επέκταση σχεδίου πόλεως ή οικισμού μπορεί να αλλοιώσει μη αναστρέψιμα τα όρια οικισμού-υπαίθρου, την κλίμακα του χώρου, τη μορφολογική συνέχεια, τη θέαση, την αναγνωρισιμότητα και τη συνολική φυσιογνωμία της προστατευόμενης περιοχής. Το κριτήριο του 20% είναι υπερβολικά αδρό και ποσοτικό· δεν αποτιμά το ποιόν και τη θέση της επέμβασης μέσα στο τοπίο.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Η υποπερ. δδ) να αντικατασταθεί ως εξής:
«δδ) η έκταση προς πολεοδόμηση τεκμηριώνεται ως απολύτως αναγκαία, περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο μέτρο και δεν επιτρέπεται να επιφέρει ουσιώδη αλλοίωση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της θέασης, της αναγνωρισιμότητας και της σχέσης οικισμού και υπαίθρου της οικείας προστατευόμενης περιοχής. Η σχετική τεκμηρίωση περιλαμβάνει υποχρεωτικώς ειδική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων.»
Και να διαγραφεί η φράση:
«η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης».
10. Ειδικά καθεστώτα και απεικόνιση σε σχέδια χρήσεων γης
Η πρόβλεψη ότι στις ζώνες μπορεί να περιλαμβάνονται περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα είναι ορθή, αλλά η διατύπωση παραμένει απλή καταγραφή επικάλυψης καθεστώτων. Δεν προβλέπει υποχρέωση ενοποιημένης ανάγνωσης του χώρου. Έτσι, αρχαιολογικός χώρος, δάσος, βιότοπος και προστατευόμενο τοπίο μπορεί να εμφανίζονται ως παράλληλα επίπεδα χωρίς ουσιαστική σύνθεση.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Μετά τη φράση:
«και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης»
να προστεθεί:
«, με τρόπο που να αποτυπώνει και να αξιολογεί τη μεταξύ τους λειτουργική, ιστορική και τοπιακή συνάφεια, ώστε η ρύθμιση των χρήσεων να διασφαλίζει ενιαία προστασία του χαρακτήρα του τόπου.»
11. Επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο σύνολο των ζωνών
Η οριζόντια πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες επιτρέπονται δραστηριότητες όπως πεζοπορία, ορειβασία, αναρρίχηση, ιππασία, σπηλαιοπεριήγηση κ.λπ. είναι υπερβολικά γενική. Παρουσιάζει τις δραστηριότητες αυτές ως κατ’ αρχήν ουδέτερες, ενώ στην πράξη η έντασή τους, η χωρική συγκέντρωση, οι συνοδευτικές υποδομές και η εποχική πίεση μπορεί να επιφέρουν σοβαρή τοπιακή και οικολογική υποβάθμιση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν επιτρέπονται, αλλά πού, πώς, σε ποια κλίμακα και με ποια φέρουσα ικανότητα.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Στην περ. ε), μετά την απαρίθμηση των δραστηριοτήτων, να προστεθεί εδάφιο:
«Οι δραστηριότητες αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον ασκούνται κατά τρόπο συμβατό με τη φέρουσα ικανότητα, την οικολογική ακεραιότητα, την τοπιακή συνοχή και τη βιωματική ποιότητα της οικείας περιοχής, χωρίς την εγκατάσταση ή πρόκληση συνοδευτικών υποδομών ή παρεμβάσεων που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τόπου.»
12. Κριτήριο «ακεραιότητας της περιοχής»
Στο τέλος του άρθρου, η δυνατότητα προσωρινών ή μόνιμων περιορισμών συνδέεται με την «ακεραιότητα της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες». Η διατύπωση αυτή είναι πολύ στενή. Η ακεραιότητα μιας προστατευόμενης περιοχής δεν είναι μόνο οικολογική αλλά και τοπιακή, ιδίως όταν μιλάμε για τόπους με ισχυρή μορφολογική, ιστορική και πολιτισμική ενότητα.
Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης:
Η φράση:
«για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες»
να αντικατασταθεί ως εξής:
«για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες, τη τοπιακή συνοχή, τη φυσιογνωμία και τη συνολική ποιότητα του προστατευόμενου χώρου».
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ:
Το βασικό πρόβλημα του άρθρου 98 είναι ότι, ενώ φαίνεται να οργανώνει με πληρότητα τις κατηγορίες προστασίας, στην πραγματικότητα δεν ενσωματώνει ουσιαστικά το τοπίο ως αυτοτελή άξονα περιβαλλοντικής προστασίας και χωρικής ρύθμισης. Το τοπίο εμφανίζεται αποσπασματικά, κυρίως ως ειδική κατηγορία ή ως δευτερεύουσα αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όχι όμως ως διαπεραστική αρχή που πρέπει να κατευθύνει τον χαρακτηρισμό, τη ζωνοποίηση, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και την ερμηνεία της ακεραιότητας. Έτσι, το άρθρο παραμένει εγκλωβισμένο σε μια διοικητική και βιοφυσική λογική, χωρίς να συλλαμβάνει τις προστατευόμενες περιοχές ως βιωμένους, ιστορικά παραγόμενους και πολιτισμικά νοηματοδοτημένους τόπους.
Αν, όμως, υιοθετηθούν οι προτεινόμενες αλλαγές (υπάρχουν σχετικά σχόλια σε όλο το σχέδιο νόμου), αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της καλής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο στην Ελλάδα. Μια τέτοια κατεύθυνση είχε, έστω μερικώς, επιχειρηθεί με την εισαγωγή των Ενοτήτων Τοπίου στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της περιόδου 2014–2016, χωρίς όμως να ακολουθηθεί στη συνέχεια από άλλη αξιόλογη, συστηματική ή επιχειρησιακή δράση. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα αναθεώρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανενεργοποίησης της τοπιακής διάστασης της περιβαλλοντικής πολιτικής και του χωρικού σχεδιασμού, όχι περιθωριακά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της προστασίας και διαχείρισης των περιοχών Natura 2000.
Δρ. Ευάγγελος Παυλής
Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης
Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Υπεύθυνος για θέματα Εκπαίδευσης
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων & Χωροτακτών εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένας διπλός κίνδυνος για τη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου. Αφενός ανοίγει ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Αφετέρου, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
1. Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
2. Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
3. Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
4. Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός διπλός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων & Χωροτακτών εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένας διπλός κίνδυνος για τη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου. Αφενός ανοίγει ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Αφετέρου, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
1. Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
2. Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
3. Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
4. Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός διπλός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων & Χωροτακτών εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένας διπλός κίνδυνος για τη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου. Αφενός ανοίγει ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Αφετέρου, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
1. Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
2. Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
3. Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
4. Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός διπλός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.
Άρθρο 98 – Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986
Η πολεοδόμηση εντός περιοχών NATURA 2000 είναι εντελώς προβληματική. Οι δε προϋποθέσεις που αναγράφονται είναι ελάχιστες, για παράδειγμα, το 20% της συνολικής έκτασης της ζώνης σε πολλές περιοχές είναι τεράστιο! Ακόμη όμως και με περισσότερες προϋποθέσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η επιπλέον καταπάτηση των προστατευόμενων περιοχών όταν η προστασία τους είναι ήδη μηδαμινή.
– Να καταργηθεί το συγκεκριμένο άρθρο