• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΕΣΠΩΝ' | 10 Απριλίου 2026, 18:16

    Η γενική τοποθέτηση της Εταιρίας Προστασίας Πρεσπών επί του άρθρου 98 του νομοσχεδίου έχει υποβληθεί σε συνεργασία με άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις. Όσον αφορά την παράγραφο 7 θα θέλαμε να σχολιάσουμε επιπροσθέτως τα εξής: Η προσέγγιση του ορισμού οριζόντια επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων σε όλες τις ζώνες των προστατευόμενων περιοχών είναι χρήσιμη όσον αφορά τα σημεία α) και β). Μια τέτοια πρόβλεψη έλειπε και δημιουργούσε προβλήματα, καθυστερήσεις και δυσκολίες, αφού σειρά δράσεων και έργων διαχείρισης και προστασίας υπήρχε αμφιβολία αν είναι επιτρεπτές και γινόταν προσπάθεια να υπαχθούν σε άλλες κατηγορίες επιτρεπόμενων χρήσεων ή και να ζητηθεί γι’ αυτές «εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» σαν να επρόκειτο για οποιαδήποτε οχλούσα δραστηριότητα με σκοπό άλλον από την προστασία και τη διαχείριση των προστατευτέων αντικειμένων. Πέραν αυτού όμως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η «ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης» έχει συστηματικά μια μεγάλη διαφορά με τις υπόλοιπες, καθώς αυτή η ζώνη είναι συνήθως περιορισμένης έκτασης και προορίζεται να λειτουργεί ως οικολογικό καταφύγιο μηδενικής όχλησης. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό για όλα τα υπόλοιπα σημεία γ), δ) και ε) της παραγράφου 7, και ιδίως για το τελευταίο. Συγκεκριμένα, κατά το σύστημα του ν. 4685/2020, οι Ζώνες Απόλυτης Προστασίας της Φύσης είναι η αυστηρότερη κατηγορία ζώνης με κύριο σκοπό τη διατήρηση των οικοσυστημάτων σε κατάσταση αδιατάρακτης εξέλιξης (οικότοποι, είδη, φυσικές διεργασίες) και τον αποκλεισμό ανθρωπογενών πιέσεων. Στις ζώνες αυτές επιτρέπονται μόνο δραστηριότητες που είναι απολύτως αναγκαίες για την προστασία ή επιστημονική έρευνα, και δεν επιφέρουν καμία ουσιώδη μεταβολή στα προστατευτέα αντικείμενα. Αντιθέτως, δραστηριότητες γενικής αναψυχής, ακόμα και οι πιο ήπιες όπως η ελεύθερη περιήγηση ή η κολύμβηση, δεν εντάσσονται καταρχήν στις επιτρεπτές χρήσεις, καθόσον συνεπάγονται ανθρώπινη παρουσία μη αναγκαία, δύνανται να προκαλέσουν σωρευτικές επιπτώσεις (όχληση πανίδας, καταστροφή βλάστησης, ρύπανση). Περιττό να αναφερθούμε στις άλλες δραστηριότητες που απαριθμούνται στο σημείο ε), οι οποίες είναι καταφανώς οχλούσες σε τέτοιες περιοχές, όπως η αναρρίχηση, η ιππασία, η περιήγηση σε σπήλαια, ή η κατάβαση ποταμού. Επομένως, σύμφωνα με την ισχύουσα – διαχρονικά - ελληνική νομοθεσία, σε τέτοιες περιοχές ο κανόνας που επιβάλλεται να ακολουθείται είναι ότι απαγορεύεται η γενική ελεύθερη πρόσβαση του κοινού και οι έστω και ήπιες δραστηριότητες αναψυχής, ακόμα και η απλή περιήγηση και κολύμβηση, αφού τέτοιες δραστηριότητες ενέχουν τον κίνδυνο να προκαλέσουν όχληση σε είδη και καταπάτηση σε ευαίσθητους τύπους οικοτόπων, εισάγουν σωρευτικές πιέσεις καθώς εφαρμόζονται επαναλαμβανόμενα, και τελικά αντιστρατεύονται τον κανονιστικό πυρήνα αυτών των περιοχών, μετατοπίζοντας τη λειτουργία τους από πεδία διατήρησης της φύσης σε χώρους ήπιας χρήσης. Και στο παρόν νομοσχέδιο διατηρείται αυτός ο χαρακτήρας στον ορισμό της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης (βλ. παρα. 4 α) «εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, … η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία»). Αυτή η διαφορά από τις υπόλοιπες ζώνες – από-κλιμακούμενης - προστασίας αναγνωρίζεται εκτός από το εθνικό μας δίκαιο και στη διεθνή βέλτιστη πρακτική, ιδίως όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις οδηγίες της IUCN. Ειδικότερα, οι περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης κατά το εθνικό δίκαιο αντιστοιχούν στη λογική των πιο αυστηρών κατηγοριών της IUCN, ιδίως της Κατηγορίας Ia (Strict Nature Reserve). Οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές είναι πολύ σαφείς (IUCN, Guidelines for Applying Protected Area Management Categories, 2008): Οι περιοχές αυτές είναι «αυστηρά προστατευόμενες», με ανθρώπινη παρουσία και χρήση αυστηρά περιορισμένες. Η ανθρώπινη δραστηριότητα επιτρέπεται κυρίως για επιστημονική έρευνα, παρακολούθηση περιβάλλοντος και (ενίοτε) εκπαίδευση. Η επισκεψιμότητα πρέπει να διατηρείται πολύ χαμηλή έως μηδενική. Και στη διεθνή πρακτική συνήθως σε τέτοιες περιοχές (strict reserves) δεν επιτρέπεται καθόλου η πρόσβαση στο κοινό. Η νομολογία του ΣτΕ και το ενωσιακό δίκαιο υιοθετούν την ίδια αυστηρή λογική. Ειδικότερα το ΣτΕ κρίνει ότι ακόμη και «ήπιες» δραστηριότητες μπορεί να είναι ασύμβατες αν επηρεάζουν οικοσυστήματα ή είδη και πρέπει να απαγορεύονται αν δεν έχει αποδειχθεί μηδενική επίπτωση. Επομένως οι οριζόντια επιτρεπόμενες δραστηριότητες αναψυχής του γενικού κοινού δεν συνάδουν καταρχήν με την έννοια των περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης. Τέλος, αν η προτεινόμενη διάταξη αποσκοπεί στο να διευκολύνει την ένταξη μεγαλύτερων εκτάσεων στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό δεν μπορεί/ πρέπει να γίνει αλλοιώνοντας τον κανονιστικό χαρακτήρα των ζωνών. Κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε ξανά προ ολίγων ετών από το Υπουργείο, με την πρόταση να περιληφθούν στις εν δυνάμει επιτρεπόμενες χρήσεις στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης η βόσκηση και άλλες δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα. Και τότε πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαμε αντιδράσει εξηγώντας ότι εάν μια περιοχή χρειάζεται να βοσκηθεί για να διατηρηθεί, επειδή έχει για παράδειγμα σημαντικούς λιβαδικούς τύπους οικοτόπων, τότε δεν θα πρέπει να χαρακτηριστεί ΖΑΠΦ αλλά ΖΠΦ. Εκείνη η πρόταση μεταρρύθμισης του νόμου είχε ως γνωστόν τελικά εγκαταλειφθεί. Είναι με άλλα λόγια προτιμότερο, κατά τη γνώμη μας, να θεσμοθετούνται οι προσήκουσες ζώνες προστασίας με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια και σαφή όρια και περιορισμούς, που να νομιμοποιούνται στη συνείδηση της τοπικής κοινωνίας και να έχουν την προοπτική να γίνουν σεβαστές στην πράξη, παρά να «ξεχειλώνουν» οι έννοιες και να σχετικοποιούνται οι περιορισμοί, τακτική που οδηγεί σε μια ατελέσφορη θεσμοθέτηση.