• Σχόλιο του χρήστη 'Γιώργος Βαβίζος' | 12 Απριλίου 2026, 20:46

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΒΙΖΟΣ Βιολόγος - Μελετητής Περιβαλλοντικών Μελετών Το υπό εξέταση νομοσχέδιο, όπως κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων έκδοσης των προβλεπόμενων περιβαλλοντικών αδειών για έργα ΑΠΕ, προκαλεί αναίτιες αντιδράσεις ομάδων πολιτών. Οι ομάδες αυτές για να προωθήσουν τις φιλοσοφικές και θεολογικές τους αντιλήψεις, τις πολιτικές τους επιδιώξεις, τα συντεχνιακά και άλλα συμφέροντά τους (ανάληψη μελετών και ερευνών, «προγραμμάτων» κ.ά.), συνήθως διατυπώνουν τις πλέον ανυπόστατες και ανεδαφικές απαιτήσεις όπως: * Περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου NATURA χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών. Επίσης εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ) και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών. * Απαιτείται να εξαιρεθεί από την εγκατάσταση ΑΠΕ το 60% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας, όπως απεικονίζεται σε χωροταξικό χάρτη που έχει συντάξει το εργαστήριο BCL του πανεπιστημίου Ιωαννίνων. * Oι αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας. Πρόκειται πρόδηλα για ανυπόστατες απόψεις, οι οποίες υιοθετούν αβελτηρίες για το περιβάλλον ανάλογες με αυτές για «καθαρούς ουρανούς» από τους «ψεκασμούς», προβάλλουν συντεχνιακά αιτήματα, τα οποία εμφανίζουν ως συμβολή στην ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, ανακαλύπτουν την ύπαρξη στη χώρα μας «άγριων παρθένων περιοχών», «απάτητων βουνών», «ανέγγιχτων παραλιών» κ.ά. Οι υποστηριχτές των απόψεων αυτών αρνούνται τις παρεμβάσεις στα αίτια που γεννούν και διαμορφώνουν τον τρόπο παραγωγής και καθορίζουν τον ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων στη διαμόρφωση των παραγωγικών σχέσεων και την εξέλιξη της κοινωνίας. Επιδιώκουν τον προσεταιρισμό πολιτών και την εξασφάλιση της συναίνεσής τους για τη διεκδίκηση συμφερόντων τοπικών, συντεχνιακών ή μειονοτικών ομάδων, θεωρώντας ότι η συναίνεση αυτή κατισχύει του δημοκρατικού προγραμματισμού και του σχεδιασμού της οικονομίας. Δεν προσδιορίζουν όμως ποιο θεωρούν ως το κατάλληλο θεσμικό «αποθετήριο» υποβολής των αιτημάτων τους ούτε τους μηχανισμούς υποβολής, εξασφάλισης της συναίνεσης και επιβολής της. Διαβουλεύονται μεταξύ τους και αποκλείουν από τις διαδικασίες διαβούλευσης τους θεσμούς εξασφάλισης της κοινωνικής συνοχής (εργατικά και εργοδοτικά συνδικάτα, επιμελητήρια κ.λπ.). Απαιτούν η άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής να μην εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πλειονότητας των πολιτών, τα οποία εκφράζει η εκάστοτε πλειοψηφία αλλά τις απόψεις τους. Δεν αποδέχονται ούτε τις ιδεολογικές θεωρήσεις για την οικονομική ελευθερία με κοινωνική ευθύνη, την ενθάρρυνση των ιδιωτικών και των δημοσίων επενδύσεων και την επιχειρηματικότητα σε όλους τους οικονομικούς τομείς. Υπερασπίζονται την ύπαρξη «φυσικής τάξης» των πραγμάτων» για να «αποκαταστήσουν την ισορροπία της φύσης». Οι πρακτικές τους αρνούνται τη διάκριση των εξουσιών και από τα κείμενά τους προκύπτει ότι θα προτιμούσαν η διακυβέρνηση του κράτους να γίνεται από δικαστές που αποδέχονται τις θεωρήσεις τους. Προβλήματα για τις ΑΠΕ προκύπτουν επίσης και από τις μεθοδεύσεις κάποιων υπηρεσιών, στελέχη των οποίων θεωρούν ότι το υπηρεσιακό τους αντικείμενο περιορίζεται επιλεκτικά στην προστασία του περιβάλλοντος και ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές τους η εξασφάλιση της συνταγματικής επιταγής για την ταυτόχρονη διασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Τα προβλήματα αυτά συνήθως προκύπτουν από απαιτήσεις οι οποίες αναίτια αυξάνουν τον χρόνο εκπόνησης και το κόστος των σχετικών μελετών και ενίοτε από ατεκμηρίωτες αρνητικές εισηγήσεις για την έγκρισή τους. Οι μεθοδεύσεις τους συνήθως ερείδονται στην επίκληση αμφίσημων και ασαφών νομικών εννοιών, οι οποίες επιτρέπουν αμφισβητήσεις -χωρίς ποσοτική τεκμηρίωση- της καταλληλότητας της χωροθέτησης και της πληρότητας του τεχνικού σχεδιασμού των έργων, της μεθοδολογίας εκπόνησης των περιβαλλοντικών μελετών δηλαδή των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και των Μελετών Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΜΕΟΑ) και ενίοτε της επιστημονικής επάρκειας των μελετητών που τις συνέταξαν. Οι αμφίσημοί και οι ασαφείς ορισμοί στην περιβαλλοντική νομοθεσία φαίνεται ότι υιοθετήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετούν ιδεοληψίες και ιδιοτέλειες για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό τους από «εμπειρογνώμονες». Ειδικότερες παρατηρήσεις για το υπό εξέταση νομοσχέδιο εστιάζονται στο άρθρο 98 και είναι οι ακόλουθες: Το άρθρο αυτό υιοθετεί ασαφείς έννοιες όπως: «1.α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης» … Στις περιοχές αυτές «Προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του». Αναπαράγει επίσης αμφίσημους όρους όπως: «φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές», «καταγεγραμμένη παρουσίας ειδών», «ουσιώδης μεταβολή προς το χειρότερο της φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης του περιβάλλοντος». Για το περιεχόμενο των ως άνω όρων επισημαίνονται τα εξής: Η έννοια της βιοποικιλότητας περιγράφεται στους νόμους 2204/1994 και 3937/2011 ως: «Η ποικιλία των ζώντων οργανισμών πάσης προελεύσεως, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των χερσαίων, θαλασσίων και άλλων υδατικών οικοσυστημάτων και οικολογικών συμπλεγμάτων των οποίων αποτελούν μέρος. Επίσης, περιλαμβάνεται η ποικιλότητα εντός των ειδών, μεταξύ ειδών και οικοσυστημάτων». Στη βιολογική ποικιλότητα, σύμφωνα με τον ν. 2204/1994 «Κύρωση Σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα (Α΄59)» και τον ν. 3937/2011 (Α΄31) αναφέρεται ότι περιλαμβάνεται και «η ποικιλότητα των γονιδίων μέσα και μεταξύ των ειδών». Από τους παραπάνω ορισμούς το μέγεθος της βιοποικιλότητας προσδιορίζεται ως το γινόμενο του συνολικού αριθμού των έμβιων (πλούτος) της υπό εξέταση χωρικής ενότητας (από τα prion και τα βακτήρια μέχρι τις φυλετικές ομάδες των θηλαστικών) επί τον αριθμό των ατόμων τους (αφθονία) αλλά και επί τον αριθμό των γονιδίων τους. Η τιμή που προκύπτει (η βιοποικιλότητα) είναι υπέρμετρα μεγάλη και δεν επιτρέπει την εξαγωγή πορισμάτων με μαθηματικές ή στατιστικές επεξεργασίες με αντικείμενο τον προσδιορισμό των σχέσεων των βιοτικών συντελεστών του μεταξύ τους και με τους μη βιοτικούς συντελεστές του χώρου. Στο υπό εξέταση νομοσχέδιο δεν προσδιορίζονται τα κριτήρια χαρακτηρισμού των εξ ολοκλήρου φυσικών ή ημιφυσικών περιοχών. Στη δόκιμη βιβλιογραφία ο χαρακτηρισμός αυτός προσδιορίζει εκτάσεις στις οποίες τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, ο αριθμός των ειδών και τα πληθυσμιακά μεγέθη των φυτών και των ζώων τους (η βλάστηση και η πανίδα τους) διατηρούνται αποκλειστικά από τους φυσικούς πόρους. Στις περιοχές σε καθεστώς προστασίας της βιοποικιλότητας ο ν. 3937/2011 και η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ προβλέπουν ως κριτήρια προσδιορισμού της κατάστασης του περιβάλλοντος την ύπαρξη των συνθηκών από τις οποίες απορρέει η απόδοση του χαρακτηρισμού «Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης» στους τύπους των φυσικών οικότοπων και στα είδη των φυτών και των ζώων (συμπεριλαμβανομένων και των πτηνών) που φιλοξενούν, καθώς και η τεκμηρίωση διατήρησης μακροχρόνια του χαρακτηρισμού αυτού. Προβλέψεις της εξέλιξης, της μελλοντικής διαμόρφωσης της κατάστασης και της σύνθεσης του περιβάλλοντος είναι αδύνατες με τα μεθόδους των βιολογικών επιστημών λόγω της έλλειψης νομοτέλειας. Οι προβλέψεις αυτές δεν είναι εφικτές ούτε με μεθόδους της στατιστικής επιστήμης (στοχαστικοί υπολογισμοί), επειδή ο συνδυασμός του τεράστιου αριθμού των συντελεστών του περιβάλλοντος καθιστά άπειρες τις πιθανές ισοδύναμες μεταξύ τους διαμορφώσεις (άπειρες ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις). Η δόκιμη βιβλιογραφία δεν επιτρέπει ούτε προσδιορισμούς διατήρησης στο διηνεκές των τιμών των μεταβλητών του περιβάλλοντος, σε προκαθορισμένα από τη νομοθεσία επίπεδα. Η αδυναμία προσδιορισμού τάσεων εξέλιξης ακόμα και βραχυχρόνια, καθώς και επιθυμητών καταστάσεων καθιστά ανέφικτη την ικανοποίηση των σχετικών απαιτήσεων του υπό εξέταση νομοσχεδίου. Διαφορετικά θα πρέπει να θεσπιστούν τα πληθυσμιακά δεδομένα, η διάρκεια και η μέθοδος προβολής τους στους τύπους φυσικών οικότοπων των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης (ΕΖΔ) και των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), οι ρυθμιστικοί και οι περιοριστικοί παράγοντες, ο ελάχιστος και ο μέγιστος αποτελεσματικός πληθυσμός τους κ.ά. Η εθνική και η ευρωπαϊκή νομοθεσία θεωρούν αυθαίρετη και καταχρηστική την επίκληση κινδύνων για το περιβάλλον όταν δεν τεκμηριώνονται ο μηχανισμός παραγωγής επιπτώσεων, τα μεγέθη των παραγόντων που τις προκαλούν και υπολογιστικά οι συγκεντρώσεις τους που δημιουργούνται από τη διάδοσή τους. Η διατύπωση αυτή υποχρεώνει η έννοια «προστασία του περιβάλλοντος» και για τα έργα ΑΠΕ να περιγράφει την απαίτηση αποτροπής μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης, όπως προβλέπει ο ν. 1650/1986, σε βαθμό που καθιστά το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές από την πολιτεία χρήσεις του, οι οποίες αναφέρονται ως «χρήσεις γης» και περιγράφονται αναλυτικά στην πολεοδομική νομοθεσία (Π. Δ/γμα 59/2018, ν. 5069/2023). Επιπλέον η προστασία της βιοποικιλότητας απαιτείται να προσδιορίζεται σαφώς ότι αφορά αποκλειστικά σε εκτάσεις τύπων φυσικών οικότοπων, στις οποίες σε ενεστώτα χρόνο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την απόδοση σε αυτές και στα είδη φυτών και ζώων που φιλοξενούν του χαρακτηρισμού «Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης». Οι εκτάσεις αυτές στη χέρσο – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων - πρέπει να πληρούν και τις προϋποθέσεις της δασικής νομοθεσίας, από τις οποίες απορρέει ο τελεσίδικος χαρακτηρισμός τους ως δάση και δασικές εκτάσεις. Από το καθεστώς αυτό αυτοδίκαια πρέπει να εξαιρούνται οι εκτάσεις στις οποίες έχουν νόμιμα θεσπιστεί άλλες χρήσεις καθώς και σε όσες οι χαρακτηρισμοί αυτοί καταργούνται με δικαστικές αποφάσεις ή με νόμιμες πράξεις της διοίκησης. Στις εκτάσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας του περιβάλλοντος η νομοθεσία μας προβλέπει ότι μπορούν να επιβληθούν όροι και περιορισμοί στις χρήσεις γης εφόσον σε αυτές δεν έχουν επιβληθεί ή τα χαρακτηριστικά τους δεν συνεπάγονται την εφαρμογή διαφορετικών ρυθμίσεων (π.χ. αναδασμοί, γεωργική γη «υψηλής παραγωγικότητας», τεχνικές υποδομές, λατομικές περιοχές κ.λπ.). Είθε τα όσα προαναφέρθηκαν να συμβάλλουν στη απαλλαγή των διαδικασιών της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των ΑΠΕ από την αρνητική επίδραση των επιλεκτικών εφαρμογών κανόνων δικαίου και ανυπόστατων ερμηνειών επιστημονικών απόψεων. Αθήνα, 10 Απριλίου 2026.