Αρχική Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας...ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΔΙΚΤΥΟΥ NATURA 2000 – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 1650/1986 (άρθρο 98)Σχόλιο του χρήστη ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΗΣ | 14 Απριλίου 2026, 05:21




Άρθρο 98 Το άρθρο 98 κινείται σε μια κατεύθυνση συστηματοποίησης των κατηγοριών προστασίας και των επιτρεπόμενων χρήσεων, όμως παραμένει ισχυρά εγκλωβισμένο σε μια στενά βιοφυσική και «λειτουργιστική» αντίληψη του προστατευόμενου χώρου. Παρότι γίνεται μνεία σε «πολιτισμικές αξίες» μόνο στη ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, το τοπίο δεν ενσωματώνεται ως διακριτή παράμετρος προστασίας, αξιολόγησης και ρύθμισης σε όλο το εύρος του άρθρου. Έτσι, το κανονιστικό σχήμα υποβαθμίζει τη συμβολική, αισθητηριακή, ιστορική και βιωματική διάσταση των προστατευόμενων περιοχών και αντιμετωπίζει τον χώρο κυρίως ως φορέα οικοτόπων, ειδών και χρήσεων. Αυτό είναι κρίσιμο έλλειμμα, διότι σε πολλές περιοχές Natura το προστατευτέο διακύβευμα δεν εξαντλείται στην οικολογική ακεραιότητα, αλλά αφορά και τη φυσιογνωμία, τη σχέση ανθρώπου–χώρου, την ιστορικότητα των χρήσεων, την αναγνωρισιμότητα του τόπου και τη συνοχή του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί, στην αρχή του άρθρου 19, μετά το πρώτο εδάφιο της περ. α), νέο εδάφιο ως εξής: «Κατά τον χαρακτηρισμό, την οριοθέτηση, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των προστατευόμενων περιοχών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, και η αξία του τοπίου ως βιωμένης, αντιληπτής, ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένης χωρικής ολότητας, συμπεριλαμβανομένων της αισθητικής, συμβολικής, κοινωνικής και της ευρύτερης πολιτισμικής του σημασίας.» 1. Ορισμός «Περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας» Η διατύπωση της παρ. α) εστιάζει αποκλειστικά στην παρουσία τύπων οικοτόπων και ειδών. Η επιλογή αυτή είναι νομικά κατανοητή ως προς τη λογική του Natura 2000, αλλά κανονιστικά ανεπαρκής για μια σύγχρονη προσέγγιση προστασίας, διότι αποσυνδέει το προστατευτέο αντικείμενο από τη μορφή και την εμπειρία του τόπου. Σε πολλά τοπία υψηλής οικολογικής αξίας, η βιοποικιλότητα είναι αδιαχώριστη από τη μακρά ιστορική διαμόρφωση του αγροτικού και ορεινού τοπίου. Αν το άρθρο παραμείνει μόνο στη γλώσσα των «τύπων οικοτόπων και ειδών», χάνει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον χαρακτήρα του τόπου ως σύνθεση φύσης, ιστορίας και κοινωνικής πρακτικής, όπως προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010). Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης Στην περ. α) της αρχής του άρθρου 19, μετά τις λέξεις: «που χρήζουν προστασίας και διατήρησης» να προστεθούν οι λέξεις: «, καθώς και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοπίου που αποτυπώνουν τη χωρική συνοχή, τη φυσιογνωμία, την ιστορική εξέλιξη και τη σχέση φύσης και ανθρώπινης παρουσίας». 2. Ονοματοδοσία και συγκρότηση ευρύτερων περιοχών Η πρόβλεψη ότι περισσότερες περιοχές μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας είναι θετική, αλλά η διατύπωση παραμένει διοικητική και φυσιοκεντρική. Δεν αναγνωρίζει ρητά ότι πολλές προστατευόμενες ενότητες συγκροτούνται ως ενιαία τοπιακά συστήματα, με κοινή μορφολογία, κοινή αναγνωρισιμότητα και ενιαία εμπειρία χώρου. Χωρίς αυτή τη ρητή πρόβλεψη, η ενοποίηση μπορεί να παραμείνει τεχνική και όχι ουσιαστική. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στην περ. β), μετά τις λέξεις: «βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους» να προστεθούν οι λέξεις: «ή/και βάσει της τοπιακής τους ενότητας, της κοινής φυσιογνωμίας τους και της ιστορικά διαμορφωμένης σχέσης μεταξύ φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων». 3. Κατηγορία «Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί» Η συγκεκριμένη διατύπωση υιοθετεί μια στενά φυσιοκεντρική προσέγγιση, η οποία υποβαθμίζει το τοπίο σε «λειτουργικό τμήμα της φύσης» ή σε άθροισμα μεμονωμένων φυσικών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό, το τοπίο αποσυνδέεται από τον κατεξοχήν σχεσιακό και υβριδικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αντικείμενο τεχνικής ταξινόμησης και διαχείρισης. Η εκτενής απαρίθμηση φυσικών σχηματισμών ενισχύει αυτή την αποσπασματοποίηση, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την ολότητα, τη δομή και τη σημασία του τοπίου προς επιμέρους «σημεία» οικολογικής αξίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), το τοπίο ορίζεται ως «περιοχή, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον λαό, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών ή/και ανθρώπινων παραγόντων» (άρθρ. 1α), δηλαδή ως προϊόν αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων, αλλά και ως πεδίο εμπειρίας, αντίληψης και αξιακής απόδοσης . Στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου απουσιάζει πλήρως αυτή η διάσταση, καθώς δεν αναγνωρίζονται ούτε οι κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες του τοπίου, ούτε ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση και αξιολόγησή του. Παράλληλα, η έμφαση σε οικολογικά, γεωλογικά και γεωμορφολογικά κριτήρια συγκροτεί ένα περιορισμένο πλαίσιο αποτίμησης, που αγνοεί την αισθητική, συμβολική και την ευρύτερη πολιτισμική διάσταση του τοπίου, όπως αυτή αναδεικνύεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο ως θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας, ποιότητας ζωής και της συλλογικής ευημερίας . Επιπλέον, η ένταξη των προστατευόμενων σχηματισμών σε ζώνες κλιμακούμενης προστασίας, αν και θεσμικά αναμενόμενη, δεν θεμελιώνεται σε μια ολοκληρωμένη τοπιακή προσέγγιση (π.χ. μέσω στόχων ποιότητας τοπίου ή συμμετοχικών διαδικασιών), αλλά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διοικητική λογική χωρικής ρύθμισης. Συνολικά, η παράγραφος δεν συγκροτεί μια συνεκτική πολιτική τοπίου, αλλά αναπαράγει ένα τεχνοκρατικό σχήμα διαχείρισης φυσικών στοιχείων, στο οποίο το τοπίο αποδυναμώνεται ως εμπειρία, σχέση και φορέας νοήματος. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Η φράση: «Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της…» να αντικατασταθεί ως εξής: «Ως προστατευόμενα τοπία χαρακτηρίζονται περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική, αισθητική, ιστορική, πολιτισμική, κοινωνική ή γεωμορφολογική αξία, των οποίων η φυσιογνωμία προκύπτει από τη διαχρονική αλληλεπίδραση φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και συγκροτεί αναγνωρίσιμη, βιωμένη και συμβολικά φορτισμένη χωρική ενότητα. Ως προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται μεμονωμένα στοιχεία ή δημιουργήματα της φύσης σημειακού ή περιοχικού χαρακτήρα, τα οποία έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική, γεωμορφολογική ή αισθητική αξία.» 4. Απουσία ρητής τοπιακής διάστασης στις ζώνες προστασίας Το μεγαλύτερο δομικό πρόβλημα του άρθρου είναι ότι οι τέσσερις ζώνες προστασίας οργανώνονται αποκλειστικά γύρω από την ένταση της οικολογικής προστασίας. Δεν προβλέπεται ότι η οριοθέτηση, οι χρήσεις και τα μέτρα πρέπει να συναρτώνται και με τη διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της οπτικής ακεραιότητας, της εμπειρίας του τόπου και της πολιτισμικής συνέχειας. Έτσι, ακόμη και αν προστατεύεται τυπικά ένα οικοσύστημα, μπορεί να νομιμοποιούνται παρεμβάσεις που αλλοιώνουν δραστικά τον χαρακτήρα και τη βιωμένη εικόνα του χώρου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Να προστεθεί, μετά τη φράση: «μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω» νέο εδάφιο ως εξής: «Κατά τον καθορισμό των ζωνών αυτών λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, πέραν των οικολογικών κριτηρίων, η διατήρηση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της οπτικής ακεραιότητας, των ιστορικών ιχνών και της βιωματικής ποιότητας του τόπου.» 5. Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης Η ζώνη απόλυτης προστασίας ορίζεται μεν αυστηρά, αλλά η διατύπωση για τις επιτρεπόμενες χρήσεις παραπέμπει γενικά στις κατηγορίες του π.δ. 59/2018. Αυτό δημιουργεί μια υπερβολικά πολεοδομική και τυπολογική λογική ρύθμισης σε μια κατηγορία που θα έπρεπε να διέπεται από την αρχή της ελάχιστης δυνατής επέμβασης. Λείπει επίσης σαφής αναφορά στην αποφυγή αλλοίωσης της αισθητηριακής και τοπιακής ακεραιότητας. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στο τέλος της περιγραφής της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης να προστεθεί εδάφιο: «Στις ζώνες αυτές αποκλείονται επεμβάσεις ή χρήσεις που, έστω και αν δεν συνεπάγονται άμεση οικολογική βλάβη, αλλοιώνουν τη μορφή, τη σιωπή, την οπτική ακεραιότητα και τις βιωματικές ποιότητες του προστατευόμενου τοπίου.» 6. Ζώνη προστασίας της φύσης Η υφιστάμενη διατύπωση αναφέρεται στην προστασία της «φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης» του περιβάλλοντος. Πρόκειται για σημαντική αλλά ελλιπή φόρμουλα, διότι η έννοια της ουσιώδους μεταβολής θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τη μεταβολή της τοπιακής φυσιογνωμίας, ιδίως σε περιοχές όπου το τοπίο αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση του προστατευτέου αντικειμένου. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στο εδάφιο: «Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του.» να προστεθούν, μετά τη λέξη «εξέλιξή του», οι λέξεις: «, καθώς και την τοπιακή φυσιογνωμία, την αισθητική συνοχή και τη βιωμένη σχέση ανθρώπου και τόπου». 7. Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών Η ζώνη αυτή οργανώνεται γύρω από την έννοια του «βαθμού διατήρησης» των προστατευτέων αντικειμένων. Ωστόσο, στις περισσότερες ελληνικές περιοχές Natura, η κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών συνδέεται συχνά με ιστορικές χρήσεις γης, αγροτικές πρακτικές, αναβαθμίδες, μονοπάτια, μωσαϊκά καλλιέργειας και ημιφυσικής βλάστησης. Αν η διαχείριση δεν αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, κινδυνεύει να αποσυνδέσει την προστασία της φύσης από το πολιτισμικό τοπίο που την έχει συνδιαμορφώσει. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ), μετά τις λέξεις: «που αυτές φιλοξενούν» να προστεθούν οι λέξεις: «, καθώς και των τοπιακών δομών και ιστορικών χρήσεων γης που συνδέονται λειτουργικά με αυτά». 8. Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων Εδώ υπάρχει η μόνη ρητή αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όμως η θέση της είναι περιοριστική και προβληματική. Δηλαδή, οι πολιτισμικές αξίες δεν αναγνωρίζονται ως στοιχείο του προστατευτέου χώρου συνολικά, αλλά μόνο ως κάτι που μπορεί να «συνυπάρχει» σε μια ηπιότερη ζώνη. Αυτό υποβαθμίζει το τοπίο σε δευτερεύον παράγοντα και το εξορίζει ουσιαστικά από τις αυστηρότερες κατηγορίες προστασίας. Η διατύπωση θα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι οι πολιτισμικές και τοπιακές αξίες διαπερνούν το σύνολο της προστατευόμενης περιοχής. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Η φράση: «στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες» να αντικατασταθεί ως εξής: «στις οποίες το προστατευτέο αντικείμενο συνδέεται με τοπιακές, ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φυσιογνωμίας και της διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής». 9. Δυνατότητα πολεοδόμησης έως 20% σε όμορα τμήματα ζώνης βιώσιμης διαχείρισης Η δυνατότητα καθορισμού οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση σε τμήματα ζωνών βιώσιμης διαχείρισης, ακόμη και υπό προϋποθέσεις, εισάγει μια έντονα αναπτυξιακή λογική μέσα σε προστατευόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι και βαθιά τοπιακό: η επέκταση σχεδίου πόλεως ή οικισμού μπορεί να αλλοιώσει μη αναστρέψιμα τα όρια οικισμού-υπαίθρου, την κλίμακα του χώρου, τη μορφολογική συνέχεια, τη θέαση, την αναγνωρισιμότητα και τη συνολική φυσιογνωμία της προστατευόμενης περιοχής. Το κριτήριο του 20% είναι υπερβολικά αδρό και ποσοτικό· δεν αποτιμά το ποιόν και τη θέση της επέμβασης μέσα στο τοπίο. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Η υποπερ. δδ) να αντικατασταθεί ως εξής: «δδ) η έκταση προς πολεοδόμηση τεκμηριώνεται ως απολύτως αναγκαία, περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο μέτρο και δεν επιτρέπεται να επιφέρει ουσιώδη αλλοίωση της τοπιακής συνοχής, της φυσιογνωμίας, της θέασης, της αναγνωρισιμότητας και της σχέσης οικισμού και υπαίθρου της οικείας προστατευόμενης περιοχής. Η σχετική τεκμηρίωση περιλαμβάνει υποχρεωτικώς ειδική αξιολόγηση τοπιακών επιπτώσεων.» Και να διαγραφεί η φράση: «η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης». 10. Ειδικά καθεστώτα και απεικόνιση σε σχέδια χρήσεων γης Η πρόβλεψη ότι στις ζώνες μπορεί να περιλαμβάνονται περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα είναι ορθή, αλλά η διατύπωση παραμένει απλή καταγραφή επικάλυψης καθεστώτων. Δεν προβλέπει υποχρέωση ενοποιημένης ανάγνωσης του χώρου. Έτσι, αρχαιολογικός χώρος, δάσος, βιότοπος και προστατευόμενο τοπίο μπορεί να εμφανίζονται ως παράλληλα επίπεδα χωρίς ουσιαστική σύνθεση. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Μετά τη φράση: «και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης» να προστεθεί: «, με τρόπο που να αποτυπώνει και να αξιολογεί τη μεταξύ τους λειτουργική, ιστορική και τοπιακή συνάφεια, ώστε η ρύθμιση των χρήσεων να διασφαλίζει ενιαία προστασία του χαρακτήρα του τόπου.» 11. Επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο σύνολο των ζωνών Η οριζόντια πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες επιτρέπονται δραστηριότητες όπως πεζοπορία, ορειβασία, αναρρίχηση, ιππασία, σπηλαιοπεριήγηση κ.λπ. είναι υπερβολικά γενική. Παρουσιάζει τις δραστηριότητες αυτές ως κατ’ αρχήν ουδέτερες, ενώ στην πράξη η έντασή τους, η χωρική συγκέντρωση, οι συνοδευτικές υποδομές και η εποχική πίεση μπορεί να επιφέρουν σοβαρή τοπιακή και οικολογική υποβάθμιση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν επιτρέπονται, αλλά πού, πώς, σε ποια κλίμακα και με ποια φέρουσα ικανότητα. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Στην περ. ε), μετά την απαρίθμηση των δραστηριοτήτων, να προστεθεί εδάφιο: «Οι δραστηριότητες αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον ασκούνται κατά τρόπο συμβατό με τη φέρουσα ικανότητα, την οικολογική ακεραιότητα, την τοπιακή συνοχή και τη βιωματική ποιότητα της οικείας περιοχής, χωρίς την εγκατάσταση ή πρόκληση συνοδευτικών υποδομών ή παρεμβάσεων που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τόπου.» 12. Κριτήριο «ακεραιότητας της περιοχής» Στο τέλος του άρθρου, η δυνατότητα προσωρινών ή μόνιμων περιορισμών συνδέεται με την «ακεραιότητα της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες». Η διατύπωση αυτή είναι πολύ στενή. Η ακεραιότητα μιας προστατευόμενης περιοχής δεν είναι μόνο οικολογική αλλά και τοπιακή, ιδίως όταν μιλάμε για τόπους με ισχυρή μορφολογική, ιστορική και πολιτισμική ενότητα. Συγκεκριμένη πρόταση τροποποίησης: Η φράση: «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες» να αντικατασταθεί ως εξής: «για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες, τη τοπιακή συνοχή, τη φυσιογνωμία και τη συνολική ποιότητα του προστατευόμενου χώρου». ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Το βασικό πρόβλημα του άρθρου 98 είναι ότι, ενώ φαίνεται να οργανώνει με πληρότητα τις κατηγορίες προστασίας, στην πραγματικότητα δεν ενσωματώνει ουσιαστικά το τοπίο ως αυτοτελή άξονα περιβαλλοντικής προστασίας και χωρικής ρύθμισης. Το τοπίο εμφανίζεται αποσπασματικά, κυρίως ως ειδική κατηγορία ή ως δευτερεύουσα αναφορά σε «πολιτισμικές αξίες», όχι όμως ως διαπεραστική αρχή που πρέπει να κατευθύνει τον χαρακτηρισμό, τη ζωνοποίηση, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και την ερμηνεία της ακεραιότητας. Έτσι, το άρθρο παραμένει εγκλωβισμένο σε μια διοικητική και βιοφυσική λογική, χωρίς να συλλαμβάνει τις προστατευόμενες περιοχές ως βιωμένους, ιστορικά παραγόμενους και πολιτισμικά νοηματοδοτημένους τόπους. Αν, όμως, υιοθετηθούν οι προτεινόμενες αλλαγές (υπάρχουν σχετικά σχόλια σε όλο το σχέδιο νόμου), αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της καλής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο στην Ελλάδα. Μια τέτοια κατεύθυνση είχε, έστω μερικώς, επιχειρηθεί με την εισαγωγή των Ενοτήτων Τοπίου στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της περιόδου 2014–2016, χωρίς όμως να ακολουθηθεί στη συνέχεια από άλλη αξιόλογη, συστηματική ή επιχειρησιακή δράση. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα αναθεώρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανενεργοποίησης της τοπιακής διάστασης της περιβαλλοντικής πολιτικής και του χωρικού σχεδιασμού, όχι περιθωριακά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της προστασίας και διαχείρισης των περιοχών Natura 2000. Δρ. Ευάγγελος Παυλής Επίκουρος Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Μέλος ΔΣ Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας – Υπεύθυνος για θέματα Εκπαίδευσης