• Σχόλιο του χρήστη '«ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΩΓΗ Υπουργική Απόφαση Αριθμ. 183796 ΕΞ 2023 ΦΕΚ 7207 Β΄21.12.2023 ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ».' | 7 Απριλίου 2026, 02:30

    Αθήνα 3 Απριλίου 2026 Προτάσεις επί του άρθρου 37 του Νομοσχεδίου, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 53 ΚΦΔ Ι. Ιστορικό ενεργειών της ως άνω Επιτροπής Η Επιτροπή των Φορέων της Αγοράς στο Υπ. Οικ. στα πλαίσια του έργου της, ως δίαυλου επικοινωνίας ανάμεσα στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και τους κοινωνικούς φορείς για θέματα φορολογικής πολιτικής, έχει επανειλημμένως υποβάλει προτάσεις για την αναμόρφωση των φορολογικών κυρώσεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Ειδικότερα έγκαιρα είδε και το φλέγον ζήτημα που προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις του επιχειρηματικού κόσμου, λόγω της επι το αυστηρότερο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του νέου ΚΦΔ – ν. 5104/2024, σε σχέση με το αντίστοιχο άρθρο 54 του προ ισχύσαντος ΚΦΔ. Με πνεύμα αποτελεσματικής συνεργασίας με τα στελέχη του Υπ. Οικονομικών που συμμετέχουν στην επιτροπή, και την Διεύθυνση του Γραφείου του κου Υφυπουργού Οικονομικών μελετήθηκαν οι αναγκαίες προτάσεις και με εμπεριστατωμένο υπόμνημα τον Νοέμβριο 2025 (και τον Φεβρουάριο 2026) ετέθησαν υπόψη των κκ Υπουργού και υφυπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της ΑΑΔΕ. Εν κατακλείδι σχετικά με το επίμαχο άρθρο 53 του ΚΦΔ- Ν. 5104/2024, υπογραμμίσαμε την ανάγκη για αναλογικότητα και ασφάλεια δικαίου, να μην επιβάλλονται τα υπέρμετρα και εξοντωτικά πρόστιμα (250 ευρώ /500 ευρώ και μάλιστα αναδρομικά) σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς, που ήταν 100 ευρώ ή και μηδέν όταν μια δήλωση παρακρατούμενων φόρων ή ΦΠΑ είναι εκπρόθεσμη αλλά ωστόσο είναι μηδενική ή πιστωτική. Αυτό (100 ευρώ ή μηδέν πρόστιμο) προέβλεπαν για τις ίδιες περιπτώσεις οι προηγούμενοι νόμοι και συγκεκριμένα οι ν. 4174/2013 και ν. 4987/2022 στο άρθρο 54. ∆ηλαδή ίσχυε µια πάγια πρακτική για δηλώσεις που, µε τη φύση τους, δεν επιβαρύνουν τον φορολογούμενο µε φόρο, ούτε ζημιώνεται το κράτος. ΙΙ. Η ρύθμιση για τα πρόστιμα δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων και ΦΠΑ που κατατέθηκε Στο φορολογικό νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση προστέθηκε διάταξη σχετικά με τα πρόστιμα. Με την προσθήκη της παραγράφου 1Α στο άρθρο 53 του ν. 5104/2024 (ΚΦΔ) ορίζεται πλέον ρητά ότι το πρόστιμο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (100,00 ευρώ) επιβάλλεται και στις εκπρόθεσμες δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου ή ΦΠΑ από υπόχρεους τήρησης βιβλίων (απλογραφικών/διπλογραφικών), εφόσον από τις δηλώσεις αυτές δεν προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή (μηδενικές/πιστωτικές). Επίσης με την παράγραφο 4 του άρθρου 37 του νομοσχεδίου προβλέπεται ότι πράξεις επιβολής προστίμων που εκδόθηκαν σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 53, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, για δηλώσεις παρακράτησης φόρου ή δηλώσεις Φ.Π.Α., από τις οποίες δεν προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, τροποποιούνται και τα πρόστιμα, κατά το μέρος που δεν οφείλονται, διαγράφονται ή, εφόσον έχουν εισπραχθεί, συμψηφίζονται με οφειλές και στην περίπτωση που δεν υπάρχουν οφειλές, επιστρέφονται. Χαιρετίζουμε τη νέα ρύθμιση: Στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζουμε τη ως άνω νέα ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο πρόσφατο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση και υλοποιεί ορισμένες από τις προτάσεις της Επιτροπής μας. Προτάσεις και παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου που δεν λήφθηκαν υπόψη: Ωστόσο, κάποιες άλλες προτάσεις μας δεν λήφθηκαν υπόψη, γι’ αυτό τον λόγο, στο πλαίσιο της διαβούλευσης, υποβάλλουμε τις ακόλουθες προτάσεις και παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου: 1. Διαδικαστικά πρόστιμα για παραβάσεις μη υποβολής μηδενικών δηλώσεων με προαιρετικό χαρακτήρα Με την Απόφαση Α.1101/2019 του Διοικητή της ΑΑΔΕ (ΦΕΚ Β' 948/20-3-2019) σχετικά με τη δήλωση και απόδοση παρακρατούμενου φόρου, η οποία έχει κανονιστική ισχύ και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, ορίστηκε ότι οι μηδενικές δηλώσεις, για τις οποίες εκ του νόμου δεν προκύπτει φόρος, τέλος χαρτοσήμου ή ψηφιακό τέλος συναλλαγής προς απόδοση, υποβάλλονται προαιρετικά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε συμφωνία με τα παραπάνω, τόσο το άρθρο 54 του Ν. 4174/2013 όσο και το άρθρο 54 του Ν. 4987/2022 σχετικά με τις διαδικαστικές παραβάσεις υποβολής δηλώσεων προέβλεπαν ρητώς ότι το σχετικό πρόστιμο επιβάλλεται στον φορολογούμενο, «εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία». Με βάση την προαναφερθείσα νομοθεσία, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ακύρωσε με δεκάδες αποφάσεις της διαδικαστικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν για τέτοιες δηλώσεις Σε αντίθεση με τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 4174/2013 και του Ν. 4987/2022, το άρθρο 53 του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024) παρέλειψε την υποχρεωτικότητα της υποβολής δηλώσεων ως προϋπόθεση της επιβολής διαδικαστικού προστίμου για την μη υποβολή ή την εκπρόθεσμη υποβολή τους. Αυτό έχει ως συνέπεια, το πρόστιμο των 100 ευρώ να καταλαμβάνει και την υποβολή δηλώσεων τις οποίες ρητώς η νομοθεσία χαρακτηρίζει ως προαιρετικές. Η εν λόγω παράλειψη, η οποία υπήρχε και στην αρχική μορφή του άρθρου 53 του Ν. 5104/2024, διατηρείται με την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση. Ωστόσο, σε περίπτωση επιβολής προστίμου με βάση το άρθρο 53 του Ν. 5104/2024 για παραβάσεις μη υποβολής μηδενικών δηλώσεων παρακρατούμενου φόρου, οι φορολογούμενοι μπορούν να επικαλεστούν τις συνταγματικές αρχές της νομιμότητας του φόρου και της αναλογικότητας και αναμένεται ότι θα δικαιωθούν είτε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών είτε στα διοικητικά δικαστήρια. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνουμε την προσθήκη ενός τελευταίου εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου 53 ΚΦΔ ως εξής: «Δεν συνιστά παράβαση του πρώτου εδαφίου η παράλειψη υποβολής δηλώσεων, για τις οποίες οι φορολογούμενοι δεν υπέχουν αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του». 2. Τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 53 ΚΦΔ Επι πλέον η Επιτροπή στις έγγραφες προτάσεις, έχει συμπεριλάβει και το γνωστό θέμα της επέκτασης της ισχύουσας διάταξης (παρ. 7 του άρθρου 53 του ΚΦΔ), ώστε η λύση που έδωσε η κυβέρνηση από το 2023 με το όριο των 100 ευρώ στο φόρο εισοδήματος να ισχύει και για όλες τις δηλώσεις εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης και για όλους τους φόρους, τέλη κλπ, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ Συγκεκριμένα: Με την παρ. 7 του άρθρου 53 του N. 5104/2013 προβλέπονται ορισμένες περιπτώσεις απαλλαγής από το πρόστιμο για την εκπρόθεσμη υποβολή αρχικών ή τροποποιητικών δηλώσεων. Με βάση την αρχή της αναλογικότητας και με γνώμονα τη νομοτεχνική απλοποίηση της διάταξης, η Επιτροπή μας υποβάλλει την πρόταση τροποποίησης της εν λόγω διάταξης, προκειμένου όλες οι περιπτώσεις να υποβάλλονται σε ενιαία αντιμετώπιση. Συγκεκριμένα, προτείνεται να επεκταθούν οι ισχύουσες απαλλακτικές διατάξεις για τα πρόστιμα των παρ. 1 και 2 για όλες τις δηλώσεις εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης και για όλους τους φόρους, τέλη κλπ, του ΚΦΔ με εφαρμογή του κανόνα «μη επιβολής προστίμου όταν το επιπλέον ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή, σε σχέση με την αρχική δήλωση, ή όταν το ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή είναι έως 100 ευρώ». Επίσης για αποκατάσταση και αποφυγή προστριβών με τον έλεγχο που θεωρεί ότι δεν ισχύει η διάταξη της περίπτωσης α΄ της παρ. 7, όπου τα πρόστιμα των παρ. 1 και 2 δεν επιβάλλονται, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης Φ.Π.Α. ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα, προτείνεται η εν λόγω διάταξη να εφαρμόζεται και όταν η εκπρόθεσμη υποβολή γίνεται μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ΚΦΔ και έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση προσωρινού προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με την περ. 1δ της παρ. 1 του άρθρου 22 του παρόντος ΚΦΔ. 3. Εξορθολογισμός των υψηλών προστίμων για διαδικαστικές παραβάσεις Με την εισαγωγή του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013) καταβλήθηκε προσπάθεια εξορθολογισμού του ύψους των προστίμων, με βάση την αρχή της αναλογικότητας της κύρωσης προς τη διαπραχθείσα παράβαση, προκειμένου να διασφαλίζεται η εισπραξιμότητα των προστίμων, χωρίς να οδηγούνται οι επιχειρήσεις στη διακοπή των εργασιών τους. Στο πλαίσιο αυτό, για διαδικαστικές παραβάσεις επιβάλλονταν πάγια πρόστιμα και για ουσιαστικές (βαρύτερες) παραβάσεις πρόστιμα που τελούσαν σε συνάρτηση προς τον διαφυγόντα φόρο. Κατ αυτό τον τρόπο, αποφεύγονταν τα εξοντωτικά πρόστιμα για διαδικαστικές παραβάσεις. Με τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2013) εισήχθησαν πρόστιμα που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το παραπάνω σύστημα, καθώς αφορούν διαδικαστικές παραβάσεις και υπολογίζονται ως ποσοστό επί των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης. Αυτό έχει ως συνέπεια να επιβάλλονται τα εν λόγω πρόστιμα ανεξαρτήτως του αν απεκρύβη φορολογητέα ύλη και να ανέρχονται σε δυσθεώρητα ύψη για τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης. Τέτοιου είδους πρόστιμα είναι τα πρόστιμα του άρθρου 57 παρ. 2 ΚΦΔ για την παράβαση της μη τήρησης, μη ενημέρωση ή μη διαφύλαξη των λογιστικών αρχείων καθώς και των φορολογικών μνημών και των αρχείων των ΦΗΜ και τα πρόστιμα του άρθρου 58 ΚΦΔ για παραβάσεις σχετικές με την ηλεκτρονική διαβίβαση στοιχείων. Γίνεται αντιληπτό ότι οι εν λόγω κυρώσεις έχουν εισαχθεί, προκειμένου να υποστηρίξουν συγκεκριμένες πολιτικές της Φορολογικής Διοίκησης, ιδίως για τη διασύνδεση των φορολογικών μηχανισμών και την πλατφόρμα MyDATA. Ωστόσο, τα σχετικά πρόστιμα είναι δυσβάστακτα και, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορούν να οδηγήσουν την επιχείρηση σε κλείσιμο. Παράλληλα, δημιουργούν αίσθημα αδικίας, καθόσον δεν συνδέονται με ουσιαστική απόκρυψη φορολογητέας ύλη, αλλά με διαδικαστική παράβαση. Επομένως, είναι δυσανάλογα προς τη βαρύτητα των σχετικών παραβάσεων και υπερακοντίζουν το σκοπό της φορολογικής συμμόρφωσης, ο οποίος θα μπορούσε να επιτευχθεί και με ηπιότερα μέσα ή με ελαφρύτερα πρόστιμα. Υπό αυτή την έννοια, τα εν λόγω πρόστιμα παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της φορολόγηση με βάση τη φοροδοτική ικανότητα. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνεται ο εξορθολογισμός των προστίμων αυτών, ο οποίος μπορεί να λάβει τη μορφή της μείωσης των προστίμων ή/και της εξάρτησης της επιβολής τους από το πραγματικό γεγονός της φοροδιαφυγής. 4. Παρατηρήσεις στο άρθρο 36 του νομοσχεδίου σχετικά με τις Φορολογικές Δεσμευτικές Απαντήσεις Η εισαγωγή του θεσμού των Φορολογικών Δεσμευτικών Απαντήσεων με το προτεινόμενο νέο άρθρο 9Α του Ν. 5104/2024 δημιουργεί έντονους προβληματισμούς. Η παρούσα Επιτροπή των Φο-ρέων της Αγοράς, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί καταρχήν την προτεινόμενη διάταξη, αναζητώντας τα θετικά σημεία. Όπως αν παρέχει μια επιπλέον δυνατότητα στον φορολογούμενο για απάντηση στα ερωτήματά του και αν προωθεί τη νομική ασφάλεια και εναρμονίζει τη φορολογική διαδικασία στην Ελλάδα με πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε άλλες έννομες τάξεις (Tax Rulings). Ωστόσο κάνοντας μια σύντομη ιστορική διαδρομή βλέπουμε πως ενώ ο νομοθέτης από το έτος 2012 είχε θεσπίσει ειδική διάταξη (ν. 4072/2012, παρ. 10 του άρθρου 321) για τη δημοσιοποίηση των διοικητικών λύσεων και ατομικών απαντήσεων, αφού προηγουμένως απαλειφθούν τα στοιχεία των φορολογουμένων, επί της ουσίας ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη. Επίσης είναι γνωστό ότι παρότι υποβάλλονται εδώ και χρόνια ερωτήματα για πολλά φορολογικά ζητήματα προς τις αρμόδιες υπηρεσίες που αφορούν σε διάφορα ακανθώδη φορολογικά θέματα, ελάχιστα ή και καθόλου απαντώνται, ενώ πολλές αποφάσεις ή εγκύκλιοι, γεννούν νέα ερωτήματα, που όταν υποβάλλονται γραπτώς στη φορολογική Διοίκηση, επίσης δεν απαντώνται. Εν όψει των παραπάνω χωρίς να διεκδικούμε το αλάνθαστο, σημειώνουμε τα Θετικά αλλά και τα αρνητικά σημεία: Θετικά Σημεία • Ενίσχυση ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας για τους φορολογούμενους: (εισάγει για πρώτη φορά έναν θεσμικά κατοχυρωμένο μηχανισμό που παρέχει επίσημη, δεσμευτική απάντηση σε φορολογικά ζητήματα). • Εναρμόνιση με διεθνείς πρακτικές: Ο θεσμός προσεγγίζει τα ευρωπαϊκά και OECD standards (advance/binding rulings), τα οποία εφαρμόζονται σε πολλά φορολογικά συστήματα. • Δυνατότητα προληπτικής φορολογικής ασφάλειας: Για όσους έχουν τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσουν, ο μηχανισμός μπορεί να μειώσει τη μελλοντική αμφισβήτηση και τις διοικητικές διαφορές. • Πιθανή μείωση μελλοντικών διαφορών και αμφισβητήσεων με τη Διοίκηση. Αρνητικά Σημεία • Η Διοίκηση έχει ιστορικά αδυναμία να απαντά ακόμη και σε απλά ερωτήματα – δημιουργείται αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα ενός πιο σύνθετου μηχανισμού. • Οι ως άνω παλαιότερες διατάξεις για δημοσίευση λύσεων δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στην πράξη. • Με το υψηλό παράβολο 5.000 έως 50.000 ευρώ, ο θεσμός γίνεται προσβάσιμος μόνο σε μεγάλες επιχειρήσεις και οδηγεί προδήλως αποκλεισμό των μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στο άρθρο 39 του νομοσχεδίου, δεν προβλέπονται μειώσεις ή και απαλλαγές για μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την καταβολή του παραβόλου • Κίνδυνος να εκληφθούν οι ΦΔΑ ως υποκατάσταση Φορολογικών Συμβούλων από επαγγελματίες του κλάδου όπως λογιστές - φοροτεχνικοί, φορολογικοί σύμβουλοι, δικηγόροι κ.λπ.. • Ασαφές ποιος θα ελέγχει ή θα ανατρέπει λανθασμένες δεσμευτικές απαντήσεις που ενδέχεται να ζημιώσουν το Δημόσιο. • Έλλειψη διαφάνειας: δεν είναι σαφές αν θα υπάρχουν δημοσιευμένες/ανώνυμες αποφάσεις για ίση πληροφόρηση όλων. • Πιθανή απόσπαση πόρων της Α.Α.Δ.Ε. από τα καθημερινά, χρόνια προβλήματα που παραμένουν άλυτα. • Κατά πόσο οι απαντήσεις θα παράγονται μόνο εσωτερικά από την Α.Α.Δ.Ε. με επαρκές επιστημονικό προσωπικό και ποιότητα και δεν θα γίνεται ανάθεση σε εξωτερικές οντότητες σχετικών με το αντικείμενο συμβούλων. • Η αγορά έχει ανάγκη κυρίως απλοποίηση και καθαρές οδηγίες, όχι νέες διαδικασίες με κόστος. Συνοπτικό Συμπέρασμα • Θεσμικά αποτελεί βήμα προς τα εμπρός, αλλά με σημαντικούς κινδύνους περιορισμένης πρόσβασης, ανεπαρκούς εφαρμογής και πιθανών συνεπειών για τη διαφάνεια και την προστασία του Δημοσίου. • Η επιτυχία του θεσμού προϋποθέτει ενίσχυση της Α.Α.Δ.Ε., σαφή κανόνες δημοσιότητας και πραγματική μέριμνα για τις ανάγκες των ΜμΕ. Τι λέει η διεθνής εμπειρία / θεωρητική σκέψη (νομική κοινότητα) Παρά το ότι τα φορολογικά binding rulings δεν υπήρχαν θεσμικά στην ελληνική νομοθεσία — και γενικά λειτουργούσαν απλώς ως γραπτές απαντήσεις που δεν ήταν νομικά δεσμευτικές — θεωρητικοί κύκλοι και νομικές αναλύσεις έχουν δείξει στο παρελθόν ότι το ελληνικό φορολογικό πλαίσιο δεν έχει παράδοση σε ένα πλήρως δεσμευτικό σύστημα φορολογικών αποφάσεων (σε αντίθεση με άλλες χώρες), κάτι που συχνά δημιουργούσε αβεβαιότητα για φορολογούμενους και επαγγελματίες.