• Σχόλιο του χρήστη 'ΤΣΙΤΣΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ' | 10 Απριλίου 2026, 10:23

    Επί του άρθρου 36 , Ο θεσμός των εκ των προτέρων δεσμευτικών απαντήσεων (advance tax rulings) αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο εργαλείο φορολογικής διαφάνειας. Όταν εφαρμόζεται ορθά, μειώνει τις διαφορές μεταξύ φορολογούμενων και διοίκησης, ενισχύει την επενδυτική εμπιστοσύνη και αποσυμφορεί τα διοικητικά δικαστήρια. Η ελληνική εκδοχή, όμως, όπως διαμορφώθηκε στο άρθρο 9Α ΚΦΔ, αποκλίνει θεμελιωδώς από αυτό το πνεύμα. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ 6, το ελάχιστο παράβολο ανέρχεται σε 5.000 ευρώ για την απλή κατάθεση της αίτησης, ενώ το συνολικό παράβολο κυμαίνεται μεταξύ 15.000 και 50.000 ευρώ. Τα κριτήρια καθορισμού του ύψους — «πολυπλοκότητα», «νομική μορφή», «μέγεθος επιχείρησης» — είναι ευρύτατα και καταλείπουν διακριτική ευχέρεια στη Διοίκηση χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ισότητας. Το αποτέλεσμα είναι διαφανές: ο θεσμός απευθύνεται ουσιαστικά σε μεγάλες επιχειρήσεις και πολυεθνικές, αφήνοντας εκτός τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα φυσικά πρόσωπα που αντιμετωπίζουν σύνθετα φορολογικά ζητήματα. Άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος — Αρχή ισότητας «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.» Το ΣτΕ έχει διαμορφώσει σταθερή νομολογία κατά την οποία η αρχή της ισότητας απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση ουσιαστικά ομοίων καταστάσεων. Η δυνατότητα πρόσβασης σε επίσημη ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας — και κατ' επέκταση σε φορολογική ασφάλεια — συνιστά ουσιαστικά ομοειδή κατάσταση για κάθε φορολογούμενο, ανεξαρτήτως μεγέθους. Το εκτόξευμα του παραβόλου δημιουργεί de facto άνιση πρόσβαση, που δεν δικαιολογείται από αντικειμενικό κριτήριο συνδεόμενο με το αντικείμενο της ρύθμισης. Άρθρο 4 παρ. 5 Συντάγματος — Ισότητα φορολογικών βαρών «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.» Το παράβολο δεν αποτελεί φόρο· αποτελεί τέλος πρόσβασης σε δημόσια υπηρεσία. Αν η υπηρεσία αυτή αφορά την ορθή εφαρμογή του φορολογικού νόμου, τότε η μη πρόσβαση σε αυτήν λόγω οικονομικής αδυναμίας δημιουργεί άνιση φορολογική μεταχείριση. Ο μικρός επιχειρηματίας αναλαμβάνει το βάρος φορολογικής αβεβαιότητας που ο μεγάλος αποφεύγει με ένα παράβολο. Άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος — Δικαίωμα διοικητικής προστασίας «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματά του ή συμφέροντά του.» Η Φ.Δ.Α. δεν είναι δικαστική προστασία, αλλά αποτελεί θεσμοθετημένη οδό διοικητικής διευκρίνισης με πλήρη δεσμευτικά αποτελέσματα. Η ουσιαστική αποκλεισμός από αυτήν λόγω κόστους εγείρει ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της χρηστής διοίκησης (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) και με την υποχρέωση της Διοίκησης να ενεργεί ενιαία απέναντι σε όλους τους διοικούμενους. Άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος Η οικονομική ελευθερία και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας στον οικονομικό βίο (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) προϋποθέτουν ίσους όρους πληροφόρησης και πρόσβασης στο κανονιστικό πλαίσιο. Η γνώση των φορολογικών συνεπειών μιας επιχειρηματικής απόφασης πριν ληφθεί αυτή είναι συστατικό στοιχείο ανταγωνιστικής ισορροπίας. Όταν αυτή η γνώση είναι προσβάσιμη μόνο στους οικονομικά ισχυρούς, δημιουργείται: α) Πληροφοριακή ασυμμετρία υπέρ μεγάλων επιχειρήσεων έναντι μικρομεσαίων· β) Αύξηση κόστους αβεβαιότητας που βαρύνει δυσανάλογα τους μικρότερους παίκτες· γ) Έμμεσο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για όσους έχουν πρόσβαση, σε βάρος της αρχής της ουδετερότητας της φορολογίας ως προς τον ανταγωνισμό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Δικαστήριο της ΕΕ έχει εξετάσει κατ' επανάληψη ζητήματα κρατικής ενίσχυσης μέσω φορολογικής βεβαιότητας. Η υπόθεση Apple/Ιρλανδία (C-465/20 P) και η υπόθεση Fiat/Λουξεμβούργο (C-885/19 P) αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι επίσημες εκ των προτέρων φορολογικές αποφάσεις μπορεί να αντιβαίνουν στο άρθρο 107 ΣΛΕΕ περί κρατικής ενίσχυσης, όταν παρέχουν επιλεκτικά πλεονεκτήματα. Το ελληνικό μοντέλο, εξαιτίας του υψηλού κόστους, δημιουργεί εξ ορισμού επιλεκτική πρόσβαση. Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας παρέχει ήδη στη Φορολογική Διοίκηση πλήρες οπλοστάσιο ερμηνευτικής παραγωγής, χωρίς καμία επιβάρυνση του διοικούμενου Η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ εγκυκλίου και Φ.Δ.Α. είναι η ατομική δεσμευτικότητα — η εγγύηση ότι η ερμηνεία ισχύει για τον συγκεκριμένο αιτούντα επί συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Αυτό έχει αναμφίβολα αξία. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι: πόση; Και η απάντηση — 50.000 ευρώ — δεν απαντά στο ερώτημα· το αποφεύγει Το άρθρο 36 δεν εισάγει νέα αρμοδιότητα — εισάγει νέο τιμολόγιο για υπηρεσία που η Διοίκηση οφείλει να παρέχει στο πλαίσιο των συνταγματικών της καθηκόντων. Το παράβολο ούτε αντιστοιχεί στο διοικητικό κόστος, ούτε εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο επαχθή μέσα. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση· στη χειρότερη, συνειδητή πολιτική αποκλεισμού. Προτεινόμενη αντικατάσταση παρ. 6 «6. Για το παραδεκτό υποβολής της αίτησης καταβάλλεται παράβολο, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει του ετήσιου κύκλου εργασιών του αιτούντος κατά το τελευταίο οικονομικό έτος, ως εξής: α) Φυσικά πρόσωπα χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ: ελάχιστο παράβολο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, συνολικό παράβολο έως επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ. β) Επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ: ελάχιστο παράβολο πεντακοσίων (500) ευρώ, συνολικό παράβολο έως χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. γ) Επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών από δύο εκατομμύρια (2.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ: ελάχιστο παράβολο χιλίων (1.000) ευρώ, συνολικό παράβολο έως τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. δ) Επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ: ελάχιστο παράβολο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, συνολικό παράβολο έως πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.» Προτεινόμενη αντικατάσταση παρ. 8 «8. Οι Φ.Δ.Α. δημοσιεύονται αυθημερόν στον ιστότοπο της ΑΑΔΕ κατά την έκδοσή τους, με ανωνυμοποίηση αποκλειστικά των στοιχείων ταυτότητας και των επιχειρησιακών στοιχείων του αιτούντος. Το ερμηνευτικό περιεχόμενο της Φ.Δ.Α. δημοσιεύεται υποχρεωτικά στο σύνολό του και δεν δύναται να εξαιρεθεί της δημοσίευσης