• Σχόλιο του χρήστη 'ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ' | 2 Ιουνίου 2026, 17:20

    Προτείνεται να ληφθεί υπόψη η προσθήκη εξαίρεσης ως εξής: «Οι περιορισμοί της παρ. 2Γ δεν καταλαμβάνουν μισθωτές οι οποίοι, πριν από την 1η Ιουλίου 2026, είχαν αποκτήσει, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, δικαίωμα υπεκμίσθωσης και εκμετάλλευσης ακινήτου μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων και είχαν λάβει Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.) για το ακίνητο αυτό. Σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου για οποιαδήποτε αιτία, η οποία δεν επιφέρει λύση της υφιστάμενης μισθωτικής σχέσης ανεξαρτήτως της μεταβολής στο πρόσωπο του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου, η εγγραφή στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής δεν διαγράφεται ως προς τον ανωτέρω μισθωτή, ο οποίος διατηρεί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του ακινήτου μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης έως τη λήξη της οικείας μισθωτικής σχέσης, σύμφωνα με τους όρους αυτής.» Η προτεινόμενη εξαίρεση αποσκοπεί στην προστασία προϋφιστάμενων και νομίμως αποκτηθέντων δικαιωμάτων μισθωτών οι οποίοι, πριν από την έναρξη ισχύος των περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, είχαν συνάψει έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης που τους παρείχαν ρητώς το δικαίωμα υπεκμίσθωσης και εκμετάλλευσης των ακινήτων μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων και είχαν ήδη λάβει Αριθμό Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.). Οι εν λόγω μισθωτές προέβησαν σε επενδύσεις, ανέλαβαν συμβατικές και οικονομικές υποχρεώσεις και διαμόρφωσαν τη δραστηριότητά τους βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων νομοθετικού πλαισίου. Η επιχειρηματική τους δραστηριότητα οργανώθηκε στη βάση μακροχρόνιων μισθωτικών σχέσεων, οι οποίες περιλάμβαναν συμβατικά κατοχυρωμένο δικαίωμα υπεκμίσθωσης και εκμετάλλευσης των ακινήτων μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων. Προς τον σκοπό αυτό πραγματοποίησαν επενδύσεις κεφαλαίου, ανέλαβαν χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, συνήψαν συμβάσεις με εργαζομένους, προμηθευτές και συνεργάτες και ανέπτυξαν οικονομική δραστηριότητα υπό συνθήκες πλήρους νομιμότητας και εμπιστοσύνης προς το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Η εκ των υστέρων κατάργηση της δυνατότητας συνέχισης της δραστηριότητας αυτής αποκλειστικά λόγω μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου θα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη απομείωση της οικονομικής αξίας των υφιστάμενων συμβατικών δικαιωμάτων των μισθωτών, χωρίς οι ίδιοι να έχουν συμβάλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο γεγονός της μεταβίβασης. Η συνέπεια αυτή θα ήταν ιδιαιτέρως δυσμενής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μισθωτική σχέση εξακολουθεί να υφίσταται νομίμως και να δεσμεύει τον νέο κύριο του ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου. Η προτεινόμενη ρύθμιση ερείδεται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της αναλογικότητας. Οι ανωτέρω αρχές επιβάλλουν στον νομοθέτη, κατά τη θέσπιση νέων περιοριστικών ρυθμίσεων, να λαμβάνει μέριμνα για την προστασία έννομων καταστάσεων και επενδύσεων που έχουν ήδη δημιουργηθεί υπό διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς και να αποφεύγει δυσανάλογες επεμβάσεις σε υφιστάμενα δικαιώματα. Ειδικότερα, το δικαίωμα διατήρησης ήδη συνεστημένης συμβατικής σχέσης, καθ’ ο μέρος απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, επιτάσσει την αποχή του νομοθέτη από οποιαδήποτε μονομερή επέμβαση στην ομαλή, σύμφωνα με τους τεθέντες σε αυτή όρους, εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, ανεξαρτήτως της φύσης και του ειδικότερου συμβατικού περιεχομένου αυτής. Ως εκ τούτου, νομοθετικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν ουσιωδώς υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας και να προβλέπουν κατάλληλες μεταβατικές ρυθμίσεις, ιδίως όταν οι συμβαλλόμενοι έχουν ήδη διαμορφώσει την οικονομική και επενδυτική τους δραστηριότητα βάσει του προϋφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου. Περαιτέρω, η προτεινόμενη εξαίρεση συνάδει με το άρθρο 17 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και προστατεύει όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα αλλά και περιουσιακής φύσεως ενοχικά δικαιώματα και έννομα οικονομικά συμφέροντα που έχουν αποκτηθεί νομίμως. Η συνταγματική προστασία της περιουσίας καταλαμβάνει και υφιστάμενα περιουσιακά δικαιώματα που απορρέουν από συμβατικές σχέσεις και διαθέτουν συγκεκριμένη οικονομική αξία. Η αιφνίδια και χωρίς μεταβατική πρόβλεψη αποστέρηση της δυνατότητας αξιοποίησης των δικαιωμάτων αυτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογη προσβολή της περιουσιακής σφαίρας των θιγομένων. Η ίδια προστασία απορρέει και από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο καταλαμβάνει όχι μόνο υφιστάμενα περιουσιακά αγαθά αλλά και περιουσιακά δικαιώματα και έννομα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με νόμιμα αποκτημένες συμβατικές αξιώσεις και εύλογες προσδοκίες οικονομικής εκμετάλλευσης. Η προτεινόμενη εξαίρεση αφορά αποκλειστικά συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί και τεθεί σε ισχύ πριν από την έναρξη των περιορισμών και για τις οποίες είχε ήδη εκδοθεί Αριθμός Μητρώου Ακινήτου (Α.Μ.Α.). Ως εκ τούτου, δεν δημιουργεί δυνατότητα νέας εισόδου στην αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων ούτε επιτρέπει την καταστρατήγηση του επιδιωκόμενου νομοθετικού σκοπού. Αντιθέτως, περιορίζεται στη διασφάλιση της συνέχισης νομίμως υφιστάμενων συμβατικών σχέσεων και της προστασίας επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, μέχρι τη λήξη της οικείας μισθωτικής σχέσης. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη ρύθμιση επιτυγχάνει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του επιδιωκόμενου δημοσίου συμφέροντος για τον περιορισμό της περαιτέρω ανάπτυξης νέων βραχυχρόνιων μισθώσεων στις συγκεκριμένες περιοχές και της ανάγκης προστασίας των συνταγματικώς κατοχυρωμένων περιουσιακών και συμβατικών δικαιωμάτων των προσώπων που δραστηριοποιήθηκαν νομίμως υπό το προϋφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο.