Αρχική Mέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών...ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΠΕ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΥΡΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ, ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΜΕΛΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΩΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ (Άρθρα 49-56) Σχόλιο του χρήστη Γεώργιος Χρήστου | 7 Ιουνίου 2026, 22:42




Έντονη διαμαρτυρία επί του υπό διαβούλευση άρθρου για την προσωπική διαφορά των νεοδιοριζόμενων υπαλλήλων Αρχή ίσης αμοιβής για ίδια εργασία - Δημόσιο συμφέρον - Κίνδυνος περαιτέρω υποστελέχωσης Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, Με αφορμή το υπό διαβούλευση άρθρο για την επέκταση της προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1η Απριλίου 2023, καταθέτω την παρούσα έντονη διαμαρτυρία και τις παρατηρήσεις μου, με πλήρη σεβασμό στους θεσμούς αλλά και με την αναγκαία σαφήνεια που επιβάλλει η πραγματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Ως νέος δόκιμος υπάλληλος του Δημοσίου, θεωρώ υποχρέωσή μου να μιλήσω με θεσμικό τρόπο, αλλά χωρίς ωραιοποιήσεις. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν αφορά μόνο μια επιμέρους μισθολογική ρύθμιση. Αφορά τη δυνατότητα του Δημοσίου να λειτουργεί, να προσελκύει και να κρατά ικανούς υπαλλήλους, να προστατεύει τη δημόσια περιουσία, να εξυπηρετεί τους πολίτες και τελικά να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Καταρχάς, είναι θετικό ότι αναγνωρίζεται, έστω και καθυστερημένα, πως οι υπάλληλοι που εισήλθαν στο Δημόσιο μετά το 2023 βρέθηκαν σε σαφώς δυσμενέστερη μισθολογική θέση σε σχέση με συναδέλφους που ασκούν ίδια ή απολύτως συγκρίσιμα καθήκοντα. Ωστόσο, η προτεινόμενη ρύθμιση, όπως διατυπώνεται, δεν θεραπεύει επαρκώς την αδικία. Αντίθετα, κινδυνεύει να τη μονιμοποιήσει με νέο τρόπο, δημιουργώντας άλλη μια κατηγορία εργαζομένων που θα αμείβονται διαφορετικά για την ίδια εργασία. Η αρχή της ίσης αμοιβής για ίδια εργασία δεν είναι σύνθημα. Είναι θεμελιώδης αρχή ισότητας, δικαιοσύνης και ορθολογικής διοίκησης. Δεν είναι δυνατόν υπάλληλοι με ίδια τυπικά προσόντα, ίδια κατηγορία, ίδια ειδικότητα, ίδιο αντικείμενο και ίδια ευθύνη να αμείβονται διαφορετικά αποκλειστικά και μόνο λόγω της ημερομηνίας διορισμού τους. Μια τέτοια διάκριση δε μπορεί να θεωρείται ούτε δίκαιη ούτε παραγωγική ούτε συμβατή με την ανάγκη εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης. Το πλαφόν των 300 ευρώ προκαλεί σοβαρό προβληματισμό. Με ποια τεκμηρίωση επιλέγεται το συγκεκριμένο ποσό; Ποια μελέτη αποδεικνύει ότι οι πραγματικές μισθολογικές αποκλίσεις εξαντλούνται στα 300 ευρώ; Γιατί η αποκατάσταση μιας μισθολογικής αδικίας τίθεται εξαρχής υπό ανώτατο όριο, αντί να υπολογίζεται με βάση την πραγματική διαφορά που υφίσταται κάθε υπάλληλος σε σχέση με τον συνάδελφο που βρίσκεται σε ουσιαστικά ίδια υπηρεσιακή κατάσταση; Η οικονομική πραγματικότητα δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις Η συζήτηση για την προσωπική διαφορά δε μπορεί να αποκοπεί από τη σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ζουν σε άλλη οικονομία. Αντιμετωπίζουν το ίδιο κύμα ακρίβειας, τα ίδια ενοίκια, τα ίδια αυξημένα κόστη μετακίνησης, ενέργειας, βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Ο πληθωρισμός έχει πλέον φθάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με την Ελλάδα να εμφανίζει εναρμονισμένο πληθωρισμό περίπου 5% τον Μάιο του 2026, ενώ ήδη τον Απρίλιο του 2026 ο εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή είχε αυξηθεί κατά 5,4% σε ετήσια βάση. Αυτά τα μεγέθη δεν είναι λογιστικές λεπτομέρειες. Είναι απώλεια πραγματικού εισοδήματος για κάθε εργαζόμενο. Η ακρίβεια πλήττει κυρίως τα βασικά αγαθά. Στα τρόφιμα και στα μη αλκοολούχα ποτά καταγράφονται σημαντικές αυξήσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα, τα λαχανικά, τον καφέ και άλλα είδη καθημερινής κατανάλωσης. Για έναν εργαζόμενο που πληρώνει ενοίκιο, μετακινήσεις, λογαριασμούς και βασικά έξοδα διαβίωσης, η πραγματική αγοραστική δύναμη του μισθού μειώνεται μήνα με τον μήνα. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν οι αποδοχές συγκρίνονται με βάση τα επίπεδα τιμών και το πραγματικό κόστος ζωής. Με απλά λόγια, ο Έλληνας εργαζόμενος, και ιδίως ο νέος δημόσιος υπάλληλος, δεν έχει απλώς χαμηλό μισθό σε απόλυτο ποσό. Έχει μισθό που αγοράζει λιγότερα από όσα αγοράζει ο αντίστοιχος μισθός σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της αδικίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σχεδόν μηδενικές πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς του Δημοσίου δεν αποτελούν απλώς ζήτημα εισοδηματικής πολιτικής. Αποτελούν ζήτημα βιωσιμότητας του ίδιου του κράτους. Όταν οι μισθοί δεν ακολουθούν ούτε κατ’ ελάχιστον το κόστος ζωής, όταν η προσωπική διαφορά αντιμετωπίζεται ως περιορισμένο επίδομα και όχι ως αποκατάσταση αδικίας, όταν οι νέοι υπάλληλοι καλούνται να σηκώσουν δυσανάλογο βάρος χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση, τότε η αποχώρηση από το Δημόσιο παύει να είναι μεμονωμένη επιλογή και γίνεται μαζική τάση. Υποστελέχωση και δημόσιο συμφέρον Πάνω από όλα βρίσκεται το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον όμως δεν υπηρετείται με υποστελεχωμένες υπηρεσίες, εξαντλημένους υπαλλήλους, χαμηλές αποδοχές, αντικίνητρα παραμονής και συνεχή μετακύλιση ευθυνών σε όσους εξακολουθούν να κρατούν όρθιες τις υπηρεσίες με φιλότιμο και υπερπροσπάθεια. Η υποστελέχωση δεν είναι μια αφηρημένη διοικητική έννοια. Σημαίνει καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση των πολιτών, αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου, συσσώρευση εκκρεμοτήτων, πίεση στους υπαλλήλους, κίνδυνο λαθών, απώλεια θεσμικής μνήμης και τελικά υποβάθμιση της αξιοπιστίας του κράτους. Σε υπηρεσίες με τεχνικό, οικονομικό, νομικό ή διοικητικό αντικείμενο, η απώλεια εξειδικευμένων στελεχών δεν αναπληρώνεται εύκολα. Χρειάζονται χρόνια εμπειρίας, γνώσης και πρακτικής εξοικείωσης για να λειτουργήσει σωστά ένας δημόσιος φορέας. Όποιος αφήνει τις δημόσιες υπηρεσίες στην τύχη τους, γνωρίζοντας την υποστελέχωση, τη μισθολογική απαξίωση και την αυξανόμενη απογοήτευση των υπαλλήλων, αναλαμβάνει και την αντίστοιχη ευθύνη. Η ευθύνη αυτή δεν είναι θεωρητική. Είναι διοικητική, θεσμική, κοινωνική και πολιτική. Αποτυπώνεται στην καθημερινή ταλαιπωρία των πολιτών, στην απαξίωση του Δημοσίου, στην απώλεια εμπιστοσύνης προς το κράτος και, τελικά, στη δημοκρατική κρίση των πολιτών. Στις εκλογές, αλλά και πέρα από αυτές: στον δημόσιο έλεγχο, στη θεσμική λογοδοσία, στις συλλογικές αντιδράσεις και στην ίδια την πραγματικότητα που δε μπορεί επ’ αόριστον να συγκαλύπτεται. Προσωπική εμπειρία νέου υπαλλήλου Υπηρετώ εδώ και έναν χρόνο στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών – Ανατολικής Αττικής. Μέσα σε αυτό το διάστημα διαπίστωσα από πρώτο χέρι τις τεράστιες ανάγκες των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά και το υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού, ευθύνης και αφοσίωσης πολλών συναδέλφων. Παρότι νέος δόκιμος υπάλληλος, κλήθηκα να αναλάβω ευθύνες και καθήκοντα αντίστοιχα με συναδέλφους που διαθέτουν πολυετή εμπειρία. Συμμετείχα ενεργά στην εξυπηρέτηση πολιτών, στη διεκπεραίωση σύνθετων διοικητικών υποθέσεων, στη συνεργασία με άλλες δημόσιες υπηρεσίες, στην επεξεργασία τεχνικών θεμάτων και στη γενικότερη υποστήριξη της λειτουργίας της υπηρεσίας. Αυτή είναι η καθημερινότητα πολλών νέων υπαλλήλων: πλήρης ανάληψη ευθύνης από την πρώτη ημέρα, χωρίς αντίστοιχη μισθολογική αναγνώριση. Οι νεότεροι υπάλληλοι δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν δικαιοσύνη. Ζητούν να μη θεωρείται αυτονόητο ότι θα εργάζονται με την ίδια ευθύνη, την ίδια πίεση και την ίδια παραγωγικότητα, αλλά με χαμηλότερες αποδοχές μόνο και μόνο επειδή διορίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Η καμπάνα της μαζικής φυγής ήδη χτυπάει Το πρόβλημα δεν είναι μελλοντικό. Είναι ήδη παρόν. Οι νέοι επιστήμονες, οι μηχανικοί, οι πληροφορικοί, οι οικονομολόγοι, οι νομικοί και οι λοιποί εξειδικευμένοι υπάλληλοι έχουν πραγματικές εναλλακτικές επιλογές στον ιδιωτικό τομέα ή στο εξωτερικό. Όταν το Δημόσιο δεν προσφέρει αξιοπρεπείς αποδοχές, προοπτική και αίσθημα δικαιοσύνης, δε μπορεί να περιμένει ότι θα αποτελεί ελκυστική επιλογή για ικανά στελέχη. Ήδη υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η αποδοχή διορισμού δεν είναι πλέον δεδομένη. Σε ορισμένες ειδικότητες, ιδίως σε μηχανικούς και πτυχιούχους πληροφορικής, η απροθυμία ανάληψης θέσης έχει καταγραφεί σε ποσοστά που φθάνουν από 50% έως και 75%. Αυτό σημαίνει ότι οι συνάδελφοι που αποδέχονται τελικά τον διορισμό τους μπορεί πλέον να μην ξεπερνούν το 50%. Η καμπάνα της μαζικής φυγής ήδη χτυπάει και όποιος προσποιείται ότι δεν την ακούει, οδηγεί το Δημόσιο σε ακόμη μεγαλύτερη κρίση στελέχωσης. Αν δεν αυξηθούν άμεσα και δραστικά οι μισθοί στο Δημόσιο, δεν θα έχουμε απλώς μερικές αποχωρήσεις υπαλλήλων. Θα έχουμε μαζική αποχώρηση, αδυναμία αναπλήρωσης, διαρκή αποδυνάμωση κρίσιμων υπηρεσιών και τελικά διάλυση βασικών λειτουργιών του δημόσιου τομέα. Και όταν διαλύεται ο δημόσιος τομέας, δεν πλήττονται μόνο οι υπάλληλοι. Πλήττεται το ίδιο το κράτος, οι πολίτες, η κοινωνική συνοχή, η οικονομία και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Τι πρέπει να αλλάξει Για τους παραπάνω λόγους, θεωρώ αναγκαίο το υπό διαβούλευση άρθρο να επανεξεταστεί ουσιαστικά και όχι απλώς να βελτιωθεί φραστικά. Η χορήγηση προσωπικής διαφοράς δεν πρέπει να λειτουργήσει ως περιορισμένο βοήθημα έως 300 ευρώ, αλλά ως πραγματικός μηχανισμός αποκατάστασης της μισθολογικής ανισότητας. Ειδικότερα, ζητώ να εξεταστούν τα εξής: • Να αποσαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, με αντικειμενικά, διαφανή και δημοσιευμένα κριτήρια. • Να μη λειτουργήσει το όριο των 300 ευρώ ως αυθαίρετο πλαφόν που αφήνει αθεράπευτες πραγματικές μισθολογικές αποκλίσεις. • Να διασφαλιστεί ότι εργαζόμενοι με ίδια κατηγορία, ίδια ειδικότητα, ίδια προσόντα και ίδια καθήκοντα δεν θα αμείβονται διαφορετικά λόγω ημερομηνίας διορισμού. • Να υπάρξει συνολική και άμεση αναθεώρηση των μισθών του Δημοσίου, ώστε να ληφθούν υπόψη ο πληθωρισμός, η ακρίβεια, η χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο κίνδυνος μαζικών αποχωρήσεων. • Να αντιμετωπιστεί η μισθολογική πολιτική όχι ως λογιστικό κόστος, αλλά ως κρίσιμη επένδυση στη λειτουργία του κράτους, στην ποιότητα των υπηρεσιών προς τον πολίτη και στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Συμπέρασμα Η ενίσχυση των νέων υπαλλήλων δεν αποτελεί δημοσιονομική πολυτέλεια. Αποτελεί προϋπόθεση λειτουργίας του Δημοσίου. Ένα κράτος που δε μπορεί να κρατήσει τους νέους, καταρτισμένους και παραγωγικούς υπαλλήλους του, δε μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας. Η Πολιτεία οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη ότι το μισθολογικό πρόβλημα έχει πλέον μετατραπεί σε πρόβλημα στελέχωσης, λειτουργίας και αξιοπιστίας του κράτους. Αν η κατάσταση συνεχιστεί, η μαζική αποχώρηση υπαλλήλων και η αδυναμία προσέλκυσης νέων δεν θα αποτελούν κινδυνολογία, αλλά αναπόφευκτη συνέπεια πολιτικών επιλογών που αγνόησαν την πραγματικότητα. Για τον λόγο αυτό, ζητώ την ουσιαστική αναμόρφωση της ρύθμισης, την πραγματική αποκατάσταση της αρχής της ίσης αμοιβής για ίδια εργασία και την άμεση λήψη γενναίων μισθολογικών μέτρων για τους δημόσιους υπαλλήλους. Το δημόσιο συμφέρον δεν αντέχει άλλη αναβολή. Με εκτίμηση, Νέος δόκιμος υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών – Ανατολικής Αττικής ΠΕ Πολιτικός Μηχανικός Διορισμός 2025 Ενδεικτική τεκμηρίωση στοιχείων: Eurostat, ΕΛΣΤΑΤ και δημοσιευμένα στοιχεία/αναφορές για αποδοχές, πληθωρισμό, αγοραστική δύναμη και αποδοχή διορισμών σε κρίσιμες ειδικότητες.