Αρχική Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και συναφείς διατάξειςΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΕΜΠΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Άρθρο 3 Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου – Αντικατάσταση Πέμπτου Βιβλίου Αστικού ΚώδικαΣχόλιο του χρήστη Αντώνης Παπαδημητρόπουλος | 3 Απριλίου 2026, 10:17




I. Εισαγωγικά Το σχέδιο μεταβάλλει σημαντικά τη νόμιμη μοίρα, αφού πλέον ο μεριδούχος δεν γίνεται κληρονόμος. Το νέο 1820 ορίζει ότι ο μεριδούχος αποκτά απλώς χρηματική αξίωση κατά των κληρονόμων. Πλέον ο μεριδούχος είναι δανειστής της κληρονομίας. Παρεμπιπτόντως είμαι πολύ επιφυλακτικός στην νομοτεχνική επιλογή της αναρίθμησης των άρθρων. Φρονώ ότι δημιουργεί μεγάλη δυσκολία στον χειρισμό των νέων άρθρων, παρότι πολλές διατάξεις παραμένουν αναλλοίωτες ή υφίστανται με πολύ μικρές τροποποιήσεις. Εξάλλου δεν ανταποκρίνεται και στην παράδοση των μέχρι σήμερα τροποποιήσεων του ΑΚ. II. Ουσία της νέας ρύθμισης Η μεταβολή αποσκοπεί να αντιμετωπίσει την πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας και την αδυναμία αξιοποίησης σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, όπως ακινήτων ή επιχειρήσεων. Νομίζω όμως ότι το πρόβλημα στην πράξη δεν είναι τόσο μεγάλο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αν ο κληρονομούμενος διαθέτει ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο (ή ενότητα – επιχείρηση) πράγματι δεν έχει σήμερα δυνατότητα να αποτρέψει τη συνιδιοκτησία. Όταν όμως έχει κι άλλα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να αξιοποιήσει τη διανεμητική του εξουσία για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων. Παράδειγμα: Αφήνω την επιχείρηση στον γιο μου και το σπίτι στην κόρη μου. Θα έλεγα ότι στην πράξη τα προβλήματα συνιδιοκτησίας δεν προέρχονται τόσο από διαθέτες που δεν μπορούν να διανείμουν την περιουσία τους όπως θέλουν, αλλά μάλλον από κληρονομούμενους που δεν συντάσσουν διαθήκη. Το πρόβλημα επομένως εντοπίζεται μάλλον στο πλαίσιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και λιγότερο της νόμιμης μοίρας. Οπωσδήποτε η νέα ρύθμιση επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία σε συνδυασμό με τα νέα εργαλεία της κληρονομικής σύμβασης και της εκ των προτέρων παραίτησης από κληρονομικά δικαιώματα. III. Δικαιούχοι – νόμιμη μοίρα γονέων; Οι δικαιούχοι νόμιμης μοίρας δεν αλλάζουν. Από τους συγγενείς παραμένουν δικαιούχοι κατιόντες και γονείς. Ειδικά όσον αφορά τους γονείς νομίζω ότι η συμπερίληψή τους δημιουργεί μεγαλύτερα πρακτικά προβλήματα απ’ όσα επιλύει, τουλάχιστον ενόσω η αξίωση παραμένει κληρονομητή. Ένα χαρακτηριστικό και όχι σπάνιο παράδειγμα από την πράξη: Ο Κ (65 ετών) έχει μεγάλη περιουσία και πεθαίνει χωρίς κατιόντες. Με τη διαθήκη ο Κ αφήνει όλη την περιουσία στη σύζυγό του. Ζει όμως η ηλικιωμένη μητέρα του. Μετά από 6 μήνες πεθαίνει και η μητέρα του Κ χωρίς διαθήκη. Τώρα τα ανίψια και μικρανίψια της μητέρας του Κ την κληρονομούν εξ αδιαθέτου. Πλέον ξεκινά δικαστικός αγώνας κατά της συζύγου του Κ με την οποία τα ξαδέρφια του Κ και τα παιδιά τους ασκούν την αξίωση από τη νόμιμη μοίρα της μητέρας του Κ. Προφανώς η νόμιμη μοίρα δεν εξυπηρετεί την προστασία της μητέρας του Κ. Σημειωτέον ότι παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα θεμελιώνεται δυσκολότερα πλέον, αφού απαιτείται σύμβαση άφεσης χρέους με τον κληρονόμο – δεν αρκεί η σιωπηρή μονομερής παραίτηση. Είμαι της γνώμης ότι οι γονείς δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στους μεριδούχους. Αν το τέκνο έχει κάποια αξιόλογη περιουσία και αποφασίζει να αποκληρώσει τους γονείς του, προφανώς οι γονείς θα είναι ήδη προχωρημένης ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή είτε θα διαθέτουν οι ίδιοι επαρκή μέσα για να ζήσουν, οπότε η νόμιμη μοίρα δεν συνεισφέρει πραγματικά στην προστασία τους, είτε δεν θα έχουν επαρκή μέσα οπότε πάλι η νόμιμη μοίρα δεν φαίνεται να είναι το κατάλληλο μέσο προστασίας ενόψει του δικαστικού αγώνα που συνεπάγεται στην πράξη η διεκδίκησή της. Συνολικά, ίσως θα ήταν προτιμότερη η αντικατάσταση της νόμιμης μοίρας των γονέων, μόνο σε περίπτωση απορίας, με δικαίωμα διατροφής κατά του κληρονόμου - νομίζω κάτι σχετικό έχει προτείνει ο καθηγητής κύριος Σταθόπουλος. IV. Διαδοχή στη νόμιμη μοίρα Είναι γνωστά τα ερμηνευτικά προβλήματα που δημιουργούν τα σημερινά άρθρα 1826 και 1830 για τη διαδοχή ή την προσαύξηση στη νόμιμη μοίρα. Στο σχέδιο οι 2 διατάξεις μένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες (1822 και 1826), με την προσθήκη όμως ενός εδαφίου που απαγορεύει την προσαύξηση. Με την καινούργια διατύπωση φαίνεται να υιοθετείται η ήδη κρατούσα γνώμη, η οποία επιτρέπει τη διαδοχή αλλά όχι την προσαύξηση. Δεν θα υπεισέλθω σε νομοτεχνικά ζητήματα, αλλά θα ήθελα να δω την ουσία της ρύθμισης. Αναρωτιέμαι συγκεκριμένα αν είναι πράγματι δικαιολογημένη η διαδοχή (και φυσικά η προσαύξηση) στη νόμιμη μοίρα. Καταρχάς στο πλαίσιο της νόμιμης μοίρας συνηθίζουμε να μιλάμε για προστασία της οικογένειας. Όμως, αντικείμενο της προστασίας δεν είναι κατά κυριολεξία η οικογένεια (ως κάποιου είδους συλλογικό υποκείμενο) αλλά τα μέλη της οικογένειας, τα συγκεκριμένα πρόσωπα δηλαδή που είναι δικαιούχοι νόμιμης μοίρας. Στη βάση αυτή, δεν μου είναι κατανοητό γιατί η προστασία ενός μεριδούχου πρέπει να εξαρτάται από την προστασία ενός άλλου μεριδούχου. Συγκεκριμένα δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η προστασία του επόμενου μεριδούχου (πχ του εγγονού του κληρονομούμενου) πρέπει να εξαρτάται από το αν ο προηγούμενος μεριδούχος (λ.χ. τέκνο ως πλησιέστερος κατιών) δεν θέλει ή δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχουν 2 πιθανές εκδοχές: ΕΙΤΕ (1η εκδοχή) ο επόμενος μεριδούχος (ο εγγονός) κρίνεται από τον νομοθέτη αυτοτελώς άξιος προστασίας, επομένως πρέπει να έχει ούτως ή άλλως αξίωση νόμιμης μοίρας, ανεξάρτητα από το αν έχει αξίωση και ο πατέρας του ως πλησιέστερος μεριδούχος ΕΙΤΕ (2η εκδοχή) ο επόμενος μεριδούχος (ο εγγονός) δεν κρίνεται αυτοτελώς άξιος προστασίας, οπότε, αντιστρόφως πλέον, δεν υπάρχει λόγος να περιορίζεται η εξουσία διάθεσης του κληρονομουμένου για χάρη του, ανεξάρτητα από το αν θέλει ή μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ο πλησιέστερος μεριδούχος (το τέκνο). Στο προτεινόμενο σχέδιο, όπως άλλωστε και στο ισχύον δίκαιο, αν το τέκνο του κληρονομούμενου παραιτηθεί, ο εγγονός θα έχει αξίωση νόμιμης μοίρας (δηλαδή κρίνεται άξιος προστασίας από το νομοθέτη)· διαφορετικά δεν θα έχει. Αναρωτιέται κανείς: Μεταβλήθηκε κάτι στην αξιολόγηση του νομοθέτη για την ανάγκη προστασίας του εγγονού επειδή παραιτήθηκε από την αξίωση ο πατέρας του; Άλλωστε, με την εξαίρεση ορισμένων χαριστικών παροχών, κανένας δεν έχει υποχρέωση να διαφυλάττει εν ζωή την περιουσία του από τυχόν κατασπατάληση ενόψει των μελλοντικών μεριδούχων. Αν λοιπόν το τέκνο λάβει τη νόμιμη μοίρα από τον θανόντα πατέρα του, δεν έχει καμία υποχρέωση να τη διαφυλάξει υπέρ των δικών του τέκνων, των εγγονών του κληρονομούμενου. Η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών καλύπτεται με τις διατάξεις περί διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Από την άποψη αυτή, η άσκηση από το τέκνο του δικαιώματος νόμιμης μοίρας, δεν διασφαλίζει με κανένα τρόπο την προστασία στο μέλλον του εγγονού. Ποιος λόγος λοιπόν επιβάλλει να μεταβαίνει η αξίωση νόμιμης μοίρας στον εγγονό αν το τέκνο του κληρονομουμένου δεν επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του; ___________________ Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η νέα διάταξη (1840 § 2) κατά την οποία, όταν παραιτείται κάποιος από τα μελλοντικά κληρονομικά του δικαιώματα, σε περίπτωση αμφιβολίας τα αποτελέσματα της παραίτησης επεκτείνονται και στους δικούς του κατιόντες. Με τη ρύθμιση αυτή ο εγγύτερος κατιών μπορεί να διαθέσει το δικαίωμα του απώτερου. Κατά τη νομοθετική αντίληψη η προστασία του απώτερου κατιόντος δεν έχει κάποια αυτοτέλεια, αλλά είναι απλώς αντανακλαστική της προστασίας του εγγύτερου κατιόντος. Το αποτέλεσμα της διάταξης είναι ότι όταν ο μεριδούχος παραιτείται από τη νόμιμη μοίρα του η αξίωση δεν μεταβαίνει στους δικούς του κατιόντες, δεν υπάρχει δηλαδή διαδοχή. Εδώ διαπιστώνω αξιολογική αντινομία προς το άρθρο 1822. ___________________ Ομοίως δεν φαίνεται αξιολογικά συνεπές να απαγορεύεται μεν η προσαύξηση αλλά να επιβάλλεται η διαδοχή στη νόμιμη μοίρα. Και με τους δύο θεσμούς ο μεριδούχος παίρνει κάτι επειδή δεν το παίρνει ο αρχικός δικαιούχος. Η μόνη διαφορά είναι ότι στην προσαύξηση έχω ήδη κάτι ενώ στη διαδοχή δεν έχω τίποτα. Η διαφορά αυτή δεν επηρεάζει το ερώτημα αν ο μεριδούχος έχει ανάγκη προστασίας. Νομίζω λοιπόν ότι σε κάθε περίπτωση προσαύξηση και διαδοχή πρέπει να αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα. ______________ Η δική μου πρόταση συνίσταται στην πλήρη κατάργηση κάθε διαδοχής (και φυσικά προσαύξησης) στη νόμιμη μοίρα. Στην πραγματικότητα, η διαδοχή στη νόμιμη μοίρα, ιδίως σε περίπτωση παραίτησης, είναι η εκ του νόμου εκχώρηση απαίτησης από τον αρχικά μεριδούχο (λ.χ. τέκνο) σε αυτόν που υπεισέρχεται στη θέση του (λ.χ. εγγονό). Αν είναι έτσι, γιατί να μην αφήσει ο νομοθέτης στην πλήρη εξουσία του αρχικού μεριδούχου την τύχη της αξίωσής του; Αν αυτός θέλει να παραιτηθεί υπέρ του κληρονόμου, μπορεί να το κάνει με άφεση χρέους. Αν πάλι θέλει η αξίωσή του από τη νόμιμη μοίρα να περιέλθει στους δικούς του κατιόντες, ή στον γονέα του κληρονομουμένου, ή ακόμα και σε κάποιον τρίτο, μπορεί πάντοτε να εκχωρήσει την απαίτησή του όπως ρητά επιτρέπεται από το σχέδιο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιβάλλεται νομοθετικά η διαδοχή αν ο μεριδούχος δεν θέλει να ασκήσει το δικαίωμά του. ________________ Νομοτεχνική παρατήρηση: Το σχέδιο υιοθετεί τη σημερινή διατύπωση του νόμου και κάνει απλώς λόγο για παραίτηση. Δεν είναι σαφές αν η παραίτηση αυτή αναφέρεται στην εκ των προτέρων παραίτηση (με κληρονομική σύμβαση) ή στην εκ των υστέρων παραίτηση (με άφεση χρέους). Νοούνται και οι δύο περιπτώσεις; Ποια είναι η σχέση με τη διάταξη του 1840 § 2 για την οποία μίλησα προηγουμένως (η παραίτηση του εγγύτερου κατιόντος καταργεί το δικαίωμα και του απώτερου); Νομίζω το ζήτημα πρέπει να διευκρινιστεί νομοθετικά. V. Περιορισμοί της νόμιμης μοίρας Στο σχέδιο προβλέπεται (1825 § 1) ότι αν ο μεριδούχος έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος και βαρύνεται με κάποιο περιορισμό (πχ κληροδοσία) έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά και να ασκήσει τη χρηματική του αξίωση κατά του κληρονόμου. Εδώ πρόβλημα φαίνεται να δημιουργεί η προθεσμία αποποίησης, η οποία ξεκινάει μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση του περιορισμού. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί ανασφάλεια ως προς τον αληθινό κληρονόμο, η οποία μπορεί να διαρκεί υπέρ το δέον. Παράδειγμα: Ο Κ εγκαθιστά με διαθήκη το μοναδικό του γιο κληρονόμο στο ½ της περιουσίας του. Μετά από μερικά χρόνια ανακαλύπτεται μια διαθήκη με την οποία ο κληρονομούμενος του επιβάλλει μια κληροδοσία. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, ο μεριδούχος μπορεί να αποποιηθεί τότε την κληρονομία που αρχικά αποδέχτηκε. Μάλιστα με το νέο σχέδιο ο μεριδούχος μπορεί να αποποιηθεί οσοδήποτε μικρή και αν είναι η κληροδοσία που τον βαρύνει. Στο ισχύον δίκαιο, στην περίπτωση αυτή δεν θα υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς η καθολική διαδοχή έχει συντελεστεί κανονικά και απλώς η κληροδοσία καθίσταται άκυρη. Αντιθέτως, με τη νέα πρόταση ανατρέπεται συνολικά η κληρονομική διαδοχή. Το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται να είναι δυσανάλογο σε σχέση με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Ίσως θα ήταν ορθότερο να προβλέπεται ότι ο μεριδούχος αποκτά στην περίπτωση αυτή χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου ίση με την αξία του περιορισμού που του επιβάλλεται. Στο παράδειγμα αν η κληροδοσία αφορά ποσό 10000€, ίσως είναι ορθότερο να έχει αξίωση για το ποσό αυτό εν είδει συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας του. Η λύση αυτή φαίνεται να συμβαδίζει καλύτερα και με τη ρύθμιση του νέου άρθρου 1823, που ορίζει ότι αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα, η αξίωσή του υπάρχει για το μέρος που λείπει. Μπορεί δηλαδή εδώ να θεωρηθεί ότι η κληροδοσία απλώς μειώνει αυτό που καταλείφθηκε στον μεριδούχο, με συνέπεια ο μεριδούχος να μην πλέον δικαίωμα αποποίησης αλλά μόνο συμπλήρωσης αυτού που λείπει, απαίτηση δηλαδή αξίωση για την αξία της κληροδοσίας. Παραμένει βέβαια το πρόβλημα αν ο περιορισμός δεν είναι αποτιμητός σε χρήμα (πχ εκτελεστής διαθήκης ή καταπίστευμα). Για την περίπτωση αυτή θα ήταν ίσως να ήταν προτιμότερο να ακολουθείται η λύση του ισχύοντος δικαίου, δηλαδή ακυρότητα του περιορισμού. Μια τέτοια λύση είναι ίσως εγγύτερα στην υποθετική βούληση του διαθέτη που πάντως εγκατάστησε τον μεριδούχο κληρονόμο του. __________ Ένα παρόμοιο πρόβλημα παρατεταμένης αβεβαιότητας δημιουργείται και στην περίπτωση του καταπιστεύματος (1825 § 2). Ίσως πρέπει να προβλεφθεί ότι η προθεσμία να εκκινεί αμέσως μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση για το καταπίστευμα ανεξάρτητα από τον χρόνο επαγωγής. VI. Χρέη της κληρονομίας για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας Στο ισχύον άρθρο 1831 γίνεται λόγος για αφαίρεση χρεών. Όπως έχει καταδείξει ο καθηγητής κύριος Λαδογιάννης, στο ισχύον δίκαιο η ρύθμιση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή τουλάχιστον στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων. Πλέον όμως τα πράγματα αλλάζουν. Για τον υπολογισμό της αξίωσης του μεριδούχου απαιτείται να προσδιοριστεί η αξία και του ενεργητικού και του παθητικού. Έτσι, ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται δυσκολότερος. Παράδειγμα: Ο διαθέτης αποκληρώνει το μοναδικό του τέκνο. Στο ισχύον δίκαιο το τέκνο γίνεται κληρονόμος στο ½ της κληρονομίας. Δεν χρειάζεται κανενός είδους υπολογισμός. Πλέον όμως ακόμα και σε αυτήν την απλή περίπτωση απαιτείται προσδιορισμός της αξίας του ενεργητικού και του παθητικού προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος της χρηματικής αξίωσης του μεριδούχου. Κατά τούτο ανακύπτουν με τη νέα ρύθμιση σημαντικά πρακτικά προβλήματα (και δικονομικής φύσης) ιδίως στην περίπτωση που ανακαλύπτονται, μετά την ικανοποίηση του μεριδούχου, άγνωστα χρέη του κληρονομούμενου. Επίσης ανακύπτουν προβλήματα σε περιπτώσεις κατάχρεων κληρονομιών. Δεν θα υπεισέλθω ειδικότερα στα ζητήματα αυτά. _____________________ Ποια χρέη αφαιρούνται για τον υπολογισμό; Το πρόβλημα ανακύπτει προπάντων για χρέη από χαριστικές δικαιοπραξίες. Α) Μια πρώτη περίπτωση είναι οι δωρεές αιτία θανάτου. Στο σχέδιο ορίζεται ρητά (1827 § 2) ότι προστίθενται στην κληρονομία οποτεδήποτε κι αν έγιναν. Επομένως αυξάνουν την αξία της νόμιμης μοίρας. Καταρχάς δεν φαίνεται δυστυχώς να αποσαφηνίζεται το αμφισβητούμενο από παλιά ζήτημα της νομικής φύσης της δωρεάς αιτία θανάτου και συγκεκριμένα αν πρόκειται για δικαιοπραξία με ενοχικά ή εμπράγματα αποτελέσματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι το σχέδιο υιοθετεί μια επαμφοτερίζουσα στάση: Στη διάταξη αυτή (και αλλού) φαίνεται ότι ο νομοθέτης υιοθετεί μάλλον την εμπράγματη θεωρία, ενώ το άρθρο 1895 § 4 αναφέρεται σε ικανοποίηση δωρεάς αιτία θανάτου, διατύπωση που παραπέμπει σαφώς στην ενοχική θεωρία. Εν πάση περιπτώσει, με το σχέδιο προστίθενται στην κληρονομία σίγουρα οι εμπράγματες δωρεές αιτία θανάτου (→ μεταβιβάσεις λόγω δωρεάς που έγιναν με την αίρεση της συναποβίωσης ή προαποβίωσης του κληρονομουμένου). Τι γίνεται όμως με μεταβιβάσεις λόγω δωρεάς εν ζωή που έγιναν με αναβλητική προθεσμία θανάτου του δωρητή; Για τις δωρεές αυτές, οι οποίες δεν είναι δωρεές αιτία θανάτου, δεν γίνεται κάποια αναφορά στη διάταξη, παρότι δεν διαφέρουν όσον αφορά την επίδραση που έχουν στη νόμιμη μοίρα. Ορθότερο θα ήταν να εξομοιωθούν όλες οι δωρεές που εκπληρώνονται στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και να προστίθενται όλες για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, είτε γίνονται με αίρεση συναποβίωσης ή προαποβίωσης (δωρεές αιτία θανάτου) είτε γίνονται με προθεσμία αποβίωσης του δωρητή. Β) Η δεύτερη περίπτωση αφορά δωρεές οι οποίες δεν έχουν εκπληρωθεί κατά τον χρόνο θανάτου. Για αυτές το σχέδιο δεν ορίζει κάτι. Τυπικά συνιστούν χρέη της κληρονομίας και θα έπρεπε, κατά το γράμμα της διάταξης, να αφαιρούνται για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και επομένως να μειώνουν την αξίωση του μεριδούχου. Έτσι όμως ο κληρονομούμενος θα μπορούσε πρακτικά να εξαλείψει το δικαίωμα του μεριδούχου δημιουργώντας χρέη με δωρεές προς τρίτους ή άλλους μεριδούχους. Νομίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχει ρητή ρύθμιση που να προβλέπει ποιες από αυτές τις δωρεές συνυπολογίζονται ως χρέη. Η πρότασή μου είναι να προβλέπεται ότι υποχρεώσεις που ανέλαβε από χαριστική αιτία ο κληρονομούμενος, εφόσον φυσικά δεν έχουν εκπληρωθεί ως τον θάνατο, λογίζονται ως χρέη (δηλαδή να μειώνουν την αξίωση νόμιμης μοίρας) υπό δύο προϋποθέσεις: Αν α) έγιναν προς μη μεριδούχους και β) καταρτίστηκαν πριν από τουλάχιστον από 5 χρόνια από τον θάνατο. Οι υπόλοιπες υποχρεώσεις από χαριστική αιτία δεν συνυπολογίζονται (έτσι δεν μειώνουν την αξίωση νόμιμης μοίρας). Με την πρόταση αυτή αντιμετωπίζονται με αξιολογική συνέπεια όλες οι χαριστικές παροχές του κληρονομούμενου (προς μεριδούχους ή τρίτους) ανεξάρτητα από το αν έχουν εκπληρωθεί ήδη κατά τον χρόνο θανάτου. VII. Αγωγή κατά δωρεοδόχων (νέο άρθρο 1830) – παλιά μέμψη άστοργης δωρεάς Στο ισχύον δίκαιο οι δωρεές του κληρονομούμενου αντιμετωπίζονται με τη μέμψη άστοργης δωρεάς, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της δωρεάς και την αξίωση του μεριδούχου για μεταβίβαση σε αυτόν του αντικειμένου της. Με την προτεινόμενη διάταξη δεν επέρχεται ανατροπή των δωρεών που έγιναν εν ζωή. Ο μεριδούχος έχει χρηματική αξίωση κατά του δωρεοδόχου για καταβολή του ποσού που λείπει προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του. Προβλέπεται πάντως ότι ο δωρεοδόχος μπορεί να ικανοποιήσει τον μεριδούχο όχι με καταβολή χρημάτων αλλά με απόδοση του δωρηθέντος αντικειμένου. Έτσι αντιστρέφεται η σχέση κανόνα και εξαίρεσης. Κανόνας είναι η υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού εξαίρεση η απόδοση του αντικειμένου της δωρεάς. _________________ Ποιες χαριστικές πράξεις καλύπτονται; Στη διάταξη αναφέρονται οι δωρεές εν ζωή και οι δωρεές αιτία θανάτου. Όσον αφορά τις δωρεές εν ζωή, αμφισβητείται από παλιά εάν συμπεριλαμβάνουν και άλλες χαριστικές πράξεις που δεν συνιστούν κατά κυριολεξία δωρεές, με πλέον χαρακτηριστική τη γονική παροχή. Στο σημείο αυτό η νομολογία θεωρεί ότι σε μέμψη άστοργης δωρεάς υπόκεινται μόνο οι δωρεές και όχι οι γονικές παροχές. Η νέα διάταξη υιοθετεί την σημερινή διατύπωση του νόμου. Έτσι μπορεί κανείς να πιθανολογήσει ότι ο νομοθέτης ακολουθεί τη θέση της νομολογίας. Αν είναι έτσι, πρόκειται μάλλον για ατυχή ρύθμιση. Διότι οι γονικές παροχές και οι δωρεές δεν διαφέρουν ως προς τα αποτελέσματά τους σε βάρος των μεριδούχων. Άλλωστε αμφότερες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας. Νομίζω μάλιστα ότι και η κρατούσα γνώμη στη θεωρία σήμερα εντάσσει τη γονική παροχή στη μέμψη άστοργης δωρεάς. _______________ Οι δωρεές αιτία θανάτου εντάσσονται ρητά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης και έτσι αλλάζει ριζικά ο τρόπος που αντιμετωπίζονται. Κατά το ισχύον δίκαιο (άρθρο 2035) αντιμετωπίζονται ως κληροδοσίες και επομένως θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες αν περιορίζουν τη νόμιμη μοίρα. Πλέον δημιουργούν απλώς υποχρέωση του δωρεοδόχου για καταβολή του ποσού που λείπει για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας. Η ρύθμιση αυτή είναι μάλλον εύλογη ενόψει της γενικότερης αντίληψης που διατρέχει το σχέδιο να μην έχει η νόμιμη μοίρα εμπράγματα αποτελέσματα. ______________ Ορισμένες τελευταίες παρατηρήσεις για τη ρύθμιση: Παρότι πλέον η αξίωση του μεριδούχου είναι καθαρά χρηματική στη δεύτερη παράγραφο γίνεται λόγος για ανατροπή δωρεάς. Προφανώς πρόκειται για παραδρομή και πρέπει να διορθωθεί. Δεν διευκρινίζεται επίσης το ύψος της αξίωσης του μεριδούχου. Όπως έχει σήμερα το σχέδιο, φαίνεται σαν ο μεριδούχος να έχει αξίωση για το σύνολο του μέρους που λείπει. Ο δωρεοδόχος όμως δεν μπορεί να ευθύνεται πάνω από την αξία του αντικειμένου που έλαβε. Αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί στη διάταξη. Στο ισχύον δίκαιο δεν είναι απαραίτητη τέτοια πρόβλεψη επειδή η μέμψη οδηγεί απλώς σε ανατροπή της δωρεάς. Η ευθύνη του δωρεοδόχου είναι έτσι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Περαιτέρω, αν τεθεί ως όριο η αξία του αντικειμένου της δωρεάς, όπως προτείνω, θα πρέπει να διευκρινιστεί ο κρίσιμος χρόνος στον οποίο θα υπολογιστεί η αξία αυτή. Κατά τη γνώμη μου ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι ο χρόνος θανάτου, αφού τότε γεννιέται η υποχρέωση του δωρεοδόχου. Με την πρόβλεψη αυτή ο δωρεοδόχος ούτε επιβαρύνεται ούτε ωφελείται σε βάρος του μεριδούχου από τυχόν αυξομειώσεις της αξίας της δωρεάς που έλαβε. Η λύση αυτή συμβαδίζει και με τη ρύθμιση του άρθρου 1827: «Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση […] της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου». Φρονώ τέλος ότι ο δωρεοδόχος θα πρέπει απαλλάσσεται από την υποχρέωση για καταβολή χρηματικού ποσού όχι μόνο όταν αποδίδει το ίδιο το αντικείμενο της δωρεάς, αλλά και όταν αποδίδει το αντάλλαγμα που πιθανόν έλαβε από την περαιτέρω μεταβίβασή του, κατ’ αναλογία προς το άρθρο 908 ΑΚ στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Παράδειγμα: Έλαβε ακίνητο αξίας 100.000 € και το πούλησε (πριν από τον θάνατο φυσικά) για 90.000 €. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να απαλλάσσεται αν αποδώσει το ποσό αυτό, όχι τα 100.000 €. Η ευθύνη του δωρεοδόχου πρέπει να φτάνει μέχρι του σημείου να αφαιρείται το όφελος που πραγματικά αποκόμισε από τη δωρεά. Δεν φαίνεται σωστό να επιβαρύνεται πέραν του ορίου αυτού υπέρ του μεριδούχου. Νομίζω πρέπει να προστεθεί στη διάταξη σχετική πρόβλεψη. _____________