Το Βιβλίο Πέμπτο του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), αντικαθίσταται ως εξής:
«ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η κληρονομική διαδοχή γενικά
Άρθρο 1710
Έννοια
Κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από τον νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη, κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου) σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι).
Η κληρονομική διαδοχή από τον νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διάταξη τελευταίας βούλησης ή όταν η διαδοχή από αυτή ματαιωθεί ολικά ή μερικά.
Άρθρο 1711
Ύπαρξη κληρονόμου
Κληρονόμος μπορεί να γίνει όποιος κατά τον χρόνο της επαγωγής βρίσκεται στη ζωή ή έχει τουλάχιστον συλληφθεί. Κληρονόμος μπορεί να γίνει και το τέκνο που γεννήθηκε ύστερα από μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Χρόνος της επαγωγής είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1712
Εγκατάσταση κληρονόμου
Ο κληρονομούμενος μπορεί να εγκαταστήσει κληρονόμο με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Άρθρο 1713
Αποκλεισμός από την εξ αδιαθέτου διαδοχή
Ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει κληρονόμο, να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή ή τον σύζυγο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα.
Άρθρο 1714
Κληροδοσία
Ο κληρονομούμενος μπορεί με διάταξη τελευταίας βούλησης να προσπορίσει σε κάποιον περιουσιακή ωφέλεια, χωρίς να τον εγκαταστήσει κληρονόμο (κληροδοσία).
Άρθρο 1715
Τρόπος
Ο κληρονομούμενος μπορεί με διάταξη τελευταίας βούλησης να υποχρεώσει τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο σε παροχή, χωρίς να προσπορίσει σε άλλον δικαίωμα σε αυτή την παροχή (τρόπος).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Σύνταξη, ανάκληση και δημοσίευση διαθηκών
Άρθρο 1716
Αυτοπρόσωπη σύνταξη
Η διαθήκη συντάσσεται μόνο αυτοπροσώπως και μόνο κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο.
Άρθρο 1717
Σύνταξη διαθήκης από περισσοτέρους
Η σύνταξη διαθήκης από περισσοτέρους με την ίδια πράξη μπορεί να ισχύσει ως κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τελευταίας· διαφορετικά είναι άκυρη.
Άρθρο 1718
Ακυρότητα διαθήκης
Διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1751, είναι άκυρη εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Άρθρο 1719
Ανίκανοι
Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι: 1. οι ανήλικοι που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος· 2. όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη· 3. όσοι κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Η ανικανότητα των συμπαραστατουμένων αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.
Άρθρο 1720
Διαθήκη συμπαραστατούμενου
Αν ο συμπαραστατούμενος, από τον οποίον είχε αφαιρεθεί ρητά η ικανότητα να συντάσσει διαθήκη, συνέταξε διαθήκη προτού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον υπέβαλε σε δικαστική συμπαράσταση, η μεταγενέστερη τελεσιδικία της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της διαθήκης, αν ο διαθέτης απεβίωσε πριν από την τελεσιδικία. Αν ο συμπαραστατούμενος συνέταξε διαθήκη μετά την υποβολή της αίτησης για άρση της δικαστικής συμπαράστασης ή την έκδοση της πράξης, με την οποία εισάγεται αυτεπαγγέλτως η υπόθεση της άρσης στο δικαστήριο, και απεβίωσε πριν από την τελεσιδικία της απόφασης με την οποία το δικαστήριο προέβη στην άρση της συμπαράστασης, θεωρείται ότι ήταν ικανός προς σύνταξη διαθήκης.
Άρθρο 1721
Ιδιόγραφη διαθήκη
Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτουν η ημέρα, ο μήνας και το έτος.
Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανέναν άλλο τύπο.
Ψευδής, εσφαλμένη ή ελλιπής χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από τον διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί.
Άρθρο 1722
Κατάθεση ιδιόγραφης
Η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από τον διαθέτη ή άλλον για λογαριασμό του διαθέτη σε συμβολαιογράφο για φύλαξη κατά τις κοινές διατάξεις για την κατάθεση των εγγράφων. Αν κατατεθεί από άλλον, ο συμβολαιογράφος οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να ειδοποιήσει τον διαθέτη και να βεβαιώσει ότι τον ειδοποίησε.
Άρθρο 1723
Ανίκανος για ιδιόγραφη
Ο ανήλικος και όποιος δεν είναι ικανός να διαβάζει χειρόγραφα δεν μπορούν να συντάξουν ιδιόγραφη διαθήκη.
Άρθρο 1724
Ιδιόγραφη διαθήκη από πρόσωπα που περιθάλπονται σε νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και άλλα θεραπευτήρια
Ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία καταρτίζεται από πρόσωπα που περιθάλπονται σε νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και άλλα θεραπευτήρια κατά τη διάρκεια της περίθαλψής τους ή εντός τριών (3) μηνών από τη διακοπή της για οποιονδήποτε λόγο, είναι άκυρη κατά το μέρος που με αυτήν εγκαθίστανται κληρονόμοι νομικά πρόσωπα ή φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με τα ως άνω ιδρύματα, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που θα περιλαμβάνονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους.
Άρθρο 1725
Δημόσια διαθήκη
Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες δύο (2) μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας (1) μάρτυρας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1726 έως 1738.
Άρθρο 1726
Κώλυμα συμμετοχής συζύγου ή συγγενούς ως συμβολαιογράφου ή μάρτυρα
Ως συμβολαιογράφος ή μάρτυρας δεν μπορεί να συμπράξει για τη σύνταξη διαθήκης: 1. ο σύζυγος ή αυτός που διετέλεσε σύζυγος του διαθέτη· 2. ο συγγενής του διαθέτη σε ευθεία γραμμή ή έως και τον τρίτο βαθμό σε πλάγια γραμμή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας.
Άρθρο 1727
Κώλυμα συμμετοχής του τιμώμενου, του εκτελεστή ή συγγενούς τους ως συμβολαιογράφου ή μάρτυρα
Ως συμβολαιογράφος ή μάρτυρας δεν μπορεί να συμπράξει για τη σύνταξη διαθήκης ο τιμώμενος με αυτή ή εκείνος που διορίζεται με αυτή εκτελεστής, ή όποιος βρίσκεται προς κάποιον τιμώμενο ή διοριζόμενο ως εκτελεστή στη διαθήκη σε κάποια από τις σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1726.
Η σύμπραξη προσώπου που αποκλείεται κατά την παρ. 1 συνεπάγεται μόνο την ακυρότητα της διάταξης υπέρ του τιμώμενου προσώπου ή υπέρ του εκτελεστή.
Άρθρο 1728
Μη σύμπραξη ως δεύτερου συμβολαιογράφου ή μάρτυρος
Ως δεύτερος συμβολαιογράφος ή μάρτυρας δεν μπορεί να συμπράξει στη σύνταξη της διαθήκης όποιος διατελεί προς τον συμβολαιογράφο που συντάσσει τη διαθήκη σε κάποια σχέση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1726.
Οι μάρτυρες και ο δεύτερος συμβολαιογράφος δεν πρέπει να έχουν μεταξύ τους κάποια σχέση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1726· η παράβαση όμως της παραγράφου αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1729
Αδυναμία σύμπραξης ως μάρτυρα σε διαθήκη
Ως μάρτυρες για σύνταξη διαθήκης δεν μπορούν να συμπράττουν:
1. όποιοι δεν έχουν καθόλου όραση ή ακοή· 2. συνεργάτες ή υπάλληλοι του συμβολαιογράφου· 3. οι ανήλικοι· 4. όποιοι δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα.
Άρθρο 1730
Συμβολαιογράφος που αγνοεί τον διαθέτη ή τους μάρτυρες
Ο διαθέτης και οι μάρτυρες πρέπει να είναι γνωστοί στον συμβολαιογράφο που συντάσσει τη διαθήκη.
Αν ο διαθέτης, σύμφωνα με τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου, δεν είναι γνωστός σε αυτόν, οι μάρτυρες πρέπει να βεβαιώσουν την ταυτότητα του διαθέτη. Αν για τη σύνταξη της διαθήκης συμπράττει και άλλος συμβολαιογράφος, αρκεί ο διαθέτης να είναι γνωστός σε αυτόν.
Μόνη η απόδειξη ότι ο συμβολαιογράφος αγνοούσε τον διαθέτη ή τους μάρτυρες ή ότι οι μάρτυρες αγνοούσαν τον διαθέτη ή ότι δεν βεβαίωσαν την ταυτότητά του, δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1731
Δήλωση της θέλησης του διαθέτη
Ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν. Ο διαθέτης μπορεί να υπαγορεύει από σχέδιο ή να κάνει χρήση σημειώσεων. Σε περίπτωση σοβαρής αναπηρίας λόγου, ο διαθέτης μπορεί να χρησιμοποιεί μηχανικά ή ηλεκτρονικά μέσα που επιτρέπουν τη φωνητική απόδοση της τελευταίας του βούλησης ή να προσλαμβάνει διερμηνέα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1738.
Τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξη της διαθήκης πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης.
Απαγορεύεται η παρουσία κατά τη σύνταξη της διαθήκης οποιουδήποτε άλλου, πέρα από τον διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν.
Άρθρο 1732
Όρκιση μαρτύρων
Οι μάρτυρες ορκίζονται ενώπιον του συμβολαιογράφου και του διαθέτη ότι θα τηρήσουν μυστικές τις διατάξεις της διαθήκης έως τη δημοσίευσή της. Η παράβαση της διάταξης αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1733
Πράξη για τη δημόσια διαθήκη
Για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη που πρέπει να περιέχει: 1. την ημέρα, τον μήνα, το έτος και τον τόπο της σύνταξής της· 2. τον προσδιορισμό του διαθέτη, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του· 3. το όνομα και επώνυμο του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν καθώς επίσης, χωρίς ποινή ακυρότητας, την έδρα του συμβολαιογράφου και το επάγγελμα και την κατοικία των λοιπών προσώπων που συμπράττουν· 4. τη δήλωση της τελευταίας βούλησης του διαθέτη και τη μνεία ότι τηρήθηκαν όσα προβλέπονται στο άρθρο 1731.
Η πράξη πρέπει να μνημονεύει επίσης ότι τηρήθηκαν όσα προβλέπονται στα άρθρα 1730 και 1732· η παράλειψη της διατύπωσης της παραγράφου αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1734
Ανάγνωση και υπογραφή της πράξης
Η πράξη πρέπει να διαβασθεί στον διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και να βεβαιωθεί αυτό στην πράξη.
Η πράξη πρέπει να υπογραφεί από τον διαθέτη και από τα πρόσωπα που συμπράττουν. Πράξεις με περισσότερα φύλλα πρέπει να υπογράφονται και στο τέλος κάθε φύλλου. Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην πράξη.
Άρθρο 1735
Άλλες διατυπώσεις
Οι γενικές διατάξεις για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα εφαρμόζονται και στη δημόσια διαθήκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά.
Άρθρο 1736
Σύνταξη διαθήκης από κωφό
Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι είναι κωφός, πρέπει επιπλέον να δοθεί σε αυτόν η πράξη για να τη διαβάσει και να βεβαιωθεί στην πράξη ότι αυτό έγινε.
Άρθρο 1737
Διαθέτης κωφός που δεν γνωρίζει ανάγνωση
Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι είναι κωφός και δεν μπορεί να διαβάζει, η διαθήκη συντάσσεται ενώπιον τριών (3) μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και δύο (2) μαρτύρων.
Άρθρο 1738
Διαθέτης που αγνοεί την ελληνική γλώσσα
Αν ο συμβολαιογράφος διαπιστώσει ότι ο διαθέτης αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ή αν ο διαθέτης δηλώσει ότι αγνοεί τα ελληνικά, προσλαμβάνεται διερμηνέας. Ως προς τον διερμηνέα εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1726 έως 1729 για τους μάρτυρες.
Ο διερμηνέας ορκίζεται ότι θα διερμηνεύσει πιστά τη θέληση του διαθέτη, και μεταφράζει την πράξη, πριν από την υπογραφή της, στη γλώσσα στην οποία εκφράζεται ο διαθέτης, ενώ οι άλλοι ακούουν.
Ο διερμηνέας είναι της εκλογής του διαθέτη και ορκίζεται ότι θα τηρήσει μυστικές τις διατάξεις της διαθήκης έως τη δημοσίευσή της· η παράβαση όμως αυτή δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Η πράξη, πέρα από όσα ορίζονται στα άρθρα 1733 και 1734, περιέχει το όνομα και το επώνυμο του διερμηνέα και τη βεβαίωση ότι τηρήθηκαν όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2, και υπογράφεται και από τον διερμηνέα. Περιέχει, επίσης, χωρίς όμως ποινή ακυρότητας της διαθήκης, ότι τηρήθηκαν όσα ορίζονται στην παρ. 3.
Άρθρο 1739
Μυστική διαθήκη
Για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης ο διαθέτης εγχειρίζει στον συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες δύο (2) μάρτυρες, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.
Άρθρο 1740
Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων στη μυστική διαθήκη
Τα άρθρα 1726 έως 1730 για τον συμβολαιογράφο και τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν εφαρμόζονται και στη μυστική διαθήκη.
Άρθρο 1741
Το έγγραφο που εγχειρίζεται
Το έγγραφο που εγχειρίζεται γραμμένο από τον διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο ή με μηχανικά μέσα, με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1745, φέρει την υπογραφή του διαθέτη. Αν είναι γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον ή με μηχανικά μέσα, φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Η παρ. 4 του άρθρου 1721 εφαρμόζεται και εδώ.
Άρθρο 1742
Σφράγιση
Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχθεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγισθεί με τέτοιον τρόπο μπροστά στον διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν.
Άρθρο 1743
Σημείωση στο έγγραφο
Στο έγγραφο που είναι σφραγισμένο ή που σφραγίζεται κατά το άρθρο 1742, ή στο περικάλυμμά του, ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία της εγχείρισης, και η σημείωση αυτή πρέπει να υπογραφεί από τον διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στη σημείωση.
Η παρ. 2 του άρθρου 1731 εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση.
Άρθρο 1744
Πράξη για τη μυστική διαθήκη
Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί πράξη.
Στην πράξη αυτή εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1733 παρ. 1 αριθ. 1, 2, 3, 1734, 1735 και 1736. Στην πράξη πρέπει να βεβαιώνεται επίσης ότι τηρήθηκαν όσα ορίζονται στα άρθρα 1731 παρ. 2, 1739, 1742 και 1743.
Ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώνει στο έγγραφο που του εγχειρίσθηκε ή στο περικάλυμμά του τον αριθμό της πράξης και να τα προσαρτά στην πράξη· η παράβαση όμως της παραγράφου αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1745
Διαθέτης που δεν μπόρεσε να υπογράψει
Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι μπορεί να διαβάζει χειρόγραφα, αλλά δεν μπορεί να γράψει, ή ότι δεν μπόρεσε να θέσει την υπογραφή του στο έγγραφο που περιέχει την τελευταία του βούληση, πρέπει επιπλέον να δηλώσει ενώπιον του συμβολαιογράφου και των προσώπων που συμπράττουν ότι το διάβασε και να διευκρινίσει την αιτία που τον εμπόδισε να υπογράψει. Όλα αυτά πρέπει να βεβαιωθούν στην πράξη.
Άρθρο 1746
Διαθέτης με σοβαρή αναπηρία λόγου
Όποιος, κατά τη διαπίστωση του συμβολαιογράφου, έχει σοβαρή αναπηρία λόγου ή από άλλη αιτία εμποδίζεται να μιλάει, μπορεί να συντάξει μυστική διαθήκη. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να γράψει επάνω στο έγγραφο που εγχειρίζεται ή στο περικάλυμμά του, ιδιοχείρως τη δήλωση ότι το έγγραφο είναι η διαθήκη του και, αν το έγγραφο γράφηκε από άλλον, ότι το διάβασε ο διαθέτης.
Αυτή η δήλωση πρέπει να γραφεί από τον διαθέτη ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν και να βεβαιωθεί αυτό στην πράξη.
Άρθρο 1747
Διαθέτης που αγνοεί την ελληνική γλώσσα
Αν ο συμβολαιογράφος διαπιστώσει ότι ο διαθέτης αγνοεί την ελληνική γλώσσα ή αν ο διαθέτης δηλώσει ότι αγνοεί τα ελληνικά, εφαρμόζεται αναλόγως και στη μυστική διαθήκη το άρθρο 1738.
Άρθρο 1748
Μυστική που ισχύει ως ιδιόγραφη
Άκυρη μυστική διαθήκη ισχύει ως ιδιόγραφη, αν είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη.
Άρθρο 1749
Ανίκανος για μυστική διαθήκη
Ο ανήλικος και όποιος δεν είναι ικανός να διαβάζει δεν μπορούν να συντάξουν μυστική διαθήκη.
Άρθρο 1750
Διαθήκη σε έκτακτες περιστάσεις (έκτακτη διαθήκη)
Όποιος διατρέχει άμεσο κίνδυνο θανάτου και λόγω έκτακτων περιστάσεων, ιδίως αποκλεισμού, επιδημίας, θαλάσσιου ταξιδιού ή πολέμου, είναι αδύνατη ή σημαντικά δυσχερής η κατάρτιση διαθήκης με κάποιον από τους τύπους των άρθρων 1721 έως 1749, μπορεί να συντάξει διαθήκη δηλώνοντας προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον τριών (3) μαρτύρων.
Η δήλωση του διαθέτη και οι έκτακτες περιστάσεις υπό τις οποίες συντάσσεται η διαθήκη καταγράφονται από έναν (1) μάρτυρα, το έγγραφο χρονολογείται και υπογράφεται από όλους τους μάρτυρες.
Τα άρθρα 1725 έως 1738 εφαρμόζονται αναλόγως.
Παραβάσεις του τύπου δεν επάγονται την ακυρότητα της διαθήκης, αν αποδειχθεί ότι η καταγραφή της περιλαμβάνει την αληθινή δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης.
Άρθρο 1751
Ισχύς των διαθηκών σε έκτακτες περιστάσεις
Διαθήκη που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 1750 καθίσταται ανίσχυρη μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από τη σύνταξή της, εφόσον ο διαθέτης είναι ακόμη εν ζωή.
Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διάστημα ο διαθέτης αδυνατεί να συντάξει διαθήκη με κάποιον από τους τύπους των άρθρων 1721 έως 1749.
Αν ο διαθέτης πριν από την παρέλευση της προθεσμίας βρεθεί πάλι κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, η προθεσμία διακόπτεται. Η προθεσμία που διακόπηκε αρχίζει και πάλι μετά την παρέλευση των έκτακτων περιστάσεων.
Αν ο διαθέτης κηρυχθεί άφαντος μετά τη λήξη της προθεσμίας, η διαθήκη παραμένει σε ισχύ εφόσον η προθεσμία δεν είχε λήξει κατά τον χρόνο έναρξης της αφάνειας.
Άρθρο 1752
Παράδοση έκτακτης διαθήκης
Εκείνος που έχει καταγράψει την τελευταία βούληση του διαθέτη οφείλει να παραδώσει την έκτακτη διαθήκη σε συμβολαιογράφο στην Ελλάδα ή σε ελληνική προξενική αρχή στο εξωτερικό.
Εκείνος που παραδίδει τη διαθήκη οφείλει συγχρόνως να γνωστοποιήσει στον συμβολαιογράφο ή την προξενική αρχή τον τυχόν θάνατο του διαθέτη και κάθε άλλη γνωστή σε αυτόν πληροφορία για τον τόπο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη· σχετική μνεία γίνεται στην πράξη της παράδοσης.
Για την παράδοση της διαθήκης συντάσσεται πράξη, η οποία υπογράφεται από αυτόν που παραλαμβάνει και από αυτόν που παραδίδει τη διαθήκη. Ο συμβολαιογράφος ή η προξενική αρχή που παρέλαβε τη διαθήκη έχει υποχρέωση να στείλει αντίγραφο της πράξης αυτής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Η διαθήκη που παραδόθηκε φυλάσσεται από τον συμβολαιογράφο ή την προξενική αρχή και δημοσιεύεται μετά τον θάνατο του διαθέτη.
Η μη τήρηση όσων ορίζονται στο άρθρο αυτό δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Άρθρο 1753
Ανάκληση διαθήκης
Κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί: 1. με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη· αν η μεταγενέστερη ανακληθεί, η προγενέστερη διαθήκη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί· 2. με δήλωση που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία δύο (2) μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων. Αν αυτή η δήλωση ανακληθεί, η διαθήκη ενεργεί σαν να μην είχε ανακληθεί.
Άρθρο 1754
Μεταγενέστερη διαθήκη
Μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προγενέστερη, μόνο κατά το μέρος που αντίκειται σε αυτήν.
Αν η μεταγενέστερη ανακληθεί, η προγενέστερη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί.
Άρθρο 1755
Ανάκληση ιδιόγραφης
Ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ανακληθεί και αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφό της ή επιχειρήσει σε αυτό μεταβολές, με τις οποίες συνήθως εκφράζεται η βούληση για ανάκληση έγγραφης δήλωσης.
Αν ο διαθέτης κατέστρεψε το έγγραφο της διαθήκης ή το μετέβαλε με τον τρόπο που σημειώθηκε , τεκμαίρεται ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει τη διαθήκη.
Άρθρο 1756
Ανάκληση μυστικής
Μυστική διαθήκη θεωρείται ότι έχει ανακληθεί, αν ο διαθέτης αναλάβει το έγγραφο που περιέχει την τελευταία βούλησή του και είχε εγχειρισθεί στον συμβολαιογράφο και σφραγισθεί.
Αν θεωρηθεί ότι το έγγραφο αυτό έχει ισχύ ιδιόγραφης διαθήκης, η ανάληψη δεν θεωρείται ανάκλησή της.
Ο διαθέτης μπορεί να ενεργήσει οποτεδήποτε την ανάληψη. Η απόδοση του εγγράφου μπορεί να γίνει μόνο προσωπικά στον διαθέτη. Για την απόδοση συντάσσεται πράξη κατά τις κοινές διατάξεις, κάτω από την πράξη της κατάρτισης της μυστικής διαθήκης.
Άρθρο 1757
Ανάληψη κατατεθείσας για φύλαξη ιδιόγραφης διαθήκης
Ιδιόγραφη διαθήκη που έχει κατατεθεί στον συμβολαιογράφο για φύλαξη μπορεί να αναληφθεί με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 1756. Η ανάληψη όμως δεν θεωρείται ανάκλησή της.
Άρθρο 1758
Άλλοι όροι για την ανάκληση
Τα άρθρα 1716 έως 1720 εφαρμόζονται αναλόγως και στην ανάκληση διαθήκης.
Άρθρο 1759
Δημοσίευση διαθήκης
Συμβολαιογράφος, στον οποίο υπάρχει διαθήκη, οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να δημοσιεύσει τη διαθήκη στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών «Μητρώο Διαθηκών», που τηρείται από τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας.
Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να την εμφανίσει για δημοσίευση σε συμβολαιογράφο.
Για τη δημοσίευση διαθήκης ο συμβολαιογράφος συντάσσει πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με τα τυχόν εξωτερικά ελαττώματά της.Ο συμβολαιογράφος φυλάσσει στο αρχείο του τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσίευσε.
Άρθρο 1760
Δημοσίευση από προξενική αρχή
Προξενική αρχή, στην οποία υπάρχει διαθήκη, οφείλει, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να τη δημοσιεύσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1759, συντάσσοντας πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και το οποίο υπογράφεται από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής και ακόμη έναν υπάλληλο του προξενείου. Το πρωτότυπο της διαθήκης με το τυχόν περικάλυμμα, αφού θεωρηθεί από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής κατά το άρθρο 1759, προσαρτάται στο πρακτικό και φυλάσσεται στα αρχεία του προξενείου.
Άρθρο 1761
Εμφάνιση δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης από διαμένοντα στο εξωτερικό
Αν αυτός που κατέχει την ιδιόγραφη διαθήκη διαμένει στο εξωτερικό, μπορεί να την εμφανίσει για δημοσίευση και στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 1760.
Σχετικά με την παράδοση στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της διαθήκης για δημοσίευση συντάσσεται πράξη, την οποία υπογράφουν αυτός που έλαβε και αυτός που παρέδωσε τη διαθήκη.
Άρθρο 1762
Κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας
Ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία έχει δημοσιευθεί, μπορεί να κηρυχθεί κυρία.
Άρθρο 1763
Παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ιδιόγραφης διαθήκης
Δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είχε κατατεθεί προς φύλαξη από τον διαθέτη κατά το άρθρο 1722 παράγει τα έννομα αποτελέσματά της πριν από την κήρυξή της ως κυρίας. Αν δεν είχε κατατεθεί προς τέτοια φύλαξη, παράγει τα έννομα αποτελέσματά της πριν από την κήρυξή της ως κυρίας μόνο αν με αυτήν τιμώνται και συγγενείς που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής καθώς και ο σύζυγος. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, πρέπει να κηρυχθεί κυρία, για να παραγάγει τα έννομα αποτελέσματά της. Το ίδιο ισχύει και αν η διαθήκη δημοσιεύθηκε μετά την πάροδο δύο (2) ετών από τον θάνατο του κληρονομουμένου, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του τιμωμένου.
Άρθρο 1764
Τεκμήριο γνησιότητας κυρίας διαθήκης
Ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία τεκμαίρεται γνήσια, αν επί πέντε (5) έτη από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε πρόσωπα που αντλούν δικαιώματα από αυτήν ή που βλάπτονται από την ύπαρξή της.
Άρθρο 1765
Μη ακυρότητα
Η μη τήρηση των άρθρων 1759 έως 1763 δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Περιεχόμενο της διαθήκης
Άρθρο 1766
Διάταξη υπέρ αορίστου προσώπου
Είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης υπέρ προσώπου τόσο αορίστου, ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος.
Άρθρο 1767
Διάταξη εξαιτίας απειλής ή δόλου
Η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη.
Η διάταξη είναι επίσης ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη.
Άρθρο 1768
Διάταξη από πλάνη περί την ταυτότητα
Η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη περί την ταυτότητα του τιμωμένου ή του αντικειμένου που ήθελε να αφήσει. Η εσφαλμένη ονομασία ή περιγραφή προσώπου ή αντικειμένου δεν παραβλάπτει το κύρος της διάταξης.
Άρθρο 1769
Διάταξη από πλάνη από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη
Η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη.
Άρθρο 1770
Διάταξη υπέρ του συζύγου ή του συντρόφου με σύμφωνο συμβίωσης
Η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του σε περίπτωση αμφιβολίας είναι ακυρώσιμη, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του, ή είχε συναφθεί η συμφωνία για τη συναινετική λύση του γάμου, ή είχε υποβληθεί η κοινή ψηφιακή δήλωση κατά το άρθρο 1441. Το ίδιο ισχύει και αν είχε υπογραφεί η συναινετική ή η μονομερής πράξη για τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.
Άρθρο 1771
Παράλειψη μεριδούχου
Αν ο διαθέτης στη διαθήκη του παρέλειψε τον μεριδούχο που υπήρχε κατά τον θάνατό του και η ύπαρξή του κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε ή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της, η διαθήκη είναι ακυρώσιμη κατά το μέτρο που περιορίζει την εξ αδιαθέτου μερίδα του παραλειφθέντος μεριδούχου.
Η ακύρωση αποκλείεται όταν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα προέβαινε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που υπήρχε ή επήλθε.
Άρθρο 1772
Ποιος ζητεί την ακύρωση
Την ακύρωση της διάταξης της διαθήκης στις περιπτώσεις των άρθρων 1767 έως 1771 μπορεί να ζητήσει μόνο εκείνος που ωφελείται άμεσα από την ακύρωσή της, και στην περίπτωση του άρθρου 1771 μόνο ο μεριδούχος που παραλείφθηκε. Το άρθρο 145 δεν εφαρμόζεται στην ακύρωση διάταξης της διαθήκης.
Άρθρο 1773
Αποσβεστική προθεσμία
Το δικαίωμα για ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης αποσβήνεται δύο (2) έτη μετά τη δημοσίευση της διαθήκης.
Άρθρο 1774
Εξάρτηση διάταξης από τη γνώμη άλλου
Ο διαθέτης δεν μπορεί να εξαρτήσει την ισχύ διάταξης τελευταίας βούλησης από τη γνώμη άλλου. Δεν μπορεί επίσης να αναθέσει σε άλλον τον προσδιορισμό είτε του τιμώμενου προσώπου είτε του πράγματος που καταλείπεται.
Άρθρο 1775
Διάταξη υπέρ «συγγενών»
Αν ο διαθέτης χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό μνημόνευσε στη διαθήκη τους «εξ αδιαθέτου» ή τους «νόμιμους» κληρονόμους του ή τους «συγγενείς» του, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχουν τιμηθεί εκείνοι που καλούνται εξ αδιαθέτου κατά τον χρόνο της επαγωγής, κατά την αναλογία της μερίδας τους.
Άρθρο 1776
Διάταξη υπέρ κατιόντος
Αν ο διαθέτης μνημόνευσε στη διαθήκη του κατιόντα του, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν αυτός εκπέσει από οποιονδήποτε λόγο, τη θέση του παίρνουν οι δικοί του κατιόντες, εφόσον θα καλούνταν εξ αδιαθέτου.
Άρθρο 1777
Διάταξη για τους φτωχούς ή απόρους
Όσα καταλείπονται στους φτωχούς ή απόρους χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχουν καταλειφθεί στην αρμόδια υπηρεσία του δήμου, στον οποίο ο διαθέτης είχε την τελευταία κατοικία ή διαμονή του και, αν αυτή δεν βρισκόταν στην Ελλάδα, θεωρείται ότι έχουν καταλειφθεί στο Δημόσιο και ξοδεύονται για τους φτωχούς ή απόρους.
Άρθρο 1778
Αμφιβολία ως προς τον τιμώμενο
Αν ο προσδιορισμός του τιμωμένου από τον διαθέτη αρμόζει σε περισσότερα πρόσωπα και δεν μπορεί να εξακριβωθεί σε ποιο από αυτά απέβλεπε, θεωρείται ότι όλα αυτά τα πρόσωπα έχουν τιμηθεί κατά ίσα μέρη.
Άρθρο 1779
Αίρεση ακατάληπτη
Οι ακατάληπτες αιρέσεις που έχουν προστεθεί σε διάταξη τελευταίας βούλησης θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί.
Άρθρο 1780
Παράνομη ή ανήθικη αίρεση, αίρεση αγαμίας ή χηρείας
Παράνομη ή ανήθικη αίρεση που προστίθεται σε διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και αίρεση αγαμίας ή χηρείας, θεωρείται σαν να μην έχουν γραφεί.
Άρθρο 1781
Διάταξη δελεαστική
Η κατάλειψη με διάταξη τελευταίας βούλησης υπό την αίρεση της αμοιβαίας ελευθεριότητας σε διαθήκη από τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο είναι άκυρη.
Άρθρο 1782
Αίρεση αναβλητική
Η διάταξη διαθήκης που εξαρτάται από αναβλητική αίρεση, σε περίπτωση αμφιβολίας, ισχύει μόνο αν ο τιμώμενος με τη διάταξη αυτή ζει όταν πληρωθεί η αίρεση.
Άρθρο 1783
Αίρεση που επιβάλλει παράλειψη
Αν με διάταξη τελευταίας βούλησης έχει καταλειφθεί οτιδήποτε με την αίρεση ότι ο τιμώμενος θα παραλείψει ορισμένη ενέργεια ή θα εξακολουθήσει να την επιχειρεί για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι η διάταξη έχει τεθεί με διαλυτική αίρεση αντίθετου περιεχομένου.
Άρθρο 1784
Αίρεση που θεωρείται ότι έχει πληρωθεί
Αν απαιτείται να συμπράξει τρίτος για να πληρωθεί η αίρεση, με την οποία έχει γραφεί ο τιμώμενος, και ο τρίτος αρνείται να συμπράξει, η αίρεση, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει πληρωθεί.
Άρθρο 1785
Ιδιότητα του τιμωμένου
Αν ο διαθέτης άφησε στον τιμώμενο ολόκληρη την περιουσία ή ποσοστό της ή ειδικά αντικείμενα τα οποία, λαμβανομένης υπόψη της αξίας της κληρονομίας, αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα αυτής, θεωρείται ότι ο τιμώμενος έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος, ακόμη και αν δεν ονομάστηκε κληρονόμος.
Αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας και λαμβανομένης υπόψη της αξίας αυτών σε σχέση με το σύνολο της κληρονομίας, αυτός θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος.
Άρθρο 1786
Εγκατάσταση σε μέρος της κληρονομίας
Αν έχει εγκατασταθεί ένας μόνο κληρονόμος και έχει περιορισθεί σε μέρος της κληρονομίας, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Το ίδιο ισχύει και όταν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιορισθεί σε μέρος της κληρονομίας και το σύνολο των καταλειφθέντων δεν εξαντλεί τον κλήρο.
Άρθρο 1787
Αν, σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη, οι εγκατάστατοι γράφηκαν ως οι μόνοι κληρονόμοι, καθένας από αυτούς εγκαταστάθηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη αύξηση των ποσοστών.
Άρθρο 1788
Εγκαταστάσεις που υπερβαίνουν τον κλήρο
Αν καθένας από τους εγκαταστάτους γράφηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά υπερβαίνουν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη μείωση των ποσοστών.
Άρθρο 1789
Εγκαταστάσεις αορίστως
Αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κληρονόμοι χωρίς προσδιορισμό των μερίδων, θεωρούνται όλοι εγκατάστατοι σε ίσα μέρη, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 1775 και 1776.
Άρθρο 1790
Εγκαταστάσεις με προσδιορισμό και χωρίς προσδιορισμό μερών
Αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κληρονόμοι, από τους οποίους μερικοί σε ποσοστά και άλλοι χωρίς προσδιορισμό μερίδων, εκείνοι που έχουν εγκατασταθεί αόριστα παίρνουν ό,τι απομένει μετά την αφαίρεση των ποσοστών.
Αν τα ορισμένα ποσοστά εξαντλούν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη μείωσή τους, έτσι ώστε καθένας από εκείνους που έχουν εγκατασταθεί αόριστα να πάρει όση μερίδα πήρε εκείνος που εγκαταστάθηκε στο μικρότερο ποσοστό.
Άρθρο 1791
Εγκατάσταση σε κοινή μερίδα
Αν ορισμένοι από τους περισσότερους εγκαταστάτους γράφηκαν σε ένα και το ίδιο ποσοστό (κοινή μερίδα), εφαρμόζονται αναλόγως στην κοινή μερίδα τα άρθρα 1787 έως 1790.
Άρθρο 1792
Προσαύξηση
Αν περισσότεροι εγκαταστάθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, και ένας από αυτούς εξέπεσε πριν ή μετά την επαγωγή, η μερίδα του προσαυξάνει στους λοιπούς, ανάλογα με τις μερίδες τους.
Αν μερικοί από τους εγκαταστάτους γράφηκαν σε κοινή μερίδα, η προσαύξηση επέρχεται κατά προτίμηση μεταξύ τους.
Αν με την εγκατάσταση έχει διατεθεί μέρος μόνο της κληρονομίας, και ως προς το υπόλοιπο επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, τότε μόνο γίνεται προσαύξηση μεταξύ των εγκαταστάτων όταν έχουν γραφεί σε κοινή μερίδα.
Ο διαθέτης μπορεί να αποκλείσει την προσαύξηση.
Άρθρο 1793
Μερίδα που αποκτάται κατά προσαύξηση
Η μερίδα που αποκτάται κατά προσαύξηση θεωρείται ως προς τις κληροδοσίες ή τον τρόπο που βαρύνουν εκείνον που απέκτησε ή εξέπεσε, καθώς και ως προς την υποχρέωση της συνεισφοράς, ως ιδιαίτερη μερίδα.
Άρθρο 1794
Υποκατάσταση κοινή
Ο διαθέτης μπορεί να διορίσει υποκατάστατο κληρονόμο για την περίπτωση που ο εγκατάστατος εκπέσει πριν ή μετά την επαγωγή.
Άρθρο 1795
Υποκατάστατος σε περίπτωση αμφιβολίας
Ο υποκατάστατος, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει ταχθεί τόσο αν ο εγκατάστατος δεν μπορεί να είναι κληρονόμος όσο και αν δεν θέλει να είναι κληρονόμος.
Άρθρο 1796
Υποκατάσταση αμοιβαία
Αν οι εγκατάστατοι έχουν αμοιβαία υποκατασταθεί ή αν για τον έναν από αυτούς ορίσθηκαν υποκατάστατοι οι λοιποί, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ότι έχουν υποκατασταθεί ανάλογα με τη μερίδα τους.
Αν οι εγκατάστατοι υποκαταστάθηκαν αμοιβαία, αλλά μερικοί από αυτούς γράφηκαν σε κοινή μερίδα, σε περίπτωση αμφιβολίας, εκείνοι που έχουν έτσι γραφεί προηγούνται από τους λοιπούς ως υποκατάστατοι για τη μερίδα αυτή.
Άρθρο 1797
Υποκατάσταση και προσαύξηση
Το δικαίωμα από την υποκατάσταση προηγείται από το δικαίωμα της προσαύξησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου
Άρθρο 1798
Έννοια και κατάρτιση
Ο κληρονομούμενος μπορεί με σύμβαση να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο και να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή (κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου). Τιμώμενος μπορεί να είναι ο αντισυμβαλλόμενος ή τρίτος. Με την ίδια κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου μπορούν να διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι.
Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αυτοπρόσωπη παρουσία των συμβαλλομένων. Η ικανότητα του συμβαλλομένου που διαθέτει αιτία θανάτου την περιουσία του κρίνεται κατά τα άρθρα 1719 έως 1720.
Άρθρο 1799
Δεσμευτικότητα της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου
Με την επιφύλαξη του άρθρου 1804, διατάξεις της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου με τις οποίες ο συμβαλλόμενος εγκαθιστά κληρονόμο, συνιστά καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο, ή επιλέγει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή, δεν ανακαλούνται μονομερώς.
Διατάξεις τελευταίας βούλησης πέραν εκείνων της παρ. 1 μπορούν να περιληφθούν σε κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, αλλά ανακαλούνται ελεύθερα με μεταγενέστερη διάταξη τελευταίας βούλησης.
Ο τιμώμενος με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου έχει δικαίωμα να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία ή την κληροδοσία μετά την επαγωγή.
Άρθρο 1800
Επίδραση της κληρονομικής σύμβασης σε άλλες διατάξεις τελευταίας βούλησης
Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου τροποποιείται ή καταργείται με μεταγενέστερη σύμβαση μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1798.
Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου καταργεί προγενέστερη διαθήκη μόνο κατά το μέρος που αντίκειται σε αυτή.
Διαθήκη ή κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου του κληρονομουμένου με άλλον αντισυμβαλλόμενο δεν ισχύει κατά το μέρος που αντίκειται σε προγενέστερη κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1801
Ελευθερία διάθεσης εν ζωή
H κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου δεν περιορίζει την ελευθερία του κληρονομουμένου να διαθέτει την περιουσία του εν ζωή, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά κατά το άρθρο 177.
Αν ο κληρονομούμενος διαθέσει εν ζωή την περιουσία του από χαριστική αιτία προς βλάβη του τιμωμένου, ο τιμώμενος έχει δικαίωμα μετά την επαγωγή να ασκήσει αγωγή διάρρηξης κατά τα άρθρα 939 έως 945 που εφαρμόζονται αναλόγως. Η αγωγή ασκείται εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου και πάντως εντός πέντε (5) ετών από την απαλλοτρίωση.
Άρθρο 1802
Ανάλογη εφαρμογή άρθρων
Τα άρθρα 1766 έως 1797 εφαρμόζονται αναλόγως και στις κληρονομικές συμβάσεις αιτία θανάτου. Στην περίπτωση του άρθρου 1771 η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου είναι ακυρώσιμη στο σύνολό της, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά.
Τα άρθρα 1904 έως 1922, 1934 έως 1977 και 1978 έως 1983 εφαρμόζονται και σε καταπίστευμα, κληροδοσία και τρόπο που συνιστάται με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου.
Άρθρο 1803
Ακύρωση κληρονομικής σύμβασης
Την ακύρωση της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου ή διάταξης αυτής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής μπορεί να ζητήσει ο κληρονομούμενος και όποιος τρίτος δικαιολογεί έννομο συμφέρον κατά το άρθρο 1772, εντός της προθεσμίας του άρθρου 157.
Ακύρωση δεν χωρεί μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, αν το δικαίωμα ακύρωσης είχε ήδη γεννηθεί στο πρόσωπο αυτού και κατά τον χρόνο της επαγωγής είχε αποσβεσθεί.
Αν με την ίδια κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι, η ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης του ενός συμβαλλομένου, σε περίπτωση αμφιβολίας, συνεπιφέρει την ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης.
Άρθρο 1804
Ανάκληση λόγω παραπτώματος του τιμωμένου
Ο κληρονομούμενος μπορεί να ανακαλέσει διάταξη της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου, αν ο τιμώμενος με αυτή υποπέσει έναντί του σε παράπτωμα που, αν ήταν μεριδούχος, θα δικαιολογούσε τη στέρηση της νόμιμης μοίρας του.
Η ανάκληση γίνεται με αυτοπρόσωπη δήλωση του κληρονομουμένου προς τον αντισυμβαλλόμενό του ή τους κληρονόμους του και προς τον τιμώμενο και υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Άρθρο 1805
Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου έναντι ανταλλάγματος εν ζωή
Αν με την κληρονομική σύμβαση ο κληρονομούμενος διαθέτει την περιουσία του αιτία θανάτου έναντι εν ζωή αντιπαροχής του αντισυμβαλλομένου του, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της αντιπαροχής μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.
Δικαίωμα υπαναχώρησης έχει και ο αντισυμβαλλόμενος του κληρονομουμένου, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν ο κληρονομούμενος διαθέτει εν ζωή την περιουσία του αντίθετα προς την κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου ή με τη συμπεριφορά του καθιστά αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερή την εκπλήρωση της αντιπαροχής.
Η υπαναχώρηση γίνεται με δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει προς τον αντισυμβαλλόμενό του και υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Οι γενικές διατάξεις για την υπαναχώρηση εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 1806
Δημοσίευση κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου
Οι διατάξεις για τη δημοσίευση διαθήκης εφαρμόζονται αναλόγως και για τη δημοσίευση κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου.
Αν στην ίδια κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι, οι διατάξεις τελευταίας βούλησης του επιζώντος συμβαλλομένου απαλείφονται από τη δημοσίευση, στο μέτρο που μπορούν να διαχωριστούν από εκείνες του αποβιώσαντος. Μετά τον θάνατο και του τελευταίου συμβαλλομένου η κληρονομική σύμβαση δημοσιεύεται εκ νέου στο σύνολό της.
Άρθρο 1807
Ακυρότητα υποσχετικών συμβάσεων που περιορίζουν την ελευθερία του διατιθέναι
Σύμβαση, με την οποία ο κληρονομούμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταρτίσει ή να μην καταρτίσει διάταξη τελευταίας βούλησης ή να ανακαλέσει ή να μην ανακαλέσει υφιστάμενη διάταξη τελευταίας βούλησης, είναι άκυρη.
Σύμβαση, με την οποία ο κληρονομούμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταρτίσει διάταξη τελευταίας βούλησης υπέρ ορισμένου προσώπου, μπορεί να ισχύσει ως κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου κατά τα άρθρα 1798 έως 1806, αν συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν σε περίπτωση που γνώριζαν την ακυρότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Εξ αδιαθέτου διαδοχή
Άρθρο 1808
Πρώτη τάξη
Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος από αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας.
Στη θέση κατιόντος που εξέπεσε πριν ή μετά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες).
Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία.
Άρθρο 1809
Δεύτερη τάξη
Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομούμενου, οι αδελφοί, καθώς και τα τέκνα και οι εγγονοί αδελφών που εξέπεσαν πριν ή μετά την επαγωγή. Οι γονείς και οι αδελφοί κληρονομούν κατ’ ισομοιρία. Τα τέκνα ή οι εγγονοί αδελφών που εξέπεσαν κληρονομούν κατά ρίζες. Τα τέκνα αδελφού του κληρονομούμενου, που κληρονομούν κατά ρίζες, αποκλείουν τους εγγονούς της ίδιας ρίζας.
Η μερίδα του γονέα που εξέπεσε προσαυξάνει κατ’ ισομοιρία τη μερίδα των αδελφών ή των τέκνων ή εγγονών αδελφών, που κληρονομούν κατά ρίζες. Αν δεν καλούνται στην κληρονομία αδελφοί ή τέκνα ή εγγονοί αδελφών, η μερίδα του γονέα που εξέπεσε προσαυξάνει το μερίδιο του επιζώντος συζύγου.
Ετεροθαλείς αδελφοί, αν συντρέχουν με γονείς ή αμφιθαλείς αδελφούς ή τέκνα ή εγγονούς αμφιθαλών αδελφών, καλούνται στο μισό της μερίδας που περιέρχεται στους αμφιθαλείς. Τα τέκνα ή οι εγγονοί ετεροθαλούς αδελφού, που εξέπεσε πριν ή μετά την επαγωγή κληρονομούν κατά ρίζες.
Άρθρο 1810
Ο επιζών σύζυγος
Ο επιζών σύζυγος καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τρίτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με ένα τέκνο, και στο τέταρτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα. Με τους συγγενείς της δεύτερης τάξης ο επιζών σύζυγος καλείται στο μισό της κληρονομίας. Επιπλέον, παίρνει ως εξαίρετο, ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία καλείται, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα τέτοια οικιακά αντικείμενα που τα χρησιμοποιούσε είτε μόνος εκείνος που επιζεί είτε μαζί με τον κληρονομούμενο. Αν όμως υπάρχουν τέκνα του κληρονομουμένου, λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες τους, εφόσον το επιβάλλουν οι ειδικές περιστάσεις για λόγους επιείκειας.
Αντί για την κληρονομική μερίδα κατά την παρ. 1, ο επιζών σύζυγος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο της κληρονομίας, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη των προθεσμιών του άρθρου 1845, να λάβει δικαίωμα επικαρπίας σε αντικείμενα της κληρονομίας. Η επικαρπία αποσβήνεται με τον θάνατο του συζύγου και δεν μεταβιβάζεται.
Άρθρο 1811
Τρίτη τάξη
Αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης και της δεύτερης τάξης, ο σύζυγος που επιζεί καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος σε ολόκληρη την κληρονομία.
Άρθρο 1812
Αποκλεισμός συζύγου
Το κληρονομικό δικαίωμα καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του επιζώντος συζύγου αποκλείονται, αν εκκρεμεί διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ή αν έχει συμπληρωθεί διετής διάσταση. Σε περίπτωση συναινετικού διαζυγίου πρέπει να έχει καταρτισθεί η συμφωνία για τη λύση του γάμου ή να έχει υποβληθεί η κοινή ψηφιακή δήλωση.
Αν την αγωγή διαζυγίου άσκησε ο κληρονομούμενος, ο επιζών σύζυγος στερείται τη νόμιμη μοίρα, μόνο εφόσον η αγωγή ασκήθηκε για βάσιμο λόγο.
Άρθρο 1813
Τέταρτη τάξη
Στην τέταρτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες του κληρονομουμένου και από τους κατιόντες τους τα τέκνα και οι εγγονοί.
Αν κατά την επαγωγή ζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και των δύο γραμμών, κληρονομούν μόνο αυτοί κατ’ ισομοιρία. Αν πριν ή μετά την επαγωγή εξέπεσε ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική ή τη μητρική γραμμή, στη θέση του υπεισέρχονται τα τέκνα και οι εγγονοί του. Αν δεν υπάρχουν τέκνα και εγγονοί, η μερίδα αυτού που εξέπεσε περιέρχεται στον παππού ή στη γιαγιά της ίδιας γραμμής και, αν δεν υπάρχει, στα τέκνα και στους εγγονούς του. Αν πριν ή μετά την επαγωγή εξέπεσαν ο παππούς και η γιαγιά, είτε από την πατρική είτε από τη μητρική γραμμή, και δεν υπάρχουν τέκνα και εγγονοί αυτών, κληρονομούν μόνο ο παππούς ή η γιαγιά ή τα τέκνα και οι εγγονοί τους από την άλλη γραμμή.
Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία και αποκλείουν τους εγγονούς της ίδιας ρίζας. Οι εγγονοί κληρονομούν κατά ρίζες.
Άρθρο 1814
Δικαίωμα από περισσότερες ρίζες
Όποιος στην περίπτωση της διαδοχής κατά ρίζες ανήκει σε περισσότερες ρίζες, παίρνει τη μερίδα που ανήκει σε κάθε ρίζα. Κάθε μερίδα θεωρείται ιδιαίτερη κληρονομική μερίδα.
Άρθρο 1815
Διαδοχή τάξεων
Δεν καλείται στην κληρονομία κληρονόμος επόμενης τάξης, εφόσον υπάρχει κληρονόμος προηγούμενης τάξης.
Άρθρο 1816
Προσαύξηση – Δικαίωμα αναζήτησης δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών
Αν ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος εξέπεσε πριν ή μετά την επαγωγή και από την αιτία αυτή αυξήθηκε η μερίδα άλλου εξ αδιαθέτου κληρονόμου, το μέρος κατά το οποίο επήλθε η αύξηση θεωρείται ιδιαίτερη κληρονομική μερίδα ως προς τις κληροδοσίες ή τον τρόπο που βαρύνουν τον κληρονόμο αυτόν ή εκείνον που εξέπεσε, καθώς και ως προς την υποχρέωση συνεισφοράς.
Αν δεν κληρονομούν κατιόντες, αδελφοί, τέκνα και εγγονοί αδελφών και σύζυγος, καθένας από τους γονείς, τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τα τέκνα ή τους εγγονούς τους, εφόσον καλούνται στην κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, δικαιούται, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη των προθεσμιών του άρθρου 1845, να ζητήσει, κατά περίπτωση, από τον άλλο γονέα, τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τα τέκνα ή τους εγγονούς τους της άλλης συγγενικής γραμμής, που κληρονομούν εξ αδιαθέτου, την απόδοση, εφόσον σώζονται, αντικειμένων που ανήκουν στην κληρονομία και προέρχονται από χαριστική εν ζωή παροχή, κληρονομία ή κληροδοσία προς τον κληρονομούμενο από πρόσωπα της ίδιας συγγενικής γραμμής.
Άρθρο 1817
Πέμπτη τάξη – Πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο
Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος, το κατά το άρθρο 1810 εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο .
Αν δεν καλείται σύζυγος και στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο το οποίο χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του προσώπου με το οποίο εκείνος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση, το πρόσωπο αυτό δικαιούται υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 1 την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο και αυτά εξέπεσαν για οποιονδήποτε λόγο πριν από τον θάνατο του. Το πρόσωπο αυτό αποκτά την κληρονομία ήδη κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά από αίτησή του, που υποβάλλεται εντός των προθεσμιών του άρθρου 1845, βεβαιώσει τις προϋποθέσεις του παρόντος.
Άρθρο 1818
Έκτη τάξη
Αν δεν κληρονομεί άλλος κληρονόμος από εκείνους που καλούνται κατά τον νόμο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο.
Άρθρο 1819
Κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ του προσώπου που παρείχε φροντίδα στον κληρονομούμενο
Συνιστάται κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ του προσώπου που είχε αναλάβει τη φροντίδα του κληρονομουμένου, συμβάλλοντας ουσιωδώς και χωρίς αντάλλαγμα ή αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση στην κάλυψη των αναγκών του, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω άλλου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Δικαιούχος της κληροδοσίας μπορεί να είναι και κληρονόμος ή μεριδούχος.
Αντικείμενο της κληροδοσίας είναι χρηματικό ποσό, το ύψος του οποίου προσδιορίζεται με κριτήρια όπως το είδος, η διάρκεια και η έκταση των αναγκών του κληρονομουμένου που καλύφθηκαν από τον δικαιούχο. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει αντί χρηματικού ποσού την αυτούσια απόδοση περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας αντίστοιχης αξίας.
Ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει την κληροδοσία της παρ. 1. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η κληροδοσία συνιστάται και όταν ο δικαιούχος τιμάται με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Η κληροδοσία της παρ. 1 εκπληρώνεται πριν από τις λοιπές κληροδοσίες και τους τρόπους. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις κληροδοσίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Νόμιμη μοίρα
Άρθρο 1820
Χρηματική αξίωση – Ποσοστό
Οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν αξίωση νόμιμης μοίρας κατά του κληρονόμου. Η αξίωση αυτή είναι χρηματική και ανέρχεται στο μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας. Περισσότεροι κληρονόμοι ευθύνονται έναντι του νόμιμου μεριδούχου σύμφωνα με το άρθρο 1881.
Η αξίωση γεννάται με τον θάνατο του κληρονομουμένου, είναι κληρονομητή και μεταβιβαστή.
Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει την αυτούσια απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα. Την ίδια δυνατότητα έχει το δικαστήριο και σε σχέση με στοιχείο της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, εφόσον αυτός ευθύνεται έναντι των δανειστών της κληρονομίας και με την ατομική του περιουσία.
Η αξίωση παραγράφεται σε μία διετία, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου ο μεριδούχος πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αξίωσης. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι (20) ετών από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1821
Ερμηνευτικός κανόνας
Αν ο διαθέτης αφήσει σε μεριδούχο τη νόμιμη μοίρα, σε περίπτωση αμφιβολίας δεν θεωρείται ότι τον εγκαθιστά κληρονόμο.
Άρθρο 1822
Διαδοχή στη νόμιμη μοίρα
Αν κάποιος μεριδούχος στερήθηκε ολικά ή μερικά τη νόμιμη μοίρα ή παραιτήθηκε από την αξίωση αυτής ή εξέπεσε λόγω κληρονομικής ανικανότητας ή αναξιότητας, την αξίωση της νόμιμης μοίρας ασκούν οι μεριδούχοι που έρχονται στη θέση του κατά τη σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Στην αξίωση της νόμιμης μοίρας δεν χωρεί προσαύξηση.
Άρθρο 1823
Συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας
Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα, η αξίωσή του υπάρχει για το μέρος που λείπει.
Άρθρο 1824
Κληροδοσία στον μεριδούχο
Αν στον μεριδούχο καταλείφθηκε κληροδοσία, μπορεί να την αποποιηθεί και να ασκήσει ολόκληρη την αξίωσή του στη νόμιμη μοίρα. Αν δεν αποποιηθεί την κληροδοσία, ασκεί την αξίωση στη νόμιμη μοίρα για το μέρος που λείπει.
Εκείνος που βαρύνεται με την κληροδοσία δικαιούται να τάξει στον μεριδούχο εύλογη προθεσμία για να την αποποιηθεί. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, το δικαίωμα αποποίησης χάνεται.
Άρθρο 1825
Περιορισμοί της νόμιμης μοίρας
Αν ο μεριδούχος είναι συγχρόνως και κληρονόμος και η νόμιμη μοίρα του περιορίζεται με την επιβολή καταπιστεύματος ή τον ορισμό εκτελεστή διαθήκης ή βαρύνεται με κληροδοσία ή τρόπο, μπορεί να ζητήσει τη νόμιμη μοίρα, αν αποποιηθεί την κληρονομία. H προθεσμία αποποίησης αρχίζει μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση του περιορισμού ή του βάρους.
Περιορισμός της νόμιμης μοίρας υφίσταται και όταν ο μεριδούχος εγκαθίσταται ως καταπιστευματοδόχος.
Άρθρο 1826
Προσδιορισμός μερίδας
Για τον προσδιορισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας με βάση την οποία υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα, συναριθμούνται όσοι έχουν στερηθεί τη νόμιμη μοίρα με τη διαθήκη, όσοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομία, όσοι έχουν παραιτηθεί από το κληρονομικό δικαίωμα ή τη νόμιμη μοίρα και όσοι έχουν κηρυχθεί ανάξιοι ή είναι αυτοδικαίως ανίκανοι να κληρονομήσουν.
Άρθρο 1827
Προσδιορισμός της κληρονομίας
Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του. Ο μεριδούχος έχει κατά του κληρονόμου την αξίωση παροχής πληροφοριών του άρθρου 1876.
Στην κληρονομία προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο, και επίσης οποιαδήποτε δωρεά έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία πέντε (5) έτη πριν από τον θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Στην κληρονομία προστίθεται και κάθε δωρεά αιτία θανάτου με την αξία που είχε κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των γονέων δεν συνυπολογίζεται ό,τι περιέρχεται ως εξαίρετο, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1810, στον σύζυγο που επιζεί.
Άρθρο 1828
Αποτίμηση της κληρονομίας
Η αξία της κληρονομίας, εφόσον είναι αναγκαίο, βρίσκεται με εκτίμηση. Η εκτίμηση από τον κληρονομούμενο δεν είναι υποχρεωτική.
Δικαιώματα και υποχρεώσεις της κληρονομίας που εξαρτώνται από αναβλητική αίρεση δεν υπολογίζονται κατά την εκτίμηση, και όσα εξαρτώνται από διαλυτική αίρεση υπολογίζονται χωρίς την αίρεση. Αν η αίρεση πληρωθεί, γίνεται η εξίσωση που αρμόζει προς την κατάσταση που άλλαξε.
Για αβέβαια ή επισφαλή δικαιώματα, καθώς και για αμφίβολες υποχρεώσεις της κληρονομίας, ισχύει ό,τι και για αυτά που εξαρτώνται από αναβλητική αίρεση.
Άρθρο 1829
Τι καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα
Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την άξια που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομία σύμφωνα με το άρθρο 1827, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή ή μεταγενέστερα.
Ο καταλογισμός γίνεται και αν στη θέση του κατιόντος, που έλαβε την παροχή, υπεισέρχεται ως μεριδούχος άλλος κατιών του μεριδούχου.
Άρθρο 1830
Αγωγή κατά των δωρεοδόχων
Εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του δωρεοδόχου που δέχθηκε από τον κληρονομούμενο δωρεά αιτία θανάτου ή δωρεά εν ζωή, η οποία κατά το άρθρο 1827 υπολογίζεται στην κληρονομία, και να ζητήσει την καταβολή του ποσού που ελλείπει για την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας του. Ο δωρεοδόχος, αντί καταβολής ποσού, μπορεί να ικανοποιήσει τον μεριδούχο και με αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος αντικειμένου. Η αγωγή ασκείται μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του.
Οι δωρεές εν ζωή ανατρέπονται, εφόσον δεν επαρκεί η κληρονομία για την ικανοποίηση του μεριδούχου παρά την ανατροπή των δωρεών αιτία θανάτου.
Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, ο μεριδούχος μπορεί να στραφεί κατά του προηγούμενου δωρεοδόχου, εφόσον δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως από τον μεταγενέστερο.
Η αγωγή παραγράφεται τρία (3) έτη μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1831
Ο μεριδούχος ως δωρεοδόχος
Αν ο δωρεοδόχος είναι μεριδούχος, υποχρεούται να καταβάλει μόνο ό,τι έλαβε επιπλέον της νόμιμης μοίρας που του αναλογεί.
Άρθρο 1832
Στέρηση της νόμιμης μοίρας
Ο διαθέτης μπορεί, για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 1833 έως 1835, να στερήσει από τον μεριδούχο τη νόμιμη μοίρα. Η στέρηση συντελείται με διαθήκη.
Άρθρο 1833
Λόγοι στέρησης της νόμιμης μοίρας
Ο διαθέτης μπορεί να στερήσει από τον μεριδούχο τη νόμιμη μοίρα αν αυτός: 1. επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή μέλους της οικογένειάς του· 2. έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και ιδίως ενδοοικογενειακής βίας· 3. με βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστος απέναντι στον διαθέτη ή στα αναφερόμενα στην περ. 1 πρόσωπα και ιδίως αν αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από τον νόμο να διατρέφει τον διαθέτη.
Άρθρο 1834
Στέρηση της νόμιμης μοίρας για λόγους πρόνοιας
Αν ο μεριδούχος ζει βίο άσωτο ή είναι καταχρεωμένος, ο διαθέτης μπορεί είτε να διατάξει με τη διαθήκη να περιέλθει η νόμιμη μοίρα του στους κατιόντες του μεριδούχου, εφόσον αυτοί θα καλούνταν στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, είτε να ορίσει εκτελεστή για να τη διοικεί ή και τα δύο. Η διάταξη δεν ισχύει, αν κατά τον θάνατο του διαθέτη έπαυσε να υπάρχει ο λόγος της.
Άρθρο 1835
Λόγοι στέρησης της νόμιμης μοίρας του συζύγου
Ο διαθέτης μπορεί να στερήσει από τον σύζυγό του τη νόμιμη μοίρα, πέρα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1833, αν κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης του είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου.
Άρθρο 1836
Πότε πρέπει να υπάρχει ο λόγος
Ο λόγος στέρησης της νόμιμης μοίρας πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και να αναφέρεται σε αυτή.
Εκείνος που επικαλείται τον λόγο στέρησης της νόμιμης μοίρας οφείλει να τον αποδείξει.
Άρθρο 1837
Συγγνώμη του λόγου
Η διάταξη της διαθήκης, με την οποία ο διαθέτης στέρησε τη νόμιμη μοίρα, παύει να ισχύει, αν ο διαθέτης συγχώρησε μεταγενέστερα τον μεριδούχο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Σύμβαση εκ των προτέρων παραίτησης από δικαιώματα στην κληρονομία
Άρθρο 1838
Έννοια
Με σύμβαση είναι δυνατή η παραίτηση προσώπου από μελλοντικά του δικαιώματα στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου του, είτε αυτά απορρέουν από τον νόμο είτε από υφιστάμενη διάταξη τελευταίας βούλησης.
Η παραίτηση μπορεί να είναι ολική ή μερική, με ή χωρίς αντάλλαγμα.
Η παραίτηση μπορεί να περιορίζεται στο δικαίωμα της νόμιμης μοίρας.
Άρθρο 1839
Κατάρτιση της σύμβασης
Η σύμβαση παραίτησης καταρτίζεται με αυτοπρόσωπη δήλωση των μερών ενώπιον συμβολαιογράφου χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Για τη σύναψη της σύμβασης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα των συμβαλλομένων.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Ακύρωση της σύμβασης λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής δεν χωρεί μετά την πάροδο δύο (2) ετών από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1840
Αποτελέσματα
Κατά το μέτρο στο οποίο ισχύει η παραίτηση, ο παραιτηθείς θεωρείται σαν να μην ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα αποτελέσματα εκτείνονται και στους κατιόντες του παραιτηθέντος.
Το πρόσωπο, στην κληρονομία του οποίου αφορά η σύμβαση, μπορεί να τιμήσει τον παραιτηθέντα με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Άρθρο 1841
Παραίτηση έναντι ανταλλάγματος
Αν η παραίτηση συμφωνήθηκε έναντι ανταλλάγματος εν ζωή, δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά της εφόσον δεν καταβληθεί το αντάλλαγμα εντός έξι (6) μηνών από την κατάρτισή της. Το ίδιο ισχύει και αν κάποιος από τους συμβαλλομένους αποβιώσει πριν από την καταβολή του ανταλλάγματος.
Η συμφωνία ως προς το αντάλλαγμα που καταβλήθηκε στον παραιτηθέντα θεωρείται δωρεά.
Ανάκληση της συμφωνίας χωρεί κατά τις διατάξεις για την ανάκληση δωρεάς που εφαρμόζονται αναλόγως. Η δήλωση για την ανάκληση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γνωστοποιείται στον παραιτηθέντα. Η ανάκληση καθιστά την παραίτηση ανίσχυρη.
Ο παραιτηθείς έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αν υποχρεωθεί στην απόδοση του ανταλλάγματος που έλαβε για την ικανοποίηση δανειστών του αντισυμβαλλομένου του. Η υπαναχώρηση υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και γνωστοποιείται στον αντισυμβαλλόμενο ή τους κληρονόμους του. Η υπαναχώρηση αποκλείεται μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1842
Αντίθετη σύμβαση
Τα αποτελέσματα της σύμβασης παραίτησης αναιρούνται με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1839.
Άρθρο 1843
Σύμβαση αποποίησης της κληρονομίας
Σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει εκ των προτέρων την υποχρέωση να αποποιηθεί τα δικαιώματά του ή να παραιτηθεί από την αξίωση νόμιμης μοίρας στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου του μετά την επαγωγή, ισχύει ως σύμβαση παραίτησης από τα μελλοντικά δικαιώματά του στην κληρονομία, αν θα ήταν έγκυρη ως τέτοια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Αποδοχή και αποποίηση της κληρονομίας
Άρθρο 1844
Αυτοδίκαιη κτήση
Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη των άρθρων 1198 και 1817.
Άρθρο 1845
Αποποίηση
Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών που αρχίζει από τότε που πληροφορήθηκε την επαγωγή και τον λόγο της. Αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος κατά την έναρξη της προθεσμίας διέμενε στο εξωτερικό, η προθεσμία είναι ενός (1) έτους. Στην επαγωγή από διάταξη τελευταίας βούλησης η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευσή της.
Η προθεσμία αναστέλλεται για τους ίδιους λόγους που αναστέλλεται και η παραγραφή.
Άρθρο 1846
Δήλωση αποποίησης
Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Για αποποίηση που γίνεται με αντιπρόσωπο απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Το Δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία που του έχει επαχθεί εξ αδιαθέτου.
Άρθρο 1847
Ακυρότητα αποποίησης λόγω αποδοχής
Η αποποίηση είναι άκυρη, αν ο κληρονόμος έχει ρητά ή σιωπηρά δηλώσει ότι αποδέχεται την κληρονομία. Από τη σύνταξη απογραφής της κληρονομίας, την καταβολή δαπανών κηδείας και την επιμέλεια για τη δημοσίευση διαθήκης και μόνο δεν συνάγεται τέτοια δήλωση. Πράξεις διαχείρισης της κληρονομίας κατά την παρ. 2 του άρθρου 1856 τεκμαίρεται ότι δεν συνιστούν τέτοια δήλωση.
Άρθρο 1848
Ακυρότητα αποποίησης μετά την πάροδο προθεσμίας
Η αποποίηση είναι άκυρη, αν γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή.
Άρθρο 1849
Αποποίηση χωρίς επαγωγή
Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι άκυρη αν έγινε πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Επίσης είναι άκυρη, αν έγινε από πλάνη ως προς τον λόγο της επαγωγής ή υπό αίρεση ή προθεσμία ή για μέρος της κληρονομίας.
Άρθρο 1850
Αποποίηση και αποδοχή από άλλο λόγο
Εκείνος που αποποιήθηκε την κληρονομία, η οποία του έχει επαχθεί με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να την αποδεχθεί αν ύστερα του επαχθεί εξ αδιαθέτου.
Άρθρο 1851
Περισσότερες μερίδες
Αν ο κληρονόμος καλείται σε περισσότερες μερίδες από τον ίδιο ή από διάφορους λόγους, μπορεί να τις αποδεχθεί ή να τις αποποιηθεί όλες μαζί ή κάθε μια από αυτές χωριστά, εκτός αν ο διαθέτης διέταξε διαφορετικά.
Η κατά προσαύξηση μερίδα δεν επιδέχεται χωριστή αποδοχή ή αποποίηση, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 1793 και 1816.
Άρθρο 1852
Κληρονομητό του δικαιώματος αποδοχής ή αποποίησης
Το δικαίωμα για αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας μεταβαίνει στους κληρονόμους του κληρονόμου.
Άρθρο 1853
Αποβίωση κληρονόμου πριν από παρέλευση προθεσμίας αποποίησης
Αν αποβιώσει ο κληρονόμος πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για αποποίηση, η προθεσμία αυτή δεν λήγει πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για αποποίηση που τάσσεται για την κληρονομία του κληρονόμου.
Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι του κληρονόμου, ο καθένας μπορεί να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μερίδα του.
Άρθρο 1854
Συνέπειες αποποίησης
Αν ο κληρονόμος αποποιηθεί την κληρονομία, η επαγωγή προς αυτόν που αποποιήθηκε θεωρείται ότι δεν επήλθε. Η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν ο αποποιηθείς δεν ζούσε κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου. Η επαγωγή θεωρείται ότι επήλθε κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1855
Αμετάκλητο της αποδοχής ή αποποίησης
Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη.
Η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Το δικαίωμα για την ακύρωση αποσβήνεται μετά από έξι (6) μήνες.
Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης.
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση.
Η ακύρωση της αποδοχής ισχύει ως αποποίηση. Η ακύρωση της αποποίησης ισχύει ως αποδοχή.
Άρθρο 1856
Η διαχείριση πριν από την αποποίηση
Διαχειριστική πράξη που έγινε από εκείνον που αποποιήθηκε, πριν από την αποποίηση της κληρονομίας, κρίνεται απέναντι στον κληρονόμο κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.
Η διάθεση αντικειμένου πριν από την αποποίηση της κληρονομίας, από εκείνον που αποποιήθηκε, εφόσον δεν μπορούσε χωρίς ζημία της κληρονομίας να αναβληθεί, καθώς και η μονομερής δικαιοπραξία τρίτου προς αυτόν ως κληρονόμο, παραμένουν ισχυρές και μετά την αποποίηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Κληρονομική ανικανότητα και αναξιότητα
Άρθρο 1857
Κληρονομική ανικανότητα
Αυτοδικαίως ανίκανος να κληρονομήσει είναι όποιος καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τη θανάτωση, την απόπειρα θανάτωσης του κληρονομουμένου, ή την τέλεση σε βάρος του άλλου κακουργήματος που αφορά στη ζωή, στην υγεία ή στη γενετήσια ελευθερία του.
Η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν ο ανίκανος δεν ζούσε κατά την επαγωγή. Η επαγωγή θεωρείται ότι έγινε κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1858
Κληρονομική αναξιότητα
Με δικαστική απόφαση κηρύσσεται ανάξιος να κληρονομήσει: 1. εκείνος που τέλεσε κάποιο από τα κακουργήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1857, καθώς και εκείνος που από πρόθεση τέλεσε σε βάρος του κληρονομουμένου κακούργημα κατά της περιουσίας ή της ιδιοκτησίας ή σοβαρό πλημμέλημα· 2. εκείνος που διέπραξε κακούργημα σε βάρος των κατιόντων, των ανιόντων ή του συζύγου του κληρονομουμένου που αφορά τη ζωή, την υγεία ή τη γενετήσια ελευθερία τους· 3. εκείνος που από πρόθεση εμπόδισε τον κληρονομούμενο να συντάξει, ανακαλέσει ή τροποποιήσει διάταξη τελευταίας βούλησης· 4. εκείνος που με απάτη παρακίνησε ή με απειλή ανάγκασε τον κληρονομούμενο να συντάξει, ανακαλέσει ή τροποποιήσει διάταξη τελευταίας βούλησης· 5. εκείνος που από πρόθεση πλαστογράφησε τη διαθήκη ή αλλοίωσε ή εξαφάνισε τη διαθήκη του κληρονομουμένου.
Όταν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που κηρύσσει την αναξιότητα, η επαγωγή προς τον ανάξιο θεωρείται σαν να μην έχει επέλθει. Η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν ο ανάξιος δεν ζούσε κατά την επαγωγή. Η επαγωγή θεωρείται ότι επήλθε κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Άρθρο 1859
Κήρυξη της αναξιότητας
Την αγωγή για κήρυξη της αναξιότητας έχει δικαίωμα να ασκήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον από τον παραμερισμό του αναξίου είτε μόνο αυτού του ιδίου είτε και άλλου που καλείται ύστερα από αυτόν.
Το δικαίωμα άσκησης αγωγής για την κήρυξη της αναξιότητας αποσβήνεται δύο (2) έτη αφότου ο δικαιούχος έλαβε γνώση του λόγου αναξιότητας και σε κάθε περίπτωση δέκα (10) έτη από την επαγωγή προς τον ανάξιο.
Άρθρο 1860
Συγγνώμη
Ο λόγος της ανικανότητας ή της αναξιότητας αίρεται, εφόσον ο κληρονομούμενος γνωρίζοντας το παράπτωμα συγχώρησε τον δράστη με δημόσιο έγγραφο ή με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Άρθρο 1861
Εφαρμογή των διατάξεων για κληρονομική ανικανότητα και αναξιότητα
Οι διατάξεις για την κληρονομική ανικανότητα και την κληρονομική αναξιότητα εφαρμόζονται και ως προς τον μεριδούχο, τον κληροδόχο, τον ωφελούμενο με τρόπο και τον αιτία θανάτου δωρεοδόχο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Σχολάζουσα κληρονομία
Άρθρο 1862
Περιπτώσεις διορισμού κηδεμόνα της κληρονομίας
Αν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία, διορίζεται κηδεμόνας της κληρονομίας με απόφαση της αρμόδιας αρχής ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως.
Σε κατεπείγουσες περιστάσεις ο εισαγγελέας πρωτοδικών διορίζει προσωρινό κηδεμόνα. Αυτός οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να προκαλέσει τον διορισμό οριστικού κηδεμόνα.
Άρθρο 1863
Εξουσία του κηδεμόνα
Ο κηδεμόνας αντιπροσωπεύει τον κληρονόμο και διαχειρίζεται την κληρονομία, έχοντας την υποχρέωση να ενεργήσει τη σφράγιση και την απογραφή της και να λάβει κάθε συντηρητικό μέτρο καθώς και να εισπράξει τις απαιτήσεις και να καταθέσει έντοκα τα χρήματα σε ασφαλή τράπεζα.
Άρθρο 1864
Μητέρα κληρονόμου που κυοφορείται
Αν ο κληρονόμος κυοφορείται κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου, η μητέρα, αν δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό της, μπορεί να απαιτήσει ανάλογη διατροφή από την κληρονομική μερίδα του κυοφορουμένου, έως τον τοκετό. Για να καθορισθεί η κληρονομική μερίδα θεωρείται ότι θα γεννηθεί ένα μόνο τέκνο.
Άρθρο 1865
Όταν δεν βρίσκεται κληρονόμος
Αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, εκτός από το Δημόσιο. Η βεβαίωση δημιουργεί τεκμήριο ότι το Δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
Άρθρο 1866
Άσκηση δικαιώματος υπέρ ή κατά του Δημοσίου
Πριν από τη δικαστική βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το Δημόσιο ή κατά του Δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Αγωγή περί κλήρου
Άρθρο 1867
Εναγόμενος
Ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας (νομέα της κληρονομίας) την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτή.
Άρθρο 1868
Αντικείμενα της κληρονομίας
Ως αντικείμενα της κληρονομίας κατά το άρθρο 1867 θεωρούνται επίσης: 1. εκείνα στα οποία ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα νομής ή κατοχής, ακόμη και αν είχε αποβληθεί όταν ζούσε· 2. οτιδήποτε αποκτά ο νομέας κληρονομίας με δικαιοπραξία χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα. Όταν ο κληρονόμος λάβει οτιδήποτε προέρχεται από τέτοια δικαιοπραξία, η δικαιοπραξία αυτή, αν ήταν ανίσχυρη, ισχυροποιείται.
Άρθρο 1869
Μη αυτούσια απόδοση
Εφόσον ο νομέας της κληρονομίας δεν είναι σε θέση να την αποδώσει αυτουσίως, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Άρθρο 1870
Καλόπιστος νομέας. Ωφελήματα
Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να αποδώσει τα ωφελήματα που εξήγαγε πριν από την επίδοση της αγωγής και κάθε άλλη επαύξηση των κληρονομιαίων, αλλά μόνο στο μέτρο που έγινε από αυτά πλουσιότερος. Η υποχρέωση εκτείνεται και στους καρπούς που ο νομέας απέκτησε κατά κυριότητα.
Άρθρο 1871
Δαπάνες
Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει κάθε δαπάνη που έγινε υπέρ της κληρονομίας ή υπέρ των κληρονομιαίων αντικειμένων, εφόσον η δαπάνη αυτή δεν καλύπτεται κατά τον υπολογισμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού σύμφωνα με το άρθρο 1869. Στις δαπάνες ανήκει και οτιδήποτε κατέβαλε ο νομέας για να αποσβέσει βάρη ή χρέη της κληρονομίας.
Ο νομέας, για την απαίτηση των δαπανών, έχει δικαίωμα να αντιτάξει επίσχεση των κληρονομιαίων ενσωμάτων.
Άρθρο 1872
Επίδοση της αγωγής
Αν μετά την επίδοση της αγωγής τα κληρονομιαία χειροτέρευσαν ή καταστράφηκαν ή από άλλον λόγο δεν μπορούν να αποδοθούν, ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας ευθύνεται κατά τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του νομέα πράγματος μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής.
Το ίδιο ισχύει και για τα εξαχθέντα μετά την επίδοση της αγωγής ωφελήματα, ή για την επαύξηση των κληρονομιαίων ενσωμάτων, καθώς επίσης και για τις απαιτήσεις του νομέα από δαπάνες που έγιναν μετά την επίδοση της αγωγής.
Άρθρο 1873
Κακόπιστος νομέας
Αν ο νομέας της κληρονομίας ήταν κακόπιστος όταν απέκτησε τη νομή ή αργότερα έμαθε ότι δεν είναι κληρονόμος, ευθύνεται από τον χρόνο αυτό κατά το άρθρο 1872.
Δεν αποκλείεται και περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.
Άρθρο 1874
Ευθύνη νομέα της κληρονομίας σε περίπτωση απόκτησης με κολάσιμη πράξη
Αν ο νομέας της κληρονομίας απέκτησε τη νομή κάποιου αντικειμένου της με κολάσιμη πράξη, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Άρθρο 1875
Χρησικτησία κατά κληρονόμου
Εφόσον δεν έχει παραγραφεί η αγωγή περί κλήρου, ο νομέας της κληρονομίας δεν μπορεί να επικαλεσθεί κατά του κληρονόμου τη χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να ανήκει στην κληρονομία.
Άρθρο 1876
Υποχρέωση παροχής πληροφοριών
Ο νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να παράσχει στον κληρονόμο πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας, καθώς και για την τύχη των αντικειμένων της. Την ίδια υποχρέωση έχει και: 1. όποιος, χωρίς να είναι νομέας της κληρονομίας, παίρνει από αυτήν ένα πράγμα στη νομή του πριν καταλάβει τη νομή ο κληρονόμος· 2. όποιος κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου βρισκόταν με αυτόν σε οικιακή κοινωνία.
Άρθρο 1877
Άσκηση ειδικής αγωγής
Ο νομέας της κληρονομίας ευθύνεται κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου, και αν ακόμη ο κληρονόμος ασκήσει εναντίον του τις αρμόζουσες ειδικές αγωγές για τα αντικείμενα της κληρονομίας.
Άρθρο 1878
Εκείνος που αποκτά από νομέα
Έναντι του κληρονόμου νομέας της κληρονομίας θεωρείται και όποιος αποκτά με σύμβαση την κληρονομία από τον νομέα της.
Άρθρο 1879
Σε περίπτωση αφάντου
Αν εμφανισθεί ο άφαντος, μπορεί να απαιτήσει την απόδοση της περιουσίας του κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου. Ενόσω ζει ακόμη ο άφαντος, η παραγραφή της απαίτησής του δεν λήγει πριν πληροφορηθεί ότι κηρύχθηκε άφαντος και παρέλθει ένα (1) έτος από την πληροφόρηση.
Το ίδιο ισχύει και αν από πλάνη κάποιος κρίθηκε ότι απεβίωσε, χωρίς να έχει κηρυχθεί άφαντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Σχέσεις περισσότερων κληρονόμων
Άρθρο 1880
Κοινωνία
Αν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι, η κληρονομία γίνεται κοινή κατά τον λόγο της μερίδας του καθενός. Αν δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος, στη σχέση μεταξύ των συγκληρονόμων εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την κοινωνία.
Άρθρο 1881
Μερισμός απαιτήσεων και χρεών
Οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός.
Άρθρο 1882
Διάθεση μερίδας
Κάθε συγκληρονόμος μπορεί να διαθέσει τη μερίδα του στην κληρονομία ή σε κάθε αντικείμενό της.
Άρθρο 1883
Διανομή
Κάθε συγκληρονόμος έχει δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει τη διανομή της κληρονομίας. Ο διαθέτης δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διανομή. Κάθε συγκληρονόμος δικαιούται να ζητήσει αυτούσια τη μερίδα του στα αντικείμενα της κληρονομίας.
Ο κληρονομούμενος μπορεί να ορίσει με διαθήκη τον τρόπο της διανομής και ιδίως μπορεί να αναθέσει τον τρόπο της διανομής στην εύλογη κρίση τρίτου.
Αν η αυτούσια διανομή ορισμένου κληρονομιαίου αντικειμένου είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί κατά την εύλογη κρίση του, κατόπιν αίτησης κάποιου από τους συγκληρονόμους, να επιδικάσει τη μερίδα άλλου συγκληρονόμου σε αυτόν που τη ζητεί έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου προς την αγοραία αξία της μερίδας. Αν περισσότεροι ζητήσουν την επιδίκαση του ίδιου αντικειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την ικανότητα καθενός για την επωφελή αξιοποίηση του αντικειμένου. Η αξία των αντικειμένων της κληρονομίας, εφόσον είναι αναγκαίο, βρίσκεται με εκτίμηση από το δικαστήριο.
Άρθρο 1884
Έγγραφα που αφορούν στις προσωπικές σχέσεις
Έγγραφα που αφορούν στις προσωπικές σχέσεις του κληρονομουμένου ή της οικογένειάς του ή ολόκληρη την κληρονομία παραμένουν κοινά και παραδίδονται για φύλαξη σε έναν συγκληρονόμο που ορίζεται από το δικαστήριο της διανομής.
Άρθρο 1885
Ρύθμιση ως προς την οικογενειακή στέγη
Αν υπάρχει στη διανεμητέα κληρονομία ακίνητο, το οποίο χρησίμευε ενόσω ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του επιζώντος συζύγου, το δικαστήριο μπορεί κατά τη διανομή της κληρονομίας, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να επιδικάσει την κυριότητα του ακινήτου αποκλειστικά σε αυτόν. Αν η αξία του ακινήτου κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου είναι μεγαλύτερη από την αξία της κληρονομικής μερίδας του επιζώντος συζύγου, η επιδίκαση γίνεται αφού ο τελευταίος καταβάλει τη διαφορά. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση διανομής μόνο του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, αν αυτό περιήλθε σε περισσοτέρους, ανάμεσα στους οποίους είναι ο επιζών σύζυγος.
Αν ο κληρονομούμενος δεν είχε σύζυγο και το διανεμητέο ακίνητο χρησίμευε ενόσω ζούσε ως ο τόπος της κύριας διαμονής του ιδίου και άλλου προσώπου που καλείται στην κληρονομία, το δικαστήριο μπορεί, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1, να επιδικάσει την κυριότητα του ακινήτου αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Συνεισφορά
Άρθρο 1886
Προϋποθέσεις συνεισφοράς
Οι κατιόντες, όταν κληρονομούν εξ αδιαθέτου, έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν ο ένας στον άλλο οτιδήποτε τους προσπόρισε με δωρεά ή γονική παροχή ή οπωσδήποτε τους παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και ό,τι δαπάνησε για την επαγγελματική μόρφωσή τους, εφόσον αυτό υπερέβαινε το μέτρο που θα ανταποκρινόταν στην οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου. Η υποχρέωση συνεισφοράς αποκλείεται, αν ο κληρονομούμενος το όρισε με διαθήκη όταν προέβη στην παροχή ή έκανε τη δαπάνη ή μεταγενέστερα.
Κάθε κατιών δικαιούται να ζητήσει από τους λοιπούς πληροφορίες σχετικά με τις παροχές ή τις δαπάνες που έγιναν προς αυτούς, ως προς τις οποίες υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς.
Άρθρο 1887
Συνεισφορά στη θέση άλλου
Ο κατιών που παίρνει τη θέση κατιόντος που εξέπεσε πριν ή μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου και ο οποίος ως κληρονόμος θα είχε υποχρέωση συνεισφοράς, έχει υποχρέωση να συνεισφέρει τις παροχές που έγιναν στον εκπεσόντα.
Αν ο κληρονομούμενος όρισε υποκατάστατο για τον κατιόντα που έχει εκπέσει, σε περίπτωση αμφιβολίας ο υποκατάστατος έχει υποχρέωση να συνεισφέρει τις παροχές που έγιναν στον εκπεσόντα.
Άρθρο 1888
Συνεισφορά σε περίπτωση διαδοχής από διάταξη τελευταίας βούλησης
Αν ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κληρονόμους τους κατιόντες του με την ίδια αναλογία μερίδων που θα κληρονομούσαν και χωρίς διάταξη τελευταίας βούλησης, σε περίπτωση αμφιβολίας υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην έκταση που θα υπήρχε και στην εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Άρθρο 1889
Παροχή σε απώτερο κατιόντα
Παροχή που έκανε ο κληρονομούμενος σε απώτερο κατιόντα πριν εκπέσει ο εγγύτερoς κατιών που τον αποκλείει, ή σε κατιόντα που υπεισέρχεται ως υποκατάστατος άλλου κατιόντος δεν συνεισφέρεται, εκτός αν ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο της παροχής διέταξε τη συνεισφορά.
Το ίδιο ισχύει και για όποιον έλαβε παροχή από τον κληρονομούμενο πριν αποκτήσει τη νομική θέση κατιόντος.
Άρθρο 1890
Πώς γίνεται η συνεισφορά
Η συνεισφορά γίνεται με τον υπολογισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς, στην αξία της κληρονομίας που πρέπει να διανεμηθεί μεταξύ των κατιόντων και την αφαίρεση κατόπιν της αξίας της από τη μερίδα εκείνου που έχει υποχρέωση συνεισφοράς.
Για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή.
Με τη συνεισφορά δεν μεταβάλλονται οι μερίδες των κατιόντων. O υπόχρεος οφείλει να καταβάλει σε χρήμα στους λοιπούς, κατά την αναλογία των μερίδων τους, την αξία της παροχής που έλαβε κατά το μέτρο που υπερβαίνει την αξία της κληρονομικής του μερίδας με συνυπολογισμό και της συνεισφοράς.
Άρθρο 1891
Μεγαλύτερη αξία της παροχής που συνεισφέρεται
Αν η αξία της παροχής που πρέπει να συνεισφέρει ο κατιών είναι μεγαλύτερη από τη μερίδα που του ανήκει, δεν έχει υποχρέωση για το επιπλέον. Σε αυτή την περίπτωση η κληρονομία διανέμεται μεταξύ των λοιπών κληρονόμων, χωρίς να υπολογίζεται η παροχή που έπρεπε να συνεισφέρει ο κατιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας
Άρθρο 1892
Ευθύνη κληρονόμου
Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα, ή αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1895.
Άρθρο 1893
Δικαστική εκκαθάριση κληρονομίας
Το δικαστήριο της κληρονομίας μπορεί οποτεδήποτε, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να διατάξει την εκκαθάριση της κληρονομίας.
Η εκκαθάριση διατάσσεται και αν ακόμα η κληρονομία σχολάζει.
Άρθρο 1894
Η κληρονομία ως χωριστή ομάδα
Από τη δημοσίευση της απόφασης που διατάσσει την εκκαθάριση, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κληρονομίας αποχωρίζονται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελούν χωριστή ομάδα που διοικείται από τον εκκαθαριστή.
Απαγορεύεται μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου η εγγραφή υποθήκης με οποιονδήποτε τίτλο καθώς και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα κληρονομιαία ακίνητα υπέρ του κληρονόμου ή των δανειστών του.
Άρθρο 1895
Εκποίηση κληρονομιαίων από τον κληρονόμο
Πριν από την απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση της κληρονομίας, ο κληρονόμος δεν έχει δικαίωμα να διαθέτει αντικείμενα της κληρονομίας χωρίς άδεια του δικαστηρίου, η οποία παρέχεται για σπουδαίο λόγο που αφορά τη ζωή ή την υγεία του κληρονόμου ή του συζύγου, των γονέων ή των τέκνων του, εκτός αν είχε υποβάλει τη δήλωση της παρ. 1 του άρθρου 1892. Έχει όμως δικαίωμα να αποκομίζει τα ωφελήματα της κληρονομίας. Επίσης, έχει δικαίωμα να διαθέτει κεφάλαιο της κληρονομίας προς τον σκοπό της ικανοποίησης των δανειστών της ή της συντήρησης των αντικειμένων της.
Ο κληρονόμος ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, αν διέθεσε αντικείμενα της κληρονομίας κατά παράβαση της παρ. 1. Κάθε διάθεση που έγινε από τον κληρονόμο κατά παράβαση της παρ. 1 είναι άκυρη υπέρ των δανειστών της κληρονομίας, εφόσον ματαιώνει την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.
Αν από υπαιτιότητα του κληρονόμου μειώθηκε η αξία της κληρονομίας, οι αξιώσεις των δανειστών της μπορούν να ικανοποιηθούν και από την ατομική περιουσία του.
Οι αξιώσεις των δανειστών του κληρονομουμένου και των νόμιμων μεριδούχων ικανοποιούνται πριν από την εκπλήρωση των κληροδοσιών, των τρόπων και των δωρεών αιτία θανάτου. Αν δεν τηρήθηκε η σειρά του προηγούμενου εδαφίου, ο κληρονόμος ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών του κληρονομουμένου που παραλείφθηκαν.
Άρθρο 1896
Διορισμός εκκαθαριστή
Η απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση διορίζει ως εκκαθαριστή της κληρονομίας δικηγόρο, ο οποίος περιλαμβάνεται σε ειδικό κατάλογο που τηρείται στο δικαστήριο της κληρονομίας. Ως εκκαθαριστής δεν μπορεί να διορισθεί ο κληρονόμος ή ο δανειστής του κληρονομουμένου, ο σύζυγός του και κάθε συγγενής του εξ αίματος σε ευθεία ή πλάγια γραμμή μέχρι τον τέταρτο βαθμό.
Η απόφαση για τον διορισμό του εκκαθαριστή καταχωρίζεται σε ειδικό δημόσιο βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον εκκαθαριστή με επιμέλεια της γραμματείας.
Ο εκκαθαριστής οφείλει, εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης, να αποδεχθεί τον διορισμό του με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου. Αν παρέλθει η προθεσμία, θεωρείται ότι έχει αποποιηθεί. Μετά την αποδοχή του διορισμού του, ο εκκαθαριστής παραλαμβάνει από τον κληρονόμο τα αντικείμενα της κληρονομίας και τα καταγράφει.
Ο εκκαθαριστής μπορεί, οποτεδήποτε μετά την ανάληψη τον καθηκόντων του, να ζητήσει από το δικαστήριο την αντικατάστασή του για σπουδαίο λόγο. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν τη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας.
Άρθρο 1897
Πρόσκληση κληρονομικών δανειστών
Ο εκκαθαριστής, μέσα σε ένα (1) μήνα από την αποδοχή του διορισμού του, δημοσιεύει στον τύπο περίληψη της απόφασης και τη δήλωση αποδοχής του διορισμού του με πρόσκληση των δανειστών της κληρονομίας να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και να υποβάλουν τα δικαιολογητικά τους στοιχεία.
Η απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση καθορίζει τα σχετικά με τη δημοσίευση. Σε κάθε περίπτωση, η περίληψη με την πρόσκληση των δανειστών δημοσιεύεται σε μία εφημερίδα της πρωτεύουσας και στο δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων.
Εντός της προθεσμίας της παρ. 1 ο εκκαθαριστής γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο την περίληψη της απόφασης και τη δήλωση αποδοχής του σε κάθε δανειστή που έχει εγγράψει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή έχει επιβάλει κατάσχεση σε ακίνητο της κληρονομίας ή έχει αποκτήσει ενέχυρο που είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο.
Άρθρο 1898
Αναγγελία δανειστών και απογραφή
Μέσα σε έξι (6) μήνες από την τελευταία δημοσίευση, που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 1897, όποιος θεωρεί ότι διατηρεί απαίτηση κατά της κληρονομίας οφείλει να την αναγγείλει στον εκκαθαριστή και να υποβάλει τα δικαιολογητικά στοιχεία. Η αναγγελία περιλαμβάνει την περιγραφή της απαίτησης και υπογράφεται από δικηγόρο, ο οποίος θεωρείται αντίκλητος του δανειστή.
Ο εκκαθαριστής, αφού επαληθεύσει τις απαιτήσεις των δανειστών που αναγγέλθηκαν, έχει υποχρέωση, μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την παρέλευση της προθεσμίας για αναγγελία, να ολοκληρώσει την απογραφή της κληρονομίας και να συντάξει έκθεση. Το δικαστήριο της κληρονομίας μπορεί να παρατείνει αυτή την προθεσμία για σπουδαίο λόγο.
Ο εκκαθαριστής έχει υποχρέωση να καταθέσει την έκθεση απογραφής στο δικαστήριο της κληρονομίας και να τη γνωστοποιήσει στον κληρονόμο, τους δανειστές του, εφόσον ζήτησαν την εκκαθάριση, και τους δανειστές της κληρονομίας που αναγγέλθηκαν. Καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της έκθεσης απογραφής μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της έκθεσης απογραφής.
Άρθρο 1899
Έργο του εκκαθαριστή
Ο εκκαθαριστής διοικεί την ομάδα της κληρονομίας και εισπράττει τις απαιτήσεις του κληρονομουμένου.
Εφόσον είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας, ο εκκαθαριστής εκποιεί ορισμένα ή όλα τα αντικείμενα της κληρονομίας. Για την εκποίηση ακινήτων ή επιχείρησης ή δημόσιων χρεογράφων ή μετοχών ή ομολογιών ανώνυμων εταιρειών απαιτείται άδεια του δικαστηρίου της κληρονομίας. Τα ακίνητα εκποιούνται με πλειστηριασμό, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ακίνητο που λειτουργεί ως οικογενειακή στέγη καθώς και η επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην κληρονομία εκποιούνται ύστερα από την εκποίηση των λοιπών αντικειμένων της κληρονομίας, εκτός αν πιθανολογείται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις ότι η αξία αυτών δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας.
Κάθε χρηματικό ποσό που εισπράττεται κατατίθεται εντόκως σε ασφαλή τράπεζα.
Ο εκκαθαριστής ευθύνεται για κάθε αμέλεια.
Άρθρο 1900
Αμοιβή εκκαθαριστή
Ο εκκαθαριστής έχει δικαίωμα να λάβει από την κληρονομία ανάλογη αμοιβή, η οποία ορίζεται από το δικαστήριο της κληρονομίας. Κάθε δαπάνη, η οποία είναι αναγκαία για την επιχείρηση συγκεκριμένης πράξης εκκαθάρισης, προκαταβάλλεται στον εκκαθαριστή από αυτόν που ζήτησε την εκκαθάριση. Αν η κληρονομία δεν επαρκεί, οι κληρονόμοι ευθύνονται και με την ατομική τους περιουσία για την καταβολή της αμοιβής και των δαπανών στον εκκαθαριστή. Το δικαστήριο ακούει προηγουμένως τους κληρονόμους, αν αυτό δεν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο.
Άρθρο 1901
Επάρκεια του προϊόντος εκκαθάρισης
Ο εκκαθαριστής διανέμει το προϊόν της εκκαθάρισης, αν αυτό επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών που αναγγέλθηκαν, αφού προηγουμένως αφαιρέσει τα έξοδα της εκκαθάρισης, περιλαμβανομένης της αμοιβής του.
Άρθρο 1902
Ανεπάρκεια του προϊόντος εκκαθάρισης
Αν το προϊόν της εκκαθάρισης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών που αναγγέλθηκαν, ο εκκαθαριστής έχει υποχρέωση, πριν εξοφλήσει οποιονδήποτε από αυτούς, να συντάξει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τον νόμο. Περισσότεροι δανειστές της ίδιας κατηγορίας κατατάσσονται σύμμετρα, χωρίς να θίγονται τα προνόμια που αποκτήθηκαν κατά τον νόμο ή οι υποθήκες που είχαν εγγραφεί και τα ενέχυρα που είχαν συσταθεί πριν από την απόφαση που διέταξε την εκκαθάριση της κληρονομίας. Απαιτήσεις υπό αίρεση ή αμφίβολες κατατάσσονται τυχαία.
Ο εκκαθαριστής καταθέτει τον πίνακα στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας και τον γνωστοποιεί, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση, με κάθε πρόσφορο μέσο στον κληρονόμο και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. Μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας, κάθε δανειστής, ο οποίος είχε αναγγείλει τις απαιτήσεις του, μπορεί να ανακόψει τον πίνακα ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, ο εκκαθαριστής διανέμει αμέσως το προϊόν της εκκαθάρισης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο εκκαθαριστής δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή.
Άρθρο 1903
Πέρας εκκαθάρισης
Μέσα σε έναν (1) μήνα από την πληρωμή των δανειστών που αναγγέλθηκαν, ο εκκαθαριστής οφείλει να δηλώσει στο δικαστήριο της κληρονομίας το πέρας της εκκαθάρισης και, εφόσον έχει απομείνει κληρονομική περιουσία, την αποδίδει στους κληρονόμους ανάλογα με τις κληρονομικές τους μερίδες. Ο εκκαθαριστής έχει δικαίωμα επίσχεσης μέχρι την καταβολή της αμοιβής του και των δαπανών.
Μετά το πέρας της εκκαθάρισης ο κληρονόμος και κάθε δανειστής της κληρονομίας που είχε αναγγελθεί δικαιούνται να ζητήσουν από τον εκκαθαριστή λογοδοσία. Η αξίωση παραγράφεται μέσα σε έξι (6) μήνες από το πέρας της εκκαθάρισης.
Δανειστές που δεν αναγγέλθηκαν ικανοποιούνται, μετά το πέρας της εκκαθάρισης, μόνο στις περιπτώσεις που ο κληρονόμος ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Κληρονομικό καταπίστευμα
Άρθρο 1904
Έννοια
Ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).
Τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο.
Άρθρο 1905
Εγκατάσταση προσώπου που δεν είχε ακόμη συλληφθεί
Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 1711, αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο πρόσωπο που δεν είχε ακόμη συλληφθεί κατά τον θάνατό του, ο εγκατάστατος θεωρείται καταπιστευματοδόχος.
Το ίδιο ισχύει και αν εγκαταστάθηκε κληρονόμος νομικό πρόσωπο που δεν είχε ακόμη συσταθεί κατά τον θάνατο του διαθέτη.
Άρθρο 1906
Εγκατάσταση με αναβλητική αίρεση ή προθεσμία
Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κάποιον κληρονόμο με αναβλητική αίρεση ή προθεσμία που δεν είχε πληρωθεί κατά τον θάνατο του διαθέτη, ο εγκατάστατος θεωρείται καταπιστευματοδόχος.
Το ίδιο ισχύει και αν ο προσδιορισμός του εγκαταστάτου εξαρτάται από γεγονός που επέρχεται μετά τον θάνατο του διαθέτη.
Άρθρο 1907
Εγκατάσταση με διαλυτική αίρεση ή προθεσμία
Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κάποιον κληρονόμο με διαλυτική αίρεση ή προθεσμία, χωρίς να ορίσει τον καταπιστευματοδόχο, θεωρείται καταπιστευματοδόχος το πρόσωπο που θα κληρονομούσε τον διαθέτη εξ αδιαθέτου, αν ο διαθέτης απεβίωνε κατά την πλήρωση της αίρεσης ή προθεσμίας.
Άρθρο 1908
Απαγόρευση εκποίησης ή διάθεσης
Αν ο διαθέτης απαγόρευσε στον κληρονόμο την εκποίηση της κληρονομίας ή τη διάθεσή της με διάταξη τελευταίας βούλησης, σε περίπτωση αμφιβολίας οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονόμου θεωρούνται καταπιστευματοδόχοι.
Άρθρο 1909
Απαγόρευση εκποίησης ή διάθεσης με ορισμό του ωφελούμενου προσώπου
Αν ο διαθέτης απαγόρευσε στον κληρονόμο την εκποίηση της κληρονομίας ή τη διάθεσή της με διάταξη τελευταίας βούλησης και συγχρόνως προσδιόρισε το πρόσωπο για χάρη του οποίου έταξε την απαγόρευση, σε περίπτωση αμφιβολίας το πρόσωπο που προσδιορίσθηκε με αυτόν τον τρόπο θεωρείται καταπιστευματοδόχος.
Άρθρο 1910
Οικογενειακό καταπίστευμα
Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένειά του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 1906 θεωρούνται σε περίπτωση αμφιβολίας καταπιστευματοδόχοι μετά τον θάνατο του εγκαταστάτου όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον διαθέτη, αν απεβίωνε κατά τον θάνατο του εγκαταστάτου.
Για άλλους απώτερους συγγενείς του διαθέτη δεν ισχύει το οικογενειακό καταπίστευμα.
Άρθρο 1911
Όρος διατήρησης της κληρονομίας στην οικογένεια του κληρονόμου
Αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένεια του κληρονόμου, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 1904 θεωρούνται σε περίπτωση αμφιβολίας καταπιστευματοδόχοι μετά τον θάνατο του εγκαταστάτου όλα τα πρόσωπα που θα τον κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου.
Για άλλους απώτερους συγγενείς του κληρονόμου δεν ισχύει το οικογενειακό καταπίστευμα.
Άρθρο 1912
Ειδική περίπτωση βεβαρημένου
Στις περιπτώσεις των άρθρων 1905 και 1919, ωσότου γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, χωρεί ως προς τη μερίδα του η εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Άρθρο 1913
Σιωπηρή υποκατάσταση
Όποιος εγκαταστάθηκε ως καταπιστευματοδόχος, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχει ορισθεί και ως υποκατάστατος του κληρονόμου.
Άρθρο 1914
Άτεκνος κατιών
Αν ο διαθέτης εγκατέστησε καταπιστευματοδόχο για την περίπτωση θανάτου του κατιόντος του, ο οποίος κατά τη σύνταξη της διαθήκης ήταν άτεκνος, ο καταπιστευματοδόχος θεωρείται ότι εγκαταστάθηκε για την περίπτωση που ο κατιών θα απεβίωνε άτεκνος.
Άρθρο 1915
Έκταση καταπιστεύματος
Το δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου σε περίπτωση αμφιβολίας εκτείνεται και στη μερίδα που απέκτησε ο κληρονόμος από την έκπτωση κάποιου συγκληρονόμου. Σε περίπτωση αμφιβολίας δεν περιλαμβάνει και το εξαίρετο που καταλείφθηκε στον κληρονόμο.
Άρθρο 1916
Χρόνος επαγωγής
Η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις αποβιώσει ο κληρονόμος, αν ο διαθέτης δεν έταξε κάποιο άλλο γεγονός ή χρονικό σημείο.
Στις περιπτώσεις του άρθρου 1905, η επαγωγή επέρχεται με τον τοκετό ή τη σύσταση του νομικού προσώπου.
Σε κάθε περίπτωση, η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο ματαιώνεται, αν παρέλθουν τριάντα (30) έτη από τον θάνατο του διαθέτη.
Άρθρο 1917
Ύπαρξη του τιμώμενου προσώπου
Καταπιστευματοδόχος μπορεί να είναι μόνο όποιος ζει ή τουλάχιστον έχει συλληφθεί κατά τον χρόνο που επάγεται σε αυτόν η κληρονομία.
Αν ο καταπιστευματοδόχος δεν ζει ή δεν έχει συλληφθεί κατά τον χρόνο αυτό, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, η κληρονομία παραμένει στον κληρονόμο.
Άρθρο 1918
Δικαιώματα βεβαρημένου
Ωσότου γίνει η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο, ο κληρονόμος ασκεί τις κληρονομικές αγωγές και διαχειρίζεται την κληρονομία· απέναντι στον καταπιστευματοδόχο ευθύνεται για όση επιμέλεια δείχνει στις δικές του υποθέσεις.
Διάθεση των αντικειμένων της κληρονομίας, αν ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, συγχωρείται μόνο όταν επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης ή έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος ή στην περίπτωση του άρθρου 1920. Κάθε άλλη διάθεση καθίσταται άκυρη μόλις επέλθει η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο.
Άρθρο 1919
Δαπάνες
Ωσότου γίνει η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο, ο κληρονόμος βαρύνεται μόνο με τις αναγκαίες δαπάνες και με τις δαπάνες για την παραγωγή καρπών, καθώς και με τα τακτικά βάρη των κληρονομιαίων αντικειμένων. Κάθε άλλη δαπάνη κρίνεται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.
Άρθρο 1920
Αποκατάσταση του υπολοίπου
Αν ο καταπιστευματοδόχος εγκαταστάθηκε σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά τον χρόνο της επαγωγής σε αυτόν, ή αν ο διαθέτης επέτρεψε ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο, αυτός έχει δικαίωμα να διαθέτει τα κληρονομιαία αντικείμενα.
Άρθρο 1921
Αποδοχή ή αποποίηση του καταπιστεύματος
Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία κατά τις διατάξεις για την αποδοχή ή την αποποίησή της.
Άρθρο 1922
Αποκατάσταση και αποτέλεσμα
Μόλις επέλθει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, ο κληρονόμος παύει να είναι κληρονόμος και έχει υποχρέωση να παραδώσει την κληρονομία στην κατάσταση που θα βρισκόταν ύστερα από τακτική διαχείριση, εκτός από τους καρπούς που έχουν παραχθεί έως την επαγωγή. Ο καταπιστευματοδόχος έχει δικαίωμα να ζητήσει λογοδοσία.
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αποσβέσθηκαν με σύγχυση αναβιώνουν αυτοδικαίως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
Κληρονομητήριο
Άρθρο 1923
Έννοια
Το δικαστήριο της κληρονομίας, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου, δυνάμει απόφασης ή πράξης του, παρέχει πιστοποιητικό για το κληρονομικό του δικαίωμα και για τη μερίδα που του αναλογεί (κληρονομητήριο).
Άρθρο 1924
Περιεχόμενο της αίτησης
Εκείνος που ζητεί κληρονομητήριο οφείλει να αναφέρει στην αίτηση: 1. τη χρονολογία του θανάτου του κληρονομουμένου· 2. τη διάταξη τελευταίας βούλησης και το περιεχόμενό της ή τη συγγενική σχέση, στην οποία στηρίζει το κληρονομικό του δικαίωμα· 3. ότι δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα, που να αποκλείουν ή να περιορίζουν το κληρονομικό του δικαίωμα ή ότι εκείνα που υπήρχαν εξέπεσαν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξέπεσαν· 4. αν υπάρχουν άλλες διατάξεις τελευταίας βούλησης και το περιεχόμενό τους· 5. αν εκκρεμεί δίκη για το κληρονομικό δικαίωμα.
Άρθρο 1925
Απόδειξη
Εκείνος που υποβάλλει την αίτηση αποδεικνύει με δημόσια έγγραφα την ακρίβεια όσων αναφέρονται στο άρθρο 1924. Αν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο να προσκομισθεί δημόσιο έγγραφο, ο αρμόδιος για την έκδοση δικηγόρος μπορεί να αξιολογήσει και κάθε άλλο προσκομισθέν έγγραφο. Όταν το κληρονομητήριο εκδίδεται με βάση απόφαση, ο δικαστής μπορεί στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου να υποχρεώσει συγχρόνως αυτόν που υπέβαλε την αίτηση να βεβαιώσει ενόρκως ότι δεν γνωρίζει κανένα γεγονός αντίθετο με τις δηλώσεις του, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζεται και το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 1926
Αυτεπάγγελτη έρευνα
Ο αρμόδιος να εκδώσει το κληρονομητήριο έχει δικαίωμα να ερευνήσει με κάθε τρόπο, προκειμένου να εξακριβώσει τις δηλώσεις του αιτούντος το κληρονομητήριο, και ιδίως να διατάξει τη δημοσίευση της αίτησης καθορίζοντας και τον τρόπο δημοσίευσής της. Έχει επίσης δικαίωμα να καλέσει για να ακουσθούν πρόσωπα που είναι πιθανό να αξιώνουν κληρονομικά δικαιώματα και ιδίως πρόσωπα τα οποία θα ήταν κληρονόμοι, αν τυχόν ήταν άκυρη η διάταξη της τελευταίας βούλησης, ή πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται σε δίκη που εκκρεμεί για το ίδιο κληρονομικό δικαίωμα.
Όταν ζητείται κοινό κληρονομητήριο ή κληρονομητήριο από τον μοναδικό κληρονόμο και στη διάταξη τελευταίας βούλησης διαπιστώνονται επουσιώδεις ασάφειες ή πρόδηλα σφάλματα, που δεν αλλοιώνουν τη βούληση του κληρονομουμένου, εφόσον κανείς τιμώμενος δεν προβάλει αντιρρήσεις, ο αρμόδιος να εκδώσει κληρονομητήριο μπορεί να το εκδώσει.
Άρθρο 1927
Περισσότεροι κληρονόμοι
Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, με αίτηση οποιουδήποτε από αυτούς παρέχεται κοινό κληρονομητήριο. Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που το ζητεί πρέπει να αναφέρει τα ονόματα και τις μερίδες όλων των κληρονόμων, καθώς και ότι αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομία και ακόμη να αποδείξει τις δηλώσεις του αυτές.
Επιτρέπεται η έκδοση ενιαίου κληρονομητηρίου για διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές (πολλαπλό κληρονομητήριο).
Άρθρο 1928
Περιεχόμενο του κληρονομητηρίου
Το κληρονομητήριο παρέχεται μόνο αν κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί όσα αναφέρονται στην αίτηση.
Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 1762, για την έκδοση κληρονομητηρίου αρκεί η δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης.
Το κληρονομητήριο αναγράφει τον κληρονόμο και, αν υπάρχουν περισσότεροι, την κληρονομική μερίδα καθενός, τον καταπιστευματοδόχο, τον εκτελεστή της διαθήκης και τους όρους με τους οποίους αυτός διορίζεται, καθώς και τους νόμιμους μεριδούχους, τις κληροδοσίες και τους τρόπους.
Άρθρο 1929
Τεκμήριο κληρονομικής ιδιότητας
Αυτός που στο κληρονομητήριο κατονομάζεται κληρονόμος τεκμαίρεται ότι έχει το κληρονομικό δικαίωμα που αναφέρεται σε αυτό και ότι δεν περιορίζεται από άλλες διατάξεις, εκτός από εκείνες που αναγράφονται στο κληρονομητήριο.
Άρθρο 1930
Ισχύς των δικαιοπραξιών
Κάθε δικαιοπραξία αυτού που αναγράφεται στο κληρονομητήριο ως κληρονόμος με τρίτο ή του τρίτου έναντι του κληρονόμου αυτού ισχύει υπέρ του τρίτου, σε όση έκταση υπάρχει το τεκμήριο του άρθρου 1929, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την ανακρίβεια του κληρονομητηρίου ή τη δικαστική του ανάκληση.
Άρθρο 1931
Ανακριβές κληρονομητήριο
Ο πραγματικός κληρονόμος ή ο εκτελεστής της διαθήκης μπορεί να απαιτήσει από εκείνον που κατέχει ανακριβές κληρονομητήριο, να το παραδώσει στο δικαστήριο της κληρονομίας.
Όποιος κατέχει ανακριβές κληρονομητήριο οφείλει να παράσχει στον πραγματικό κληρονόμο πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της.
Άρθρο 1932
Αφαίρεση ή ακύρωση του κληρονομητηρίου
Αν το κληρονομητήριο που χορηγήθηκε είναι ανακριβές, το δικαστήριο της κληρονομίας διατάσσει την αφαίρεσή του. Με την αφαίρεση το κληρονομητήριο παύει να ισχύει.
Αν η αφαίρεση του κληρονομητηρίου δεν είναι αμέσως δυνατή, το δικαστήριο το κηρύσσει με απόφασή του ανίσχυρο. Περίληψη της απόφασης δημοσιεύεται στον τύπο σύμφωνα με όσα καθορίζονται στην απόφαση. Η περίληψη καταχωρίζεται σε κάθε περίπτωση σε εφημερίδα της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κληρονομουμένου. Όταν περάσει ένας (1) μήνας από την τελευταία καταχώριση, η απόφαση που κηρύσσει το κληρονομητήριο ανίσχυρο ισχύει για όλους.
Άρθρο 1933
Ανάκληση ή τροποποίηση ανακριβούς κληρονομητηρίου
Το δικαστήριο της κληρονομίας ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν είναι ανακριβές το κληρονομητήριο που χορηγήθηκε, και το ανακαλεί ή το τροποποιεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
Κληροδοσίες
Άρθρα 1934
Ποιος βαρύνεται
Βεβαρημένος με κληροδοσία μπορεί να είναι ο κληρονόμος, ο καταπιστευματοδόχος και ο κληροδόχος.
Εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, βεβαρημένος είναι ο κληρονόμος.
Άρθρο 1935
Περισσότεροι βεβαρημένοι
Αν βαρύνονται περισσότεροι κληρονόμοι ή κληροδόχοι, σε περίπτωση αμφιβολίας ο κάθε κληρονόμος λογίζεται ότι βαρύνεται ανάλογα με τη μερίδα του και ο κάθε κληροδόχος ανάλογα με την αξία του αντικειμένου που του κληροδοτήθηκε.
Το ίδιο ισχύει και αν περισσότεροι βαρύνονται διαζευκτικά με μια κληροδοσία.
Άρθρο 1936
Εξαίρετο
Η κληροδοσία που αφέθηκε στον κληρονόμο (εξαίρετο) θεωρείται κληροδοσία και ως προς το μέρος της με το οποίο βαρύνεται με αυτήν ο ίδιος.
Άρθρο 1937
Σιωπηρό κληροδότημα
Αν ο διαθέτης διέταξε να μην περιέλθει στον εγκατάστατο με τη διαθήκη αντικείμενο της κληρονομίας, το αντικείμενο αυτό θεωρείται ότι κληροδοτήθηκε στον εξ αδιαθέτου κληρονόμο.
Άρθρο 1938
Προσδιορισμός από τον βεβαρημένο ή από τρίτο
Αν κληροδόχος ορίσθηκε πρόσωπο από ορισμένο κύκλο, κατ’ επιλογήν του βεβαρημένου ή τρίτου, ο καθορισμός του προσώπου γίνεται από τον βεβαρημένο με δήλωσή του προς αυτό και από τον τρίτο με δήλωσή του προς τον βεβαρημένο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, λογίζεται ότι ο καθορισμός έχει ανατεθεί στον βεβαρημένο.
Αν ο βεβαρημένος ή ο τρίτος δεν μπορεί να προβεί στον καθορισμό ή, αν η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτόν πέρασε άπρακτη, όλα τα πρόσωπα θεωρούνται δανειστές εις ολόκληρον και δεν χωρεί αναγωγή εναντίον εκείνου που έλαβε το κληροδότημα.
Άρθρο 1939
Κληροδοσία σε περισσοτέρους
Αν ο διαθέτης άφησε κληροδοσία σε περισσότερους και ανέθεσε στον βεβαρημένο ή σε τρίτον να καθορίσει τι θα πάρει ο καθένας από το αντικείμενο που κληροδοτήθηκε, ο καθορισμός γίνεται με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 1938.
Αν ο βεβαρημένος ή ο τρίτος δεν μπορεί να προβεί στον καθορισμό ή αν πέρασε άπρακτη η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτόν, όλοι οι τιμώμενοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη της κληροδοσίας.
Άρθρο 1940
Επιλογή από τρίτο
Αν ο διαθέτης όρισε να πάρει ο τιμώμενος ένα από περισσότερα αντικείμενα και η επιλογή έχει ανατεθεί σε τρίτο, αυτή γίνεται με δήλωση προς τον βεβαρημένο. Αν ο τρίτος δεν μπορεί να κάνει την επιλογή ή αν πέρασε άπρακτη η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα της επιλογής περιέρχεται στον βεβαρημένο.
Άρθρο 1941
Προσδιορισμός κατά δίκαιη κρίση
O διαθέτης μπορεί να αναθέσει στη δίκαιη κρίση του βεβαρημένου ή τρίτου τον καθορισμό του αντικειμένου της κληροδοσίας, εφόσον όρισε τον σκοπό της κληροδοσίας. Σε τέτοια κληροδοσία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν στις συμβάσεις για παροχή, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί από τον έναν συμβαλλόμενο ή από τρίτο.
Άρθρο 1942
Κατάλειψη αντικειμένου σε περισσοτέρους
Αν κληροδοτήθηκε σε περισσοτέρους το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζονται τα άρθρα 1787 έως 1791.
Άρθρο 1943
Προσαύξηση σε περίπτωση κληροδοσίας
Αν το ίδιο αντικείμενο κληροδοτήθηκε σε περισσοτέρους και ο ένας εξέπεσε πριν ή μετά την επαγωγή, το μέρος του προσαυξάνει τις μερίδες των άλλων ανάλογα με το ποσοστό τους. Το ίδιο ισχύει και αν ο διαθέτης προσδιόρισε τις μερίδες τους. Αν μερικοί από τους κληροδόχους γράφηκαν στην ίδια μερίδα, η προσαύξηση χωρεί κατά προτίμηση μεταξύ τους.
Άρθρο 1944
Μερίδα κληροδόχου από προσαύξηση
Η μερίδα που ο κληροδόχος αποκτά από προσαύξηση θεωρείται ιδιαίτερη κληροδοσία ως προς τις κληροδοσίες ή τον τρόπο, με τις οποίες βαρύνεται αυτός ή εκείνος που εξέπεσε.
Άρθρο 1945
Προαποβίωση του κληροδόχου
Η κληροδοσία καθίσταται άκυρη, αν ο κληροδόχος δεν ζει πια κατά τον θάνατο του διαθέτη.
Άρθρο 1946
Έκπτωση βεβαρημένου
Αν ο βεβαρημένος δεν γίνει κληρονόμος ή κληροδόχος, η κληροδοσία σε περίπτωση αμφιβολίας εξακολουθεί να ισχύει, και βαρύνει εκείνον που ωφελείται από την έκπτωση του αρχικά βεβαρημένου.
Άρθρο 1947
Αδύνατη κληροδοσία
Είναι άκυρη η κληροδοσία, της οποίας η παροχή κατά τον θάνατο του διαθέτη είναι αδύνατη ή αντιβαίνει στον νόμο.
Άρθρο 1948
Ματαίωση της κληροδοσίας
Κληροδοσία που είναι άκυρη ή που ματαιώνεται ωφελεί τον βεβαρημένο, αν δεν υπάρχει περίπτωση υποκατάστασης ή προσαύξησης.
Άρθρο 1949
Παραρτήματα του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε
Σε περίπτωση αμφιβολίας, η κληροδοσία ενός πράγματος περιλαμβάνει και τα παραρτήματά του, που υπάρχουν κατά τον θάνατο του διαθέτη.
Αν ο διαθέτης έχει απαίτηση αποζημίωσης εξαιτίας βλάβης του πράγματος που προκλήθηκε μετά τη διάταξη της κληροδοσίας, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε και η απαίτηση αυτή.
Άρθρο 1950
Βάρη του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε
Αν κληροδοτήθηκε αντικείμενο που ανήκει στην κληρονομία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο βεβαρημένος δεν έχει υποχρέωση να το απαλλάξει από τα βάρη του.
Αν ο διαθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει τέτοια απαλλαγή, σε περίπτωση αμφιβολίας η κληροδοσία περιλαμβάνει και την απαίτηση αυτή.
Άρθρο 1951
Κληροδοσία ξένου πράγματος
Η κληροδοσία ορισμένου αντικειμένου που δεν ανήκει στην κληρονομία κατά τον θάνατο του διαθέτη είναι άκυρη, εκτός αν συνάγεται ότι γίνεται και για την περίπτωση που το αντικείμενο αυτό δεν ανήκει στην κληρονομία. Θεωρείται ότι δεν ανήκει στην κληρονομία και εκείνο το αντικείμενο, το οποίο ο διαθέτης έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει σε άλλον.
Αν ο διαθέτης κατά τον θάνατό του είχε μόνο τη νομή του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας η κληροδοσία περιλαμβάνει τη νομή.
Αν ο διαθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τρίτον το αντικείμενο που κληροδοτήθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε η απαίτηση αυτή. Το ίδιο ισχύει και όταν ο διαθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την απώλεια ή την αφαίρεση που επήλθε μετά τη διάταξη της κληροδοσίας.
Άρθρο 1952
Προμήθεια αντικειμένου
Εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 1951 είναι ισχυρή η κληροδοσία αντικειμένου, που δεν ανήκε στην κληρονομία κατά τον θάνατο του διαθέτη, ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να το προμηθεύσει στον κληροδόχο.
Αν ο βεβαρημένος αδυνατεί να το προμηθεύσει ή αν χρειάζεται για αυτό δυσανάλογη δαπάνη, οφείλεται η αξία του.
Άρθρο 1953
Ένωση ή ανάμειξη του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε
Αν ο διαθέτης μετά τη διάταξη της κληροδοσίας ένωσε ή ανέμειξε το πράγμα που κληροδοτήθηκε με άλλο, έτσι ώστε η κυριότητα πάνω στο άλλο να επεκτείνεται και σε αυτό ή να δημιουργείται συγκυριότητα, και η κατάσταση αυτή υπάρχει κατά τον θάνατο του διαθέτη, η κληροδοσία είναι άκυρη.
Αν η ένωση ή η ανάμειξη έγινε από άλλον και όχι από τον διαθέτη, και ο διαθέτης απέκτησε συγκυριότητα, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι κληροδοτήθηκε η συγκυριότητα.
Αν ο διαθέτης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει το πράγμα που ενώθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε το δικαίωμα αυτό.
Άρθρο 1954
Επεξεργασία ή μετάπλαση
Αν ο διαθέτης μετά τη διάταξη της κληροδοσίας παρήγαγε νέο πράγμα με επεξεργασία ή μετάπλαση εκείνου που κληροδοτήθηκε, έτσι ώστε σύμφωνα με τον νόμο ο κατασκευαστής να γίνεται κύριός του, η κληροδοσία είναι άκυρη.
Αν η μεταποίηση αυτή έγινε από άλλον και όχι από τον διαθέτη, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 1951.
Άρθρο 1955
Κληροδοσία απαίτησης που έχει εισπραχθεί
Αν ο διαθέτης κληροδότησε απαίτησή του που εκπληρώθηκε πριν αποβιώσει και το αντικείμενό της υπάρχει ακόμα στην κληρονομία, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε το αντικείμενο αυτό. Αν η απαίτηση ήταν χρηματική, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε ίσο χρηματικό ποσό.
Άρθρο 1956
Πράγμα κατά γένος ορισμένο
Αν ο διαθέτης κληροδότησε πράγμα κατά γένος μόνο ορισμένο, ο κληροδόχος έχει δικαίωμα να λάβει πράγμα που να ανταποκρίνεται στις συνθήκες στις οποίες αυτός βρίσκεται.
Άρθρο 1957
Καθορισμός πράγματος κατά γένος ορισμένου
Αν κληροδοτήθηκε πράγμα κατά γένος μόνο ορισμένο και ο καθορισμός του ανατέθηκε στον κληροδόχο ή σε τρίτον, ο καθορισμός γίνεται με δήλωσή τους στον βεβαρημένο. Αν αυτοί δεν μπορούν ή αν πέρασε άπρακτη η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτόν ή αν ο καθορισμός που έγινε δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 1956, ο καθορισμός γίνεται από το δικαστήριο της κληρονομίας.
Άρθρο 1958
Υποχρεώσεις βεβαρημένου σε πράγμα κατά γένος ορισμένο
Αν κληροδοτήθηκε πράγμα κατά γένος μόνο ορισμένο, ως προς τις υποχρεώσεις του βεβαρημένου εξαιτίας νομικών ή πραγματικών ελαττωμάτων εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τις υποχρεώσεις του πωλητή. Το ίδιο ισχύει, σε περίπτωση αμφιβολίας, και σε κληροδοσία ορισμένου αντικειμένου που δεν ανήκει στην κληρονομία, με την επιφύλαξη του περιορισμού της παρ. 2 του άρθρου 1952.
Αν το αντικείμενο της κληροδοσίας είναι ακίνητο, σε περίπτωση αμφιβολίας ο βεβαρημένος δεν ευθύνεται για δουλείες ή άλλα εμπράγματα βάρη του ακινήτου.
Άρθρο 1959
Κληροδοσία όλων των απαιτήσεων
Αν ο διαθέτης κληροδοτήσει όλες τις απαιτήσεις του, σε περίπτωση αμφιβολίας περιλαμβάνονται μόνο οι χρηματικές και όχι άλλες απαιτήσεις ή ανώνυμοι τίτλοι ή καταθέσεις σε τράπεζες και ταμιευτήρια.
Άρθρο 1960
Κληροδοσία οφειλής
Αν ο διαθέτης κληροδότησε ό,τι οφείλει στον κληροδόχο, σε περίπτωση αμφιβολίας ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να καταβάλει το χρέος, χωρίς να έχει το δικαίωμα να αντιτάξει αίρεση ή προθεσμία ή ένσταση.
Άρθρο 1961
Κληροδοσία χρηματικού ποσού σε δανειστή
Αν ο διαθέτης κληροδοτήσει χρηματικό ποσό στον δανειστή του, αποσιωπώντας την οφειλή, σε περίπτωση αμφιβολίας η κληροδοσία δεν θεωρείται ότι έγινε για να εξοφληθεί η οφειλή.
Άρθρο 1962
Το δικαίωμα από την κληροδοσία
Ο κληροδόχος αποκτά με την κληροδοσία το ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον βεβαρημένο την παροχή του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε.
Η αξίωση παραγράφεται σε μία διετία, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου ο κληροδόχος πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αξίωσης. Σε κάθε περίπτωση, η αξίωση παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της διαθήκης.
Άρθρο 1963
Απαλλαγή κληροδόχου
Αν η κληροδοσία συνίσταται σε απαλλαγή από εμπράγματο βάρος ή από υποχρέωση προς τον διαθέτη, ο κληροδόχος απαλλάσσεται αμέσως και αυτοδικαίως.
Άρθρο 1964
Επαγωγή της κληροδοσίας
Το δικαίωμα από την κληροδοσία αποκτάται μόλις αποβιώσει ο διαθέτης (επαγωγή της κληροδοσίας). Ο κληροδόχος έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληροδοσία.
Άρθρο 1965
Επαγωγή σε περίπτωση αίρεσης ή προθεσμίας
Σε περίπτωση κληροδοσίας με αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, η πλήρωση της οποίας επέρχεται μετά τον θάνατο του διαθέτη, η επαγωγή της γίνεται μόλις πληρωθεί η αίρεση ή η προθεσμία.
Άρθρο 1966
Κληροδόχος που δεν έχει ακόμη συλληφθεί
Αν ο κληροδόχος δεν έχει ακόμη συλληφθεί όταν αποβιώσει ο διαθέτης, ή αν το πρόσωπό του προσδιορίζεται από γεγονός που επέρχεται μετά τον θάνατο του διαθέτη, η επαγωγή γίνεται κατά τον χρόνο του τοκετού ή μόλις επέλθει το γεγονός.
Άρθρο 1967
Εφαρμογή των διατάξεων για αναβλητική αίρεση
Στις περιπτώσεις των άρθρων 1965 και 1966, κατά το χρονικό διάστημα από τον θάνατο του διαθέτη έως την επαγωγή της κληροδοσίας εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναβλητική αίρεση.
Άρθρο 1968
Αποποίηση της κληροδοσίας
Ο κληροδόχος δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληροδοσία μετά την αποδοχή της.
Η αποδοχή και η αποποίηση γίνονται με δήλωση προς τον βεβαρημένο. Η δήλωση γίνεται μόνο μετά την επαγωγή της κληροδοσίας και είναι άκυρη, αν γίνει με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς.
Το άρθρο 1852, η παρ. 2 του άρθρου 1853 και το άρθρο 1854 για την αποδοχή ή την αποποίηση της κληρονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και για την κληροδοσία.
Άρθρο 1969
Απαιτητό κληροδοσίας
Αν ο χρόνος για την εκπλήρωση της κληροδοσίας έχει αφεθεί στη διάκριση του βεβαρημένου, σε περίπτωση αμφιβολίας η παροχή γίνεται απαιτητή μόλις αυτός αποβιώσει.
Άρθρο 1970
Καρποί του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε
Αν κληροδοτήθηκε ορισμένο αντικείμενο που ανήκει στην κληρονομία, ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον κληροδόχο και τους καρπούς που συλλέχθηκαν από την επαγωγή της κληροδοσίας, καθώς και οτιδήποτε περιήλθε σε αυτόν με άλλο τρόπο εξαιτίας του δικαιώματος που κληροδοτήθηκε. Ο βεβαρημένος δεν έχει υποχρέωση σε αποζημίωση για ωφελήματα που δεν είναι καρποί.
Άρθρο 1971
Δαπάνες
Αν κληροδοτήθηκε ορισμένο πράγμα που ανήκει στην κληρονομία, ο βεβαρημένος μπορεί, κατά τις διατάξεις που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ κυρίου και νομέα, να απαιτήσει αποκατάσταση των δαπανών που έγιναν στο πράγμα μετά τον θάνατο του διαθέτη, καθώς και για όσα καταβλήθηκαν μετά τον θάνατο του διαθέτη για να απαλλαγεί το πράγμα από βάρη.
Άρθρο 1972
Βεβαρημένος κληροδόχος
Κληροδόχος που είναι βεβαρημένος με κληροδοσία ή τρόπο, έχει υποχρέωση να εκπληρώσει μόνο αφότου έχει και αυτός δικαίωμα να απαιτήσει ό,τι του έχει καταλειφθεί.
Άρθρο 1973
Άρνηση κληροδόχου
Κληροδόχος βεβαρημένος με κληροδοσία ή τρόπο μπορεί, και μετά την αποδοχή της κληροδοσίας που καταλείφθηκε σε αυτόν, να αρνηθεί να εκπληρώσει, αν αυτό που παίρνει από την κληροδοσία ο ίδιος δεν επαρκεί για την εκπλήρωση.
Αν σύμφωνα με το άρθρο 1946 στη θέση του βεβαρημένου υπεισέλθει άλλος, αυτός δεν ευθύνεται περισσότερο από τον κληροδόχο.
Άρθρο 1974
Ελάττωση της κληροδοσίας
Αν η παροχή από την κληροδοσία μειωθεί κατά τις διατάξεις για τη νόμιμη μοίρα ή σύμφωνα με το άρθρο 1973, σε περίπτωση αμφιβολίας ο κληροδόχος έχει το δικαίωμα να μειώσει και αυτός ανάλογα τα βάρη που του έχουν επιβληθεί.
Άρθρο 1975
Υποκατάσταση
Αν ο διαθέτης, για την περίπτωση που ο πρώτος τιμώμενος δεν αποκτήσει την κληροδοσία, αφήνει το αντικείμενό της σε άλλον, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1795 έως 1797 για την υποκατάσταση κληρονόμου.
Άρθρο 1976
Μετακληροδοσία
Ο διαθέτης μπορεί, με διάταξή του, να ορίσει ότι, από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός που επέρχεται μετά την απόκτηση της κληροδοσίας, αυτό που κληροδοτήθηκε περιέρχεται σε άλλον (μετακληροδοσία). Τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον μετακληροδόχο.
Άρθρο 1977
Οικογενειακό κληροδότημα
Αν κατά τη θέληση του διαθέτη το αντικείμενο που κληροδοτήθηκε πρέπει να μείνει για πάντα στη δική του οικογένεια, θεωρούνται ότι έχουν τιμηθεί με κληροδοσία κατά υποκατάσταση εκείνοι που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον διαθέτη κατά τον χρόνο του θανάτου του βεβαρημένου αρχικού κληροδόχου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ
Τρόπος
Άρθρο 1978
Σύσταση τρόπου
Αν ο κληρονομούμενος με διάταξη τελευταίας βούλησης υποχρεώνει τον τιμώμενο στην τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχει συσταθεί τρόπος.
Αν η τελευταία διάταξη περιέχει τρόπο, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1774, 1934, 1935, 1940, 1941, 1946, 1947, 1956 και 1969.
Άρθρο 1979
Πρόσωπο για το οποίο γίνεται η παροχή
Ο διαθέτης μπορεί να τάξει τρόπο για ορισμένο σκοπό και να επιτρέψει στον βεβαρημένο ή σε τρίτον τον προσδιορισμό του προσώπου στο οποίο θα γίνει η παροχή.
Άρθρο 1980
Καθορισμός από βεβαρημένο ή από τρίτο
Αν στην περίπτωση του άρθρου 1979 ο καθορισμός του προσώπου ανατέθηκε στον βεβαρημένο και πέρασε άπρακτη η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτόν, ο καθορισμός γίνεται από αυτόν που άσκησε την αγωγή.
Αν ο καθορισμός του προσώπου ανατέθηκε σε τρίτο, γίνεται με δήλωση προς τον βεβαρημένο. Αν ο τρίτος δεν μπορεί να κάνει τον καθορισμό ή αν πέρασε άπρακτη η δικαστική προθεσμία που τάχθηκε για τον σκοπό αυτόν, ο καθορισμός γίνεται από τον βεβαρημένο. Η δικαστική προθεσμία τάσσεται ύστερα από αίτηση και του βεβαρημένου.
Άρθρο 1981
Ποιος απαιτεί την εκπλήρωση
Την εκτέλεση του τρόπου έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν ο εκτελεστής της διαθήκης, ο κληρονόμος, ο συγκληρονόμος και αυτός που ωφελείται άμεσα από την έκπτωση εκείνου που είναι αρχικά βεβαρημένος με τον τρόπο.
Αν η εκτέλεση του τρόπου αφορά το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να την απαιτήσει και η δημόσια αρχή.
Άρθρο 1982
Ακυρότητα του τρόπου
Αν ο τρόπος είναι άκυρος, τότε μόνο είναι άκυρη και η διάταξη υπέρ του βεβαρημένου, όταν αυτό προκύπτει ως θέληση του διαθέτη.
Άρθρο 1983
Τρόπος αδύνατος
Αν η εκτέλεση του τρόπου γίνει αδύνατη από υπαιτιότητα του βεβαρημένου, εκείνος που θα είχε ωφέλεια από την έκπτωσή του μπορεί να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να του αποδοθεί ό,τι έχει καταλειφθεί κατά το μέρος που έπρεπε να δαπανηθεί για την εκτέλεση του τρόπου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ
Εκτελεστής της διαθήκης
Άρθρο 1984
Διορισμός
Ο διαθέτης μπορεί να ορίσει στη διαθήκη εκτελεστές ένα (1) ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Μπορεί ακόμη να αναθέσει στον εκτελεστή να ορίσει συνεκτελεστές ή διαδόχους του.
Εκτελεστής μπορεί να ορισθεί και με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το παρόν κεφάλαιο.
Άρθρο 1985
Ικανότητα
Ο διορισμός εκτελεστή είναι άκυρος, αν αυτός τότε που αποδέχεται το λειτούργημα είναι ανίκανος ή έχει περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία.
Άρθρο 1986
Έναρξη, αποδοχή, αποποίηση
Το λειτούργημα του εκτελεστή αρχίζει από την αποδοχή του.
Η αποδοχή και η αποποίηση γίνονται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση. Η δήλωση είναι άκυρη, αν γίνει πριν από την επαγωγή της κληρονομίας ή με αίρεση ή με προθεσμία.
Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει συμφέρον, ο πρόεδρος του δικαστηρίου της κληρονομίας ορίζει προθεσμία για να προβεί ο εκτελεστής στη δήλωση· αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, ο εκτελεστής θεωρείται ότι αποποιήθηκε το λειτούργημα.
Άρθρο 1987
Εξουσία του εκτελεστή
Έργο του εκτελεστή είναι η εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης.
Ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει κάθε πράξη την οποία ρητά επέτρεψε ο διαθέτης ή είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των διατάξεών του. Ο εκτελεστής διαθήκης έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται ολόκληρη την κληρονομία ή μέρος αυτής, αν τούτο είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης ή και ανεξάρτητα από αυτό, αν τούτο όρισε ο διαθέτης.
Εκτελεστής που έχει ορισθεί με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου έχει μόνο τις εξουσίες που ορίζονται σε αυτή.
Άρθρο 1988
Πράξεις με άδεια του δικαστηρίου
Αν στις περιπτώσεις του άρθρου 1987 χρειάζεται να εκποιηθούν ακίνητα της κληρονομίας ή δημόσια χρεόγραφα ή μετοχές ή ομολογίες ανώνυμων εταιρειών ή να συνομολογηθεί δάνειο ή συμβιβασμός ή να γίνει δαπάνη που υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, και δεν συναινεί σε αυτό ο κληρονόμος, ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να επιχειρεί τις πράξεις αυτές ύστερα από άδεια του δικαστηρίου της κληρονομίας. Το δικαστήριο ακούει προηγουμένως τον κληρονόμο, αν αυτό δεν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο.
Ο διαθέτης μπορεί, με ρητή δήλωση στη διαθήκη, να απαλλάξει τον εκτελεστή από τους περιορισμούς της παρ. 1.
Άρθρο 1989
Περιουσία περιερχόμενη σε επιτροπευόμενο ή σε συμπαραστατούμενο
Αν η περιουσία για την οποία έχει ορισθεί εκτελεστής διαθήκης περιέρχεται σε ανήλικο που τελεί υπό επιτροπεία ή σε ενήλικο που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, αυτή υπόκειται στη διαχείριση του επιτρόπου ή του δικαστικού συμπαραστάτη, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε με τη διαθήκη του ρητά ότι η περιουσία υπόκειται στη διαχείριση του εκτελεστή διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή ο εκτελεστής διαθήκης υπάγεται στις διατυπώσεις και δεσμεύσεις της επιτροπείας ή της δικαστικής συμπαράστασης. Αντίθετη διάταξη της διαθήκης είναι άκυρη.
Άρθρο 1990
Ευθύνη του εκτελεστή
Κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ο εκτελεστής ευθύνεται απέναντι στον κληρονόμο κατά τους κανόνες της εντολής για κάθε ζημία της κληρονομίας από πταίσμα του. Σε περίπτωση διαχείρισης έχει υποχρέωση και να λογοδοτήσει.
Περισσότεροι εκτελεστές ευθύνονται για κοινό πταίσμα τους εις ολόκληρον.
Άρθρο 1991
Περισσότεροι εκτελεστές
Περισσότεροι εκτελεστές ενεργούν όλοι μαζί· αν λείψει ένας από αυτούς, ενεργούν οι άλλοι μόνοι τους. Σε περίπτωση διαφωνίας αποφασίζει η πλειοψηφία και σε ισοψηφία κρίνει ελεύθερα το δικαστήριο. Ο διαθέτης μπορεί να ορίσει διαφορετικά.
Καθένας από τους περισσότερους εκτελεστές μπορεί να παίρνει και μόνος του συντηρητικά μέτρα.
Άρθρο 1992
Αγωγές της κληρονομίας
Ο κληρονόμος ασκεί τις αξιώσεις της κληρονομίας.
Ο εκτελεστής της διαθήκης ασκεί τις αξιώσεις της κληρονομίας και ενάγεται για τις υποχρεώσεις της, εφόσον έχει τη διαχείριση της κληρονομίας ή των σχετικών αξιώσεων.
Άρθρο 1993
Αξιώσεις κατά της κληρονομίας
Οι αξιώσεις κατά της κληρονομίας ασκούνται κατά του κληρονόμου.
Ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη.
Άρθρο 1994
Αμοιβή
Ο εκτελεστής μπορεί, εφόσον ο διαθέτης δεν διέταξε διαφορετικά, να ζητήσει να του ορίσει το δικαστήριο της κληρονομίας ανάλογη αμοιβή.
Το δικαστήριο ακούει προηγουμένως τον κληρονόμο, εφόσον αυτό δεν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο.
Άρθρο 1995
Παραίτηση του εκτελεστή διαθήκης
Ο εκτελεστής διαθήκης μπορεί να παραιτηθεί οποτεδήποτε με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση. Η παραίτηση γίνεται χωρίς αίρεση ή προθεσμία και γνωστοποιείται στον κληρονόμο.
Άρθρο 1996
Παύση του εκτελεστή διαθήκης
Για σπουδαίους λόγους και ιδίως για βαριά παράβαση των καθηκόντων του ή ανικανότητα για διαχείριση το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να παύσει τον εκτελεστή, αφού προηγουμένως τον ακούσει, αν αυτό δεν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο.
Το λειτούργημα του εκτελεστή παύει αν ο κληρονόμος παρέχει επαρκή εγγύηση, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι θα εκτελέσει τις διατάξεις της διαθήκης, για τις οποίες ορίσθηκε ο εκτελεστής.
Άρθρο 1997
Παύση του λειτουργήματος του εκτελεστή
Το λειτούργημα του εκτελεστή παύει με τον θάνατο ή την επερχόμενη πλήρη ή περιορισμένη ανικανότητά του για δικαιοπραξία. Το λειτούργημα του εκτελεστή παύει επίσης με την εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης, με την παρέλευση του προβλεπόμενου στη διαθήκη χρόνου και, σε κάθε περίπτωση, μετά την παρέλευση τριάντα (30) ετών από τον θάνατο του διαθέτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ
Δωρεά αιτία θανάτου
Άρθρο 1998
Έννοια
Αν δωρεά συμφωνηθεί με την αναβλητική αίρεση της προαποβίωσης του δωρητή ή της συναποβίωσης και των δύο συμβαλλομένων, χωρίς να έχει στο μεταξύ ο δωρεοδόχος την απόλαυση των αντικειμένων της δωρεάς (δωρεά αιτία θανάτου), εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Άρθρο 1999
Ανάκληση
Ο δωρητής ανακαλεί ελεύθερα τη δωρεά αιτία θανάτου. Η δήλωση για την ανάκληση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γνωστοποιείται στον δωρεοδόχο· εφόσον αφορά δωρεά ακινήτου, απαιτείται και μεταγραφή. Με την ανάκληση η δωρεά αναιρείται αυτοδικαίως.
Άρθρο 2000
Συμφωνία για το αμετάκλητο
Αν η δωρεά αιτία θανάτου συμφωνήθηκε αμετάκλητη, ανακαλείται μόνο στις περιπτώσεις και με τον τρόπο που ανακαλείται κάθε άλλη δωρεά.».




Άρθρο 1729 «Αδυναμία σύμπραξης ως μάρτυρα σε διαθήκη»
Η περίπτωση (1) του άρθρου 1729 «Αδυναμία σύμπραξης ως μάρτυρα σε διαθήκη», η οποία προβλέπει ότι, μεταξύ άλλων, ως μάρτυρες δεν μπορούν να συμπράττουν όσοι δεν έχουν καθόλου όραση ή ακοή, χρήζει επανεξέτασης ως προς τη συμβατότητά της με τη Σύμβαση των ΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή εισάγει έναν γενικό και απόλυτο αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία όρασης και ακοής από τη συμμετοχή τους ως μάρτυρες σε διαθήκη, με βάση την αναπηρία τους. Ωστόσο, ο εν λόγω αποκλεισμός, σύμφωνα με τη Σύμβαση, συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος τους. Σύμφωνα με τη Σύμβαση και το Γενικό Σχόλιο 1 της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες σχετικά με το άρθρο 12 (ισότητα ενώπιον του νόμου), τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα άτομα με αναπηρία μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους σε ίση βάση με τα άτομα χωρίς αναπηρία, μέσω της παροχής εύλογων προσαρμογών. Συνεπώς, τα άτομα με αναπηρία όρασης ή ακοής, με την παροχή κατάλληλων προσαρμογών, όπως η χρήση της γραφής Braille και της διερμηνείας στην ελληνική νοηματική γλώσσα, είναι σε θέση να αντιληφθούν πλήρως το περιεχόμενο και τη διαδικασία σύνταξης της διαθήκης και να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως μάρτυρες. Επιπρόσθετα, το πρόβλημα της εν λόγω διάταξης γίνεται εντονότερο αν συνεκτιμηθούν τα άρθρα 1736 και 1737 του παρόντος σχεδίου νόμου, τα οποία αναγνωρίζουν ότι η αναπηρία, συγκεκριμένα η κώφωση, δεν αποκλείει ένα άτομο από τη σύνταξη διαθήκης, αλλά αντιμετωπίζεται με την πρόβλεψη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Η αντίθεση αυτή -μεταξύ των άρθρων 1729 και 1736 και 1737- υποδηλώνει ότι ο πλήρης αποκλεισμός που προβλέπει το άρθρο 1729 από τον ρόλο του μάρτυρα δεν είναι αναγκαίος, καθώς μπορούν να ληφθούν λιγότερο περιοριστικά μέτρα. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η περίπτωση (1) του άρθρου 1729 έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 5 (ισότητα και μη διάκριση), 9 (προσβασιμότητα), 12 (ισότητα ενώπιον του νόμου) και 13 (πρόσβαση στη δικαιοσύνη) της Σύμβασης, στο μέτρο που δεν προβλέπει τη δυνατότητα παροχής εύλογων προσαρμογών.
Για τον λόγο αυτό προτείνουμε την κατάργηση της εν λόγω πρόβλεψης και την αντικατάστασή της με ρύθμιση που θα διασφαλίζει την παροχή των αναγκαίων εύλογων προσαρμογών για τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία ως μαρτύρων.
Στις τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκων που ζουν με την οικογένεια χωρίς ακόμα να βρίσκονται σε συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο.
Αν οι τροποποιήσεις του κώδικα έχουν στόχο να ενσωματώσουν στο δίκαιο τις αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και τις νέες μορφές οικογένειας που συναντώνται πλέον στις σύγχρονες κοινωνίες, θεωρώ ότι εκτός από τους συντρόφους που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει να αποκτήσουν κληρονομικά δικαιώματα και πρόσωπα όπως τα προς υιοθεσία τέκνα και αναδεχθέντες ανήλικοι. Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το προς υιοθεσία τέκνο ζει με την οικογένεια και έχουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής και αφοσίωσης από και πρός τους θετούς γονείς. Ένας τυχαίος θάνατος πριν την τελεσιδικία της απόφασης υιοθεσίας δεν θα πρέπει να επηρεάζει το κληρονομικό δικαίωμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος ο θανών αντιμετώπιζε ως τέκνο του. Το ίδιο, ή περίπου το ίδιο, μπορεί να ισχύει με ανήλικο που μία οικογένεια έχει αναδεχθεί και το αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς της. Δεν είναι σωστό το άτομο αυτό να μην έχει κληρονομικά δικαιώματα, τουλάχιστον αν αυτό επιθυμεί ο διαθέτης. Θα πρότεινα λοιπόν:
α) το προς υιοθεσία τέκνο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση υιοθεσίας να μπαίνει στην πρώτη τάξη κληρονόμων – εκτός αν υπάρχει αντίθετη διαθήκη μεταγενέστερη της αίτησης υιοθεσίας (παράγει τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς άλλαξαν γνώμη για την υιοθεσία)
β) σε περίπτωση που αναφέρεται αναδεχθέν ανήλικο στη διαθήκη ανάδοχου γονέα, και αυτό έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2 χρόνια με την οικογένεια τότε να θεωρείται και αυτό συγγενής πρώτης τάξης με τον κληρονομούμενο
Στις τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκων που ζουν με την οικογένεια χωρίς ακόμα να βρίσκονται σε συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο.
Αν οι τροποποιήσεις του κώδικα έχουν στόχο να ενσωματώσουν στο δίκαιο τις αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και τις νέες μορφές οικογένειας που συναντώνται πλέον στις σύγχρονες κοινωνίες, θεωρώ ότι εκτός από τους συντρόφους που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει να αποκτήσουν κληρονομικά δικαιώματα και πρόσωπα όπως τα προς υιοθεσία τέκνα και αναδεχθέντες ανήλικοι. Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το προς υιοθεσία τέκνο ζει με την οικογένεια και έχουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής και αφοσίωσης από και πρός τους θετούς γονείς. Ένας τυχαίος θάνατος πριν την τελεσιδικία της απόφασης υιοθεσίας δεν θα πρέπει να επηρεάζει το κληρονομικό δικαίωμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος ο θανών αντιμετώπιζε ως τέκνο του. Το ίδιο , ή περίπου το ίδιο, μπορεί να ισχύει με ανήλικο που μία οικογένεια έχει αναδεχθεί και το αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς της. Δεν είναι σωστό το άτομο αυτό να μην έχει κληρονομικά δικαιώματα, τουλάχιστον αν αυτό επιθυμεί ο διαθέτης. Θα πρότεινα λοιπόν:
α) το προς υιοθεσία τέκνο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση υιοθεσίας να μπαίνει στην πρώτη τάξη κληρονόμων – εκτός αν υπάρχει αντίθετη διαθήκη μεταγενέστερη της αίτησης υιοθεσίας (παράγει τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς άλλαξαν γνώμη για την υιοθεσία)
β) σε περίπτωση που αναφέρεται αναδεχθέν ανήλικο στη διαθήκη ανάδοχου γονέα, και αυτό έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2 χρόνια με την οικογένεια τότε να θεωρείται και αυτό συγγενής πρώτης τάξης με τον κληρονομούμενο
ΘEMA: Στις τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκων που ζουν με την οικογένεια χωρίς ακόμα να βρίσκονται σε συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο.
Αν οι τροποποιήσεις του κώδικα έχουν στόχο να ενσωματώσουν στο δίκαιο τις αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και τις νέες μορφές οικογένειας που συναντώνται πλέον στις σύγχρονες κοινωνίες, θεωρώ ότι εκτός από τους συντρόφους που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει να αποκτήσουν κληρονομικά δικαιώματα και πρόσωπα όπως τα προς υιοθεσία τέκνα και αναδεχθέντες ανήλικοι. Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το προς υιοθεσία τέκνο ζει με την οικογένεια και έχουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής και αφοσίωσης από και προς τους θετούς γονείς. Ένας τυχαίος θάνατος πριν την τελεσιδικία της απόφασης υιοθεσίας δεν θα πρέπει να επηρεάζει το κληρονομικό δικαίωμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος ο θανών αντιμετώπιζε ως τέκνο του. Το ίδιο, ή περίπου το ίδιο, μπορεί να ισχύει με ανήλικο που μία οικογένεια έχει αναδεχθεί και το αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς της. Δεν είναι σωστό το άτομο αυτό να μην έχει κληρονομικά δικαιώματα, τουλάχιστον αν αυτό επιθυμεί ο διαθέτης. Θα πρότεινα λοιπόν:
α) το προς υιοθεσία τέκνο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση υιοθεσίας να μπαίνει στην πρώτη τάξη κληρονόμων – εκτός αν υπάρχει αντίθετη διαθήκη μεταγενέστερη της αίτησης υιοθεσίας (παράγει τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς άλλαξαν γνώμη για την υιοθεσία).
β) σε περίπτωση που αναφέρεται αναδεχθέν ανήλικο στη διαθήκη ανάδοχου γονέα, και αυτό έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2 χρόνια με την οικογένεια τότε να θεωρείται και αυτό συγγενής πρώτης τάξης με τον κληρονομούμενο.
ΘEMA:Στις τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκων που ζούν με την οικογένεια, χωρίς ακόμα να βρίσκονται σε συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο.
Αν οι τροποποιήσεις του κώδικα έχουν στόχο να ενσωματώσουν στο δίκαιο τις αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και τις νέες μορφές οικογένειας που συναντώνται πλέον στις σύγχρονες κοινωνίες, θεωρώ ότι εκτός από τους συντρόφους που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει να αποκτήσουν κληρονομικά δικαιώματα και πρόσωπα όπως τα προς υιοθεσία τέκνα και αναδεχθέντες ανήλικοι. Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το προς υιοθεσία τέκνο ζει με την οικογένεια και έχουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής και αφοσίωσης από και πρός τους θετούς γονείς. Ένας τυχαίος θάνατος πριν την τελεσιδικία της απόφασης υιοθεσίας δεν θα πρέπει να επηρεάζει το κληρονομικό δικαίωμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος ο θανών αντιμετώπιζε ως τέκνο του. Το ίδιο, ή περίπου το ίδιο, μπορεί να ισχύει με ανήλικο που μία οικογένεια έχει αναδεχθεί και το αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς της. Δεν είναι σωστό το άτομο αυτό να μην έχει κληρονομικά δικαιώματα, τουλάχιστον αν αυτό επιθυμεί ο διαθέτης.
Θα πρότεινα λοιπόν:
α) το προς υιοθεσία τέκνο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση υιοθεσίας να μπαίνει στην πρώτη τάξη κληρονόμων – εκτός αν υπάρχει αντίθετη διαθήκη μεταγενέστερη της αίτησης υιοθεσίας (παράγει τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς άλλαξαν γνώμη για την υιοθεσία).
β) σε περίπτωση που αναφέρεται αναδεχθέν ανήλικο στη διαθήκη ανάδοχου γονέα, και αυτό έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2 χρόνια με την οικογένεια τότε να θεωρείται και αυτό συγγενής πρώτης τάξης με τον κληρονομούμενο και να μην μπορεί να κληρονομήσει λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα.
Στις τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκων που ζουν με την οικογένεια χωρίς ακόμα να βρίσκονται σε συγγενική σχέση με τον κληρονομούμενο.
Αν οι τροποποιήσεις του κώδικα έχουν στόχο να ενσωματώσουν στο δίκαιο τις αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και τις νέες μορφές οικογένειας που συναντώνται πλέον στις σύγχρονες κοινωνίες, θεωρώ ότι εκτός από τους συντρόφους που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης θα πρέπει να αποκτήσουν κληρονομικά δικαιώματα και πρόσωπα όπως τα προς υιοθεσία τέκνα και αναδεχθέντες ανήλικοι. Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το προς υιοθεσία τέκνο ζει με την οικογένεια και έχουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής και αφοσίωσης από και πρός τους θετούς γονείς. Ένας τυχαίος θάνατος πριν την τελεσιδικία της απόφασης υιοθεσίας δεν θα πρέπει να επηρεάζει το κληρονομικό δικαίωμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος ο θανών αντιμετώπιζε ως τέκνο του. Το ίδιο , ή περίπου το ίδιο, μπορεί να ισχύει με ανήλικο που μία οικογένεια έχει αναδεχθεί και το αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς της. Δεν είναι σωστό το άτομο αυτό να μην έχει κληρονομικά δικαιώματα, τουλάχιστον αν αυτό επιθυμεί ο διαθέτης. Θα πρότεινα λοιπόν:
α) το προς υιοθεσία τέκνο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση υιοθεσίας να μπαίνει στην πρώτη τάξη κληρονόμων – εκτός αν υπάρχει αντίθετη διαθήκη μεταγενέστερη της αίτησης υιοθεσίας (παράγει τεκμήριο ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς άλλαξαν γνώμη για την υιοθεσία)
β) σε περίπτωση που αναφέρεται αναδεχθέν ανήλικο στη διαθήκη ανάδοχου γονέα, και αυτό έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2 χρόνια με την οικογένεια τότε να θεωρείται και αυτό συγγενής πρώτης τάξης με τον κληρονομούμενο
Άρθρα 1838- 1843 Σχεδίου
Σύμβαση εκ των προτέρων παραίτησης από δικαιώματα στην κληρονομία
1. Κεφάλαιο 7ο: Εφόσον η σύμβαση παραίτησης παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μετά την επαγωγή της κληρονομίας, τότε πρόκειται για κληρονομική σύμβαση, γι’ αυτό θα ήταν ορθότερη η ένταξη των σχετικών άρθρων στο κεφάλαιο των κληρονομικών συμβάσεων.
2. Άρθρο 1839 Σχεδίου: Σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης παραίτησης λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής τίθεται το ζήτημα αν τρέχει σε βάρος του παραιτηθέντος η προθεσμία για την αποποίηση. Σκόπιμο θα ήταν να διευκρινισθεί το ζήτημα αυτό με ρητή διάταξη.
3. Άρθρο 1841 Σχεδίου: α. Προφανώς για την εξισορρόπηση των εις βάρος του παραιτούμενου μειονεκτημάτων ορίζεται στο άρθρο 1841 παρ. 1 του Σχεδίου ότι η παραίτηση δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, εφόσον δεν καταβληθεί το (τυχόν συμφωνηθέν) αντάλλαγμα εντός 6 μηνών από την κατάρτισή της ή στην περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλομένους αποβιώσει πριν από την καταβολή του ανταλλάγματος. Η εν λόγω διάταξη δεν επιτυγχάνει πλήρως τον στόχο της, δεδομένου ότι επιτρέπει στον κληρονομούμενο, μονομερώς, να την καταστήσει ανενεργό (μη καταβάλλοντας το πιστωθέν αντάλλαγμα). Ορθότερο θα ήταν να έχει ο παραιτούμενος δικαίωμα υπαναχώρησης σε περίπτωση μη καταβολής- εντός εξαμήνου- του πιστωθέντος ανταλλάγματος (κατ’ αντιδιαστολή προς την ΑΚ 531), ελλείψει δε υπαναχώρησης να διατηρεί την αξίωσή του κατά του μέλλοντος κληρονομούμενου για την καταβολή του ανταλλάγματος β. Κατά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1841 η συμφωνία ως προς το αντάλλαγμα θεωρείται δωρεά, υποκείμενη σε ανάκληση κατά τις περί δωρεών διατάξεις. Πρόκειται για ρύθμιση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της συναλλαγής, γι’ αυτό (μεταξύ άλλων) προκαλεί αρκετούς ερμηνευτικούς τριγμούς. Στην πραγματικότητα κάποιος απεμπολεί περιουσιακά δικαιώματά του (συγχρόνως απαλλάσσοντας τον μέλλοντα κληρονομούμενο από την υποχρέωση να σεβασθεί ή να λάβει υπόψιν του τα κληρονομικά δικαιώματα του παραιτούμενου αλλά και ευνοώντας κάποιους άλλους που θα κληθούν ως κληρονόμοι) έναντι ανταλλάγματος. Η σύμβαση παραίτησης είναι στην περίπτωση αυτήν αναιτιώδης μεν (όπως πχ η εκχώρηση), όμως με επαχθή (όχι χαριστική) αιτία. Δεν είναι τίποτε άλλοτε παρά πώληση μελλοντικού δικαιώματος. Ο κατά νόμον χαρακτηρισμός της συναλλαγής ως δωρεάς (κατ’ αποδοχή μιας από τις απόψεις που υποστηρίζεται στο γερμανικό δίκαιο) γίνεται μόνο και μόνο για να μπορεί ο αντισυμβαλλόμενος του παραιτούμενου να ασκήσει προκαταβολικά (μέσω της ανακλήσεως) τα δικά του μελλοντικά «δικαιώματα» (αποκλήρωσης κλπ) σε περίπτωση αχαριστίας εκ μέρους του παραιτούμενου. Εν ολίγοις, εκείνος που εξαγοράζει με χρήματα τα μελλοντικά δικαιώματα του μελλοντικού κληρονόμου του, διατηρεί συγχρόνως, κατά κάποιον τρόπο, έναν έλεγχο «καλής μελλοντικής συμπεριφοράς» του παραιτούμενου. Είναι ισοζυγισμένη η διάταξη αυτή; Από τα διάφορα ζητήματα που μπορεί να τεθούν εδώ, ας αναφερθούν ενδεικτικά τα εξής: 1β. Ποια η σχέση της νέας διάταξης με την ΑΚ 497; 2β. Οι δανειστές του μέλλοντος κληρονομούμενου μπορούν να διαρρήξουν την συναλλαγή (ΑΚ 939 επ.); 3β. Για τους δανειστές του παραιτούμενου ισχύει ό,τι προβλέπει η ΑΚ 940, δηλαδή ο παραιτούμενος από τα κληρονομικά δικαιώματά του οφειλέτης αντιμετωπίζεται ως αποποιούμενος την κληρονομία; 4β. Ποια θα είναι η φορολογική αντιμετώπιση της συναλλαγής; Δεν θα ήταν ενδεχομένως ορθή η αναβολή της φορολόγησης μέχρι τον θάνατο του μέλλοντος κληρονομουμένου; Τα οφέλη των μελλοντικών συγκληρονόμων από την παραίτηση θα είναι αφορολόγητα;
Το νέο άρθρο 1892 έρχεται να αντικαταστήσει το απαράδεκτο ισχύον ως σήμερα άρθρο 1901 του ΑΚ. Καλό θα είναι όμως το εν λόγω άρθρο 1892, κατά το οποίο ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, να έχει αναδρομική ισχύ και να ισχύει και για όλες τις προγενέστερες του νέου νόμου κληρονομίες, έτσι ώστε να μην παραβιαστεί κατάφωρα το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος που θεσπίζει την ισότητα των πολιτών. Διότι αλλιώς θα ευνοηθούν όσοι έγιναν κληρονόμοι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, ενώ θα θεωρηθούν πολίτες «δεύτερης κατηγορίας» όσοι είχαν την ατυχία να κληρονομήσουν χρέη και μόνο χρέη πριν την έναρξη ισχύος αυτού.
Όσον αφορά τα νέα άρθρα 1845-1846 περί προθεσμίας και δήλωσης αποποίησης θα πρέπει να θεσπιστεί άλλος τρόπος, δηλαδή να ειδοποιούνται οι κληρονόμοι από θεσμικό όργανο για ότι έγιναν κληρονόμοι. Και αυτό γιατί οι οικογένειες δεν έχουν πλέον τους δεσμούς που είχαν παλαιότερα και δεν είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει κανείς αν ένας συγγενής του απεβίωσε και ότι ο κατά σειρά υπόχρεος πριν από αυτόν έχει ήδη αποποιηθεί. Κατά τη γνώμη μου το τετράμηνο θα πρέπει να αρχίζει αποκλειστικά από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της, χωρίς να χρειάζεται να συνοδεύεται από αγωγή για ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, αν η αποποίησή του υπερέβη το τετράμηνο του προηγούμενου υπόχρεου. Ο κύκλος δε των προσώπων που είναι υπόχρεοι θα πρέπει να περιοριστεί στο άμεσο συγγενικό περιβάλλον. Μιλάμε για κληρονομιές που έχουν μόνο χρέη, είναι παράλογο να πρέπει να αποποιηθούν δευτεροξάδελφα και μικρανήψια που πιθανότατα δεν έχουν ιδέαν ποιός είναι ο αποθανών και ποια τα χρέη της κληρονομίας!
Αντιγράφω από προλαλήσαντα κο ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ και συμφωνώ απόλυτα, χωρίς να έχω να προσθέσω κάτι.
ΆΡΘΡΟ 1892
Η υπό διαβούλευση ρύθμιση του άρθρου 1892 ΑΚ αποκαθιστά την κοινή λογική στους κόλπους του κληρονομικού δικαίου.
Δυστυχώς η εν λόγω τομή, έρχεται αδικαιολόγητα και ανεπίτρεπτα καθυστερημένη τουλάχιστον κατά 16 χρόνια ήτοι τουλάχιστον από την έναρξη της ζοφερής οικονομικής κρίσης και εντεύθεν.
Καθ’ όλα αυτά τα χρόνια η Πολιτεία υπήρξε σιωπηλός και αδιάφορος μάρτυρας των τεράστιων ουρών, που μέχρι και σήμερα σχηματίζονται έξω από τα γραφεία των δικαστηρίων από πολίτες, που προσέρχονταν σωρηδόν να αποποιηθούν κατάχρεες κληρονομίες αρκετές φορές μάλιστα άνευ ενεργητικού.
Η αδιαμφισβήτητα ραγδαία αύξηση των αποποιήσεων αποδεικνύει περίτρανα πως εδώ και τουλάχιστον 16 χρόνια το άλλοτε τεκμήριο ότι οι κληρονομίες γίνονται κατά κανόνα αποδεκτές, μετατράπηκε σε σχεδόν αμάχητο τεκμήριο περί μη αποδοχής ήτοι περί βούλησης αποποίησης των κληρονομιών.
Η κοινή λογική παραβιάστηκε βάναυσα εδώ και χρόνια και μόνο στη σκέψη ότι ο νόμος επιτρέπει να θεωρείται πως ο μη αποποιηθείς πολίτης αποδέχεται έστω και πλασματικά, κληρονομίες ακόμα κι αν τα χρέη αυτών ανέρχονται σε εκατομμύρια ευρώ, ενώ παράλληλα στερούνται ενεργητικού.
Η πολιτεία ανέχεται δια της αδικαιολόγητης σιωπής της να ταλαιπωρούνται επί σειρά ετών οι πολίτες ενώπιον των δικαστηρίων, προσπαθώντας εναγωνίως να αποδείξουν και να πείσουν ότι «δεν είναι ελέφαντες», ότι τελούσαν σε πλάνη, ότι αγνοούσαν την επαγωγή της κληρονομίας.
Εν τέλει δε η πολιτεία ανέχεται να καταστρέφονται και να περιέρχονται σε απόλυτο βιοτικό, κοινωνικό, οικονομικό τέλμα ανυποψίαστοι πολίτες, οι οποίοι ακόμη και δεκαετίες μετά το θάνατο του κληρονομούμενου γίνονται εν μία νυκτί αποδέκτες ατομικών ειδοποιήσεων, αγωγών κλπ που αφορούν σε χρέη εκ κληρονομίας.
Εδώ και δεκαετίες το κληρονομικό δίκαιο, ιδίως στο πεδίο της εξ αδιαθέτου διαδοχής, δεν αποτελεί ρύθμιση που προάγει την κοινωνική ειρήνη αλλά έχει μετατραπεί σε ένα μηχανισμό ΠΑΓΙΔΕΥΣΗΣ και ταλαιπωρίας των πολιτών.
Η ανεπίτρεπτη αυτή κατάσταση επιτείνεται περαιτέρω λόγω της ανασφάλειας δικαίου εκ της πληθώρας ερμηνειών των κληρονομικών διατάξεων, της ετερότητας των ερμηνευτικών προσεγγίσεων και αντιθέσεων μεταξύ θεωρίας και νομολογίας.
Με την επιχειρούμενη αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει ότι έχει επαρκώς αντιληφθεί πως ο πολίτης – κληρονόμος χρήζει προστασίας.
Εν προκειμένω αναφορικά με τη διάταξη της 1892 ΑΚ, η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει την ατομική περιουσία του κληρονόμου , καθιστώντας αυτή ΜΗ ΥΠΕΓΓΥΑ για την ικανοποίηση των τυχόν χρεών της κληρονομίας.
Προς το σκοπό αυτό προτείνεται:
α) η έναρξη ισχύος της υπό διαβούλευση διάταξης του άρθρου 1892ΑΚ αναφορικά με την ευθύνη του κληρονόμου, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και όχι από 16/9/2026.
β) η νομοθέτηση αυτοτελούς διάταξης με την οποία θα διευκρινίζεται ότι η εν λόγω θεσπιζόμενη ρύθμιση περί μη ευθύνης του κληρονόμου με την ατομική του περιουσία, καταλαμβάνει κάθε υφιστάμενη κληρονομία ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου και ανεξαρτήτως του εάν έλαβε ή όχι χώρα αποποίηση της κληρονομίας. Η αυτοτελώς νομοθετούμενη διάταξη δέον να ορίζει παράλληλα ότι απαγορεύεται η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου για πάσης φύσεως χρέη της κληρονομίας ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, ορίζοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις δικαστικής προσβολής ήδη εκκρεμών πράξεων εκτέλεσης κατά ατομικής περιουσίας κληρονόμου για χρέη της κληρονομίας, πλην εξαιρετικώς αυτών που έχουν ήδη κριθεί και καταστεί δικαστικώς αμετάκλητες.
Τυγχάνει επιτακτική ανάγκη, έστω και δι’ αυτού του τρόπου, η Πολιτεία να αποκαταστήσει εν τίνι μέτρω την επί σειρά ετών ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη παράλειψή της να προστατεύσει τους πολίτες που εγκλωβίστηκαν και παγιδεύτηκαν στην αβεβαιότητα, την ανασφάλεια και τις εγγενείς αδυναμίες του μηχανισμού αποποίησης κληρονομίας, ταλαιπωρούμενοι και καταδιωκόμενοι, παρά τη δεδομένη έστω και ως αυτονόητα εικαζόμενη βούλησή τους να μην αποδεχθούν κατάχρεες κληρονομίες.
Άρθρα 1717, 1798- 1807, 1838-1843 Σχεδίου
1. Άρθρο 1717 Σχεδίου. Με δεδομένο ότι: α. η κληρονομική σύμβαση καταρτίζεται συμβολαιογραφικά (νέο άρθρο 1798 Σχεδίου) και β. ότι η διαθήκη έχει καθιερωθεί εδώ και πολλά χρόνια ως μονομερής, μη απευθυντέα δικαιοπραξία, δεν υπάρχει ανάγκη έμμεσης ρύθμισης της τελείως ξένης προς το δίκαιό μας συνδιαθήκης, η οποία εισάγεται «πλαγίως» με το νέο άρθρο 1717 του Σχεδίου. Η καθιέρωση της κληρονομικής σύμβασης καθιστά την διάταξη περί του επιτρεπτού της συνδιαθήκης περιττή. Συγχρόνως δημιουργούνται ερμηνευτικά ζητήματα από το άρθρο 1717 Σχεδίου ως προς το ποιές (πάντως συμβολαιογραφικές) συνδιαθήκες δεν μπορούν να ισχύσουν ως κληρονομικές συμβάσεις και ως εκ τούτου θεωρούνται άκυρες κατά το εδ. β’ του ίδιου άρθρου. Σημειωτέον επίσης, ότι η συνδιαθήκη που είναι παγιωμένος θεσμός του γερμανικού δικαίου επιτρέπεται κατά τον γερμΑΚ μόνο μεταξύ συζύγων ή συντρόφων (γερμΑΚ 2265, LPartG 10 IV), ενώ κατά την ελληνική διατύπωση είναι ελευθέρως νοητή και μεταξύ μη συγγενών.
2. «αιτία θανάτου»: η προσθήκη των λέξεων «αιτία θανάτου» είναι περιττή, αφού η ενέργεια της κληρονομικής σύμβασης μόνο με τον θάνατο του κληρονομουμένου- συμβαλλομένου μπορεί να νοηθεί.
3. Άρθρο 1801 Σχεδίου: α. νομοτεχνικά προβληματική είναι η παραπομπή στο 177 ΑΚ, το οποίο δεν προβλέπει ένα είδος συμφωνίας, αλλά τη μη δεσμευτικότητά της, β. η διπλή προθεσμία του τελευταίου εδαφίου της 2ης παραγράφου μπορεί να οδηγήσει σε πρακτικές δυσχέρειες ως προς την εφαρμογή της αξίωσης για την διάρρηξη, ιδίως στην περίπτωση που τα 5 έτη από την απαλλοτρίωση παρέλθουν αμέσως μετά την δημοσίευση της κληρονομικής σύμβασης. Προτείνεται η επιλογή μόνο μίας προθεσμίας, αυτής της διετίας από την δημοσίευση της κληρονομικής σύμβασης, γ. η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την διάρρηξη μπορεί να οδηγήσει σε πρακτικά προβλήματα που καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή της κληρονομικής σύμβασης. Ζήτημα γεννάται ιδίως στην περίπτωση που με βάση την κληρονομική σύμβαση ο μέλλων κληρονομούμενος έχει υποσχεθεί συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο στον αντισυμβαλλόμενο, η δε λοιπή περιουσία του επαρκεί για να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος το ισάξιο σε χρήμα του προβλεφθέντος περιουσιακού στοιχείου δ. ζήτημα μπορεί να τεθεί και στην περίπτωση «σύγκρουσης» αυτής της αγωγής διάρρηξης με αντίστοιχες αγωγές δανειστών του κληρονομουμένου.
4. Σύγκριση με γαλλικό δίκαιο: στο γαλλικό αστικό δίκαιο η σύναψη κληρονομικών συμβάσεων απαγορευόταν αυστηρά μέχρι το 2006. Μετά την αναθεώρηση του γαλλΑΚ το 2006, επήλθε μία χαλαρότερη αντιμετώπιση τους καθώς προβλέφθηκε ότι η απαγόρευση κάμπτεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, και πάντως υπό αυστηρά τυπικές προϋποθέσεις. Ενδεικτικά, επιτρεπτές είναι οι συμφωνίες που ρυθμίζουν την κληρονομική διαδοχή μεταξύ συζύγων (άρθ. 4 contrat de marriage, Cour de Cassation – arrêt n° F-20201022-7 (C.19.0507.F) du 22 octobre 2020), η δυνατότητα προκαταβολικής παραίτησης από την κληρονομία (άρθρο 929 γαλλΑΚ), η εισαγωγή ρήτρας σε συμφωνία που προβλέπει ότι οι συνιδιοκτήτες έχουν προτεραιότητα στην απόκτηση μεριδίου ενός αποβιώσαντος συνιδιοκτήτη (άρθρο 1873. 13 γαλλΑΚ) προσωπική εταιρία θεωρείται κληρονομική σύμβαση η διάταξη που προβλέπει την τύχη της θέσης του εταίρου όταν αυτός αποβιώσει. Με δεδομένο ότι το ελληνικό και το γαλλικό δίκαιο είχαν κοινή αφετηρία ως προς την απαγόρευση των κληρονομικών συμβάσεων, θα ήταν προτιμότερος ο προσανατολισμός προς την εξέλιξη της γαλλικής νομοθεσίας (επιτρεπτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις), αντί για την υιοθέτηση (σχεδόν κατά λέξη σε πολλές περιπτώσεις) των διατάξεων του γερμανικού Αστικού Κώδικα (κληρονομικές συμβάσεις παρ. 2274-2302, παραίτηση από την κληρονομία παρ. 2346-2352), ο οποίος εξαρχής εκκινούσε από το επιτρεπτό των κληρονομικών συμβάσεων. Για παράδειγμα, ίσως θα ήταν σκόπιμος ο περιορισμός του κύκλου των αντισυμβαλλομένων- τιμωμένων προσώπων (να επιτρέπεται δηλαδή η κατάρτιση κληρονομικής σύμβασης μόνο με συγγενείς, συντρόφους, συμβιούντες σε ελεύθερη ένωση κλπ).
5. Άρθρο 1807 Σχεδίου: η διάταξη είναι πρακτικά προβληματική, αφού εν τέλει ο νομοθέτης διστάζει να λάβει ξεκάθαρη θέση ως προς το αν επιτρέπεται το προσύμφωνο κληρονομικής σύμβασης.
6. Γιατί οι διατάξεις για την σύμβαση παραίτησης από δικαιώματα στην κληρονομία (1838-1843 Σχεδίου) δεν εντάσσονται στο ίδιο κεφάλαιο με τις κληρονομικές συμβάσεις αφού και αυτές είναι εν τέλει κληρονομικές συμβάσεις, δηλαδή συμβάσεις που ρυθμίζουν προκαταβολικά τα κληρονομικά δικαιώματα; Το γεγονός ότι στον γερμΑΚ τα κεφάλαια που ρυθμίζουν τις κληρονομικές συμβάσεις και την εκ των προτέρων παραίτηση είναι διαφορετικά αρκεί για να τα ξεχωρίσουμε και εμείς; Για παράδειγμα, τέθηκαν ξεχωριστά στον ΑΚ το άρθρο 173 και το άρθρο 200 (αντίστοιχα προς την παράγραφο 133 και 157 του γερμΑΚ), ενώ στην πραγματικότητα ρυθμίζουν και τα δύο την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και στις πλείστες περιπτώσεις είναι αλληλένδετη η εφαρμογή τους.
Άρθρο 1763 Α.Κ.
Παρατηρήσεις:
Η γενική αναφορά του β’ εδαφίου περί τιμωμένων και συγγενών, που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής και συζύγου αφήνει ευρύτατο περιθώριο καταστρατήγησης της διάταξης, δεδομένου ότι αν με την ιδιόγραφη διαθήκη καταλείπεται ένα ελάχιστο ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας στους προαναφερόμενους συγγενείς και το υπόλοιπο (συντριπτικά μεγαλύτερο) ποσοστό σε εξωτικούς προκύπτει με την προτεινόμενη διάταξη ότι παράγει η εν λόγω διαθήκη αποτελέσματα πριν την κήρυξή της ως κυρία.
Επίσης είναι συνήθης η επιλογή να καταλείπεται από τους διαθέτες η περιουσία τους αντί των τέκνων στα εγγόνια, στις περισσότερες περιπτώσεις κατόπιν συνεννόησης με τα τέκνα. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη βρίσκονται εν ζωή τα τέκνα, οπότε αποκλείονται από την πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής τα εγγόνια, θα απαιτείται σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη η κήρυξη κυρία της δημοσιευθείσας ιδιόγραφης διαθήκης για να παράξει αποτελέσματα.
Θα πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ρητά ότι οι νέες διατάξεις αναφέρονται μόνο σε ιδιόγραφες διαθήκες, που θα δημοσιευτούν μετά την έναρξη ισχύος των νέων διατάξεων και όχι και σε αυτές, που έχουν ήδη δημοσιευτεί, δεδομένου ότι αυτές, έχουν ήδη παράξει αποτελέσματα, βάσει των οποίων ενδεχομένως να έχει λάβει χώρα και ειδική διαδοχή στο κληρονομιαίο ακίνητο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια των συναλλαγών.
Κατόπιν των παραπάνω παρατηρήσεων προτείνεται η διαμόρφωση του άρθρου 1763 Α.Κ. ως εξής:
Άρθρο 1763
Παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ιδιόγραφης διαθήκης
Δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είχε κατατεθεί προς φύλαξη από τον διαθέτη κατά το άρθρο 1722 παράγει τα έννομα αποτελέσματά της πριν από την κήρυξή της ως κυρίας. Αν δεν είχε κατατεθεί προς τέτοια φύλαξη, παράγει τα έννομα αποτελέσματά της πριν από την κήρυξή της ως κυρίας μόνο αν με αυτήν τιμώνται και κατιόντες του διαθέτη ή και ο σύζυγος κατά ποσοστό τουλάχιστον 50% της κληρονομιαίας περιουσίας σύμφωνα με την αξία αυτής, όπως καθορίζεται κατά το άρθρο 1828 του Α.Κ. (ή σύμφωνα με τις σχετικές φορολογικές διατάξεις). Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, πρέπει να κηρυχθεί κυρία, για να παραγάγει τα έννομα αποτελέσματά της. Το ίδιο ισχύει και αν η διαθήκη δημοσιεύθηκε μετά την πάροδο δύο (2) ετών από τον θάνατο του κληρονομουμένου, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του τιμωμένου. Τα εδάφια 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου ισχύουν μόνο για ιδιόγραφες διαθήκες δημοσιευθείσες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.
Άρθρο 1809 Α.Κ.
Παρατηρήσεις:
Η διατύπωση του ισχύοντος άρθρου 1815 σχετικά με την μερίδα των ετεροθαλών αδελφών, οδήγησε σε υιοθέτηση από την κρατούσα στην νομολογία άποψη του υποθετικού υπολογισμού, που οδηγεί σε κατάφωρη αδικία των ετεροθαλών αδελφών σε σχέση με τους αμφιθαλείς αδελφούς. Σκόπιμο είναι με την προωθούμενη διάταξη του νέου άρθρου 1809 Α.Κ. η αδικία αυτή να αντιμετωπιστεί χωρίς κανένα περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας, αποκαθιστώντας την δίκαιη αντιμετώπιση της παραπάνω κατηγορίας κληρονόμων.
Κατόπιν των παραπάνω παρατηρήσεων προτείνεται η διαμόρφωση του άρθρου 1809 Α.Κ. ως εξής:
`Αρθρο 1809
Ετεροθαλείς αδελφοί
Σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, στην οποία ετεροθαλείς αδελφοί συντρέχουν με γονείς ή με αμφιθαλείς ή με τέκνα ή εγγόνους αμφιθαλών αδελφών, η κληρονομιαία περιουσία διαιρείται σε τόσα μερίδια, ώστε τελικά ο καθένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς να λάβει ένα μερίδιο και ο καθένας από τους λοιπούς ανωτέρω κληρονόμους να λάβει δύο μερίδια. Το ίδιο ισχύει και για τα τέκνα ή τους έγγονους ετεροθαλών αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο.
Άρθρο 1810 Α.Κ.
Παρατηρήσεις: Δεδομένου ότι φορολογικές διατάξεις παρέχουν την δυνατότητα να περιέλθει ως εξαίρετο και το μοναδικό αυτοκίνητο του κληρονομούμενου στην ή στον σύζυγο του κληρονομούμενου, ίσως θα πρέπει να προστεθεί και το αυτοκίνητο μεταξύ των κινητών που περιέρχονται στον επιζώντα σύζυγο ως εξαίρετο. Δεδομένου όμως ότι ίσως να είναι και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο και ίσως να είναι και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική επιλογή.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνεται μετά τον τρίτο εδάφιο του άρθρου 1810 να προστεθεί τέταρτο εδάφιο με το εξής περιεχόμενο:
Εφόσον συμφωνούν προς τούτο και οι λοιποί κληρονόμοι του παρόντος άρθρου, ο επιζών σύζυγος παίρνει ως εξαίρετο και το μοναδικό επιβατικό αυτοκίνητο ή ένα εκ των επιβατικών αυτοκινήτων του κληρονομούμενου
Άρθρο 1817 Α.Κ.
Παρατηρήσεις: Η μορφή του άρθρου υποδηλώνει ότι το δεύτερο εδάφιο της τρίτης παραγράφου τυγχάνει εφαρμογής μόνο όσον αφορά στην τρίτη παράγραφο. Σκόπιμο είναι να διευκρινιστεί ότι αναφέρεται σε όλες τις παραγράφους του παρόντος άρθρου.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνεται το άρθρο 1817 να διαμορφωθεί ως εξής:
Άρθρο 1817
Πέμπτη τάξη – Πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο
Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος, το κατά το άρθρο 1810 εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο .
Αν δεν καλείται σύζυγος και στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο το οποίο χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του προσώπου με το οποίο εκείνος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση, το πρόσωπο αυτό δικαιούται υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 1 την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο και αυτά εξέπεσαν για οποιονδήποτε λόγο πριν από τον θάνατο του. Το πρόσωπο αυτό αποκτά την κληρονομία, που αναφέρεται σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις του παρόντος άρθρου ήδη κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά από αίτησή του, που υποβάλλεται εντός των προθεσμιών του άρθρου 1845, βεβαιώσει τις προϋποθέσεις του παρόντος.
Η πρόβλεψη της αχαριστίας ως λόγου αποκλεισμού από τη νόμιμη μοίρα εναρμονίζεται με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρά επιλήψιμης συμπεριφοράς του κληρονόμου. Θετική αλλαγή. Όποιος έχει φερθεί άσχημα ή αδιάφορα στον άνθρωπο που αφήνει την περιουσία του, δεν είναι λογικό να προστατεύεται υποχρεωτικά. Η κοινωνία έχει αλλάξει και η νομοθεσία πρέπει να λαμβάνει υπόψη πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις και η πρόβλεψη για την αχαριστία είναι προς αυτή την κατεύθυνση.
Πιστεύω ότι η αλλαγή του άρθρου 1833 για τους λόγους στέρησης της νόμιμης μοίρας είναι απαραίτητη. Σε πολλές οικογένειες υπάρχουν περιπτώσεις όπου κάποιο παιδί ή συγγενής δεν είχε καμία επαφή ή στήριξη προς τον ηλικιωμένο γονέα, αλλά τελικά συμμετέχει υποχρεωτικά στην κληρονομιά. Στην συμβολαιογραφική πράξη συναντώνται αρκετές περιπτώσεις, όπου ο κληρονομούμενος επιθυμεί να αποκλείσει πρόσωπα που επέδειξαν εμφανή αχαριστία, αλλά ο νόμος δεν το επιτρέπει. Η προτεινόμενη ρύθμιση φαίνεται να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες και μας λύνει τα χέρια. Επίσης, θα διευκολύνει τη σαφέστερη και πιο αληθινή αποτύπωση της βούλησης του διαθέτη στις διαθήκες.
Άρθρο 1833 (Λόγοι στέρησης της νόμιμης μοίρας):
1. Η προτεινόμενη τροποποίηση κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, έχει γίνει εδώ και χρόνια δεκτή από το νομικό κόσμο και υποστηριχθεί ενθέρμως από την κοινωνία. Η διεύρυνση των λόγων στέρησης της νόμιμης μοίρας, παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό τους και την προσαρμογή τους στη υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα ενισχύει την αρχή της ελευθερίας διάθεσης της περιουσίας και το σεβασμό στην βούληση του διαθέτη σύμφωνα με το άρθρο 109 του Συντάγματος, περιορίζοντας την υπερβολική ακαμψία του θεσμού της νόμιμης μοίρας. Εξάλλου, στη συναλλακτική ζωή παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της σύναψης εικονικών δικαιοπραξιών, συνήθως με τη μορφή πώλησης ή δωρεάς σε τρίτους, εκ μέρους των κληρονομούμενων προς τον σκοπό παράκαμψης της νόμιμης μοίρας των μεριδούχων κληρονόμων. Τέτοια φαινόμενα, που τα τελευταία χρόνια αυξάνονται ραγδαία, επιβεβαιώνουν ότι ο θεσμός της νόμιμης μοίρας αμφισβητείται έντονα στην πράξη. Μάλιστα, διεθνώς παρατηρείται προοδευτικά η χαλάρωση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας, όπως για παράδειγμα στην Ουγγαρία και τη Τσεχία.
Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι τα ολοένα αυξανόμενα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και η εν γένει κρίση των οικογενειακών σχέσεων σήμερα δεν συμβαδίζουν τουλάχιστον με την διατήρηση των ισχυουσών αυστηρών ποσοστών νόμιμης μοίρας. Ειδικότερα, είναι γεγονός πως λ.χ. η πρόβλεψη περί επαγωγής του ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας στους κατιόντες (π.χ. τέκνο) ενισχύει περιστατικά αδιαφορίας, αγνωμοσύνης και καταφρόνησης προς τον κληρονομούμενο ανιόντα (π.χ. γονέα), αφού οι νόμιμοι μεριδούχοι γνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους αυτή δεν αρκεί για την στέρηση της νόμιμης μοίρας τους. Αντίθετα, η μείωση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας σε συνδυασμό με την εισαγωγή της έννοιας της «αχαριστίας» ως λόγου αποκλήρωσης αποθαρρύνει περιστατικά έλλειψης ευγνωμοσύνης και εν γένει αντικοινωνικής συμπεριφοράς προς τους κληρονομούμενους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, αίρεται η ισχύουσα αντίφαση της επαγωγής μεγάλου ποσοστού κληρονομιάς σε «αχάριστους» μεριδούχους και θα ενθαρρυνθεί η καλλιέργεια και αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών. Ως εκ τούτου, ο θεσμός της οικογένειας προστατεύεται ακόμα περισσότερο στην πράξη και ενδυναμώνεται, όπως και ο σεβασμός προς την αυτοδιάθεση του θανόντος.
Προς τον σκοπό αυτό, άλλωστε, η προτεινόμενη εξειδίκευση της νόμιμης μοίρας ως χρηματικής ενοχής συμβάλλει συμπληρωματικά στην εξομάλυνση των οικογενειακών σχέσεων και την αποφυγή περαιτέρω διενέξεων κατά τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας. Εξίσου εύστοχη πρέπει να θεωρηθεί ειδικά και η υιοθέτηση των εννοιών του «βαρέως παραπτώματος» και της «αχαριστίας», που βασίζονται στην πλούσια νομολογία του άρθρου 505 ΑΚ, αφού παρέχει το κατάλληλο θεμέλιο ασφάλειας δικαίου, χωρίς να αποκλείεται η προσαρμογή της ερμηνείας των όρων στο πλαίσιο του Κληρονομικού Δικαίου, ενδεχομένως με την υιοθέτηση νέων παραπτωμάτων, όπως π.χ. η προσβολή του διαθέτη μέσα από δικόγραφα και δικαστικές ενέργειες.
Πιστεύω ότι στο άρθρο 1845 η προθεσμία αποποίησης θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη από 4 μήνες και ο πιθανός κληρονόμος να ενημερώνεται με σύγχρονα μέσα, όπως στο κινητό τηλέφωνο, email, ειδοποίηση στο gov.gr, aade.gr, για το γεγονός ότι είναι δυνητικά κληρονόμος. Είναι πολύ μεγάλος ο κίνδυνος κάποιος να θεωρηθεί ότι αποδέχεται κληρονομιά κάποιου ανθρώπου εν αγνοία του.
Το 1848 είναι πολύ δεσμευτικό με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι που κληρονομούν εν αγνοία τους, να μην μπορούν να αποποιηθούν και φορτώνονται χρέη.
Στο 1855, χρειάζεται να τροποποιηθεί το 6μηνο, ώστε να προστατευθούν τα άτομα που έκαναν πλασματική αποδοχή και να έχει και αναδρομική ισχύ για όσους κληρονόμησαν χρέη τα προηγούμενα χρόνια.
Το 1892 πρέπει να έχει σίγουρα αναδρομική ισχύ ώστε να προστατευθούν οι άνθρωποι που κληρονόμησαν χρέη τα προηγούμενα χρόνια.
Η διατύπωση του προτεινόμενου άρθρου 1984 παρ. 2 «Απαγορεύεται…» δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για απόλυτη ακυρότητα, διότι τέτοια εγγραφή… αντιστρατεύεται απαγορευτικές διατάξεις του νόμου. Εντούτοις, νομίζω – δεν ξέρω αν κάνω λάθος – ότι τελολογικά η διάταξη της απαγόρευσης τίθεται και πρέπει να τίθεται υπέρ της ομάδας των κληρονομικών δανειστών.
Κατά την άποψή μου επομένως χρήζει επαναδιατύπωσης η προτεινόμενη διάταξη της ΑΚ 1894 παρ. 2 ως εξής:
«Δεν επιτρέπεται μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου η εγγραφή υποθήκης με οποιονδήποτε τίτλο, καθώς και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα κληρονομιαία ακίνητα υπέρ του κληρονόμου ή των δανειστών του. Η παράβαση της διάταξης επιφέρει ακυρότητα υπέρ των κληρονομικών δανειστών και όσων είχαν δικαίωμα να ζητήσουν τη δικαστική εκκαθάριση»
Είτε: να ισχύσει ως έχει η ισχύουσα διάταξη της ΑΚ 1906
Επί του προτεινόμενου άρθρου 1819 ΑΚ, το οποίο θεσπίζει κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ προσώπου που παρείχε ουσιώδη και αφιλοκερδή φροντίδα στον κληρονομούμενο, επιθυμώ να υποβάλω την ακόλουθη παρατήρηση:
Η διάταξη, ως έχει, αποκλείει de facto μια ευρύτερη κατηγορία προσώπων που παρέχουν πραγματική και πολυετή φροντίδα αφιλοκερδώς — τους δικαστικούς συμπαραστάτες που ορίστηκαν με διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας, χωρίς αμοιβή.
Ειδικότερα, σε περιπτώσεις ψυχικά ασθενών προσώπων που στερούνται παντελώς οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος, η δικαστική συμπαράσταση εισάγεται κατόπιν εισαγγελικής πρωτοβουλίας και ο συμπαραστάτης — πολλές φορές ένας μακρινός συγγενής ή απλός άνθρωπος με ενδιαφέρον — αναλαμβάνει χρόνια αφιλοκερδώς όχι μόνο τη νομική διαχείριση της περιουσίας, αλλά και την προσωπική καθημερινή φροντίδα του ασθενούς: επισκέψεις, συνοδεία, ψυχολογική υποστήριξη, διεκπεραίωση αναγκών, συντονισμός με ιδρύματα νοσηλείας.
Το πρόβλημα: Η φράση «χωρίς αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση» του άρθρου 1819 ενδέχεται να ερμηνευθεί από τα δικαστήρια ως αποκλείουσα τον δικαστικό συμπαραστάτη, λόγω του δικαστικού διορισμού του — παρόλο που η νόμιμη εντολή αφορά αποκλειστικά τη διαχείριση περιουσίας και νομική εκπροσώπηση, και όχι την προσωπική φροντίδα που παρέχεται πέραν κάθε νόμιμης υποχρέωσης.
Η πρόταση: Να προστεθεί στο άρθρο 1819 ΑΚ διευκρινιστικό εδάφιο ή αιτιολογική έκθεση, κατά το οποίο:
«Η κληροδοσία εκ του νόμου συνίσταται και υπέρ δικαστικού συμπαραστάτη που ασκεί το λειτούργημά του αφιλοκερδώς, εφόσον η παρεχόμενη φροντίδα υπερβαίνει τα καθήκοντα του δικαστικού διορισμού και αφορά την προσωπική κάλυψη αναγκών του συμπαραστατουμένου, για τις οποίες δεν υφίσταται αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση εκ του διορισμού.»
Η ρύθμιση αυτή θα αποτρέψει την άδικη εξαίρεση προσώπων που — πολλές φορές χωρίς να έχουν κανέναν λόγο πέρα από την ανθρωπιά τους — ανέλαβαν τη φροντίδα των πιο ευάλωτων και αβοήθητων μελών της κοινωνίας μας, ανθρώπων χωρίς οικογένεια και χωρίς κανέναν άλλον να τους στέκεται δίπλα.
Ωραία τα λέτε με τις ημερομηνίες αλλά είναι δίκαιο η νομοθέτηση αυτοτελούς διάταξης με την οποία θα διευκρινίζεται ότι η εν λόγω θεσπιζόμενη ρύθμιση περί μη ευθύνης του κληρονόμου με την ατομική του περιουσία καταλαμβάνει κάθε υφιστάμενη κληρονομία ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου και ανεξαρτήτως του εάν έλαβε ή όχι χώρα αποποίηση της κληρονομίας.
Η αυτοτελώς νομοθετούμενη διάταξη, θα πρέπει να ορίζει παράλληλα ότι απαγορεύεται η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου για πάσης φύσεως χρέη της κληρονομίας ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου, ορίζοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις δικαστικής προσβολής ήδη εκκρεμών πράξεων εκτέλεσης κατά ατομικής περιουσίας κληρονόμου για χρέη της κληρονομίας, πλην εξαιρετικώς αυτών που έχουν ήδη κριθεί και καταστεί δικαστικώς αμετάκλητες.
Έχουμε κληρονομήσει μόνο χρέη εγώ και οι αδελφές μου χωρίς να πάρουμε ούτε 1 ευρο.
Ο πατέρας μας απεβίωσε το 2012 κάτοικος Αθηνών δεν είχε περιουσία καθόλου και ήτανε μέτοχος σε μια ΑΕ στην οποία είχε υπογράψει σε δάνειο ως εγγυητής χωρίς να το γνωρίζουμε.
Γνωρίζαμε οτι η εταιρία δεν πήγαινε καλά και έτσι κάναμε αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής προστατεύοντας έτσι την προσωπική μας περιουσία.
Η προσωπική μας περιουσία μας ειναι 1 σπίτι.
Η απογραφή δεν τελείωσε χωρίς δικιά μας υπαιτιότητα και τώρα η τράπεζα μας βγάζει την πρώτη και μοναδική μας κατοικία σε πλειστηριασμό.
Έχουμε κάνει έφεση και ζητάμε και αναστολή του πλειστηριασμού.
Δηλαδή η υπόθεση μας δεν έχει τελεσιδικήσει.
Σας παρακαλώ να έχει αναδρομικη ισχύ.
Είναι μεγάλη αδικία να μην μπορούμε να προστατευτούμε.
Υπάρχουν πολλοί κληρονόμοι οι οποίοι κληρονόμησαν μόνο χρέη από θανόντες προγόνους, τα οποία αγνοούσαν, ως εκ τούτου το άρθρο 1892 χρήζει ειδικής ρύθμισης αναδρομικότητας, τουλάχιστον από το 2014 και μετά.
Το ισχύον άρθρο 1921 ΑΚ ορίζει: Οι δανειστές της κληρονομίας που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 1917 ικανοποιούνται μόνο αν μετά την εξόφληση όσων αναγγέλθηκαν απομείνει κληρονομική περιουσία», ενώ κατά το προτεινόμενο αντίστοιχα 1903 παρ. 3 ορίζεται ότι:
«Οι δανειστές της κληρονομίας που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα ικανοποιούνται από το τυχόν απομένον ενεργητικό της κληρονομίας μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης.
Εάν δεν υφίσταται υπόλοιπο, δύνανται να στραφούν κατά του κληρονόμου μόνο εφόσον αποδείξουν ότι η μη αναγγελία οφείλεται σε σπουδαίο λόγο και χωρίς υπαιτιότητά τους, αλλά μόνο για τις απαιτήσεις τους που προέκυψαν στο χρόνο που υπήρξε σύγχυση των κληρονομιών.»
Κατά την ταπεινή μου άποψη με το ισχύον καθεστώς οι δανειστές που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα δεν αποκλείονταν πλήρως. Έχουν δικαίωμα ικανοποίησης εφόσον περισσεύει κληρονομική περιουσία μετά την εξόφληση των εμπροθέσμως αναγγελθέντων και επομένως υπάρχει μια “δεύτερη ευκαιρία”, χωρίς να θίγεται η σειρά κατάταξης.
Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο οι μη αναγγελθέντες δανειστές ικανοποιούνται μόνο μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο αν ο κληρονόμος ευθύνεται με την ατομική του περιουσία.
Ασφαλώς, καταρχήν, η προτεινόμενη ρύθμιση ενισχύει την ασφάλεια της εκκαθάρισης και προστατεύει τον κληρονόμο από απρόβλεπτες απαιτήσεις. Και βέβαια αποτελεί κίνητρο για τους δανειστές να είναι επιμελείς, δηλ. να αναγγέλλονται έγκαιρα.
Ωστόσο, η ίδια ρύθμιση είναι υπερβολικά αυστηρή για δανειστές που δεν γνώριζαν το θάνατο ή την διαδικασία της εκκαθάρισης, είτε είχαν αντικειμενική αδυναμία να προβούν σε εμπρόθεσμη αναγγελία. Έτσι όμως καταργείται η αρχή της ικανοποίησης από την περιουσία του οφειλέτη (κληρονομιαία), δημιουργείται ανισότητα μεταξύ των εν δυνάμει και σε ίδια τάξη κατά τα ισχύοντα στα άρθρ. 975 επ. ΚΠολΔ συρρεόντων προς κατάταξη δανειστών, ώστε να αντιμετωπίζονται άνισα λόγω απώλειας της προς αναγγελία προθεσμίας. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί δυσανάλογη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.
Στον ισχύοντα ΚΠολΔ, κατ’άρθρ. 972 παρ. 1 περ. β’ εδ. β’, η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας αναγγελίας της απαίτησης επάγεται την έκπτωση του δανειστή κατ’άρθρ. 151 ΚΠολΔ, από το δικαίωμα να καταθέσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού[1], όχι δε και έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης[2]. Μπορεί όμως να ζητηθεί και η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με τα άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ[3].
Όμως κάτι αντίστοιχο προς τα ανωτέρω δεν φαίνεται να υπάρχει στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα στο προτεινόμενο άρθρο 1902 παρ. 2 εδ. β’ ορίζεται ότι: «Μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας, κάθε δανειστής, ο οποίος είχε αναγγείλει τις απαιτήσεις του, μπορεί να ανακόψει τον πίνακα ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
[1] Μπρίνιας, άρθρ. 972 & 382 ΙΙ, σ. 984·
[2] ΑΠ 1640/2002. – Βλ. και Τάσου Αθανασόπουλου «Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ & ΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ (μετά τους ν. 5221/2025, 5193/2025 & 5134/2024), άρθρ. 970-977, σ. 367.
[3] Φαλτσή, ένθ.αν. & 57 ΙΙ 4, αριθ. 14 και 5, αριθ. 15, σ. 337.
ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΠΟΛΛΕΣ ΑΔΙΚΙΕΣ .ΠΑΡ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΚΑΠΟΙΑ ΑΡΘΡΑ ΟΠΩΣ ΤΟ 1892 ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩΝ ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΦΗΣΕ ΣΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ΜΟΝΟ ΧΡΕΗ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ
Στο φύλλο της 10ης Οκτωβρίου 2021 της Εφημερίδος «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» δημοσιεύθηκε άρθρο του κ. Απόστολου Σ. Γεωργιάδη σχετικό με τους λόγους για τους οποίους πρέπει να εκσυγχρονιστεί το Κληρονομικό Δίκαιο.
Μεταξύ αυτών που αναφέρει είναι και ένα παράδειγμα που αφορά την νόμιμη μοίρα της συζύγου, η οποία έχει τέκνα από προηγούμενο γάμο της και η οποία αποκτά το ¼ της περιουσίας του Α, το οποίο ¼ στη συνέχεια θα περιέλθει στα δικά της παιδιά, τα οποία όμως δεν είχαν καμία συγγένεια με τον κληρονομούμενο Α.
Συνεχίζει το άρθρο «Η ρύθμιση αυτή είναι όμως αμφίβολο αν ανταποκρίνεται στο σκοπό και στην δικαιολογία του θεσμού της νόμιμης μοίρας. Στην περίπτωση μάλιστα που η περιουσία του Α δεν δημιουργήθηκε από τον ίδιο, αλλά από τους γονείς του, θα είναι γι’ αυτούς ιδιαίτερα δυσάρεστο να βλέπουν, αν τύχει και ζουν, ότι οι καρποί των κόπων τους θα περιέλθουν – έστω εν μέρει- σε ανθρώπους εντελώς ξένους προς αυτούς και προς το παιδί τους, τον Α. Το ίδιο ισχύει και για την σύζυγο όταν δεν υπάρχουν τέκνα, τότε ο επιζών σύζυγος κληρονομεί το ½ της περιουσίας ή το ¼ αυτής αν πρόκειται για νόμιμη μοίρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν ο τρόπος κτήσεως αυτής της περιουσίας, καθόσον ο κληρονομούμενος μπορεί να είχε περιουσία πριν από τον γάμο ή μετά από τον γάμο από παροχές των γονέων του, κληρονομιές κλπ ή να απέκτησε περιουσία από εισοδήματα που του απέδωσε η περιουσία που του δόθηκε από τους γονείς του, χωρίς συνδρομή του/της συζύγου.
Είναι άδικο το ½ ή έστω το ¼ της περιουσίας των γονέων να καταλήξει στα ανήψια του επιζώντος συζύγου. Το δίκαιο είναι η περιουσία των γονέων και αποκτήματα που προέρχονται από τους καρπούς της να επιστρέψει στην οικογένεια που δημιούργησε την περιουσία αυτή, δηλαδή στους γονείς, εφόσον ζουν και στα παιδιά και στα εγγόνια τους, δηλαδή αδέλφια και ανήψια του κληρονομουμένου.
Το σχέδιο νόμου που βρίσκεται σε διαβούλευση προβλέπει:
α) κληρονομικές συμβάσεις και β) ότι η νόμιμη μοίρα είναι χρηματική
Η κληρονομική σύμβαση απαιτεί την συμφωνία των συζύγων.
Προφανώς, οι κληρονομικές συμβάσεις θεσμοθετούνται για να διασφαλίσουν τον σύζυγο που έχει αξιόλογη περιουσία. Για τους υφιστάμενους, όμως, γάμους χωρίς παιδιά, είναι τελείως αδύνατον να συμφωνήσει ο/η σύζυγος σε περιορισμό μεριδίου μικρότερο της εξ αδιαθέτου μερίδος του ή έστω της νομίμου μοίρας, δηλαδή του ¼.
Άρα δεν υπάρχει περίπτωση υπογραφής κληρονομικής συμφωνίας.
Η χρηματική πληρωμή της νομίμου μοίρας προϋποθέτει την ύπαρξη μετρητών και αν μεν υπάρχουν χρήματα στην κληρονομία καλύπτονται από αυτά, αν όμως δεν υπάρχουν χρήματα, το ποσό της νομίμου μοίρας, το δικαστήριο, αν επιβάλλουν οι περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την αυτούσια απόδοση ή περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας που αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα, οπότε το περιουσιακό στοιχείο αυτό μέσω του επιζώντος συζύγου θα περιέλθει στους συγγενείς αυτού, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την περιουσία αυτή. Θα πρέπει επομένως να υπάρξει πρόβλεψη στο Νόμο για την διευκόλυνση καταβολής των απαιτούμενων χρημάτων με δόσεις εντός ορισμένου χρόνου.
Αν το σύνολο της περιουσίας προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την οικογένεια του κληρονομουμένου και τα εισοδήματα αυτής πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου χωρίς ο επιζών σύζυγος να έχει καταβάλει ούτε ένα ευρώ, γιατί πρέπει να λάβει το ¼ της περιουσίας; Αυτή η περιουσία λόγω του επιζώντος συζύγου θα καταλήξει στα ανήψια του επιζώντος τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς που την δημιούργησαν. Εδώ επικαλούμαι το δημοσίευμα του κ. Απ. Γεωργιάδη «η ρύθμιση αυτή είναι αμφίβολο αν ανταποκρίνεται στην δικαιολογία και τον θεσμό της νόμιμης μοίρας..»
Θα πει κάποιος αν ο επιζών σύζυγος δεν προσέφερε ούτε ένα ευρώ για την δημιουργία της περιουσίας, μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου θα μείνει στον δρόμο; Φυσικά και όχι. Ο επιζών σύζυγος που χάριν της περιουσίας του κληρονομουμένου συζύγου του έζησε άνετη ζωή χωρίς οικονομικά προβλήματα έτσι θα πρέπει να ζήσει και κατά το υπόλοιπο της ζωής του, δηλαδή θα πρέπει να εξακολουθήσει να βρίσκεται στην ίδια κοινωνική και οικονομική θέση, αποκτώντας την ισόβιο επικαρπία της κοινής κατοικίας, αλλά όχι την κυριότητα.
Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου όπως προβλέπεται από το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου.
Ο γάμος είναι ο κύριος και βασικός θεσμός της Ελληνικής οικογένειας.
Ο γάμος λύεται με δύο τρόπους:
α) με διαζύγιο και β) με τον θάνατο του ενός εκ των δύο συζύγων.
Το διαζύγιο και οι σχέσεις των συζύγων, προσωπικές, περιουσιακές κλπ ρυθμίζονται από το οικογενειακό δίκαιο, ενώ οι κληρονομικές σχέσεις κληρονόμων και επιζώντος συζύγου ρυθμίζονται από το κληρονομικό δίκαιο. Το παλαιό οικογενειακό δίκαιο έχει εκσυγχρονιστεί σύμφωνα με τις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Στο νέο αυτό οικογενειακό δίκαιο η περιουσία κάθε συζύγου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την περιουσία του άλλου και μόνο η περιουσία που δημιουργήθηκε και από τους δύο συζύγους κατά την διάρκεια του γάμου λογίζεται κοινή και των δύο συζύγων και κατά μαχητό τεκμήριο ορίζεται το ποσοστό του καθενός σ’ αυτήν. Στην δημιουργούμενη αυτή κοινή περιουσία των συζύγων δεν περιλαμβάνεται ρητά η περιουσία που προέρχεται από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία προς τον ένα σύζυγο ή που προέρχεται από διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν από την ως άνω περιουσία. Με άλλα λόγια, μετά την λύση του γάμου με διαζύγιο, ο κάθε σύζυγος διατηρεί την ατομική περιουσία του που απέκτησε πριν τον γάμο και ρυθμίζεται η τύχη της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου σύμφωνα με την συμβολή εκάστου συζύγου στην δημιουργία αυτής (1399 και 1400 ΑΚ).
Αν ο γάμος λυθεί με το θάνατο του ενός συζύγου ερχόμαστε στο κληρονομικό δίκαιο και επομένως στις διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου.
Στο άρθρο 1827 ΑΚ προσδιορίζεται η κληρονομική περιουσία. Σ’ αυτήν περιλαμβάνεται ό,τι είχε ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του θανάτου του, ό,τι είχε δωρίσει την τελευταία προ του θανάτου του 5ετία κλπ χωρίς καμία διάκριση στον τρόπο και στην αιτία κτήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του.
Θεωρώ ότι δεν επιτρέπεται στον ίδιο κώδικα να υπάρχει διαφορά μεταξύ οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου και στο μεν οικογενειακό αναγνωρίζεται η αυτοτέλεια της περιουσίας των συζύγων, ενώ στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο αγνοείται.
Θα πρέπει όπως ορίζεται στο οικογενειακό δίκαιο, έτσι να ορίζεται και στο κληρονομικό, δηλαδή:
Α) Στην περιουσία που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου με την συνδρομή και των δυο συζύγων, ο επιζών σύζυγος όταν συντρέχει με κληρονόμους Β΄ τάξης να λάβει ως κληρονομική μερίδα το ½ (=50%) αυτής.
Β) Στην περιουσία που είχε ο κληρονομούμενος πριν τον γάμο, χωρίς να περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο κληρονομούμενος από γονική παροχή, δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ή την απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου χωρίς την συμβολή του επιζώντος, ο επιζών σύζυγος όταν συντρέχει με κληρονόμους Β΄ τάξης να λάβει ως κληρονομική μερίδα το ¼ (=25%) αυτής. 1.- Η παραπάνω εξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων, που απέκτησε ο κληρονομούμενος από γονική παροχή, δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ισχύει και στην περίπτωση της λύσεως με διαζύγιο. 2.- Το ποσοστό του ½ που αναφέρεται στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο είναι πάρα πολύ υψηλό λόγω της μη συμβολής του επιζώντος στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
Προτάσεις:
Όσον αφορά στην νόμιμη μοίρα, προτείνω στην παρ. 1 του άρθρου 1827 ΑΚ, μετά τις λέξεις «κηδείας του», να προστεθούν τα εξής: «και αφού αφαιρεθούν οι αξίες των γονικών παροχών, δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών», ώστε να μην υπάρχει διαφορά και αντίθεση μεταξύ διατάξεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου.
Στις διατάξεις περί νομίμου μοίρας να προστεθεί η εξής διάταξη:
Ο επιζών σύζυγος και οι κληρονόμοι της Β΄ τάξης, εντός έξι μηνών από τον θάνατο του κληρονομουμένου ή από την δημοσίευση της διαθήκης του, μπορούν να καταρτίσουν συμφωνία με την οποία θα καθορίζουν ποιο χρηματικό ποσό αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου και τον τρόπο καταβολής του. Αν δεν συμφωνήσουν μπορούν να καταφύγουν στο δικαστήριο της κληρονομίας και να ζητήσουν ό,τι θεωρούν δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα καθορίσει ποιο χρηματικό ποσό αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου και τον τρόπο καταβολής του. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο αυτού που απαιτείται, ώστε ο επιζών να ζει άνετα όσο ζούσε και κατά την διάρκεια του γάμου και να διατηρεί την κοινωνική θέση στην οποία βρισκόταν, όταν ζούσε ο κληρονομούμενος.
Εμμανουήλ Ν. Λιαδάκης
Συνταξιούχος Συμβολαιογράφος
τέως αντιπρόεδρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου
Εφετείου Θεσσαλονίκης
Οι θανόντες μετά το 2016 και μετά άφησαν μόνο χρέη στους κληρονόμους. Ως εκ τούτου το άρθρο 1892 θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ με ειδική ρύθμιση για τους κληρονόμους τους.
Όσον αφορά το 5ο βιβλίο κεφάλαιο πρώτο άρθρο 1892 συνίσταται ρύθμιση για αναδρομική ισχύ για απογόνους θανόντων από το 2015 και μετά.
1713; Α Κ.Αν η κληρονομιά έχει ενεργητικό και έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση εις βάρος του κληρονομουμένου για αξίωση τελεσιδώς κριθείσα, μέχρι το ύψος των απαιτήσεων αυτών να μην λογίζεται κληρονομιαία,αλλά αυτοδικαίως,βάσει της αποφάσεως να περιέρχεται στον δανειστή και αν είναι πολλοί να συντάσσεται πίνακας κατάταξης.Σε αντίθετη περίπτωση σίγουρα ο δανειστής θα ταλαιπωρηθεί τουλάχιστον 7-20 έτη (τα γνωστά με τις πολλές τάξεις των κληρονόμων,αφού το πιθανότερο να μεσολαβήσουν άλλοι θάνατοι,αποποιήσεις,ανήλικα κ.λ.π.) Επίσης για να εκδοθεί πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών υποχρεωτικά να δηλώσουν οι της πρώτης τάξης αυτούς της δεύτερης τάξης και τις διευθύνσεις τους, για να διευκολύνεται ο δανειστής στην ανεύρεση των, αφού λόγω προσωπικών δεδομένων δεν χορηγεί ο Εισαγγελέας άδεια άρσης, ακόμη και προς την ΑΑΔΕ.Τέλος κατάργηση πέραν της τρίτης τάξεως κληρονόμων,αφού ο ιστός της οικογένειας έχει αλλάξει και όλοι τους δηλώνουν ότι δεν γνώριζαν κάνει τον θανόντα.Αν η κληρονομιά δεν έχει ενεργητικό θα νομιμοποιούνται μόνον μέχρι του τρίτου βαθμού παθητικά και εν συνεχεία το δημόσιο.Υπάρχουν σήμερα υποθέσεις εκκρεμείς 20 ετών λόγω των πολλών τάξεων, λόγω των π[ολλών αποποιήσεων.Η προτεινόμενη λύση των αποποιήσεων,αποτελεί ελάχιστη λύση στην χρονοβόρα διαδικασία των αποποιήσεως.Επίσης η νομολογία σχεδόν πάγια δέχεται τις εκπρόθεσμες αποποιήσεις έτσι μετά από 15 χρόνια γίνονται δεκτές με όλες τις συνέπειες (ανατρέξατα στην νομολογία του ΑΠ προς επιβεβαίωση).
Έχω μία απορία σε σχέση με τη διάταξη του νέου άρθρου 1817 ΑΚ. Όπως είναι γνωστό, σε πολλές από τις οικογενειακές περιουσίες, έχει μεταβιβαστεί η ψιλή κυριότητα στα τέκνα και η επικαρπία παραμένει(αν έχει γίνει αποδεκτή) στον επιζώντα από τους δύο συζύγους. Εν τω μεταξύ, ο ψιλός κύριος καταβάλει κατά πολύ περισσότερο ΕΝΦΙΑ από τον επικαρπωτή (ο οποίος είναι και γονέας του) λόγω της ηλικίας του τελευταίου. Εάν δε, δεν είχε γίνει αποδεκτή η συσταθείσα επικαρπία από εκείνον υπέρ του οποίου (από τον άλλο σύζυγο) συνεστήθη, ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του ακινήτου και, επομένως,όχι μόνο καταβάλει το σύνολο του ΕΝΦΙΑ, αλλά,θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας επί του ακινήτου.
Είναι, λοιπόν, δυνατόν (αν έχω καταλάβει καλά τη διάταξη) και λογικό, με το νέο κληρονομικό δίκαιο, ο/η σύντροφος του τεθνεώτος να είναι σε καλύτερη μοίρα από τον επιζώντα σύζυγο (αν δεν είχε τυπικά αποδεχθεί την υπέρ του σύσταση της επικαρπίας) και επιπλέον ο σύντροφος να απολαμβάνει αποκλειστική χρήση της «οικογενειακής στέγης» για ένα χρονικό διάστημα, ενώ δεν θα πληρώνει καν ΕΝΦΙΑ και θα τον πληρώνει πλέον στο σύνολό του ο πρώην ψιλός κύριος που, σε κάθε περίπτωση, απέκτησε την πλήρη κυριότητα με τον θάνατο του γονέα του (αν όχι και νωρίτερα);
Επανέρχομαι και πάλι στο θέμα της αιτίας της παραίτησης σε συναπτόμενη κληρονομική σύμβαση με βάση το προς διαβούλευση νέο κληρονομικό δίκαιο.
Καταρχήν η παραίτηση αφορά μελλοντικό και μη γεννηθέν δικαίωμα. Γενικά η σύμβαση παραίτησης με αντάλλαγμα αποτελεί κληρονομική σύμβαση είτε το αντάλλαγμα καταβάλλεται συγχρόνως με την παραίτηση είτε υπό αίρεση ή προθεσμία. Στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση υπάρχει σαφής αιτιώδης αντιπαροχή (η παραίτηση από κληρονομικό δικαίωμα), άρα οικονομική ανταλλαγή. Ο κληρονομούμενος δεν χαρίζει· εξαγοράζει την παραίτηση. Λειτουργεί δηλαδή ως αντιστάθμισμα (quid pro quo). Δογματικά πρόκειται sui generis κληρονομική σύμβαση είτε επαχθή, αμφοτεροβαρή), όχι όμως για χαριστική. Το επιχείρημα περί προκαταβολικής άντλησης ωφέλειας από την εν ζωή περιουσία δεν ευσταθεί[1], διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμη κληρονομικό δικαίωμα (μόνο προσδοκία). Άρα η παροχή δεν είναι προκαταβολή κληρονομίας, αλλά ανεξάρτητη παροχή. Το αντάλλαγμα θεωρείται αντιστάθμισμα της απολεσθείσας προσδοκίας, όχι χαριστική παροχή.
Εξάλλου η επίκληση προστασίας των λοιπών μεριδούχων (νόμιμη μοίρα), καθώς και των δανειστών (διάρρηξη κατ΄ΑΚ 939), είναι ουσιαστικά τελολογική κατασκευή, αν και δεν είναι προαπαιτούμενο της διάρρηξης μόνο η δωρεά. Χαρακτηρίζουμε δηλαδή το αντάλλαγμα ως δωρεά, παρόλο ότι ο δωρεοδόχος δεν έχει ασφαλώς απαίτηση κατά του κληρονομουμένου και άρα δεν είναι δανειστής του, για να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί προστασίας. Αυτό ασφαλώς είναι λειτουργική λύση, όχι καθαρή δογματική κατάταξη[2]. Εάν χαρακτηριστεί ως δωρεά, τότε κάθε αντάλλαγμα σε παραίτηση θα κινδυνεύει με ανάκληση δωρεάς, πτωχευτική ανάκληση και διάρρηξη (939 ΑΚ). Μπορεί συνεπώς να αντιμετωπιστεί ως δωρεά, με ανάλογη εφαρμογή, μόνο στην περίπτωση που υπάρχει πρόθεση καταστρατήγησης για την περιγραφή των αξιώσεων των κληρονομικών δανειστών.
Εφόσον όμως τελικά γίνει αποδεκτή η εκδοχή, ότι για λόγους πρακτικούς και μόνο θα μπορεί να έχει εφαρμογή η διάταξη που χαρακτηρίζει το «αντάλλαγμα» ως δωρεά, η κληρονομική σύμβαση με αντάλλαγμα θα έχει ως προορισμό την προστασία των λοιπών μεριδούχων είτε την προστασία των κληρονομικών δανειστών. Έτσι η προστασία των μεριδούχων θα επιτυγχάνεται, καθόσον η εν λόγω δωρεά προστίθεται στην πλασματική κληρονομία βάσει της οποίας υπολογίζεται η ν. μοίρα τους, ενώ η διαφορετική αντιμετώπιση – σύμφωνα πάντα με την ίδια άποψη της Ζερβογάννη – θα έδινε την ευκαιρία στον κληρονομούμενο να εκμηδενίσει την αξίωση των μεριδούχων, καταρτίζοντας σύμβαση παραίτησης με ένα μόνο από τους μεριδούχους έναντι υψηλού ανταλλάγματος (αν και εκεί θα είχαμε ακυρότητα (138), λόγω (μερικής) εικονικότητας του καταβληθέντος «υπέρτερου» ανταλλάγματος.
Ειδικότερα στον γερμΑΚ, με την § 2346 I BGB· Erbverzicht ορίζεται η παραίτηση από εξ αδιαθέτου διαδοχή και, εκτός αν ορίζεται αλλιώς, και από Pflichtteil, ενώ με την § 2346 II BGB (Pflichtteilsverzicht=περιορισμένη παραίτηση), μόνο από τη νόμιμη μοίρα. Στο θέμα αυτό υπάρχει σχεδόν ομοφωνία, ότι οι παραιτήσεις αυτές αποτελούν αντάλλαγμα για τις γενόμενες παραιτήσεις και όχι δωρεά («Η καταβαλλόμενη αποζημίωση συνιστά το αντάλλαγμα για την παραίτηση από το κληρονομικό δικαίωμα»= “Die Abfindung ist Gegenleistung).
[1] Κατά την ως άνω αναφερόμενη άποψη της Ζερβογιάννη από το απόσπασμα της παρατιθέμενης εισήγησής της.
[2] Σε αρκετές έννομες τάξεις η λύση είναι διαφορετική. Η ως άνω σύμβαση αντιμετωπίζεται ως επαχθής σύμβαση, αλλά οι κανόνες περί δωρεών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία μόνο για προστασία τρίτων, ώστε τελικά να αποφεύγεται η έννοια της έννοια της «ψευδοδωρεάς». Ειδικότερα στο γερμανικό δίκαιο (BGB) δεν χρησιμοποιείται ο όρος “ψευδοδωρεά” με τυπικό τρόπο, όμως αναγνωρίζεται η έννοια της «gemischte Schenkung» (μικτή δωρεά). Όταν υπάρχει δυσαναλογία παροχών, το “πλεόνασμα” θεωρείται δωρεά ιδίως για προστασία δανειστών (πτωχευτικό δίκαιο – Anfechtung) και των νόμιμων μεριδούχων. Στο γαλλικό δίκαιο υπάρχει η έννοια των “libéralités déguisées” (συγκεκαλυμμένων δωρεών). Εκεί μια σύμβαση εμφανίζεται ως επαχθής, αλλά στην ουσία υποκρύπτει δωρεά, χρησιμοποιείται δε για προστασία κληρονόμων (réserve héréditaire), αλλά και δανειστών.
Στο ιταλικό δίκαιο αναγνωρίζονται οι “donazioni indirette” (έμμεσες δωρεές), οι οποίες δεν είναι τυπικές δωρεές, αλλά υπάγονται σε κανόνες δωρεάς, ιδίως για προστασία της νόμιμης μοίρας.
Η κατάργηση της εμπράγματης κληροδοσίας (νυν άρθρο 1996) φαίνεται να απλοποιεί τα πράγματα και, σε συνδυασμό με τον αναθεωρημένο ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 1785 (νυν 1800), διευκολύνει τη διάκριση μεταξύ εγκατάστασης κληρονόμου και σύστασης κληροδοσίας.
Ωστόσο, δεν φαίνεται να έχουν εκτιμηθεί πλήρως οι συνέπειες στο εξαίρετο ως εκ του νόμου κληροδοσία υπέρ του συζύγου / συντρόφου (άρθρα 1810 και 1817). Θα αποτελεί το εξαίρετο μια ενοχική απλώς αξίωση, στην οποία εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την παθολογία της ενοχής (π.χ. άρθρα 335 επ.) και η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με ενοχική αγωγή;
Πώς εξασφαλίζεται ο σύζυγος ως δικαιούχος του εξαίρετου; Με τον τίτλο προς εγγραφή υποθήκης (άρθρο 1262 αριθ. 5);
Πώς διαμορφώνεται η σχέση του εξαίρετου με την κληροδοσία υπέρ του προσώπου που παρείχε φροντίδα; Προηγείται η ικανοποίηση της κληροδοσίας του άρθρου 1819 υπέρ ενός προσώπου που συχνά δεν είναι καν κληρονόμος, έναντι του εξαίρετου του συζύγου, που ενδεχομένως βρίσκεται στην ίδια ηλικία με τον κληρονομούμενο και έχει επίσης ανάγκη από αυξημένη φροντίδα; Η ρύθμιση του τελ. εδαφίου του άρθρου 1819 σ’ αυτό τείνει.
Ν.Ζ.
Δικηγόρος, Δ.Ν.
ΑΡΘΡΟ 1763 :ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΝΝΟΜΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ .
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ,ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΕΙ ΟΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΙΔΙΟΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΧΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ , ΚΑΘΩΣ ΜΠΟΡΕΙ , ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΑΡΘΡΟ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΑΥΤΗΣ Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΩΣ ΚΥΡΙΑΣ, ΝΑ ΠΡΟΚΛΗΘΕΙ ΣΥΓΧΥΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΙΔΙΟΓΡΑΦΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ,ΧΩΡΙΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΝΑ ΚΗΡΥΧΘΟΥΝ ΚΥΡΙΕΣ , ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΞΕΙ , ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΕΚ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ , ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ,ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΑΥΤΩΝ , ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ ΝΟΜΙΜΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ Ο ΝΟΜΟΣ ΕΠΙΤΑΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ,( ΟΠΩΣ ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΦΟΡΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΦΟΡΟΥ , ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΜΕΝΟΥ , ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ , ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΔΙΑΘΗΚΩΝ , ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ) , ΕΝΩ ΑΛΛΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΔΙΑΘΕΤΗ, ΤΙΜΗΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑΘΗΚΗ , ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΕΒΗΣΑΝ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΥΤΕΣ , ΝΑ ΠΡΕΠΕΙ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΝ , ΝΑ ΠΡΟΒΟΥΝ ΣΕ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΝ ΛΟΓΩ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙΣΑΣ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΩΣ ΚΥΡΙΑΣ . ΣΕ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΙΔΙΑΊΤΕΡΟ ΒΑΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ,ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΣΥΓΧΥΣΗ ,ΚΑΘΩΣ Η ΙΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙΣΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΞΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ , ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ , ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ ΝΑ ΠΑΡΑΞΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΚΥΡΙΑ .
ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΘΕΙ , ΟΤΙ ΙΔΙΟΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙ ΟΛΩΝ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥΣ , ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ .
ΆΡΘΡΟ 1892
Η υπό διαβούλευση ρύθμιση του άρθρου 1892 ΑΚ αποκαθιστά την κοινή λογική στους κόλπους του κληρονομικού δικαίου.
Δυστυχώς η εν λόγω τομή, έρχεται αδικαιολόγητα και ανεπίτρεπτα καθυστερημένη τουλάχιστον κατά 16 χρόνια ήτοι τουλάχιστον από την έναρξη της ζοφερής οικονομικής κρίσης και εντεύθεν.
Καθ’ όλα αυτά τα χρόνια η Πολιτεία υπήρξε σιωπηλός και αδιάφορος μάρτυρας των τεράστιων ουρών, που μέχρι και σήμερα σχηματίζονται έξω από τα γραφεία των δικαστηρίων από πολίτες, που προσέρχονταν σωρηδόν να αποποιηθούν κατάχρεες κληρονομίες αρκετές φορές μάλιστα άνευ ενεργητικού.
Η αδιαμφισβήτητα ραγδαία αύξηση των αποποιήσεων αποδεικνύει περίτρανα πως εδώ και τουλάχιστον 16 χρόνια το άλλοτε τεκμήριο ότι οι κληρονομίες γίνονται κατά κανόνα αποδεκτές, μετατράπηκε σε σχεδόν αμάχητο τεκμήριο περί μη αποδοχής ήτοι περί βούλησης αποποίησης των κληρονομιών.
Η κοινή λογική παραβιάστηκε βάναυσα εδώ και χρόνια και μόνο στη σκέψη ότι ο νόμος επιτρέπει να θεωρείται πως ο μη αποποιηθείς πολίτης αποδέχεται έστω και πλασματικά, κληρονομίες ακόμα κι αν τα χρέη αυτών ανέρχονται σε εκατομμύρια ευρώ, ενώ παράλληλα στερούνται ενεργητικού.
Η πολιτεία ανέχεται δια της αδικαιολόγητης σιωπής της να ταλαιπωρούνται επί σειρά ετών οι πολίτες ενώπιον των δικαστηρίων, προσπαθώντας εναγωνίως να αποδείξουν και να πείσουν ότι «δεν είναι ελέφαντες», ότι τελούσαν σε πλάνη, ότι αγνοούσαν την επαγωγή της κληρονομίας.
Εν τέλει δε η πολιτεία ανέχεται να καταστρέφονται και να περιέρχονται σε απόλυτο βιοτικό, κοινωνικό, οικονομικό τέλμα ανυποψίαστοι πολίτες, οι οποίοι ακόμη και δεκαετίες μετά το θάνατο του κληρονομούμενου γίνονται εν μία νυκτί αποδέκτες ατομικών ειδοποιήσεων, αγωγών κλπ που αφορούν σε χρέη εκ κληρονομίας.
Εδώ και δεκαετίες το κληρονομικό δίκαιο, ιδίως στο πεδίο της εξ αδιαθέτου διαδοχής, δεν αποτελεί ρύθμιση που προάγει την κοινωνική ειρήνη αλλά έχει μετατραπεί σε ένα μηχανισμό ΠΑΓΙΔΕΥΣΗΣ και ταλαιπωρίας των πολιτών.
Η ανεπίτρεπτη αυτή κατάσταση επιτείνεται περαιτέρω λόγω της ανασφάλειας δικαίου εκ της πληθώρας ερμηνειών των κληρονομικών διατάξεων, της ετερότητας των ερμηνευτικών προσεγγίσεων και αντιθέσεων μεταξύ θεωρίας και νομολογίας.
Με την επιχειρούμενη αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει ότι έχει επαρκώς αντιληφθεί πως ο πολίτης – κληρονόμος χρήζει προστασίας.
Εν προκειμένω αναφορικά με τη διάταξη της 1892 ΑΚ, η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει την ατομική περιουσία του κληρονόμου , καθιστώντας αυτή ΜΗ ΥΠΕΓΓΥΑ για την ικανοποίηση των τυχόν χρεών της κληρονομίας.
Προς το σκοπό αυτό προτείνεται:
α) η έναρξη ισχύος της υπό διαβούλευση διάταξης του άρθρου 1892ΑΚ αναφορικά με την ευθύνη του κληρονόμου, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και όχι από 16/9/2026.
β) η νομοθέτηση αυτοτελούς διάταξης με την οποία θα διευκρινίζεται ότι η εν λόγω θεσπιζόμενη ρύθμιση περί μη ευθύνης του κληρονόμου με την ατομική του περιουσία, καταλαμβάνει κάθε υφιστάμενη κληρονομία ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου και ανεξαρτήτως του εάν έλαβε ή όχι χώρα αποποίηση της κληρονομίας. Η αυτοτελώς νομοθετούμενη διάταξη δέον να ορίζει παράλληλα ότι απαγορεύεται η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου για πάσης φύσεως χρέη της κληρονομίας ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, ορίζοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις δικαστικής προσβολής ήδη εκκρεμών πράξεων εκτέλεσης κατά ατομικής περιουσίας κληρονόμου για χρέη της κληρονομίας, πλην εξαιρετικώς αυτών που έχουν ήδη κριθεί και καταστεί δικαστικώς αμετάκλητες.
Τυγχάνει επιτακτική ανάγκη, έστω και δι’ αυτού του τρόπου, η Πολιτεία να αποκαταστήσει εν τίνι μέτρω την επί σειρά ετών ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη παράλειψή της να προστατεύσει τους πολίτες που εγκλωβίστηκαν και παγιδεύτηκαν στην αβεβαιότητα, την ανασφάλεια και τις εγγενείς αδυναμίες του μηχανισμού αποποίησης κληρονομίας, ταλαιπωρούμενοι και καταδιωκόμενοι, παρά τη δεδομένη έστω και ως αυτονόητα εικαζόμενη βούλησή τους να μην αποδεχθούν κατάχρεες κληρονομίες.
Α. Τύπος Διαθήκης
1. Έκτακτη διαθήκη
Η ρύθμιση του ΑΚ έχει υποστεί έντονη κριτική από νομοτεχνική άποψη. Ούτως ή άλλως, λόγω της τεράστιας προόδου του εγγραμματισμού στην Ελλάδα από τη σύνταξη του ΑΚ έως σήμερα και την ευκολία που προσφέρει η ιδιόγραφη διαθήκη, είναι αμφίβολο αν οι έκτακτες διαθήκες εξυπηρετούν ακόμη κάποια πρακτική χρησιμότητα → Ενδεχομένως έχει νόημα να εξεταστεί η πλήρης κατάργηση της έκτακτης διαθήκης. Οπωσδήποτε η ύπαρξη της ρύθμισης στον ΑΚ μάλλον δεν βλάπτει, ενώ το σχέδιο εξορθολογίζει δραστικά τη σημερινή ατυχή ρύθμιση του
Σύμφωνα με το σχέδιο, παραβιάσεις του τύπου στην έκτακτη διαθήκη δεν επάγονται ακυρότητα της διαθήκης «αν αποδειχθεί ότι η καταγραφή της περιλαμβάνει την αληθινή δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης». Ίσως η διάταξη αυτή να πρέπει να αποτελέσει υπόδειγμα και για τις τακτικές διαθήκες.
2. Τακτικές διαθήκες
Έχει νόημα να εξαγγέλλεται ότι πλέον και ανήλικοι 16 ετών μπορούν να συντάσσουν διαθήκη (1719), όταν τελικά η δυνατότητα περιορίζεται στη δημόσια διαθήκη (τα άρθρα 1723 και 1749 για ιδιόγραφη και μυστική προϋποθέτουν ενηλικότητα)
3. Ιδιόγραφη
Η μόνη διαφοροποίηση αφορά το ζήτημα της χρονολογίας. Συνεχίζει να απαιτείται, όπως και σήμερα, η χρονολόγηση με ημέρα, μήνα και έτος ως προϋπόθεση του κύρους της διαθήκης. Όμως πλέον ορίζεται ότι εκτός από την ψευδή και την εσφαλμένη, η ελλιπής χρονολογία δεν επάγεται από μόνη της ακυρότητα.
Σήμερα αν λείπει από τη χρονολογία η ημέρα η διαθήκη είναι άκυρη (άρθρο 1718 ΑΚ). Με τη νέα ρύθμιση η διαθήκη είναι έγκυρη.
Σαφώς πρόκειται για απόφαση στην ορθή κατεύθυνση: Γιατί να είναι έγκυρη η διαθήκη που έχει απολύτως ψευδή ημερομηνία (λ.χ. έτος μετά τον θάνατο του διαθέτη), αλλά όχι λ.χ. η χρονολόγηση με τη φράση «Δεκέμβρης ’91» (ελλιπής ημερομηνία – λείπει η ημέρα);
Πρόκειται για την περίπτωση που έκρινε η ΟλΑΠ 7/2017 – και έκρινε τελικά άκυρη τη διαθήκη επειδή δεν προέκυπτε η ημέρα, παρότι δεν υπήρχαν λόγοι ακυρότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα ούτε υπήρχε άλλη διαθήκη στον ίδιο μήνα.
Παραμένει βέβαια το ζήτημα πότε η χρονολογία θα θεωρείται ελλιπής (πχ αρκεί η χρονολόγηση με τη λέξη Δεκέμβριος;). Κατά τη γνώμη μου, ορθότερο θα ήταν γίνει ένα πιο τολμηρό βήμα και να αποσυνδεθεί πλήρως η χρονολόγηση από το κύρος της διαθήκης, εφόσον μπορεί να αποδειχτεί πότε συντάχθηκε. Ούτως ή άλλως τα ίδια προβλήματα απόδειξης δημιουργεί η ψευδής ή εσφαλμένη ημερομηνία.
Επισημαίνω εδώ ότι σύμφωνα με την πρόσφατη ομιλία του προέδρου της επιτροπής κυρίου Απ. Γεωργιάδη (14 Ιανουαρίου 2026 – δημοσιεύεται και στο τελευταίο τεύχος ΧρΙΔ): «σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις, η έλλειψη ημερομηνίας στην ιδιόγραφη διαθήκη επιφέρει μόνο δυνητική ακυρότητα αυτής, δηλαδή μόνο αν συντρέχει και κάποιος άλλος λόγος ακυρότητας». Αν αυτός είναι ο στόχος, τον οποίο προσωπικά επικροτώ απόλυτα, πρέπει να διευκρινιστεί στο κείμενο του νόμου, λ.χ. με την προσθήκη της λέξης ελλείπουσα χρονολογία: Έτσι η διάταξη θα μπορούσε ορίζει «Ψευδής, εσφαλμένη, ελλιπής ή ελλείπουσα χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης».
Βλ. αναλυτικά για το ζήτημα Παπαδημητρόπουλος, «Ελλιπής χρονολογία και άλλες περιπτώσεις ελαττωματικής χρονολόγησης διαθήκης – Μελέτη με αφορμή την ΟλΑΠ 7/2017», ΕφΑΔ 2018, 867.
___________________
Η προϋπόθεση της ιδιόχειρης γραφής παραμένει. Δεν ξέρω αν εξετάστηκαν κι άλλοι τύποι από την επιτροπή ή τι λένε τα δικαιοσυγκριτικά δεδομένα. Ενδεχομένως θα μπορούσε να εξεταστεί αν θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία που προσφέρει μεγάλη ασφάλεια, ευκολία και αδιαμφισβήτητη ακρίβεια στη χρονολόγηση. Ίσως πρόκειται για μια σημαντική ευκαιρία να επιτραπεί η διαθήκη με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Παρέχει μεγάλη ευκολία αλλά και πιο αυξημένα εχέγγυα γνησιότητας από τη γραφή με το χέρι. → Ίσως πρόκειται για τη φυσική εξέλιξη της ιδιόχειρης διαθήκης στη σύγχρονη εποχή (ευκολία και ασφάλεια).
______________
4. Δημόσια διαθήκη
Δεν μεταβάλλεται κάτι ιδιαίτερο – πλέον αρκούν 2 μάρτυρες αντί για 3 στο ισχύον δίκαιο (και 3 αντί για 5 αν ο διαθέτης είναι κωφός και δεν μπορεί να διαβάζει).
Κατά τα λοιπά οι αυστηρές διατυπώσεις της δημόσιας διαθήκης δεν απλοποιούνται.
Εδώ ίσως η απλοποίηση θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρή, ιδίως αν επιδιώκεται η στροφή από την ιδιόγραφη προς τη δημόσια διαθήκη λόγω των κινδύνων πλαστογραφίας που εγκυμονούν (βλ. παρακάτω). Ίσως θα μπορούσε να αρκεί η απλή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, χωρίς καθόλου μάρτυρες. Συχνά στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο (ιδίως για μοναχικούς ανθρώπους μεγάλης ηλικίας) να ανευρεθούν μάρτυρες που δεν συνδέονται με τον διαθέτη και δεν είναι πρόσωπα τιμώμενα με την διαθήκη.
Άλλωστε και οι κίνδυνοι που συνδέονται με την έλλειψη μαρτύρων δεν είναι οπωσδήποτε μεγαλύτεροι από άλλες περιπτώσεις – πχ η σύνταξη μεταθανάτιας πληρεξουσιότητας (μονομερής πράξη) μπορεί στην πράξη να έχει εξίσου μεγάλες συνέπειες για την κληρονομιαία περιουσία. Ωστόσο δεν απαιτεί μάρτυρες.
Ακόμη περισσότερο με την προτεινόμενη τροποποίηση εισάγεται μια αξιολογική αντινομία. Η κληρονομική σύμβαση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο χωρίς μάρτυρες με παρουσία του τιμώμενου (αντισυμβαλλομένου στη σύμβαση). Η δημόσια διαθήκη απαιτεί μάρτυρες και απαγορεύει παρουσία τιμώμενου. Την ίδια στιγμή η δημόσια διαθήκη (μεγαλύτερες διατυπώσεις) είναι ελεύθερα ανακλητή ενώ η κληρονομική σύμβαση καταρχήν δεσμευτική.
5. Μυστική διαθήκη
Ομοίως δεν αλλάζει κάτι ουσιώδες – διευκρινίζεται ότι μπορεί να έχει συνταχθεί και με μηχανικά μέσα, πράγμα που ούτως ή άλλως γινόταν δεκτό.
Οι διατυπώσεις για την πράξη του συμβολαιογράφου διατηρούνται. Και εδώ μειώνεται ο αριθμός των μαρτύρων από 3 σε 2. Είναι πάντως αμφίβολο αν η διατήρηση της διατύπωσης αυτής προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Ίσως και αυτή θα έπρεπε να καταργηθεί.
_____________
6. Αυστηρότητα τύπου
Στο σχέδιο διατηρείται το σημερινό άρθρο 1718 που θεσπίζει τον κανόνα της ακυρότητας σε περίπτωση μη τήρησης του προβλεπόμενου τύπου.
Ίσως θα ήταν προτιμότερη μια χαλάρωση της αυστηρότητας αυτής με μια ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει το σχέδιο για την έκτακτη διαθήκη, ότι δηλαδή η μη τήρηση του τύπου δεν επιφέρει ακυρότητα αν αποδειχτεί ότι η διαθήκη αποδίδει την πραγματική βούληση του διαθέτη. Ίσως μια τέτοια ρύθμιση ανταποκρίνεται καλύτερα στην αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας.
Βλ. και παραπάνω τη ρύθμιση για έκτακτες διαθήκες ως υπόδειγμα.
7. Κήρυξη κυρίας
Έρχομαι σε μία σημαντική καινοτομία του σχεδίου αναφορικά με την έναρξη των αποτελεσμάτων της ιδιόγραφης διαθήκης.
Εισάγεται νέα διάταξη (άρθρο 1763) που επιχειρεί να αποκλείσει περιπτώσεις πλαστογραφίας στις ιδιόγραφες διαθήκες. Στην ουσία εντάσσει τις ιδιόγραφες διαθήκες σε 2 κατηγορίες και διαφοροποιεί τις συνέπειες που έχει η μη κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας.
1η κατηγορία: Διαθήκες που παράγουν άμεσα αποτελέσματα (και πριν από την κήρυξή του ως κυρίων)
α) αν η διαθήκη είχε δοθεί εν ζωή προς φύλαξη σε συμβολαιογράφο,
β) αν τιμώνται συγγενείς που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη ή ο σύζυγος.
2η κατηγορία: Παράγουν αποτελέσματα μόνο αν κηρυχθούν κύριες
α) αν τιμώνται άλλα πρόσωπα (ακόμη και συγγενείς), πλην συζύγου ή συγγενών πρώτης τάξης
β) σε όλες τις περιπτώσεις αν η διαθήκη δημοσιεύτηκε 2 χρόνια μετά τον θάνατο.
Η ρύθμιση συνδέεται με τις δικονομικές απαιτήσεις που έχει η κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας (αναλύονται στη συνέχεια)
Αφήνει όμως ανοιχτό το ερώτημα τι γίνεται ενόσω η διαθήκη δεν κηρύσσεται κύρια.
Καταρχάς, ο χρόνος επαγωγής παραμένει ο χρόνος θανάτου. Το σημερινό άρθρο 1846 παραμένει ως προς αυτό αναλλοίωτο (νέο άρθρο 1844).
Συνεπώς, τα αποτελέσματα της διαθήκης επέρχονται πάντοτε αναδρομικά, ανεξάρτητα από τον χρόνο κήρυξης ως κυρίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα αν μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου ανακαλυφθεί διαθήκη που ανατρέπει την προηγούμενη διαθήκη ή την εξ αδιαθέτου διαδοχή. → Αυτό φαίνεται να εννοεί και το νέο άρθρο 1765 που ορίζει ότι η μη τήρηση των διατάξεων περί δημοσίευσης και κήρυξης κυρίας δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης.
Σήμερα όμως η κατάσταση αυτή είναι αναγκαίο παρακολούθημα της άγνοιας του φερόμενου ως κληρονόμου για την ύπαρξη διαθήκης. Πλέον όμως με τη νέα διάταξη ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος που γνωρίζει την ύπαρξη διαθήκης (μπορεί να έχει ήδη δημοσιευτεί) γνωρίζει ότι δεν είναι κληρονόμος. Ωστόσο ο εγκατάστατος με τη διαθήκη δεν καθίσταται ακόμη διάδοχος του κληρονομούμενου ενόσω η διαθήκη δεν κηρύσσεται κύρια.
Τι γίνεται στο μεσοδιάστημα μέχρι να κηρυχθεί η διαθήκη κύρια; Τι δικαιούται να κάνει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος όταν ο εκ διαθήκης κληρονόμος ολιγωρεί; Μια πρώτη λύση θα ήταν η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για σχολάζουσα κληρονομία. Τι γίνεται όμως αν ο εκ διαθήκης κληρονόμος δεν είναι άγνωστος ούτε είναι αβέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία, αλλά απλά αδιαφορεί; Μπορεί να διαιωνιστεί η αβεβαιότητα; Ίσως θα ήταν χρήσιμη κάποια σχετική πρόβλεψη.
8. ΚΠολΔ – δημοσίευση, κήρυξη κυρίας
Η ρύθμιση του σχεδίου πρέπει να συνδυαστεί με τις νέες, ήδη ισχύουσες, ρυθμίσεις του ΚΠολΔ για τη δημοσίευση και κήρυξη διαθήκης ως κύριας (ισχύουν από 1.11.2025 και μετά, αν και με διαφοροποιήσεις για τη δημοσίευση ανάμεσα σε κληρονομούμενους που πεθαίνουν από 1.11.2025 και μετά· πάντως μετά τις 16.9.2026 η δημοσίευση γίνεται πάντοτε από συμβολαιογράφους).
Κατά τον νέο ΚΠολΔ αμφότερες οι πράξεις (δημοσίευση και κήρυξη κυρίας) γίνονται από συμβολαιογράφους. Η δημοσίευση γίνεται ηλεκτρονικά στο μητρώο διαθηκών από τον συμβολαιογράφο ή τον πρόξενο στον οποίο έχει κατατεθεί ή παραδοθεί η διαθήκη (άρθρο 808 ΚΠολΔ).
Ομοίως η κήρυξη της διαθήκης ως κύριας γίνεται με πράξη συμβολαιογράφου και απαιτεί
είτε δύο μάρτυρες που βεβαιώνουν τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής
είτε, αν η διαθήκη ορίζει ως αποκλειστικό κληρονόμο πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος ή συγγενής του διαθέτη, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη (808Α ΚΠολΔ)
Στο σχέδιο προβλέπεται τροποποίηση του άρθρου 808Α ΚΠολΔ ώστε στις «περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1763» η κήρυξη της διαθήκης ως κύριας να γίνεται από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, μετά από γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, και μάλιστα μετά από κλήση και του Ελληνικού Δημοσίου αν τιμώμενος με την διαθήκη είναι αποκλειστικά εξωτικός.
Ωστόσο είναι ασαφές ποιες περιπτώσεις καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση αφού το άρθρο 1763 § 2 αναφέρεται σε όλες τις ιδιόγραφες διαθήκες και διαφοροποιεί ως προς τα αποτελέσματά τους. Με τη συνολική παραπομπή στη διάταξη αυτή φαίνεται να μην μένει κανένα περιθώριο για κήρυξη διαθήκης κυρίας με τη συνήθη διαδικασία (ενώπιον συμβολαιογράφου και με ένορκη εξέταση δύο μαρτύρων) ακόμη και για ιδιόγραφες που έχουν κατατεθεί προς φύλαξη από τον ίδιο τον διαθέτη ή για ιδιόγραφες με τις οποίες εγκαθίσταται κληρονόμος αποκλειστικά συγγενής 1ης τάξης. Προφανώς πρόκειται για παραδρομή που πρέπει να διορθωθεί πριν από την ψήφιση του σχεδίου.
Β. Περιεχόμενο διαθήκης (3ο κεφάλαιο του 5ου βιβλίου)
Κι εδώ οι μεταβολές είναι μάλλον περιορισμένης εμβέλειας.
1. Νέο άρθρο 1780 (αιρέσεις)
Στο νέο άρθρο 1780 ορίζεται ότι η παράνομη ή ανήθικη αίρεση λογίζεται ως μη γεγραμμένη. Αυτό σημαίνει ότι η διάταξη τελευταίας βούλησης παραμένει έγκυρη, αλλά χωρίς την αίρεση.
Πρόκειται για καινοτομία του σχεδίου. Στο ισχύον δίκαιο εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας του άρθρου 208 § 1 που προβλέπει ακυρότητα όλης της δικαιοπραξίας. Η νέα ρύθμιση εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, αφού πλέον η διάταξη της διαθήκης ισχύει χωρίς την αίρεση.
Είναι όμως αμφίβολο α) αν το αποτέλεσμα αυτό ανταποκρίνεται πάντα στη βούληση του διαθέτη και β) αν ένας τόσο άκαμπτος κανόνας ρυθμίζει ικανοποιητικά όλες τις περιπτώσεις. Στο ισχύον δίκαιο γίνεται δεκτό ότι η καταρχήν άκυρη διάταξη μπορεί αν ισχύει χωρίς την αίρεση κατά μετατροπή κατ’ άρθρο 182 ΑΚ. Ίσως η ρύθμιση του ισχύοντος δικαίου είναι δικαιοπολιτικά προτιμότερη, ιδίως επειδή αφήνει μεγάλη ευελιξία στον ερμηνευτή του δικαίου.
Παράδειγμα: Αφήνω 100.000 € στον μπράβο Χ εάν δείρει την πρώην γυναίκα μου. Προφανώς πρόκειται ανήθικη αίρεση. Είναι όμως ορθό να θεωρείται ως μη γεγραμμένη η αίρεση και να λάβει ο Χ το ποσό άνευ ετέρου; Προτιμότερο να θεωρείται άκυρη ολόκληρη η διάταξη (μαζί με την αίρεση). Αν πάντως ο διαθέτης θα προχωρούσε ούτως ή άλλος στη διάταξη και χωρίς την αίρεση (προφανώς όχι στο παράδειγμα αυτό), είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 182 ΑΚ → μετατροπή. παράδειγμα: εγκαθιστώ κληρονόμο τον γιο μου αν χωρίσει τη γυναίκα του → ανήθικη αίρεση, αλλά κατά μετατροπή η καταρχήν άκυρη διάταξη ισχύει χωρίς την αίρεση. Ο γιος καθίσταται κληρονόμος.
______________
Πάντως πλέον εξομοιώνονται οι ακατάληπτες αιρέσεις με παράνομες ή ανήθικες – όλες θεωρούνται ως μη γεγραμμένες (στο ισχύον δίκαιο – ΑΚ 1794 – μόνο οι ακατάληπτες αιρέσεις θεωρούνται ως μη γεγραμμένες κατ’ απόκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 208)
Ομοίως ορθά εξομοιώνονται πλέον οι αιρέσεις αγαμίας (άκυρες κατά το ισχύον δίκαιο) με τις αιρέσεις χηρείας (έγκυρες κατά το ισχύον δίκαιο) – Αμφότερες θεωρούνται πλέον ως μη γεγραμμένες.
2. Νέο άρθρο 1785 (αντιστοιχεί στο άρθρο 1800 ΑΚ)
Η διάταξη αποσκοπεί στη διάκριση ανάμεσα σε κληρονόμο και κληροδόχο. Πλέον αναφέρει ρητά την εγκατάσταση κληρονόμου σε δήλο (σε ειδικά αντικείμενα) και εισάγει ως κριτήριο διάκρισης την αξία τους σε σχέση με την όλη κληρονομία και συγκεκριμένα αν αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα αυτή. Το κριτήριο αυτό γίνεται ούτως ή άλλως δεκτό από θεωρία και νομολογία, αλλά δεν είναι το μόνο. Αποφασιστική είναι τελικά μόνο η βούληση του διαθέτη (κατ’ άρθρο 173). Η αξία είναι μόνο ένας ενδείκτης για τη βούληση αυτή.
Στο ισχύον δίκαιο η διάκριση κληροδοσίας και εγκατάστασης σε δήλο είναι δύσκολη ιδίως λόγω της δυνατότητας εμπράγματης κληροδοσίας (άρθρο 1996). Πλέον όμως, με την κατάργηση της δυνατότητας αυτής στο νέο σχέδιο, όλες οι κληροδοσίες είναι ενοχικές. Επομένως, για τη διάκριση προστίθεται ένα ακόμη κριτήριο, αν ο διαθέτης θέλησε να περιέλθει άμεσα το αντικείμενο στον τιμώμενο (οπότε πρόκειται αναγκαστικά μόνο για εγκατάσταση σε δήλο) ή να έχει αυτός απλώς ενοχική αξίωση (πλέον μόνο κληροδοσία).
Αυτό σημαίνει
α) η διάκριση καθίσταται πλέον ευκολότερη με απευθείας αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη και
β) η αναφορά μόνο της αξίας του αντικειμένου στη νέα διάταξη είναι ίσως υπερβολικά στενή.
Σε κάθε περίπτωση, οι προσθήκες βελτιώνουν μεν τη διάταξη, αλλά δεν απαλλάσσουν πραγματικά τον δικαστή από την ανάγκη αναζήτησης της βούλησης του διαθέτη, ιδίως στις περιπτώσεις που ήδη σήμερα είναι δύσκολες. Παράδειγμα: διαθέτης με περιουσία 5 διαμερίσματα περίπου ίσης αξίας το καθένα και ορίζει ότι ο ανιψιός του θα λάβει το 1 από αυτά. Η διάκριση ανάμεσα σε κληροδοσία και εγκατάσταση σε δήλο είναι σήμερα δύσκολη και παραμένει δύσκολη υπό τη νέα διάταξη.
Ίσως μια διάκριση ανάμεσα αφενός σε ακίνητα και αφετέρου σε κινητά ή άλλα δικαιώματα σε συνδυασμό ενδεχομένως με την αξία τους να εξυπηρετούσε καλύτερα την πράξη και την αναγκαία ασφάλεια δικαίου. Παράδειγμα: Θα μπορούσε να εισαχθεί ερμηνευτικός κανόνας ότι η κατάλειψη ακινήτου θεωρείται εν αμφιβολία εγκατάσταση σε δήλο, ενώ η κατάλειψη κινητών ή δικαιωμάτων κληροδοσία εκτός αν αξία τους αντιστοιχεί σε ουσιώδες μέρος της όλης κληρονομίας.
Ομοίως ίσως ακριβέστερη είναι η σχέση της αξίας όχι προς την όλη κληρονομία αλλά προς το μερίδιο άλλων εγκατάστατων. Πχ έχω 10 ακίνητα και αφήνω τα 9 στον Α και το 1 στον Β: Εδώ η κληροδοσία είναι εγγύτερα απ’ ό,τι στην περίπτωση όπου έχω 10 ακίνητα και αφήνω από ένα σε 10 διαφορετικά ιδρύματα.
3. Εγκατάσταση σε μέρος κληρονομίας
Το ισχύον άρθρο 1801 (νέο 1786) τροποποιείται και δεν αναφέρεται μόνο σε ποσοστό, αλλά γενικότερα σε μέρος κληρονομίας, ώστε να καταλαμβάνει και τη συνήθη περίπτωση της εγκατάστασης σε δήλο. Παράδειγμα: ο διαθέτης ορίζει ότι εγκαθιστά τον φίλο του Α κληρονόμο στο διαμέρισμα στο Παγκράτι και τον Β κληρονόμο στο διαμέρισμα στην Κηφισιά, χωρίς να ορίζει τι συμβαίνει με τα υπόλοιπα ακίνητα της κληρονομίας. Εδώ έχουμε εγκατάσταση σε δήλο και επομένως δεν μπορεί να γίνει κυριολεκτικά λόγος για εγκατάσταση σε ποσοστό της κληρονομίας κατά το γράμμα του ισχύοντος άρθρου 1801 ΑΚ. Ωστόσο πρέπει και στην περίπτωση αυτή να ενεργοποιείται η εξ αδιαθέτου διαδοχή για το υπόλοιπο. Από την άποψη αυτή η νέα ρύθμιση είναι απολύτως εύλογη.
Από την άλλη πλευρά δεν είναι κατανοητό γιατί δεν έγινε το ίδιο και για την επόμενη διάταξη (1802 ΑΚ – νέο 1787). Η μόνη διαφορά του άρθρου 1802 από το 1801 είναι ότι ο διαθέτης θέλησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τα πρόσωπα που εγκαθιστά σε μέρος της κληρονομίας. Πχ ο διαθέτης ορίζει: «Αφήνω μοναδικούς μου κληρονόμους τους φίλους μου Α και Β. Στον Α αφήνω το διαμέρισμα στο Παγκράτι και στον Β το διαμέρισμα στην Κηφισιά.» Ας πούμε ότι ο κληρονομούμενος διέθετε και ένα διαμέρισμα στον Πειραιά. Εδώ η εγκατάσταση δεν γίνεται κυριολεκτικά σε ποσοστά, αλλά σε δήλα. Όμως φαίνεται εύλογη η εφαρμογή της διάταξης και στην περίπτωση αυτή. Παρά ταύτα το άρθρο 1802 ΑΚ δεν τροποποιείται στο σχέδιο. Νομίζω ότι ορθότερο θα ήταν να ακολουθηθεί κι εδώ η λύση για το άρθρο 1801.
Γ. Συνολική αποτίμηση
Η μεγαλύτερη ανατροπή ή καινοτομία στην πράξη φαίνεται να αφορά την έναρξη των αποτελεσμάτων των ιδιόγραφων διαθηκών που σε πολλές περιπτώσεις προϋποθέτουν κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας. Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία αντανακλά μια κάποια δυσπιστία της επιτροπής στις ιδιόγραφες διαθήκες, είναι μάλλον ελλιπής και δημιουργεί δογματικά και πρακτικά ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν στην πράξη. Στην πράξη επίσης θα φανεί αν η νέα ρύθμιση θα περιορίσει τελικά τις περιπτώσεις πλαστογραφίας ή αντιθέτως θα περιορίσει τη χρήση της ιδιόγραφης διαθήκης ως μέσου εύκολης και οικονομικής διευθέτησης της κληρονομικής διαδοχής. Ίσως η προτεινόμενη μεταβολή θα μπορούσε να συνοδευτεί με ακόμη μεγαλύτερη απλοποίηση του τύπου της δημόσιας διαθήκης, προκειμένου να στραφούν οι διαθέτες περισσότερο στη δημόσια διαθήκη και λιγότερο στην ιδιόγραφη.
Αφετέρου αναρωτιέται κανείς αν η σπάνια ευκαιρία της τροποποίησης ενός σχετικά άκαμπτου κλάδου του αστικού δικαίου αξιοποιήθηκε επαρκώς 1ον για να επιλυθούν διχογνωμίες που απασχολούν θεωρία και πράξη και 2ον, και κατά τη γνώμη μου πιο σημαντικό, για να αξιοποιηθεί η τεχνολογία στην αποτύπωση της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, στο μέτρο που προσφέρει αυξημένη ευκολία και εκτεταμένα εχέγγυα ασφάλειας. Ίσως στο σημείο αυτό να είναι μια ευκαιρία να ξεφύγει ο νομοθέτης από τους περιορισμούς του 1ου μισού του 20ου αιώνα, στον οποίο διαμορφώθηκε το ισχύον κληρονομικό δίκαιο, και να εξετάσει με απροκατάληπτο τρόπο τις δυνατότητες που προσφέρει ο 21ος αιώνας.
Παράνομη ή ανήθικη αίρεση
Κατά τη διάταξη του άρθρου 208 ΑΚ, «αίρεση που προσδίδει παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο στη δικαιοπραξία την καθιστά άκυρη». Αντίθετα στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο (ΑΚ 1789) ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της αίρεσης ουδόλως επενεργεί στο κύρος της διαθήκης ακεραίας, παρά μόνο κρίνεται η αίρεση αμελητέα και αδιάφορη για το κύρος της διαθήκης. Όμως στην περίπτωση της διαθήκης, που περιέχει περισσότερες διατάξεις, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, θα κριθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, από το αν δηλαδή ο διαθέτης θα ήθελε να ισχύσουν, χωρίς την άκυρη διάταξη, οι άλλες διατάξεις της διαθήκης, οπότε είναι ερευνητέα η υποθετική βούληση του διαθέτη, κατά το χρόνο κατάρτισης της διαθήκης[1]. Κατά συνέπεια δεν με βρίσκει σύμφωνο de lege ferenda η διαφοροποίηση της διάταξης αυτής, ως μη γεγραμμένης δηλαδή της παράνομης ή ανήθικης αίρεσης ,σε περίπτωση περισσότερων της μιας διατάξεων, εφόσον οι λοιπές διατάξεις της διαθήκης παραμένουν ισχυρές (181). Ασφαλώς όμως δεν παροράται ότι στο προκείμενο υφίσταται σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή της προστασίας της βούλησης του διαθέτη και την ανάγκη της μη «νομιμοποίησης» του παράνομου και ανήθικου. Η ισχύουσα λύση (αίρεση = σαν να μην γράφτηκε) υπηρετεί πρωτίστως τη διάσωση της διαθήκης, όντας πολύ κοντά στη ratio του άρθρου 181 ΑΚ (μερική ακυρότητα με διάσωση του υπολοίπου), αλλά χωρίς τη δύσκολη και αβέβαιη έρευνα της υποθετικής βούλησης κάθε φορά. Εντούτοις όμως δεν αποκλείεται το παράνομο ή ανήθικο κύρος της αίρεσης να επηρεάσει ολόκληρο το κύρος της διαθήκης, ενώ αντίθετα με τη διατύπωση του άρθρου παραμένει σε ισχύ η διαθήκη σε κάθε περίπτωση. Η έρευνα ασφαλώς της υποθετικής βούλησης είναι εξαιρετικά αβέβαιη στη διαθήκη (όταν λ.χ. ο διαθέτης έχει πεθάνει), διότι υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούμε σε ολική ακυρότητα, ενώ ο διαθέτης πιθανότατα θα προτιμούσε να ισχύσει η διάταξη χωρίς την αίρεση, ώστε να καταλήξει πιο “τιμωρητική” για τον διαθέτη απ’ όσο χρειάζεται. Δικαιοπολιτικά επομένως φρονώ ότι ναι μεν να διατηρηθεί η διάταξη (το μη γεγραμμένο της αίρεσης) ως έχει – αφού ο διαθέτης δεν θα ήθελε να ισχύσει η διαθήκη του καθόλου, κάτι που αντιστρατεύεται πλήρως την πραγματική βούληση – χωρίς την αίρεση, παραμένοντας έτσι ως κανόνας, με δυνατότητα κατ’ εξαίρεση προσφυγής στην ΑΚ 181 ΑΚ, όταν προκύπτει ότι η αίρεση ήταν καθοριστική για ολόκληρο το περιεχόμενο της διαθήκης.
Έτσι γ.π. «Σου αφήνω την περιουσία μου, αν χωρίσεις τη σύζυγό σου» Αν η αίρεση αγνοηθεί, μένει απλή εγκατάσταση — κάτι που ίσως αντιστρατεύεται πλήρως την πραγματική βούληση.
[1]Λιτζερόπουλος, οπ. παραπ., παρ. 189, σελ. 188, Παπαντωνίου Νικ., οπ. παραπ., σελ. 275, Καράσης Μ., Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, σελ. 122).
Άρθρο 1724
Ιδιόγραφη διαθήκη από πρόσωπα που περιθάλπονται σε νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και άλλα θεραπευτήρια:
Εφόσον έχει κριθεί από τη συντακτική Επιτροπή (μάλλον εύλογα) ότι η περίθαλψη σε νοσοκομεία κλπ καθιστά τον συντάκτη διαθήκης άξιο ειδικής προστασίας, αυτή πρέπει να επεκταθεί με τη διεύρυνση της ακυρότητας για όλες τις περιπτώσεις διαθηκών, με μόνη εξαίρεση εάν με αυτήν τιμώνται συγγενείς που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής καθώς και ο σύζυγος (διατύπωση παρεμφερή με την προτεινόμενη στην ΑΚ 1763).
Σε διαφορετική περίπτωση, οι επιτήδειοι των εκάστοτε ιδρυμάτων και όχι μόνο μπορούν να εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση των υπό περίθαλψη προσώπων με την εγκατάσταση ως κληρονόμων όχι των ίδιων των ιδρυμάτων, αλλά τρίτων προσώπων (φυσικών ή νομικών) με τα οποία συνδέονται.
Εν ολίγοις, είτε το πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης διάταξης πρέπει να διευρυνθεί για να προστατεύσει ουσιαστικά τον διαθέτη και την οικογένειά του, είτε η διάταξη στερείται νοήματος, καθώς είναι πολύ εύκολο να παρακαμφθεί από όποιον επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την εξ αντικειμένου ευάλωτη κατάσταση ενός υπό περίθαλψη προσώπου.
I. Εισαγωγικά
Το σχέδιο μεταβάλλει σημαντικά τη νόμιμη μοίρα, αφού πλέον ο μεριδούχος δεν γίνεται κληρονόμος. Το νέο 1820 ορίζει ότι ο μεριδούχος αποκτά απλώς χρηματική αξίωση κατά των κληρονόμων. Πλέον ο μεριδούχος είναι δανειστής της κληρονομίας.
Παρεμπιπτόντως είμαι πολύ επιφυλακτικός στην νομοτεχνική επιλογή της αναρίθμησης των άρθρων. Φρονώ ότι δημιουργεί μεγάλη δυσκολία στον χειρισμό των νέων άρθρων, παρότι πολλές διατάξεις παραμένουν αναλλοίωτες ή υφίστανται με πολύ μικρές τροποποιήσεις. Εξάλλου δεν ανταποκρίνεται και στην παράδοση των μέχρι σήμερα τροποποιήσεων του ΑΚ.
II. Ουσία της νέας ρύθμισης
Η μεταβολή αποσκοπεί να αντιμετωπίσει την πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας και την αδυναμία αξιοποίησης σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, όπως ακινήτων ή επιχειρήσεων. Νομίζω όμως ότι το πρόβλημα στην πράξη δεν είναι τόσο μεγάλο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
Αν ο κληρονομούμενος διαθέτει ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο (ή ενότητα – επιχείρηση) πράγματι δεν έχει σήμερα δυνατότητα να αποτρέψει τη συνιδιοκτησία. Όταν όμως έχει κι άλλα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να αξιοποιήσει τη διανεμητική του εξουσία για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων. Παράδειγμα: Αφήνω την επιχείρηση στον γιο μου και το σπίτι στην κόρη μου.
Θα έλεγα ότι στην πράξη τα προβλήματα συνιδιοκτησίας δεν προέρχονται τόσο από διαθέτες που δεν μπορούν να διανείμουν την περιουσία τους όπως θέλουν, αλλά μάλλον από κληρονομούμενους που δεν συντάσσουν διαθήκη. Το πρόβλημα επομένως εντοπίζεται μάλλον στο πλαίσιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και λιγότερο της νόμιμης μοίρας.
Οπωσδήποτε η νέα ρύθμιση επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία σε συνδυασμό με τα νέα εργαλεία της κληρονομικής σύμβασης και της εκ των προτέρων παραίτησης από κληρονομικά δικαιώματα.
III. Δικαιούχοι – νόμιμη μοίρα γονέων;
Οι δικαιούχοι νόμιμης μοίρας δεν αλλάζουν. Από τους συγγενείς παραμένουν δικαιούχοι κατιόντες και γονείς. Ειδικά όσον αφορά τους γονείς νομίζω ότι η συμπερίληψή τους δημιουργεί μεγαλύτερα πρακτικά προβλήματα απ’ όσα επιλύει, τουλάχιστον ενόσω η αξίωση παραμένει κληρονομητή.
Ένα χαρακτηριστικό και όχι σπάνιο παράδειγμα από την πράξη: Ο Κ (65 ετών) έχει μεγάλη περιουσία και πεθαίνει χωρίς κατιόντες. Με τη διαθήκη ο Κ αφήνει όλη την περιουσία στη σύζυγό του. Ζει όμως η ηλικιωμένη μητέρα του.
Μετά από 6 μήνες πεθαίνει και η μητέρα του Κ χωρίς διαθήκη. Τώρα τα ανίψια και μικρανίψια της μητέρας του Κ την κληρονομούν εξ αδιαθέτου. Πλέον ξεκινά δικαστικός αγώνας κατά της συζύγου του Κ με την οποία τα ξαδέρφια του Κ και τα παιδιά τους ασκούν την αξίωση από τη νόμιμη μοίρα της μητέρας του Κ. Προφανώς η νόμιμη μοίρα δεν εξυπηρετεί την προστασία της μητέρας του Κ.
Σημειωτέον ότι παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα θεμελιώνεται δυσκολότερα πλέον, αφού απαιτείται σύμβαση άφεσης χρέους με τον κληρονόμο – δεν αρκεί η σιωπηρή μονομερής παραίτηση.
Είμαι της γνώμης ότι οι γονείς δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στους μεριδούχους.
Αν το τέκνο έχει κάποια αξιόλογη περιουσία και αποφασίζει να αποκληρώσει τους γονείς του, προφανώς οι γονείς θα είναι ήδη προχωρημένης ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή είτε θα διαθέτουν οι ίδιοι επαρκή μέσα για να ζήσουν, οπότε η νόμιμη μοίρα δεν συνεισφέρει πραγματικά στην προστασία τους, είτε δεν θα έχουν επαρκή μέσα οπότε πάλι η νόμιμη μοίρα δεν φαίνεται να είναι το κατάλληλο μέσο προστασίας ενόψει του δικαστικού αγώνα που συνεπάγεται στην πράξη η διεκδίκησή της.
Συνολικά, ίσως θα ήταν προτιμότερη η αντικατάσταση της νόμιμης μοίρας των γονέων, μόνο σε περίπτωση απορίας, με δικαίωμα διατροφής κατά του κληρονόμου – νομίζω κάτι σχετικό έχει προτείνει ο καθηγητής κύριος Σταθόπουλος.
IV. Διαδοχή στη νόμιμη μοίρα
Είναι γνωστά τα ερμηνευτικά προβλήματα που δημιουργούν τα σημερινά άρθρα 1826 και 1830 για τη διαδοχή ή την προσαύξηση στη νόμιμη μοίρα. Στο σχέδιο οι 2 διατάξεις μένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες (1822 και 1826), με την προσθήκη όμως ενός εδαφίου που απαγορεύει την προσαύξηση. Με την καινούργια διατύπωση φαίνεται να υιοθετείται η ήδη κρατούσα γνώμη, η οποία επιτρέπει τη διαδοχή αλλά όχι την προσαύξηση.
Δεν θα υπεισέλθω σε νομοτεχνικά ζητήματα, αλλά θα ήθελα να δω την ουσία της ρύθμισης. Αναρωτιέμαι συγκεκριμένα αν είναι πράγματι δικαιολογημένη η διαδοχή (και φυσικά η προσαύξηση) στη νόμιμη μοίρα.
Καταρχάς στο πλαίσιο της νόμιμης μοίρας συνηθίζουμε να μιλάμε για προστασία της οικογένειας. Όμως, αντικείμενο της προστασίας δεν είναι κατά κυριολεξία η οικογένεια (ως κάποιου είδους συλλογικό υποκείμενο) αλλά τα μέλη της οικογένειας, τα συγκεκριμένα πρόσωπα δηλαδή που είναι δικαιούχοι νόμιμης μοίρας. Στη βάση αυτή, δεν μου είναι κατανοητό γιατί η προστασία ενός μεριδούχου πρέπει να εξαρτάται από την προστασία ενός άλλου μεριδούχου. Συγκεκριμένα δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η προστασία του επόμενου μεριδούχου (πχ του εγγονού του κληρονομούμενου) πρέπει να εξαρτάται από το αν ο προηγούμενος μεριδούχος (λ.χ. τέκνο ως πλησιέστερος κατιών) δεν θέλει ή δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του.
Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχουν 2 πιθανές εκδοχές:
ΕΙΤΕ (1η εκδοχή) ο επόμενος μεριδούχος (ο εγγονός) κρίνεται από τον νομοθέτη αυτοτελώς άξιος προστασίας, επομένως πρέπει να έχει ούτως ή άλλως αξίωση νόμιμης μοίρας, ανεξάρτητα από το αν έχει αξίωση και ο πατέρας του ως πλησιέστερος μεριδούχος
ΕΙΤΕ (2η εκδοχή) ο επόμενος μεριδούχος (ο εγγονός) δεν κρίνεται αυτοτελώς άξιος προστασίας, οπότε, αντιστρόφως πλέον, δεν υπάρχει λόγος να περιορίζεται η εξουσία διάθεσης του κληρονομουμένου για χάρη του, ανεξάρτητα από το αν θέλει ή μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ο πλησιέστερος μεριδούχος (το τέκνο).
Στο προτεινόμενο σχέδιο, όπως άλλωστε και στο ισχύον δίκαιο, αν το τέκνο του κληρονομούμενου παραιτηθεί, ο εγγονός θα έχει αξίωση νόμιμης μοίρας (δηλαδή κρίνεται άξιος προστασίας από το νομοθέτη)· διαφορετικά δεν θα έχει. Αναρωτιέται κανείς: Μεταβλήθηκε κάτι στην αξιολόγηση του νομοθέτη για την ανάγκη προστασίας του εγγονού επειδή παραιτήθηκε από την αξίωση ο πατέρας του;
Άλλωστε, με την εξαίρεση ορισμένων χαριστικών παροχών, κανένας δεν έχει υποχρέωση να διαφυλάττει εν ζωή την περιουσία του από τυχόν κατασπατάληση ενόψει των μελλοντικών μεριδούχων. Αν λοιπόν το τέκνο λάβει τη νόμιμη μοίρα από τον θανόντα πατέρα του, δεν έχει καμία υποχρέωση να τη διαφυλάξει υπέρ των δικών του τέκνων, των εγγονών του κληρονομούμενου. Η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών καλύπτεται με τις διατάξεις περί διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων.
Από την άποψη αυτή, η άσκηση από το τέκνο του δικαιώματος νόμιμης μοίρας, δεν διασφαλίζει με κανένα τρόπο την προστασία στο μέλλον του εγγονού. Ποιος λόγος λοιπόν επιβάλλει να μεταβαίνει η αξίωση νόμιμης μοίρας στον εγγονό αν το τέκνο του κληρονομουμένου δεν επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του;
___________________
Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η νέα διάταξη (1840 § 2) κατά την οποία, όταν παραιτείται κάποιος από τα μελλοντικά κληρονομικά του δικαιώματα, σε περίπτωση αμφιβολίας τα αποτελέσματα της παραίτησης επεκτείνονται και στους δικούς του κατιόντες. Με τη ρύθμιση αυτή ο εγγύτερος κατιών μπορεί να διαθέσει το δικαίωμα του απώτερου. Κατά τη νομοθετική αντίληψη η προστασία του απώτερου κατιόντος δεν έχει κάποια αυτοτέλεια, αλλά είναι απλώς αντανακλαστική της προστασίας του εγγύτερου κατιόντος. Το αποτέλεσμα της διάταξης είναι ότι όταν ο μεριδούχος παραιτείται από τη νόμιμη μοίρα του η αξίωση δεν μεταβαίνει στους δικούς του κατιόντες, δεν υπάρχει δηλαδή διαδοχή. Εδώ διαπιστώνω αξιολογική αντινομία προς το άρθρο 1822.
___________________
Ομοίως δεν φαίνεται αξιολογικά συνεπές να απαγορεύεται μεν η προσαύξηση αλλά να επιβάλλεται η διαδοχή στη νόμιμη μοίρα. Και με τους δύο θεσμούς ο μεριδούχος παίρνει κάτι επειδή δεν το παίρνει ο αρχικός δικαιούχος. Η μόνη διαφορά είναι ότι στην προσαύξηση έχω ήδη κάτι ενώ στη διαδοχή δεν έχω τίποτα. Η διαφορά αυτή δεν επηρεάζει το ερώτημα αν ο μεριδούχος έχει ανάγκη προστασίας. Νομίζω λοιπόν ότι σε κάθε περίπτωση προσαύξηση και διαδοχή πρέπει να αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα.
______________
Η δική μου πρόταση συνίσταται στην πλήρη κατάργηση κάθε διαδοχής (και φυσικά προσαύξησης) στη νόμιμη μοίρα.
Στην πραγματικότητα, η διαδοχή στη νόμιμη μοίρα, ιδίως σε περίπτωση παραίτησης, είναι η εκ του νόμου εκχώρηση απαίτησης από τον αρχικά μεριδούχο (λ.χ. τέκνο) σε αυτόν που υπεισέρχεται στη θέση του (λ.χ. εγγονό).
Αν είναι έτσι, γιατί να μην αφήσει ο νομοθέτης στην πλήρη εξουσία του αρχικού μεριδούχου την τύχη της αξίωσής του; Αν αυτός θέλει να παραιτηθεί υπέρ του κληρονόμου, μπορεί να το κάνει με άφεση χρέους. Αν πάλι θέλει η αξίωσή του από τη νόμιμη μοίρα να περιέλθει στους δικούς του κατιόντες, ή στον γονέα του κληρονομουμένου, ή ακόμα και σε κάποιον τρίτο, μπορεί πάντοτε να εκχωρήσει την απαίτησή του όπως ρητά επιτρέπεται από το σχέδιο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιβάλλεται νομοθετικά η διαδοχή αν ο μεριδούχος δεν θέλει να ασκήσει το δικαίωμά του.
________________
Νομοτεχνική παρατήρηση:
Το σχέδιο υιοθετεί τη σημερινή διατύπωση του νόμου και κάνει απλώς λόγο για παραίτηση. Δεν είναι σαφές αν η παραίτηση αυτή αναφέρεται στην εκ των προτέρων παραίτηση (με κληρονομική σύμβαση) ή στην εκ των υστέρων παραίτηση (με άφεση χρέους). Νοούνται και οι δύο περιπτώσεις; Ποια είναι η σχέση με τη διάταξη του 1840 § 2 για την οποία μίλησα προηγουμένως (η παραίτηση του εγγύτερου κατιόντος καταργεί το δικαίωμα και του απώτερου); Νομίζω το ζήτημα πρέπει να διευκρινιστεί νομοθετικά.
V. Περιορισμοί της νόμιμης μοίρας
Στο σχέδιο προβλέπεται (1825 § 1) ότι αν ο μεριδούχος έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος και βαρύνεται με κάποιο περιορισμό (πχ κληροδοσία) έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά και να ασκήσει τη χρηματική του αξίωση κατά του κληρονόμου.
Εδώ πρόβλημα φαίνεται να δημιουργεί η προθεσμία αποποίησης, η οποία ξεκινάει μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση του περιορισμού. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί ανασφάλεια ως προς τον αληθινό κληρονόμο, η οποία μπορεί να διαρκεί υπέρ το δέον. Παράδειγμα: Ο Κ εγκαθιστά με διαθήκη το μοναδικό του γιο κληρονόμο στο ½ της περιουσίας του. Μετά από μερικά χρόνια ανακαλύπτεται μια διαθήκη με την οποία ο κληρονομούμενος του επιβάλλει μια κληροδοσία. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, ο μεριδούχος μπορεί να αποποιηθεί τότε την κληρονομία που αρχικά αποδέχτηκε.
Μάλιστα με το νέο σχέδιο ο μεριδούχος μπορεί να αποποιηθεί οσοδήποτε μικρή και αν είναι η κληροδοσία που τον βαρύνει. Στο ισχύον δίκαιο, στην περίπτωση αυτή δεν θα υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς η καθολική διαδοχή έχει συντελεστεί κανονικά και απλώς η κληροδοσία καθίσταται άκυρη. Αντιθέτως, με τη νέα πρόταση ανατρέπεται συνολικά η κληρονομική διαδοχή. Το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται να είναι δυσανάλογο σε σχέση με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει.
Ίσως θα ήταν ορθότερο να προβλέπεται ότι ο μεριδούχος αποκτά στην περίπτωση αυτή χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου ίση με την αξία του περιορισμού που του επιβάλλεται. Στο παράδειγμα αν η κληροδοσία αφορά ποσό 10000€, ίσως είναι ορθότερο να έχει αξίωση για το ποσό αυτό εν είδει συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας του.
Η λύση αυτή φαίνεται να συμβαδίζει καλύτερα και με τη ρύθμιση του νέου άρθρου 1823, που ορίζει ότι αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα, η αξίωσή του υπάρχει για το μέρος που λείπει. Μπορεί δηλαδή εδώ να θεωρηθεί ότι η κληροδοσία απλώς μειώνει αυτό που καταλείφθηκε στον μεριδούχο, με συνέπεια ο μεριδούχος να μην πλέον δικαίωμα αποποίησης αλλά μόνο συμπλήρωσης αυτού που λείπει, απαίτηση δηλαδή αξίωση για την αξία της κληροδοσίας.
Παραμένει βέβαια το πρόβλημα αν ο περιορισμός δεν είναι αποτιμητός σε χρήμα (πχ εκτελεστής διαθήκης ή καταπίστευμα). Για την περίπτωση αυτή θα ήταν ίσως να ήταν προτιμότερο να ακολουθείται η λύση του ισχύοντος δικαίου, δηλαδή ακυρότητα του περιορισμού. Μια τέτοια λύση είναι ίσως εγγύτερα στην υποθετική βούληση του διαθέτη που πάντως εγκατάστησε τον μεριδούχο κληρονόμο του.
__________
Ένα παρόμοιο πρόβλημα παρατεταμένης αβεβαιότητας δημιουργείται και στην περίπτωση του καταπιστεύματος (1825 § 2). Ίσως πρέπει να προβλεφθεί ότι η προθεσμία να εκκινεί αμέσως μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση για το καταπίστευμα ανεξάρτητα από τον χρόνο επαγωγής.
VI. Χρέη της κληρονομίας για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας
Στο ισχύον άρθρο 1831 γίνεται λόγος για αφαίρεση χρεών. Όπως έχει καταδείξει ο καθηγητής κύριος Λαδογιάννης, στο ισχύον δίκαιο η ρύθμιση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή τουλάχιστον στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Πλέον όμως τα πράγματα αλλάζουν. Για τον υπολογισμό της αξίωσης του μεριδούχου απαιτείται να προσδιοριστεί η αξία και του ενεργητικού και του παθητικού. Έτσι, ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται δυσκολότερος.
Παράδειγμα: Ο διαθέτης αποκληρώνει το μοναδικό του τέκνο. Στο ισχύον δίκαιο το τέκνο γίνεται κληρονόμος στο ½ της κληρονομίας. Δεν χρειάζεται κανενός είδους υπολογισμός. Πλέον όμως ακόμα και σε αυτήν την απλή περίπτωση απαιτείται προσδιορισμός της αξίας του ενεργητικού και του παθητικού προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος της χρηματικής αξίωσης του μεριδούχου.
Κατά τούτο ανακύπτουν με τη νέα ρύθμιση σημαντικά πρακτικά προβλήματα (και δικονομικής φύσης) ιδίως στην περίπτωση που ανακαλύπτονται, μετά την ικανοποίηση του μεριδούχου, άγνωστα χρέη του κληρονομούμενου. Επίσης ανακύπτουν προβλήματα σε περιπτώσεις κατάχρεων κληρονομιών. Δεν θα υπεισέλθω ειδικότερα στα ζητήματα αυτά.
_____________________
Ποια χρέη αφαιρούνται για τον υπολογισμό; Το πρόβλημα ανακύπτει προπάντων για χρέη από χαριστικές δικαιοπραξίες.
Α) Μια πρώτη περίπτωση είναι οι δωρεές αιτία θανάτου. Στο σχέδιο ορίζεται ρητά (1827 § 2) ότι προστίθενται στην κληρονομία οποτεδήποτε κι αν έγιναν. Επομένως αυξάνουν την αξία της νόμιμης μοίρας.
Καταρχάς δεν φαίνεται δυστυχώς να αποσαφηνίζεται το αμφισβητούμενο από παλιά ζήτημα της νομικής φύσης της δωρεάς αιτία θανάτου και συγκεκριμένα αν πρόκειται για δικαιοπραξία με ενοχικά ή εμπράγματα αποτελέσματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι το σχέδιο υιοθετεί μια επαμφοτερίζουσα στάση: Στη διάταξη αυτή (και αλλού) φαίνεται ότι ο νομοθέτης υιοθετεί μάλλον την εμπράγματη θεωρία, ενώ το άρθρο 1895 § 4 αναφέρεται σε ικανοποίηση δωρεάς αιτία θανάτου, διατύπωση που παραπέμπει σαφώς στην ενοχική θεωρία.
Εν πάση περιπτώσει, με το σχέδιο προστίθενται στην κληρονομία σίγουρα οι εμπράγματες δωρεές αιτία θανάτου (→ μεταβιβάσεις λόγω δωρεάς που έγιναν με την αίρεση της συναποβίωσης ή προαποβίωσης του κληρονομουμένου). Τι γίνεται όμως με μεταβιβάσεις λόγω δωρεάς εν ζωή που έγιναν με αναβλητική προθεσμία θανάτου του δωρητή; Για τις δωρεές αυτές, οι οποίες δεν είναι δωρεές αιτία θανάτου, δεν γίνεται κάποια αναφορά στη διάταξη, παρότι δεν διαφέρουν όσον αφορά την επίδραση που έχουν στη νόμιμη μοίρα.
Ορθότερο θα ήταν να εξομοιωθούν όλες οι δωρεές που εκπληρώνονται στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και να προστίθενται όλες για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, είτε γίνονται με αίρεση συναποβίωσης ή προαποβίωσης (δωρεές αιτία θανάτου) είτε γίνονται με προθεσμία αποβίωσης του δωρητή.
Β) Η δεύτερη περίπτωση αφορά δωρεές οι οποίες δεν έχουν εκπληρωθεί κατά τον χρόνο θανάτου. Για αυτές το σχέδιο δεν ορίζει κάτι.
Τυπικά συνιστούν χρέη της κληρονομίας και θα έπρεπε, κατά το γράμμα της διάταξης, να αφαιρούνται για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και επομένως να μειώνουν την αξίωση του μεριδούχου. Έτσι όμως ο κληρονομούμενος θα μπορούσε πρακτικά να εξαλείψει το δικαίωμα του μεριδούχου δημιουργώντας χρέη με δωρεές προς τρίτους ή άλλους μεριδούχους. Νομίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχει ρητή ρύθμιση που να προβλέπει ποιες από αυτές τις δωρεές συνυπολογίζονται ως χρέη.
Η πρότασή μου είναι να προβλέπεται ότι υποχρεώσεις που ανέλαβε από χαριστική αιτία ο κληρονομούμενος, εφόσον φυσικά δεν έχουν εκπληρωθεί ως τον θάνατο, λογίζονται ως χρέη (δηλαδή να μειώνουν την αξίωση νόμιμης μοίρας) υπό δύο προϋποθέσεις: Αν α) έγιναν προς μη μεριδούχους και β) καταρτίστηκαν πριν από τουλάχιστον από 5 χρόνια από τον θάνατο. Οι υπόλοιπες υποχρεώσεις από χαριστική αιτία δεν συνυπολογίζονται (έτσι δεν μειώνουν την αξίωση νόμιμης μοίρας). Με την πρόταση αυτή αντιμετωπίζονται με αξιολογική συνέπεια όλες οι χαριστικές παροχές του κληρονομούμενου (προς μεριδούχους ή τρίτους) ανεξάρτητα από το αν έχουν εκπληρωθεί ήδη κατά τον χρόνο θανάτου.
VII. Αγωγή κατά δωρεοδόχων (νέο άρθρο 1830) – παλιά μέμψη άστοργης δωρεάς
Στο ισχύον δίκαιο οι δωρεές του κληρονομούμενου αντιμετωπίζονται με τη μέμψη άστοργης δωρεάς, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της δωρεάς και την αξίωση του μεριδούχου για μεταβίβαση σε αυτόν του αντικειμένου της.
Με την προτεινόμενη διάταξη δεν επέρχεται ανατροπή των δωρεών που έγιναν εν ζωή. Ο μεριδούχος έχει χρηματική αξίωση κατά του δωρεοδόχου για καταβολή του ποσού που λείπει προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του.
Προβλέπεται πάντως ότι ο δωρεοδόχος μπορεί να ικανοποιήσει τον μεριδούχο όχι με καταβολή χρημάτων αλλά με απόδοση του δωρηθέντος αντικειμένου. Έτσι αντιστρέφεται η σχέση κανόνα και εξαίρεσης. Κανόνας είναι η υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού εξαίρεση η απόδοση του αντικειμένου της δωρεάς.
_________________
Ποιες χαριστικές πράξεις καλύπτονται; Στη διάταξη αναφέρονται οι δωρεές εν ζωή και οι δωρεές αιτία θανάτου.
Όσον αφορά τις δωρεές εν ζωή, αμφισβητείται από παλιά εάν συμπεριλαμβάνουν και άλλες χαριστικές πράξεις που δεν συνιστούν κατά κυριολεξία δωρεές, με πλέον χαρακτηριστική τη γονική παροχή. Στο σημείο αυτό η νομολογία θεωρεί ότι σε μέμψη άστοργης δωρεάς υπόκεινται μόνο οι δωρεές και όχι οι γονικές παροχές. Η νέα διάταξη υιοθετεί την σημερινή διατύπωση του νόμου. Έτσι μπορεί κανείς να πιθανολογήσει ότι ο νομοθέτης ακολουθεί τη θέση της νομολογίας.
Αν είναι έτσι, πρόκειται μάλλον για ατυχή ρύθμιση. Διότι οι γονικές παροχές και οι δωρεές δεν διαφέρουν ως προς τα αποτελέσματά τους σε βάρος των μεριδούχων. Άλλωστε αμφότερες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας. Νομίζω μάλιστα ότι και η κρατούσα γνώμη στη θεωρία σήμερα εντάσσει τη γονική παροχή στη μέμψη άστοργης δωρεάς.
_______________
Οι δωρεές αιτία θανάτου εντάσσονται ρητά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης και έτσι αλλάζει ριζικά ο τρόπος που αντιμετωπίζονται. Κατά το ισχύον δίκαιο (άρθρο 2035) αντιμετωπίζονται ως κληροδοσίες και επομένως θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες αν περιορίζουν τη νόμιμη μοίρα. Πλέον δημιουργούν απλώς υποχρέωση του δωρεοδόχου για καταβολή του ποσού που λείπει για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας. Η ρύθμιση αυτή είναι μάλλον εύλογη ενόψει της γενικότερης αντίληψης που διατρέχει το σχέδιο να μην έχει η νόμιμη μοίρα εμπράγματα αποτελέσματα.
______________
Ορισμένες τελευταίες παρατηρήσεις για τη ρύθμιση:
Παρότι πλέον η αξίωση του μεριδούχου είναι καθαρά χρηματική στη δεύτερη παράγραφο γίνεται λόγος για ανατροπή δωρεάς. Προφανώς πρόκειται για παραδρομή και πρέπει να διορθωθεί.
Δεν διευκρινίζεται επίσης το ύψος της αξίωσης του μεριδούχου. Όπως έχει σήμερα το σχέδιο, φαίνεται σαν ο μεριδούχος να έχει αξίωση για το σύνολο του μέρους που λείπει. Ο δωρεοδόχος όμως δεν μπορεί να ευθύνεται πάνω από την αξία του αντικειμένου που έλαβε. Αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί στη διάταξη. Στο ισχύον δίκαιο δεν είναι απαραίτητη τέτοια πρόβλεψη επειδή η μέμψη οδηγεί απλώς σε ανατροπή της δωρεάς. Η ευθύνη του δωρεοδόχου είναι έτσι εκ των πραγμάτων περιορισμένη.
Περαιτέρω, αν τεθεί ως όριο η αξία του αντικειμένου της δωρεάς, όπως προτείνω, θα πρέπει να διευκρινιστεί ο κρίσιμος χρόνος στον οποίο θα υπολογιστεί η αξία αυτή. Κατά τη γνώμη μου ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι ο χρόνος θανάτου, αφού τότε γεννιέται η υποχρέωση του δωρεοδόχου. Με την πρόβλεψη αυτή ο δωρεοδόχος ούτε επιβαρύνεται ούτε ωφελείται σε βάρος του μεριδούχου από τυχόν αυξομειώσεις της αξίας της δωρεάς που έλαβε. Η λύση αυτή συμβαδίζει και με τη ρύθμιση του άρθρου 1827: «Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση […] της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου».
Φρονώ τέλος ότι ο δωρεοδόχος θα πρέπει απαλλάσσεται από την υποχρέωση για καταβολή χρηματικού ποσού όχι μόνο όταν αποδίδει το ίδιο το αντικείμενο της δωρεάς, αλλά και όταν αποδίδει το αντάλλαγμα που πιθανόν έλαβε από την περαιτέρω μεταβίβασή του, κατ’ αναλογία προς το άρθρο 908 ΑΚ στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Παράδειγμα: Έλαβε ακίνητο αξίας 100.000 € και το πούλησε (πριν από τον θάνατο φυσικά) για 90.000 €. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να απαλλάσσεται αν αποδώσει το ποσό αυτό, όχι τα 100.000 €. Η ευθύνη του δωρεοδόχου πρέπει να φτάνει μέχρι του σημείου να αφαιρείται το όφελος που πραγματικά αποκόμισε από τη δωρεά. Δεν φαίνεται σωστό να επιβαρύνεται πέραν του ορίου αυτού υπέρ του μεριδούχου. Νομίζω πρέπει να προστεθεί στη διάταξη σχετική πρόβλεψη.
_____________
Ως προς το προτεινόμενο άρθρο 1763 ΑΚ με τίτλο Παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ιδιόγραφων διαθηκών » σκόπιμο είναι να διευκρινιστεί ποιες περιπτώσεις καταλαμβάνει η νέα ρύθμιση. Θα ισχύει για διαθήκες θανόντων που απεβίωσαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου ή για διαθήκες που θα δημοσιευτούν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου. Είναι ωφέλιμο να διευκρινιστεί το εναρκτήριο γεγονός.
Η σύμβαση παραίτησης με αντάλλαγμα αποτελεί κληρονομική σύμβαση είτε το αντάλλαγμα καταβάλλεται συγχρόνως με την παραίτηση είτε υπό αίρεση ή προθεσμία. Στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση υπάρχει σαφής αιτιώδης αντιπαροχή (η παραίτηση από κληρονομικό δικαίωμα), άρα οικονομική ανταλλαγή. Ο κληρονομούμενος δεν χαρίζει· εξαγοράζει την παραίτηση. Δογματικά πρόκειται για επαχθή σύμβαση, όχι για χαριστική. Το επιχείρημα περί προκαταβολικής άντλησης ωφέλειας από την εν ζωή περιουσία δεν ευσταθεί[1], διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμη κληρονομικό δικαίωμα (μόνο προσδοκία). Άρα η παροχή δεν είναι προκαταβολή κληρονομίας, αλλά ανεξάρτητη παροχή. Η επίκληση προστασίας των λοιπών μεριδούχων (νόμιμη μοίρα), καθώς και των δανειστών (διάρρηξη κατ΄ΑΚ 939), είναι ουσιαστικά τελολογική κατασκευή. Δηλαδή χαρακτηρίζουμε το αντάλλαγμα ως δωρεά, παρόλο ότι ο δωρεοδόχος δεν έχει ασφαλώς απαίτηση κατά του κληρονομουμένου και άρα δεν είναι δανειστής του, για να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί προστασίας. Αυτό ασφαλώς είναι λειτουργική λύση, όχι καθαρή δογματική κατάταξη[2]. Όμως με την εκδοχή ότι για λόγους πρακτικούς και μόνο θα μπορεί να έχει εφαρμογή η διάταξη που χαρακτηρίζει το «αντάλλαγμα» ως δωρεά, η κληρονομική σύμβαση με αντάλλαγμα θα έχει ως προορισμό την προστασία των λοιπών μεριδούχων είτε την προστασία των κληρονομικών δανειστών. Έτσι η προστασία των μεριδούχων θα επιτυγχάνεται, καθόσον η εν λόγω δωρεά προστίθεται στην πλασματική κληρονομία βάσει της οποίας υπολογίζεται η ν. μοίρα τους, ενώ η διαφορετική αντιμετώπιση – σύμφωνα πάντα με την ίδια άποψη της Ζερβογάννη – θα έδινε την ευκαιρία στον κληρονομούμενο να εκμηδενίσει την αξίωση των μεριδούχων, καταρτίζοντας σύμβαση παραίτησης με ένα μόνο από τους μεριδούχους έναντι υψηλού ανταλλάγματος
[1] Κατά την ως άνω αναφερόμενη άποψη της Ζερβογιάννη από το απόσπασμα της παρατιθέμενης εισήγησής της.
[2] Σε αρκετές έννομες τάξεις η λύση είναι διαφορετική. Η ως άνω σύμβαση αντιμετωπίζεται ως επαχθής σύμβαση, αλλά οι κανόνες περί δωρεών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία μόνο για προστασία τρίτων, ώστε τελικά να αποφεύγεται η έννοια της έννοια της «ψευδοδωρεάς»
Άρθρο 1833 σχεδίου (Λόγοι στέρησης της νόμιμης μοίρας):
Θα ήθελα να εκφράσω τη σοβαρή επιφύλαξή μου για την προτεινόμενη διεύρυνση των λόγων αποκλήρωσης («στέρησης της νόμιμης μοίρας» με τη νέα ορολογία) με τη συμπερίληψη σε αυτούς της περ. 3 (…»με βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστος απέναντι στον διαθέτη ή στα αναφερόμενα στην περ. 1 πρόσωπα και ιδίως αν αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από τον νόμο να διατρέφει τον διαθέτη»…).
Ο λόγος είναι ότι η ισχύουσα διάταξη, με τη μακροχρόνια εφαρμογή και ερμηνεία της, παρέχει σημαντική ασφάλεια δικαίου και ταυτόχρονα μία αυστηρή οριοθέτηση των περιπτώσεων στις οποίες επέρχεται η βαρύτατη συνέπεια της αποκλήρωσης.
Φοβάμαι πολύ ότι η προσθήκη σε αυτές της αόριστης νομικής έννοιας της «αχαριστίας» (έστω με την ερμηνευτική/ενδεικτική προσθήκη του «ιδίως», το οποίο αναφέρεται στην παράλειψη υποχρέωσης διατροφής που ισχύει και σήμερα) θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για μία μακρά σειρά αυθαίρετων ή και υποβολιμαίων σχετικών ισχυρισμών που με τη σειρά τους θα προκαλέσουν αναπόφευκτα πληθώρα μακροχρόνιων δικαστικών διενέξεων.
Προφανώς, η περίπτωση της «αχαριστίας» προβλέπεται ήδη και υπάρχει πλούσια σχετική νομολογία στο άρθρο 505 ως λόγος ανάκλησης δωρεάς, αλλά ο θεσμός της νόμιμης μοίρας είναι από κάθε άποψη σημαντικότερος, καθώς αφορά το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, ενώ έχει συνταγματικό υπόβαθρο, καθώς προστατεύει τον θεσμό της οικογένειας. Ως εκ τούτου χρήζει αυστηρότερης προστασίας, η οποία συνηγορεί υπέρ του περιορισμού των σχετικών λόγων και κατά της διεύρυνσής τους.
Ακολούθως, θεωρώ ότι η σχετική προσθήκη πρέπει να απαλειφθεί.
Περί της αναρίθμησης των διατάξεων:
Πολλοί συσχετίζουν την καλή νομοθέτηση με την «απαγόρευση» της αναρίθμησης. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν προκύπτει από τη σχετική νομοθεσία που επικαλούνται, αλλά και απορρίπτεται από τη διεθνή πρακτική. Η επιλογή της επιτροπής συνάδει με τα διεθνή standards.
Ειδικότερα, ο γαλλικός ΑΚ (Code civil), ο οποίος έχει αναθεωρηθεί πολλάκις τα τελευταία χρόνια —όχι μόνο στο Κληρονομικό ή στο Οικογενειακό Δίκαιο, αλλά και εκτεταμένα στο Ενοχικό Δίκαιο (γενικές διατάξεις)—, ακόμη και όταν επανέλαβε τις ίδιες ή παρόμοιες, κατά περιεχόμενο, ρυθμίσεις, οι εκεί νομοθέτες προέβησαν σε αλλαγή της αρίθμησης.
Ακόμη πιο τολμηρές είναι οι μεταρρυθμίσεις του ολλανδικού ΑΚ (BW), καθώς και του βελγικού (CC/BW), οι οποίες υιοθετούν ένα ακόμη πρακτικότερο σύστημα διπλής αρίθμησης, με πρόταξη του αριθμού του βιβλίου και του μικρότερου αριθμού της κατά περίπτωση διάταξης. Για παράδειγμα στον βελγικό ΑΚ (CC/BW), η αρίθμηση των διατάξεων κάθε βιβλίου ξεκινά από την αρχή, με κάθε διάταξη να φέρει και τον αριθμό του βιβλίου (π.χ. για το κληρονομικό δίκαιο, που ρυθμίζεται στο 4ο βιβλίο: άρθρα 4:1, 4:2 κ.ο.κ.).
Η τελευταία λύση να ήταν ενδεχομένως ακόμη πρακτικότερη, καθώς θα επέτρεπε μικρότερης κλιμακας τροποποιήσεις στο μέλλον, αποφεύγοντας να παραμένουν κενές διατάξεις καταργημένων κεφαλαίων (π.χ. ΑΚ 1695–1709, οι οποίες καταργήθηκαν το 1997).
Τέλος, τα τυχόν προβλήματα πλοήγησης στο νέο δίκαιο θα μπορούσαν να αποφευχθούν με τη δημοσίευση ενός λεπτομερούς διπλού πίνακα αντιστοίχισης, μέσω του οποίου ο νομικός κόσμος θα μπορεί να αναζητεί τις διατάξεις από το παλαιό Κληρονομικό Δίκαιο στο νέο και αντιστρόφως. Η πρόσβαση σε έναν τέτοιο πίνακα αντιστοίχισης θα πρέπει να είναι ελεύθερη και δωρεάν, όπως συνέβη στο Βέλγιο με αφορμή το προσφάτως τεθέν σε ισχύ 5ο «βιβλίο» του εκεί ΑΚ (CC/BW) για το ενοχικό δίκαιο (https://www.stradalex.com/en/tools/tables-de-concordance/table-de-concordance-cciv-livre-5
).
Πάνω σε αυτούς τους πίνακες θα μπορούσε να προσαρμοστεί εύκολα και η λειτουργία των ΤΝΠ.
Β.Γ.
Αρθ. 1809
……Ετεροθαλείς αδελφοί, αν συντρέχουν με γονείς ή αμφιθαλείς αδελφούς ή τέκνα ή εγγονούς αμφιθαλών αδελφών, καλούνται στο μισό της μερίδας που «περιέρχεται» στους αμφιθαλείς….
Με τη αλλαγή του ρήματος «ανήκει» του αρθ. 1815 του ισχύοντος ΑΚ σε «περιέρχεται», φαίνεται να προκρίνεται τώρα ο «πραγματικός» υπολογισμός έναντι του «υποθετικού» υπολογισμού που κυρίως υιοθετούσε μέχρι τώρα η νομολογία.
Αν αυτή είναι η πρόθεση του νομοθέτη, είναι καλό να γίνει σαφέστερη, με διατύπωση π.χ. «Ετεροθαλείς αδελφοί, αν συντρέχουν με γονείς ή αμφιθαλείς αδελφούς ή τέκνα ή εγγονούς αμφιθαλών αδελφών, λαμβάνουν έκαστος μερίδα ίση με το μισό της μερίδας που θα λάβει έκαστος αμφιθαλής αδελφός ή γονέας.».
Εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή:
Ξενίζει η διακύμανση του ποσοστού του συζύγου όταν καλείται εξ αδιαθέτου με κληρονόμους της πρώτης τάξης. Το μικρότερο ποσοστό του συζύγου που απέκτησε με τον κληρονομούμενο περισσότερα τέκνα λειτουργεί ως αντικίνητρο και, πάντως, δεν εναρμονίζεται με την πολιτική του κράτους για την ενίσχυση της οικογένειας και την απόκτηση τέκνων. Άλλωστε, στατιστικά, κατά τον θάνατο του γονέα, τα τέκνα είναι οικονομικά ενεργά και δεν προσβλέπουν στο κληρονομικό τους μερίδιο για να επιβιώσουν. Η αύξηση του ποσοστού του συζύγου στο 1/3 να είναι καθολική, ανεξαρτήτως αριθμού ριζών κατιόντων.
Προθεσμία αποποίησης από ανηλίκους:
Δεν διευκρινίζεται σαφώς, παρά την εύστοχη κατάργηση του άρθρου 35 ν. 4786/2021, ποια είναι η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκήσει ο ανήλικος, δια των νόμιμων αντιπροσώπων του, το δικαίωμα αποποίησης. Ισχύει το νέο άρθρο 1845; Ή θα προκύψει εκ νέου ερμηνευτικό ζήτημα, που θα κληθεί να λύσει η νομολογία με δημιουργικό τρόπο, οδηγώντας τον νομοθέτη ξανά σε θέσπιση ερμηνευτικού νόμου; Εν τω μεταξύ, όσο δεν αποποιείται, ο προσωρινός κληρονόμος (ικανός ή ανίκανος για δικαιοπραξία) θα ευθύνεται για τα κληρονομικά χρέη; Πώς θα αμύνεται σε εξώδικες οχλήσεις των κληρονομικών δανειστών, όταν έχει καταργηθεί το νυν άρθρο 1858; Θα καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης κατ’ άρθρο 340; Το άρθρο 256 ΚΠολΔ δεν έχει εφαρμογή εκτός δίκης.
Περιορισμός ευθύνης κληρονόμου:
Εισάγεται εύστοχα ως default rule ο χωρισμός των ομάδων περιουσίας (ατομική κληρονόμου και κληρονομική μερίδα). Υπάρχει όμως αμφιμερής ή μονομερής περιορισμός της ευθύνης; Ο κληρονόμος ευθύνεται για τα κληρονομικά χρέη μόνο με τις δυνάμεις της κληρονομίας (cum viribus hereditatis); Τι ισχύει για τους ατομικούς δανειστές; Μπορούν να επιληφθούν και της ατομικής και της κληρονομιαίας περιουσίας; Η ρύθμιση του άρθρου 1892 σε ένα τόσο κομβικό ζήτημα πρέπει να είναι σαφέστερη.
Παράλληληλα, η σχετική ακυρότητα δικαιοπραξιών διάθεσης κληρονομιαίων (1895 παρ. 2) εκθέτει σε κίνδυνο τους τρίτους. Όσοι θέλουν να αποκτήσουν κληρονομιαίο, ακόμη και με επαρκές και αντάλλαγμα, θα ζητούν από τον κληρονόμο να εξασφαλίσει άδεια δικαστηρίου (απώλεια χρόνου και χρήματος) ή θα καταβάλουν το αντάλλαγμα απευθείας σε κληρονομικούς δανειστές (έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους των χρεών της κληρονομίας από τους αμέτοχους τρίτους).
Κληρονομητήριο:
Οι διατάξεις του ΑΚ για το τεκμήριο και την προστασία της δημόσιας πίστης (νέα άρθρα 1929 και 1930) πρέπει να εναρμονιστούν με τα ευρύτερα και πληρέστερα άρθρα 821 και 822 ΚΠολΔ.
Ν.Ζ.
Δικηγόρος, Δ.Ν.
Δεν συνάδει με τις αρχές της καλής νομοθέτησης η πλήρης επαναρίθμηση των άρθρων του πέμπτου βιβλίου του ΑΚ. Αφενός μεγάλο μέρος των «νέων» ρυθμίσεων αποδίδει κατά βάση το ισχύον σήμερα δίκαιο. Αφετέρου, όπου εισάγονται νέοι κανόνες, η ταυτότητα του ρυθμιστέου ζητήματος, π.χ. ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας (πλέον ως ενοχικής αξίωσης και όχι ως κληρονομικού δικαιώματος), δικαιολογεί την κατά το δυνατόν διατήρηση των ίδιων αριθμών. Ο νομοθέτης το κατόρθωσε στις δύο τροποποιήσεις του δικαίου της πώλησης με τους ν. 3043/2002 και 4967/2022 (έστω και με την προσθήκη νέων άρθρων —Α, —Β), ενώ ο ν. 3089/2002 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα νόμου με το οποίο εισήχθη ένα νέο κεφάλαιο στον ΑΚ με πρωτότυπο περιεχόμενο (άρθρα 1455 επ. για την ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή), όπως τώρα η κληρονομική σύμβαση, στο «κενό» που είχε προκύψει από κατάργηση άλλων διατάξεων.
N.Z.
Δικηγόρος, Δ.Ν.
Άρθρο 1817
Σχετικά με το παραπάνω άρθρο θεωρώ πως είναι άδικο για εμάς που συζούμε 25 χρόνια να μην συμπεριλαμβανόμαστε στην περιουσία του συντρόφου μας κυρίως στην οικία στο οποίο ζούμε και είναι και για εμάς κύρια κατοικία. Τι δηλαδή θα κάνουμε όλοι εμείς -όπως στην δική μου περίπτωση που δεν έχει παιδιά γιατί ήταν ανύπαντρος αλλά έναν αδελφό και ανήψια- την επόμενη του θανάτου του κατέχοντος την οικία; Θα παραμείνουμε για έναν χρόνο και μετά θα πάμε να μείνουμε που;
Επίσης δεν βλέπω στον νόμο -πράγμα που κατά την γνώμη μου θα έπρεπε- να προσμετράται και η ηλικία του συζώντος με τον κατέχοντα την περιουσία. Δηλαδή για παράδειγμα -όπως στην περίπτωσή μου- στην ηλικία που είμαι τώρα δηλαδή 67 ετών και ζήσει ο κατέχων την οικία άλλα 5 ή 10 χρόνια, ο συζών σύντροφος πως θα αντιμετωπίσει το γεγονός του θανάτου του όταν θα γνωρίζει πως σε έναν χρόνον θα ψάχνει για κατοικία στα 75 ή 77 χρόνια;
Επίσης θα ήθελα να σημειώσω ακόμη πως και έτσι να είναι, τα πράγματα που αποτελούν μια οικία και έχουν αγοραστεί και από τους δύο δεν καθορίζει ο νομοθέτης σε ποίον ανήκουν.
Πιστεύω ακόμη πως ο νομοθέτης δεν έχει λάβει υπ΄οψιν του, πως οι σε μεγάλης ηλικίας άνθρωποι δεν αποφασίζουν εύκολα να διαθέσουν με διαθήκη την περιουσία τους, πιστεύοντας πως δεν είναι ποτέ η ώρα για να το κάνουν αυτό ακόμα και αν η θέληση τους είναι να διαθέσουν την περιουσία τους στους ανθρώπους που επιθυμούν.
Για όλους τους παραπάνω λόγους που σας ανάφερα θα πρέπει ο νομοθέτης να τους λάβει υπ’ οψιν του γιατί θεωρώ πως είναι άδικο να βρίσκονται στον δρόμο μεγάλης ηλικίας άνθρωποι.
Με Τιμή,
Τήνιου Ελένη
Παρατήρηση / Ερώτημα επί του άρθρου 1763 ΑΚ (Παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ιδιόγραφης διαθήκης)
Παρακαλώ να διευκρινιστεί ρητά στο κείμενο του άρθρου 1763 ΑΚ αν, στην περίπτωση μη κατατεθειμένης προς φύλαξη ιδιόγραφης διαθήκης, ως «συγγενείς που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής» νοούνται αποκλειστικά τα πρόσωπα που πράγματι καλούνται κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας ή αν περιλαμβάνονται και κατιόντες επόμενου βαθμού (π.χ. εγγόνια), όταν ζει ο ενδιάμεσος ανιών κατιών (τέκνο του κληρονομουμένου).
«Ειδικότερα, όταν ο διαθέτης καταλείπει με ιδιόγραφη διαθήκη περιουσία σε εγγόνι, ενώ κατά τον χρόνο του θανάτου του ζει ακόμη το τέκνο του, ανακύπτει ερμηνευτικό ζήτημα ως προς το αν το εγγόνι μπορεί να θεωρηθεί πρόσωπο που “θα καλούνταν στην πρώτη τάξη” ή αν, αντιθέτως, όταν ζει το τέκνο του κληρονομουμένου, το εγγόνι δεν εμπίπτει στα πρόσωπα που καλούνται στην πρώτη τάξη, με αποτέλεσμα η διαθήκη να πρέπει να κηρυχθεί κυρία για να παραγάγει έννομα αποτελέσματα.»
Προτείνεται, για λόγους ασφάλειας δικαίου και αποφυγής πρακτικών αμφισβητήσεων, να προστεθεί ερμηνευτική διευκρίνιση ή νομοτεχνική βελτίωση, ώστε να καθίσταται σαφές ότι η εξαίρεση εφαρμόζεται μόνο υπέρ των προσώπων που πράγματι καλούνται στην πρώτη τάξη κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, και όχι υπέρ συγγενών που θα καλούνταν μόνο υπό διαφορετικές προϋποθέσεις (π.χ. σε περίπτωση προαποβίωσης του γονέα τους).
Σχετικά με τα άρθρα 1892, 1894 του σχεδίου: Επ’ αφορμή της φύσης και το περιεχομένου της εκ του νόμου περιορισμένης ευθύνης του κληρονόμου έναντι της δανειστών της κληρονομίας [δανειστών του κληρονομουμένου, δανειστών με και μετά την επαγωγή (λχ βάρη, κληροδοσίες κλπ.)] και σε σχέση με τη διατύπωση των άρθρων 1892, 1894 [το τελευταίο σχετικά με την ίδρυση χωριστής ομάδας δικαίου μόνο μετά την έκδοση απόφασης περί δικαστικής εκκαθάρισης)], μας δημιουργήθηκε η απορία: ο κληρονόμος, ενόψει της απαλοιφής της παλαιάς ΑΚ 1905 που μιλούσε ξεκάθαρα για χωρισμό περιουσιών και συντρόφευε την κατ’ ΑΚ 1904 περιορισμένη ευθύνη, αν η ευθύνη είναι cum ή pro viribus;
Ο εν λόγω προβληματισμός είχε ανακύψει στο πλαίσιο της ΑΚ 479, για την οποία οι υποστηριχτές της pro viribus ευθύνης, αναγνωρίζοντας μεν τα σαγηνευτικά de lege ferenda επιχειρήματα της cum viribus ευθύνης, δέχονταν εν τούτοις ότι δεν ήταν δυνατή η αποδοχή της, ενόψει της έλλειψης χωριστής ομάδας δικαίου. Επικαλούνταν μάλιστα argumentum από τα άρθρα 1904, 1905: ακριβώς επειδή εκεί ο νομοθέτης δεν αρκούνταν στο να προβλέψει τον περιορισμό της ευθύνης (ΑΚ 1904), αλλά μιλούσε ξεκάθαρα για χωριστή ομάδα δικαίου στην επόμενη διάταξη, ώστε να διασφαλίσει ότι η ευθύνη θα ήταν κατ’ αντικείμενο και όχι λογιστική (cum και όχι pro viribus αντίστοιχα).
Μάλιστα η παλαιά καταργηθείσα διάταξη του BGB § 419 παράπεμπε στις διατάξεις περί ευθύνης κληρονόμου, όπου ήταν σαφής η ύπαρξη χωριστής ομάδας δικαίου, ώστε να μπορεί να βασιστεί εκεί η cum viribus ευθύνη. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνάδει με τις διατάξεις του ελλΑΚ (1) . Έτσι μόνη η ύπαρξη χωριστής ομάδας δικαίου (Sondervermögen/patrimoine séparé) την οποία καθιερώνει μόνος ο νομοθέτης (αλλιώς θα είχε επιτραπεί και ο θεσμός του Τrsut, του εμπιστεύματος δηλ.) ή μια συμφωνία με τους δανειστές (2) , καθιστά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία υπέγγυα σε συγκεκριμένους δανειστές, π.χ. ατομική περιουσία στους ατομικούς δανειστές και κληρονομιαία σε κληρονομικούς. Τούτο καλείται αμφιμερής χωρισμός, σε ελεύθερη απόδοση του γερμανικού doppelseitige Haftungssonderung (3) .
Η λεγόμενη cum viribus hereditatis ευθύνη, σε αντίθεση με την pro viribus ευθύνη, δεν συνιστά περιορισμό της ευθύνης κατά αντικείμενο, με την έννοια της απομόνωσης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση ορισμένων μόνο δανειστών του ίδιου οφειλέτη, αλλά οδηγεί στο να παραμένει υπέγγυα όλη μεν η περιουσία του οφειλέτη έναντι όλων των δανειστών του, μέχρι όμως το ύψος της κληρονομιαίας περιουσίας. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αφετηρία του όλου ζητήματος της ευθύνης του κληρονόμου και της εν γένει δυνατότητας περιορισμού αποτελεί μια βασική αρχή η οποία αποτυπώνεται με ρητή διάταξη σε κωδικοποιήσεις της λεγόμενης ρομανικής οικογένειας (CC.fr. 2284,2285=2092,20293 anc., Cod.civ.esp. 1911, CC.It. 2740). Περιεχόμενο της αρχής συνίσταται στο ότι κάθε οφειλέτης ευθύνεται απεριορίστως, με όλα του δηλ. τα περιουσιακά στοιχεία απέναντι στους δανειστές του. Παρά τη μη ρητή νομοθετική αποτύπωση της αρχής αυτής, όπως έχει γράψει ο καθηγητής Κεραμεύς(4) η αρχή αυτή αναγνωρίζεται κανονικά και σε έννομες τάξεις της γερμανικής οικογένειας (5) . Η αρχή αυτή αφορά κατά βάση τη δυνατότητα των δανειστών χρηματικών απαιτήσεων και την εξουσία τους να επιληφθούν οποιουδήποτε στοιχείου της περιουσίας του οφειλέτη του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων (6) .
Πολύ συνοπτικά καταλήγει η θεωρία στο εξής: κάθε πρόσωπο έχει μια περιουσία (7) ( απεριόριστα υπέγγυα στους δανειστές του) και δεν μπορεί να δημιουργεί από μόνο του (λχ με δικαιοπραξίες) χωριστές περιουσίες. Ίσως γι’ αυτό άλλωστε δεν αναγνωρίζεται σε δίκαια όπως το ελληνικό ο θεσμός Trusts (εμπίστευμα). Οι χωριστές περιουσίες αποτελούν λοιπόν ομάδες δικαίου (Universitas jurii), και στα δίκαια της ρωμανικής και γερμανικής οικογένειας μπορούν προκύπτουν μόνο βάση του νόμου και όχι από την ιδιωτική βούληση (8) .
Στο νέο νομοθετικό σχέδιο, όμως, δεν προβλέπεται αντίστοιχη διάταξη με το άρθρο 1905 ΑΚ. Ο χωρισμός περιουσίας εμφανίζεται μόνο στην περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης και μάλιστα μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης. Ανακύπτει έτσι το κρίσιμο ερώτημα: πριν από το στάδιο αυτό, υφίσταται ή όχι σύγχυση της κληρονομιαίας με την ατομική περιουσία του κληρονόμου;
Η διατύπωση ότι «ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία δεν αρκεί για να θεμελιώσει cum viribus ευθύνη. Και δεν αποκλείει με ακαταμάχητο τρόπο την pro viribus ευθύνη, εκτός κι αν ερμηνεύαμε φορμαλιστικά το νόμο, αδιαφορώντας για την κατάργηση της ΑΚ 1905, σε περίπτωση φυσικά κάτι τέτοιο έγινε από άγνοια του προβλήματος. Ελλείψει ρητής καθιέρωσης χωριστής ομάδας δικαίου, εφαρμόζονται οι γενικές αρχές της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα ο δανειστής να δύναται να στραφεί κατά του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη. Με την επιφύλαξη των ακατάσχετων δεν αναγνωρίζει κατ’ αρχήν το δίκαιο μας κάποιο περιορισμό του δανειστή, ως προς το τι θα κατάσχει και σε κάθε περίπτωση, ο κληρονόμος παραμένει -παρά το περιορισμό της ευθύνης- οφειλέτης των κληρονομικών δανειστών, ήτοι παθητικό υποκείμενο των απαιτήσεων τους. Δεν ευθύνεται δηλ. η κληρονομία ως estate, ή σαν οιονεί νομικό πρόσωπο όπως στο σουηδικό δίκαιο.
Δικαιοσυγκριτικά στο αυστριακό δίκαιο όπου προβλέπεται Inventarhaftung, ελλείψει διάταξης που να μιλά για χωριστή ομάδα δικαίου γίνεται δεκτή η pro viribus ευθύνη του κληρονόμου (9) . Εκεί ο τελευταίος καλείται να κάνει απογραφή [δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη στο σχέδιο για τον απλό κληρονόμο που ευθύνεται εκ του νόμου περιορισμένα], ώστε να προκύψει και η αξία των κληρονομιαίων μέχρι των ύψος των οποίων και θα ευθύνεται.
Η συγκριτική επισκόπηση επιβεβαιώνει ότι ο περιορισμός της ευθύνης μέσω διαχωρισμού περιουσίας προϋποθέτει ρητή νομοθετική πρόβλεψη. Διεθνώς μόνο δύο civilian systems καθιέρωσαν εκ του νόμου περιορισμένη ευθύνη του κληρονόμου, ειδικότερα οι κωδικοποιήσεις της Λουιζιάνα (La Civ. Code Art. 1416 A in fine) (10) και του Κεμπέκ (CCQ Art. 625 II). Τα τελευταία αποτελούν μεν mixed civilian systems, πλην όμως στα οικεία ζητήματα ακολουθούν το γαλλικό σύστημα, το οποίο ακολουθεί ο ΑΚ στο ισχύον 12ο κεφάλαιο περί ευθύνης κληρονόμου (ΑΚ 1901-1902).Ειδικότερα στον ΑΚ του Κεμπέκ (CCQ), ήτοι στο άρθρ. 625 ΙΙ (11) , όχι μόνο καθιερώνει περιορισμένη ευθύνη του κληρονόμου, αλλά στο άρθρο 780 διευκρινίζεται ρητώς ότι η κληρονομιαία και η ατομική περιουσία παραμένουν χωριστές (12).
Ενόψει των ανωτέρω, προβληματίζεται κανείς για το αν το νέο σχέδιο νόμου θα έπρεπε, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, να καθιερώνει ρητώς, ήδη από την επαγωγή, τον διαχωρισμό της κληρονομιαίας από την ατομική περιουσία του κληρονόμου, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος ο δανειστής της κληρονομίας να μπορεί να επιληφθεί και ατομικών στοιχείων του οφειλέτη, μέχρι την αξία της κληρονομίας. Για παράδειγμα αν η κληρονομία αποτελείται από μικρά αλλά πολλά αγροτεμάχια να αποπειραθεί ο δανειστής να κατάσχει τις καταθέσεις του κληρονόμου (δηλ. των τραπεζικών καταθέσεων που έχει στην ατομική του περιουσία)μέχρι του ύψους της κληρονομίας, τότε η λύση αυτή θα ήταν πρακτικά και οικονομικά δυσχερής για τον κληρονόμο. H cum viribus ευθύνη προϋποθέτει το χωρισμό, και δεν αποτελεί ο χωρισμός αποτέλεσμα της ευθύνης, αλλά το αντίστροφο είναι αυτό που ισχύει. Προτείνεται λοιπόν από πλευράς μας, να διερευνηθεί κατά πόσο θα μπορούσε να προστεθεί εδάφιο που καθιερώνει το χωρισμό ήδη στο άρθρ. 1892 του σχεδίου. Άλλωστε, αυτό θα έλυνε και τη ενδεχόμενη ερμηνευτική σύγκρουση με τη διατύπωση του άρθρ. 1894, το οποίο μιλά για αποχωρισμό κληρονομιαίας από ατομική περιουσία το πρώτον μετά (ex nunc) την έκδοση της απόφασης περί δικαστικής εκκαθάρισης: γιατί να μιλάμε για χωρισμό σε αυτό το σημείο, εφόσον κάποιοι δέχονται cum viribus ευθύνη, που προϋποθέτει ότι κληρονομιαία και ατομική περιουσία παραμένουν χωριστές ήδη από την επαγωγή; Αν είναι χωριστές [που δεν το λέει πλέον ρητά ο νόμος σε αντίθεση με την παλαιά ΑΚ 1905], προς τι ο κατ’ άρθρ. 1894 του σχεδίου χωρισμός το πρώτον με την έκδοση της απόφασης;
Βασίλης Γιουμίδης
Υποσημειώσεις:
(1) Πρβλ.για όλα αυτά αντί άλλων Αρχανιωτάκη, Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, 1997, σελ. 374-376.
(2)Έτσι ακριβώς, Larenz, SchR AT I, 14η έκδ., 1987, σελ. 21/22; Dauner-Lieb, Unternehmen in Sondervögen, Habil Mainz, Tübingen 1998, σελ. 31, 58 και σε πλείονες άλλες θέσεις του ιδίου βιβλίου το οποίο γνωρίζει ακόμη και σήμερα τεράστια απήχηση στη Γερμανία.; Για το ελβ. Δικ. Βλ. Staehlin, Sondervermögen und Haftung, in Festgabe für Hasenböhler, 2004, σελ. 87 επ, ιδίως 91 επ.
(3)Τέτοιος ισχύει επί της γερμανικής Nachlassverwaltung, BGB §§ 1975 επ΄, πρβλ. Dauner-Lieb, Unternehmen in Sondervermögen, σελ. 46 επ, 48.
(4)Kerameus, Chapter 10, Enforcement Proceedings, in Cappelleti (ed.) IEL, Vol. XVI, Civil Procedure, Tübingen/Leiden/Boston:Mohr Siebeck/Martinus Nijhoff Publishers (2010), § 82 ; ο ίδιος, Geldvollstreckungsarten in vergleichender Betrachtung, in: Studia Juridica V (2008), 237 επ., 238; κατά το ΓερμΔικ Rosenberg/Gaul/Schilken, Zwangsvollstreckungsrecht, 12η έκδ., 2010, σελ. 588 επ.; ΕλβΔικ Gilliéron, Poursuite pour dettes, faillite et concordat, 2012, σελ. 15; Thévenoz, Patrimoines fiduciaires et exécution forcée, in Foëx/Thévenoz (επιμ.), Insolvence, désendettement et redressement : études reuunies en l’honneur de Louis Dallèves, 2000, σελ.345 επ., 345/346.
(5)Bλ. επίσης Σταθόπουλο, ΓενΕνοχΔ, 5η έκδ. (2018), §2 αρ.92; Smith, How to square the circle? The challenge met by Swiss insolvency law in dealing with common law trusts, in Smith (ed.) The worlds of the trust, Cambridge: University Press (2013), σελ. 41 επ., 45.
(6)Έτσι Kerameus, Chapter 10, Enforcement Proceedings, § 82 in fine.
(7)Στην ουσία πρόκειται για θέση αναγόμενη στη διδασκαλία των Aubry/Rau(-Bartin),[Cours de droit civil français IX §573, σελ.333 ss] περί περιουσίας (Patrimoine), κατά τους οποίους περιουσία :1. Έχουν μόνο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, 2. Κάθε υποκείμενο έχει περιουσία, ακόμη κι αν αυτή έχει μόνο παθητικό και 3. Η περιουσία κάθε προσώπου είναι (κατ’ αρχήν) μια, ενιαία και αδιαίρετη [πρβλ. σχετικώς Répertoire de Droit Civil/Sériaux, Patrimoine, αριθ,. 6 επ. ∙ για το αδιαίρετο (indivisible) της περιουσίας, βλ. Α.N. Yiannopoulos, Louisina Civil Law Treatise, vol.2 Property, 5η έκδ. 2015, §8:5 (σελ. 405)]; Ομοίως von Tuhr, Allgemeiner Teil des BürgR I, 1918, §19 I (σελ..330-331, “Ein Subjekt ein Vermögen”); Larenz/Wolf, Allgemeiner Teil des BürgR; 9η εκδ. 2004, §21 Rn 31∙ Α.N. Yiannopoulos, La Civil Law Treatise vol.2 Property §8:5 (p. 405 et seq.); Από την ημεδαπή Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, σελ.373; Πρβλ. επίσης Χρ. Φίλιο, Περιουσία και Χωριστές περιουσίες, 2015, αρ.88.
(8)Dauner-Lieb, Unternehmen in Sondervögen, σελ. 31 και 58.
(9)Christandl, in Laimer/Rabl, (επιμ.), BürgR ΙΙ, 2025, αριθ. 3/339 (σελ. 459); Nemeth, in Schwimann/Kodek (επιμ.) ABGB Praxiskommentar, τόμος IV, 5η εκδ., 2018, ABGB § 802 αριθ. 3 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του OGH.
(10)La Civ Code 1416 «A. Universal successors are liable to creditors for the payment of the estate debts in proportion to the part which each has in the succession, but each is liable only to the extent of the value of the property received by him, valued as of the time of receipt», σχετικά με το δίκαιο της Λουιζιάνα Venturatos-Lorio, Louisina Civil Law Treatise, vol.10 Successions and Donations, 2η έκδ. 2010 (Updates up to 2020), §6:6. B. (σελ. 174)]; Samuel, The 1997 Successions and Donations Revision- A critique in Honor of A. N. Yiannopoulos, 73 Tulane Law Review (1999), 1041 επ., 1050-1053; Πρβλ. σχετικώς τα όσα έχουμε γράψει σε άλλη θέση Γιουμίδης, Τ ο μαζικό κύμα αποποιήσεων κληρονομίας: αφετηρία και απόπειρα λύσης ενός συγχρόνου προβλήματος του Κληρονομικού μας δικαίου, σε Expresis Verbis Law Journal VI (2021-2022), σελ. 9 επ., 12 [διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://expressisverbis.gr/media/issue/6-6.pdf (26.03.2026)].
(11)CCQ 625. « Les héritiers sont, par le décès du défunt ou par l’événement qui donne effet à un legs, saisis du patrimoine du défunt, sous réserve des dispositions relatives à la liquidation successorale.
Ils ne sont pas, sauf les exceptions prévues au présent livre, tenus des obligations du défunt au-delà de la valeur des biens qu’ils recueillent et ils conservent le droit de réclamer de la succession le paiement de leurs créances.
Ils sont saisis des droits d’action du défunt contre l’auteur de toute violation d’un droit de la personnalité ou contre ses représentants. ».
(12)CCQ 780 « Le patrimoine du défunt et celui de l’héritier sont séparés de plein droit, tant que la succession n’a pas été liquidée.
Cette séparation a effet à l’égard tant des créanciers de la succession que des créanciers de l’héritier ou du légataire particulier. », εκτενώς περί του χωρισμού αυτού ο οποίος καταχυρώνεται νομοθετικά στο άρθρ.780, ώστε να αποφευχθεί η ένωση περιουσιών confusion de deux patrimoines, βλ. Morin, Droit des sucessions, 6η έκδ., 2026, αριθ. 1242 επ.; εκτενώς περί του χωρισμού αυτού η διατριβή του Sirois, La succession et ses effets sur le patroimoine: étude historique et comparative, 2001, passim.
Όντας το νομοσχέδιο μία ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό του κληρονομικού δικαίου δυστυχώς δεν καταργείται ή έστω να περιοριστεί ο αριθμός των εξ αδιαθέτου προσώπων που θα έχουν λόγο στην όποια ιδιοκτησία. Τόσο στο αγροτικό όσο και στο αστικό (ανθρωπογενές) τμήμα των ιδιοκτησιών, η σύγκληση πολλών προσώπων για μία ιδιοκτησία αποτελεί μεγάλη δυσκολία, καθώς όλοι θα πρέπει να συμφωνήσουν για μία νόμιμη διαδικασία επί της ιδιοκτησίας (ακόμη και αν δεν ενδιαφέρονται για αυτή για ποικίλους λόγους). Συνέπεια όλων αυτών αποτελεί είτε εν τέλει να πραγματοποιούνται επιπλέον πράξεις (περιπλοκότητα του γραφειοκρατικού μηχανισμού) για την πλήρη αγορά της ιδιοκτησίας από ένα εκ των προσώπων της ιδιοκτησίας είτε ένα εκ των προσώπων της ιδιοκτησίας να προβεί σε πράξει επ’αυτής δίχως τη γνώση των υπολοίπων.
Επίσης, στην αγροτική ιδιοκτησία έπρεπε να υφίσταται ειδική μνεία μέσω άρθρου για απαγόρευση κατακερματισμού του αγροτικού κλήρου μέχρι το όριο των 20 στρεμμάτων (μέγιστη έκταση που δεν απαιτεί καταχώρηση ΑΤΑΚ στο ετήσιο ΟΣΔΕ -αγροτική δήλωση παραγωγής- εκ μέρους των αγροτών βάσει της Κ.Υ.Α. Α1068/12-03-2026) και περιορισμό του πολυτεμαχισμού σε δύο πρόσωπα μέχρι τα 100 στρέμματα, καθώς το ισχύον καθεστώς μεταβίβασης αγροτικής γης έχει οδηγήσει στην ύπαρξη πολύ μικρού κλήρου ανά αγρότη μειώνοντας έτσι την παραγωγικότητα της αγροτικής γης και ακυρώνοντας τους όποιους αναδασμούς εκτελούνται στην Ελληνική ύπαιθρο.
Στο άρθρο 1710 να προστεθεί παράγραφος που θα εξαιρεί από την κληρονομιά περιουσία η και χρήματα που αφήνει ο κληρονομούμενος που περιήλθαν σ’αυτόν από παράνομη πράξη (κλοπη,υπεξαίρεσηγ ,απάτη κ.λ.π.) που έχει αναγνωριστεί με απόφαση οριστική η και τελεσίκο και η οποία θα περιέρχεται στον δανειστή-δικαιούχο αυτοδικαίως με τον θάνατο του κληρονομημένου και δεν θα συμπεριλαμβάνεται στην κληρονομιά.Εμπειρία υπόθεσης που διαρκεί 17 χρόνια εξ αιτίας διαδοχικών θανάτων και ένας οφειλέτης που πέθανε με τις διαδοχικές αποποιήσεις έχουν προστεθεί 24 ακόμη κληρονόμου του και έχουν συγκεντρωθεί 72 πιστοποιητικά κληρονομίας.Είναι Εκκρεμής στον Άρειο Πάγο μετά από διάρρηξη καταδολίευσης.Διότι κλεμμένα η υπεξαιρεθέντα χρήματα γιατί να κληρονομούνται, και να εμπλέκεται το θύμα στον κυκεώνα της εκκαθάριση της κληρονομίας,όταν έχει αποδειχθεί ότι τα χρήματα ο θανών τα είχε υπεξαιρέσει η κλέψει και άρα δεν είναι δικά του; Έχω αποστείλει και σχετική πεντασέλιδη επιστολή στον κ. Υφυπουργό που τα αναφέρω αναλυτικά γιά να τα προωθήσει στην επιτροπή, υπό τον κ. Γεωργιάδη (Σημειωτέον ότι κάτι παρόμοιο υποστήριζε και αφορούσε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στο συνέδριου του Δικηγορικού ‘σύλλόγου Ηρακλείου Κρήτης το 2013 όπου ήταν ομιλητής και άλλοι αρειοπαγίτες κ.λ.π.) Οι λύσεις του νέου νομοθετήματος να δίνουν άμεσες πρακτικές λύσεις και όχι να εμπλέκετα κάθε δικηγόρος και πολίτης στις χιλιάδες σελίδες των θεωριών.Ας είναι παράδειγμα ο Μέγας Αλέξανδρος με τον <>. Τέλος ας μειωθούν οι σειρές των εξ αδιάθετων διαδόχων,αφού σήμερα η συγγένεια και ο συνεκτικός ιστός των συγγενών εξαντλείται το πολύ στα εγγόνια.Νομίζω χρήζει προσοχής.
Στο μέχρι σήμερα ισχύον άρθρο 1820 ΑΚ, η νόμιμη μοίρα οδηγει στην κτηση άμεσου εμπράγματου δικαιώματος των τέκνων, του σύζυγου ή των γονέων οι οποιοι συμμετέχουν άμεσα στην κληρονομία και μπορούν να αποκτήσουν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, η νόμιμη μοίρα μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση: οι δικαιούχοι δεν γίνονται συγκληρονόμοι επί των πραγμάτων, αλλά αποκτούν μόνο απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης. Η τροποποιηση αυτή ευνοεί τους εκ διαθήκης κληρονόμους, που διατηρούν την κατοχή και κυριότητα, ενώ τα βιολογικά τέκνα για παράδειγμα υποβαθμίζονται σε απλούς δανειστές, γεγονός που θα τα οδηγήσει σε δαπανηρους και χρονοβόρους δικαστικούς αγώνες.Η μετατροπή της νόμιμης μοίρας σε ενοχική αξίωση υποβαθμίζει π.χ.τα βιολογικά τέκνα σε δανειστές, αφήνει τα πράγματα στους εκ διαθήκης κληρονόμους και συγκρούεται με την συνταγματική προστασία της οικογένειας (άρθρο 21 του Συντάγματος το οποίο αποτελούσε και το νομικό έρεισμα της μεχρι τώρα ισχυουσας διάταξης του άρθρου 1820 ΑΚ.Ο μεριδούχος πρέπει να προσφύγει σε αγωγή ή δικαστική διαδικασία για να λάβει το ποσό που του αναλογεί.
Η καθυστέρηση ή η αμφισβήτηση της εκτίμησης της αξίας των κληρονομιαίων στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε έντονες ενοχικές διαφορές, με μεγάλες δαπάνες και αβεβαιότητα για τους στενούς συγγενείς οι οποίοι μέχρι σήμερα προστατευονταν με ένα άμεσο εμπράγματο δικαίωμα ενώ με την προτεινόμενη τροποποίηση ο μεριδούχος πρέπει να προσφύγει σε αγωγή ή δικαστική διαδικασία για να λάβει το ποσό που του αναλογεί.
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 1817 Παρ. 1 και 2 αναφορικά με το εξαίρετο και τη χρήση του ακινήτου για ένα έτος μετά το θάνατο, προτείνεται να διευκρινιστεί ότι ο κληρονομούμενος δύναται με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη ή κληρονομική σύμβαση), να ορίσει διαφορετικά.
Επίσης, να περιληφθεί ως προϋπόθεση για τη χρήση του ακινήτου, ο σύντροφός να μην διαθέτει άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του.
«Αρθρο 1825
Περιορισμοί της νόμιμης μοίρας
Αν ο μεριδούχος είναι συγχρόνως και κληρονόμος και η νόμιμη μοίρα του περιορίζεται με την επιβολή καταπιστεύματος ή τον ορισμό εκτελεστή διαθήκης ή βαρύνεται με κληροδοσία ή τρόπο, μπορεί να ζητήσει τη νόμιμη μοίρα, αν αποποιηθεί την κληρονομία. H προθεσμία αποποίησης αρχίζει μόλις ο μεριδούχος λάβει γνώση του περιορισμού ή του βάρους.
Περιορισμός της νόμιμης μοίρας υφίσταται και όταν ο μεριδούχος εγκαθίσταται ως καταπιστευματοδόχος.»
Η συγκεκριμένη αντίστοιχη διάταξη του ΓερμΑΚ (2306 BGB) δεν αναφέρεται στον περιορισμό της νόμιμης μοίρας, αλλά αντίστοιχα του κληρονομικού μερίδιο (einen belasteten Erbteil) οπότε στην περίπτωση αυτή ο κληρονόμος αποποιείται το επιβαρυμένο κληρονομικό μερίδιο και λαμβάνει τότε την νόμιμη μοίρα χωρίς επιβαρύνσεις. Συνεπώς, προτείνεται βελτίωση γλωσσική στο τελικό νομοσχέδιο.