• Σχόλιο του χρήστη 'Τάσος Αθανασόπουλος' | 3 Απριλίου 2026, 19:08

    Παράνομη ή ανήθικη αίρεση Κατά τη διάταξη του άρθρου 208 ΑΚ, «αίρεση που προσδίδει παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο στη δικαιοπραξία την καθιστά άκυρη». Αντίθετα στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο (ΑΚ 1789) ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της αίρεσης ουδόλως επενεργεί στο κύρος της διαθήκης ακεραίας, παρά μόνο κρίνεται η αίρεση αμελητέα και αδιάφορη για το κύρος της διαθήκης. Όμως στην περίπτωση της διαθήκης, που περιέχει περισσότερες διατάξεις, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, θα κριθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, από το αν δηλαδή ο διαθέτης θα ήθελε να ισχύσουν, χωρίς την άκυρη διάταξη, οι άλλες διατάξεις της διαθήκης, οπότε είναι ερευνητέα η υποθετική βούληση του διαθέτη, κατά το χρόνο κατάρτισης της διαθήκης[1]. Κατά συνέπεια δεν με βρίσκει σύμφωνο de lege ferenda η διαφοροποίηση της διάταξης αυτής, ως μη γεγραμμένης δηλαδή της παράνομης ή ανήθικης αίρεσης ,σε περίπτωση περισσότερων της μιας διατάξεων, εφόσον οι λοιπές διατάξεις της διαθήκης παραμένουν ισχυρές (181). Ασφαλώς όμως δεν παροράται ότι στο προκείμενο υφίσταται σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή της προστασίας της βούλησης του διαθέτη και την ανάγκη της μη «νομιμοποίησης» του παράνομου και ανήθικου. Η ισχύουσα λύση (αίρεση = σαν να μην γράφτηκε) υπηρετεί πρωτίστως τη διάσωση της διαθήκης, όντας πολύ κοντά στη ratio του άρθρου 181 ΑΚ (μερική ακυρότητα με διάσωση του υπολοίπου), αλλά χωρίς τη δύσκολη και αβέβαιη έρευνα της υποθετικής βούλησης κάθε φορά. Εντούτοις όμως δεν αποκλείεται το παράνομο ή ανήθικο κύρος της αίρεσης να επηρεάσει ολόκληρο το κύρος της διαθήκης, ενώ αντίθετα με τη διατύπωση του άρθρου παραμένει σε ισχύ η διαθήκη σε κάθε περίπτωση. Η έρευνα ασφαλώς της υποθετικής βούλησης είναι εξαιρετικά αβέβαιη στη διαθήκη (όταν λ.χ. ο διαθέτης έχει πεθάνει), διότι υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούμε σε ολική ακυρότητα, ενώ ο διαθέτης πιθανότατα θα προτιμούσε να ισχύσει η διάταξη χωρίς την αίρεση, ώστε να καταλήξει πιο “τιμωρητική” για τον διαθέτη απ’ όσο χρειάζεται. Δικαιοπολιτικά επομένως φρονώ ότι ναι μεν να διατηρηθεί η διάταξη (το μη γεγραμμένο της αίρεσης) ως έχει – αφού ο διαθέτης δεν θα ήθελε να ισχύσει η διαθήκη του καθόλου, κάτι που αντιστρατεύεται πλήρως την πραγματική βούληση - χωρίς την αίρεση, παραμένοντας έτσι ως κανόνας, με δυνατότητα κατ’ εξαίρεση προσφυγής στην ΑΚ 181 ΑΚ, όταν προκύπτει ότι η αίρεση ήταν καθοριστική για ολόκληρο το περιεχόμενο της διαθήκης. Έτσι γ.π. «Σου αφήνω την περιουσία μου, αν χωρίσεις τη σύζυγό σου» Αν η αίρεση αγνοηθεί, μένει απλή εγκατάσταση — κάτι που ίσως αντιστρατεύεται πλήρως την πραγματική βούληση. [1]Λιτζερόπουλος, οπ. παραπ., παρ. 189, σελ. 188, Παπαντωνίου Νικ., οπ. παραπ., σελ. 275, Καράσης Μ., Δίκαιο της Δικαιοπραξίας, σελ. 122).