Αρχική Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και συναφείς διατάξειςΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΕΜΠΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Άρθρο 3 Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου – Αντικατάσταση Πέμπτου Βιβλίου Αστικού ΚώδικαΣχόλιο του χρήστη Αντώνης Παπαδημητρόπουλος | 5 Απριλίου 2026, 22:01




Α. Τύπος Διαθήκης 1. Έκτακτη διαθήκη Η ρύθμιση του ΑΚ έχει υποστεί έντονη κριτική από νομοτεχνική άποψη. Ούτως ή άλλως, λόγω της τεράστιας προόδου του εγγραμματισμού στην Ελλάδα από τη σύνταξη του ΑΚ έως σήμερα και την ευκολία που προσφέρει η ιδιόγραφη διαθήκη, είναι αμφίβολο αν οι έκτακτες διαθήκες εξυπηρετούν ακόμη κάποια πρακτική χρησιμότητα → Ενδεχομένως έχει νόημα να εξεταστεί η πλήρης κατάργηση της έκτακτης διαθήκης. Οπωσδήποτε η ύπαρξη της ρύθμισης στον ΑΚ μάλλον δεν βλάπτει, ενώ το σχέδιο εξορθολογίζει δραστικά τη σημερινή ατυχή ρύθμιση του Σύμφωνα με το σχέδιο, παραβιάσεις του τύπου στην έκτακτη διαθήκη δεν επάγονται ακυρότητα της διαθήκης «αν αποδειχθεί ότι η καταγραφή της περιλαμβάνει την αληθινή δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης». Ίσως η διάταξη αυτή να πρέπει να αποτελέσει υπόδειγμα και για τις τακτικές διαθήκες. 2. Τακτικές διαθήκες Έχει νόημα να εξαγγέλλεται ότι πλέον και ανήλικοι 16 ετών μπορούν να συντάσσουν διαθήκη (1719), όταν τελικά η δυνατότητα περιορίζεται στη δημόσια διαθήκη (τα άρθρα 1723 και 1749 για ιδιόγραφη και μυστική προϋποθέτουν ενηλικότητα) 3. Ιδιόγραφη Η μόνη διαφοροποίηση αφορά το ζήτημα της χρονολογίας. Συνεχίζει να απαιτείται, όπως και σήμερα, η χρονολόγηση με ημέρα, μήνα και έτος ως προϋπόθεση του κύρους της διαθήκης. Όμως πλέον ορίζεται ότι εκτός από την ψευδή και την εσφαλμένη, η ελλιπής χρονολογία δεν επάγεται από μόνη της ακυρότητα. Σήμερα αν λείπει από τη χρονολογία η ημέρα η διαθήκη είναι άκυρη (άρθρο 1718 ΑΚ). Με τη νέα ρύθμιση η διαθήκη είναι έγκυρη. Σαφώς πρόκειται για απόφαση στην ορθή κατεύθυνση: Γιατί να είναι έγκυρη η διαθήκη που έχει απολύτως ψευδή ημερομηνία (λ.χ. έτος μετά τον θάνατο του διαθέτη), αλλά όχι λ.χ. η χρονολόγηση με τη φράση «Δεκέμβρης ’91» (ελλιπής ημερομηνία – λείπει η ημέρα); Πρόκειται για την περίπτωση που έκρινε η ΟλΑΠ 7/2017 – και έκρινε τελικά άκυρη τη διαθήκη επειδή δεν προέκυπτε η ημέρα, παρότι δεν υπήρχαν λόγοι ακυρότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα ούτε υπήρχε άλλη διαθήκη στον ίδιο μήνα. Παραμένει βέβαια το ζήτημα πότε η χρονολογία θα θεωρείται ελλιπής (πχ αρκεί η χρονολόγηση με τη λέξη Δεκέμβριος;). Κατά τη γνώμη μου, ορθότερο θα ήταν γίνει ένα πιο τολμηρό βήμα και να αποσυνδεθεί πλήρως η χρονολόγηση από το κύρος της διαθήκης, εφόσον μπορεί να αποδειχτεί πότε συντάχθηκε. Ούτως ή άλλως τα ίδια προβλήματα απόδειξης δημιουργεί η ψευδής ή εσφαλμένη ημερομηνία. Επισημαίνω εδώ ότι σύμφωνα με την πρόσφατη ομιλία του προέδρου της επιτροπής κυρίου Απ. Γεωργιάδη (14 Ιανουαρίου 2026 – δημοσιεύεται και στο τελευταίο τεύχος ΧρΙΔ): «σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις, η έλλειψη ημερομηνίας στην ιδιόγραφη διαθήκη επιφέρει μόνο δυνητική ακυρότητα αυτής, δηλαδή μόνο αν συντρέχει και κάποιος άλλος λόγος ακυρότητας». Αν αυτός είναι ο στόχος, τον οποίο προσωπικά επικροτώ απόλυτα, πρέπει να διευκρινιστεί στο κείμενο του νόμου, λ.χ. με την προσθήκη της λέξης ελλείπουσα χρονολογία: Έτσι η διάταξη θα μπορούσε ορίζει «Ψευδής, εσφαλμένη, ελλιπής ή ελλείπουσα χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης». Βλ. αναλυτικά για το ζήτημα Παπαδημητρόπουλος, «Ελλιπής χρονολογία και άλλες περιπτώσεις ελαττωματικής χρονολόγησης διαθήκης - Μελέτη με αφορμή την ΟλΑΠ 7/2017», ΕφΑΔ 2018, 867. ___________________ Η προϋπόθεση της ιδιόχειρης γραφής παραμένει. Δεν ξέρω αν εξετάστηκαν κι άλλοι τύποι από την επιτροπή ή τι λένε τα δικαιοσυγκριτικά δεδομένα. Ενδεχομένως θα μπορούσε να εξεταστεί αν θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία που προσφέρει μεγάλη ασφάλεια, ευκολία και αδιαμφισβήτητη ακρίβεια στη χρονολόγηση. Ίσως πρόκειται για μια σημαντική ευκαιρία να επιτραπεί η διαθήκη με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Παρέχει μεγάλη ευκολία αλλά και πιο αυξημένα εχέγγυα γνησιότητας από τη γραφή με το χέρι. → Ίσως πρόκειται για τη φυσική εξέλιξη της ιδιόχειρης διαθήκης στη σύγχρονη εποχή (ευκολία και ασφάλεια). ______________ 4. Δημόσια διαθήκη Δεν μεταβάλλεται κάτι ιδιαίτερο – πλέον αρκούν 2 μάρτυρες αντί για 3 στο ισχύον δίκαιο (και 3 αντί για 5 αν ο διαθέτης είναι κωφός και δεν μπορεί να διαβάζει). Κατά τα λοιπά οι αυστηρές διατυπώσεις της δημόσιας διαθήκης δεν απλοποιούνται. Εδώ ίσως η απλοποίηση θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρή, ιδίως αν επιδιώκεται η στροφή από την ιδιόγραφη προς τη δημόσια διαθήκη λόγω των κινδύνων πλαστογραφίας που εγκυμονούν (βλ. παρακάτω). Ίσως θα μπορούσε να αρκεί η απλή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, χωρίς καθόλου μάρτυρες. Συχνά στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο (ιδίως για μοναχικούς ανθρώπους μεγάλης ηλικίας) να ανευρεθούν μάρτυρες που δεν συνδέονται με τον διαθέτη και δεν είναι πρόσωπα τιμώμενα με την διαθήκη. Άλλωστε και οι κίνδυνοι που συνδέονται με την έλλειψη μαρτύρων δεν είναι οπωσδήποτε μεγαλύτεροι από άλλες περιπτώσεις – πχ η σύνταξη μεταθανάτιας πληρεξουσιότητας (μονομερής πράξη) μπορεί στην πράξη να έχει εξίσου μεγάλες συνέπειες για την κληρονομιαία περιουσία. Ωστόσο δεν απαιτεί μάρτυρες. Ακόμη περισσότερο με την προτεινόμενη τροποποίηση εισάγεται μια αξιολογική αντινομία. Η κληρονομική σύμβαση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο χωρίς μάρτυρες με παρουσία του τιμώμενου (αντισυμβαλλομένου στη σύμβαση). Η δημόσια διαθήκη απαιτεί μάρτυρες και απαγορεύει παρουσία τιμώμενου. Την ίδια στιγμή η δημόσια διαθήκη (μεγαλύτερες διατυπώσεις) είναι ελεύθερα ανακλητή ενώ η κληρονομική σύμβαση καταρχήν δεσμευτική. 5. Μυστική διαθήκη Ομοίως δεν αλλάζει κάτι ουσιώδες – διευκρινίζεται ότι μπορεί να έχει συνταχθεί και με μηχανικά μέσα, πράγμα που ούτως ή άλλως γινόταν δεκτό. Οι διατυπώσεις για την πράξη του συμβολαιογράφου διατηρούνται. Και εδώ μειώνεται ο αριθμός των μαρτύρων από 3 σε 2. Είναι πάντως αμφίβολο αν η διατήρηση της διατύπωσης αυτής προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Ίσως και αυτή θα έπρεπε να καταργηθεί. _____________ 6. Αυστηρότητα τύπου Στο σχέδιο διατηρείται το σημερινό άρθρο 1718 που θεσπίζει τον κανόνα της ακυρότητας σε περίπτωση μη τήρησης του προβλεπόμενου τύπου. Ίσως θα ήταν προτιμότερη μια χαλάρωση της αυστηρότητας αυτής με μια ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει το σχέδιο για την έκτακτη διαθήκη, ότι δηλαδή η μη τήρηση του τύπου δεν επιφέρει ακυρότητα αν αποδειχτεί ότι η διαθήκη αποδίδει την πραγματική βούληση του διαθέτη. Ίσως μια τέτοια ρύθμιση ανταποκρίνεται καλύτερα στην αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας. Βλ. και παραπάνω τη ρύθμιση για έκτακτες διαθήκες ως υπόδειγμα. 7. Κήρυξη κυρίας Έρχομαι σε μία σημαντική καινοτομία του σχεδίου αναφορικά με την έναρξη των αποτελεσμάτων της ιδιόγραφης διαθήκης. Εισάγεται νέα διάταξη (άρθρο 1763) που επιχειρεί να αποκλείσει περιπτώσεις πλαστογραφίας στις ιδιόγραφες διαθήκες. Στην ουσία εντάσσει τις ιδιόγραφες διαθήκες σε 2 κατηγορίες και διαφοροποιεί τις συνέπειες που έχει η μη κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας. 1η κατηγορία: Διαθήκες που παράγουν άμεσα αποτελέσματα (και πριν από την κήρυξή του ως κυρίων) α) αν η διαθήκη είχε δοθεί εν ζωή προς φύλαξη σε συμβολαιογράφο, β) αν τιμώνται συγγενείς που θα καλούνταν στην πρώτη τάξη ή ο σύζυγος. 2η κατηγορία: Παράγουν αποτελέσματα μόνο αν κηρυχθούν κύριες α) αν τιμώνται άλλα πρόσωπα (ακόμη και συγγενείς), πλην συζύγου ή συγγενών πρώτης τάξης β) σε όλες τις περιπτώσεις αν η διαθήκη δημοσιεύτηκε 2 χρόνια μετά τον θάνατο. Η ρύθμιση συνδέεται με τις δικονομικές απαιτήσεις που έχει η κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας (αναλύονται στη συνέχεια) Αφήνει όμως ανοιχτό το ερώτημα τι γίνεται ενόσω η διαθήκη δεν κηρύσσεται κύρια. Καταρχάς, ο χρόνος επαγωγής παραμένει ο χρόνος θανάτου. Το σημερινό άρθρο 1846 παραμένει ως προς αυτό αναλλοίωτο (νέο άρθρο 1844). Συνεπώς, τα αποτελέσματα της διαθήκης επέρχονται πάντοτε αναδρομικά, ανεξάρτητα από τον χρόνο κήρυξης ως κυρίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα αν μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου ανακαλυφθεί διαθήκη που ανατρέπει την προηγούμενη διαθήκη ή την εξ αδιαθέτου διαδοχή. → Αυτό φαίνεται να εννοεί και το νέο άρθρο 1765 που ορίζει ότι η μη τήρηση των διατάξεων περί δημοσίευσης και κήρυξης κυρίας δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης. Σήμερα όμως η κατάσταση αυτή είναι αναγκαίο παρακολούθημα της άγνοιας του φερόμενου ως κληρονόμου για την ύπαρξη διαθήκης. Πλέον όμως με τη νέα διάταξη ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος που γνωρίζει την ύπαρξη διαθήκης (μπορεί να έχει ήδη δημοσιευτεί) γνωρίζει ότι δεν είναι κληρονόμος. Ωστόσο ο εγκατάστατος με τη διαθήκη δεν καθίσταται ακόμη διάδοχος του κληρονομούμενου ενόσω η διαθήκη δεν κηρύσσεται κύρια. Τι γίνεται στο μεσοδιάστημα μέχρι να κηρυχθεί η διαθήκη κύρια; Τι δικαιούται να κάνει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος όταν ο εκ διαθήκης κληρονόμος ολιγωρεί; Μια πρώτη λύση θα ήταν η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για σχολάζουσα κληρονομία. Τι γίνεται όμως αν ο εκ διαθήκης κληρονόμος δεν είναι άγνωστος ούτε είναι αβέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία, αλλά απλά αδιαφορεί; Μπορεί να διαιωνιστεί η αβεβαιότητα; Ίσως θα ήταν χρήσιμη κάποια σχετική πρόβλεψη. 8. ΚΠολΔ – δημοσίευση, κήρυξη κυρίας Η ρύθμιση του σχεδίου πρέπει να συνδυαστεί με τις νέες, ήδη ισχύουσες, ρυθμίσεις του ΚΠολΔ για τη δημοσίευση και κήρυξη διαθήκης ως κύριας (ισχύουν από 1.11.2025 και μετά, αν και με διαφοροποιήσεις για τη δημοσίευση ανάμεσα σε κληρονομούμενους που πεθαίνουν από 1.11.2025 και μετά· πάντως μετά τις 16.9.2026 η δημοσίευση γίνεται πάντοτε από συμβολαιογράφους). Κατά τον νέο ΚΠολΔ αμφότερες οι πράξεις (δημοσίευση και κήρυξη κυρίας) γίνονται από συμβολαιογράφους. Η δημοσίευση γίνεται ηλεκτρονικά στο μητρώο διαθηκών από τον συμβολαιογράφο ή τον πρόξενο στον οποίο έχει κατατεθεί ή παραδοθεί η διαθήκη (άρθρο 808 ΚΠολΔ). Ομοίως η κήρυξη της διαθήκης ως κύριας γίνεται με πράξη συμβολαιογράφου και απαιτεί είτε δύο μάρτυρες που βεβαιώνουν τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής είτε, αν η διαθήκη ορίζει ως αποκλειστικό κληρονόμο πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος ή συγγενής του διαθέτη, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη (808Α ΚΠολΔ) Στο σχέδιο προβλέπεται τροποποίηση του άρθρου 808Α ΚΠολΔ ώστε στις «περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1763» η κήρυξη της διαθήκης ως κύριας να γίνεται από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, μετά από γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, και μάλιστα μετά από κλήση και του Ελληνικού Δημοσίου αν τιμώμενος με την διαθήκη είναι αποκλειστικά εξωτικός. Ωστόσο είναι ασαφές ποιες περιπτώσεις καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση αφού το άρθρο 1763 § 2 αναφέρεται σε όλες τις ιδιόγραφες διαθήκες και διαφοροποιεί ως προς τα αποτελέσματά τους. Με τη συνολική παραπομπή στη διάταξη αυτή φαίνεται να μην μένει κανένα περιθώριο για κήρυξη διαθήκης κυρίας με τη συνήθη διαδικασία (ενώπιον συμβολαιογράφου και με ένορκη εξέταση δύο μαρτύρων) ακόμη και για ιδιόγραφες που έχουν κατατεθεί προς φύλαξη από τον ίδιο τον διαθέτη ή για ιδιόγραφες με τις οποίες εγκαθίσταται κληρονόμος αποκλειστικά συγγενής 1ης τάξης. Προφανώς πρόκειται για παραδρομή που πρέπει να διορθωθεί πριν από την ψήφιση του σχεδίου. Β. Περιεχόμενο διαθήκης (3ο κεφάλαιο του 5ου βιβλίου) Κι εδώ οι μεταβολές είναι μάλλον περιορισμένης εμβέλειας. 1. Νέο άρθρο 1780 (αιρέσεις) Στο νέο άρθρο 1780 ορίζεται ότι η παράνομη ή ανήθικη αίρεση λογίζεται ως μη γεγραμμένη. Αυτό σημαίνει ότι η διάταξη τελευταίας βούλησης παραμένει έγκυρη, αλλά χωρίς την αίρεση. Πρόκειται για καινοτομία του σχεδίου. Στο ισχύον δίκαιο εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας του άρθρου 208 § 1 που προβλέπει ακυρότητα όλης της δικαιοπραξίας. Η νέα ρύθμιση εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, αφού πλέον η διάταξη της διαθήκης ισχύει χωρίς την αίρεση. Είναι όμως αμφίβολο α) αν το αποτέλεσμα αυτό ανταποκρίνεται πάντα στη βούληση του διαθέτη και β) αν ένας τόσο άκαμπτος κανόνας ρυθμίζει ικανοποιητικά όλες τις περιπτώσεις. Στο ισχύον δίκαιο γίνεται δεκτό ότι η καταρχήν άκυρη διάταξη μπορεί αν ισχύει χωρίς την αίρεση κατά μετατροπή κατ’ άρθρο 182 ΑΚ. Ίσως η ρύθμιση του ισχύοντος δικαίου είναι δικαιοπολιτικά προτιμότερη, ιδίως επειδή αφήνει μεγάλη ευελιξία στον ερμηνευτή του δικαίου. Παράδειγμα: Αφήνω 100.000 € στον μπράβο Χ εάν δείρει την πρώην γυναίκα μου. Προφανώς πρόκειται ανήθικη αίρεση. Είναι όμως ορθό να θεωρείται ως μη γεγραμμένη η αίρεση και να λάβει ο Χ το ποσό άνευ ετέρου; Προτιμότερο να θεωρείται άκυρη ολόκληρη η διάταξη (μαζί με την αίρεση). Αν πάντως ο διαθέτης θα προχωρούσε ούτως ή άλλος στη διάταξη και χωρίς την αίρεση (προφανώς όχι στο παράδειγμα αυτό), είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 182 ΑΚ → μετατροπή. παράδειγμα: εγκαθιστώ κληρονόμο τον γιο μου αν χωρίσει τη γυναίκα του → ανήθικη αίρεση, αλλά κατά μετατροπή η καταρχήν άκυρη διάταξη ισχύει χωρίς την αίρεση. Ο γιος καθίσταται κληρονόμος. ______________ Πάντως πλέον εξομοιώνονται οι ακατάληπτες αιρέσεις με παράνομες ή ανήθικες – όλες θεωρούνται ως μη γεγραμμένες (στο ισχύον δίκαιο – ΑΚ 1794 – μόνο οι ακατάληπτες αιρέσεις θεωρούνται ως μη γεγραμμένες κατ’ απόκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 208) Ομοίως ορθά εξομοιώνονται πλέον οι αιρέσεις αγαμίας (άκυρες κατά το ισχύον δίκαιο) με τις αιρέσεις χηρείας (έγκυρες κατά το ισχύον δίκαιο) – Αμφότερες θεωρούνται πλέον ως μη γεγραμμένες. 2. Νέο άρθρο 1785 (αντιστοιχεί στο άρθρο 1800 ΑΚ) Η διάταξη αποσκοπεί στη διάκριση ανάμεσα σε κληρονόμο και κληροδόχο. Πλέον αναφέρει ρητά την εγκατάσταση κληρονόμου σε δήλο (σε ειδικά αντικείμενα) και εισάγει ως κριτήριο διάκρισης την αξία τους σε σχέση με την όλη κληρονομία και συγκεκριμένα αν αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα αυτή. Το κριτήριο αυτό γίνεται ούτως ή άλλως δεκτό από θεωρία και νομολογία, αλλά δεν είναι το μόνο. Αποφασιστική είναι τελικά μόνο η βούληση του διαθέτη (κατ’ άρθρο 173). Η αξία είναι μόνο ένας ενδείκτης για τη βούληση αυτή. Στο ισχύον δίκαιο η διάκριση κληροδοσίας και εγκατάστασης σε δήλο είναι δύσκολη ιδίως λόγω της δυνατότητας εμπράγματης κληροδοσίας (άρθρο 1996). Πλέον όμως, με την κατάργηση της δυνατότητας αυτής στο νέο σχέδιο, όλες οι κληροδοσίες είναι ενοχικές. Επομένως, για τη διάκριση προστίθεται ένα ακόμη κριτήριο, αν ο διαθέτης θέλησε να περιέλθει άμεσα το αντικείμενο στον τιμώμενο (οπότε πρόκειται αναγκαστικά μόνο για εγκατάσταση σε δήλο) ή να έχει αυτός απλώς ενοχική αξίωση (πλέον μόνο κληροδοσία). Αυτό σημαίνει α) η διάκριση καθίσταται πλέον ευκολότερη με απευθείας αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη και β) η αναφορά μόνο της αξίας του αντικειμένου στη νέα διάταξη είναι ίσως υπερβολικά στενή. Σε κάθε περίπτωση, οι προσθήκες βελτιώνουν μεν τη διάταξη, αλλά δεν απαλλάσσουν πραγματικά τον δικαστή από την ανάγκη αναζήτησης της βούλησης του διαθέτη, ιδίως στις περιπτώσεις που ήδη σήμερα είναι δύσκολες. Παράδειγμα: διαθέτης με περιουσία 5 διαμερίσματα περίπου ίσης αξίας το καθένα και ορίζει ότι ο ανιψιός του θα λάβει το 1 από αυτά. Η διάκριση ανάμεσα σε κληροδοσία και εγκατάσταση σε δήλο είναι σήμερα δύσκολη και παραμένει δύσκολη υπό τη νέα διάταξη. Ίσως μια διάκριση ανάμεσα αφενός σε ακίνητα και αφετέρου σε κινητά ή άλλα δικαιώματα σε συνδυασμό ενδεχομένως με την αξία τους να εξυπηρετούσε καλύτερα την πράξη και την αναγκαία ασφάλεια δικαίου. Παράδειγμα: Θα μπορούσε να εισαχθεί ερμηνευτικός κανόνας ότι η κατάλειψη ακινήτου θεωρείται εν αμφιβολία εγκατάσταση σε δήλο, ενώ η κατάλειψη κινητών ή δικαιωμάτων κληροδοσία εκτός αν αξία τους αντιστοιχεί σε ουσιώδες μέρος της όλης κληρονομίας. Ομοίως ίσως ακριβέστερη είναι η σχέση της αξίας όχι προς την όλη κληρονομία αλλά προς το μερίδιο άλλων εγκατάστατων. Πχ έχω 10 ακίνητα και αφήνω τα 9 στον Α και το 1 στον Β: Εδώ η κληροδοσία είναι εγγύτερα απ’ ό,τι στην περίπτωση όπου έχω 10 ακίνητα και αφήνω από ένα σε 10 διαφορετικά ιδρύματα. 3. Εγκατάσταση σε μέρος κληρονομίας Το ισχύον άρθρο 1801 (νέο 1786) τροποποιείται και δεν αναφέρεται μόνο σε ποσοστό, αλλά γενικότερα σε μέρος κληρονομίας, ώστε να καταλαμβάνει και τη συνήθη περίπτωση της εγκατάστασης σε δήλο. Παράδειγμα: ο διαθέτης ορίζει ότι εγκαθιστά τον φίλο του Α κληρονόμο στο διαμέρισμα στο Παγκράτι και τον Β κληρονόμο στο διαμέρισμα στην Κηφισιά, χωρίς να ορίζει τι συμβαίνει με τα υπόλοιπα ακίνητα της κληρονομίας. Εδώ έχουμε εγκατάσταση σε δήλο και επομένως δεν μπορεί να γίνει κυριολεκτικά λόγος για εγκατάσταση σε ποσοστό της κληρονομίας κατά το γράμμα του ισχύοντος άρθρου 1801 ΑΚ. Ωστόσο πρέπει και στην περίπτωση αυτή να ενεργοποιείται η εξ αδιαθέτου διαδοχή για το υπόλοιπο. Από την άποψη αυτή η νέα ρύθμιση είναι απολύτως εύλογη. Από την άλλη πλευρά δεν είναι κατανοητό γιατί δεν έγινε το ίδιο και για την επόμενη διάταξη (1802 ΑΚ – νέο 1787). Η μόνη διαφορά του άρθρου 1802 από το 1801 είναι ότι ο διαθέτης θέλησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τα πρόσωπα που εγκαθιστά σε μέρος της κληρονομίας. Πχ ο διαθέτης ορίζει: «Αφήνω μοναδικούς μου κληρονόμους τους φίλους μου Α και Β. Στον Α αφήνω το διαμέρισμα στο Παγκράτι και στον Β το διαμέρισμα στην Κηφισιά.» Ας πούμε ότι ο κληρονομούμενος διέθετε και ένα διαμέρισμα στον Πειραιά. Εδώ η εγκατάσταση δεν γίνεται κυριολεκτικά σε ποσοστά, αλλά σε δήλα. Όμως φαίνεται εύλογη η εφαρμογή της διάταξης και στην περίπτωση αυτή. Παρά ταύτα το άρθρο 1802 ΑΚ δεν τροποποιείται στο σχέδιο. Νομίζω ότι ορθότερο θα ήταν να ακολουθηθεί κι εδώ η λύση για το άρθρο 1801. Γ. Συνολική αποτίμηση Η μεγαλύτερη ανατροπή ή καινοτομία στην πράξη φαίνεται να αφορά την έναρξη των αποτελεσμάτων των ιδιόγραφων διαθηκών που σε πολλές περιπτώσεις προϋποθέτουν κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας. Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία αντανακλά μια κάποια δυσπιστία της επιτροπής στις ιδιόγραφες διαθήκες, είναι μάλλον ελλιπής και δημιουργεί δογματικά και πρακτικά ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν στην πράξη. Στην πράξη επίσης θα φανεί αν η νέα ρύθμιση θα περιορίσει τελικά τις περιπτώσεις πλαστογραφίας ή αντιθέτως θα περιορίσει τη χρήση της ιδιόγραφης διαθήκης ως μέσου εύκολης και οικονομικής διευθέτησης της κληρονομικής διαδοχής. Ίσως η προτεινόμενη μεταβολή θα μπορούσε να συνοδευτεί με ακόμη μεγαλύτερη απλοποίηση του τύπου της δημόσιας διαθήκης, προκειμένου να στραφούν οι διαθέτες περισσότερο στη δημόσια διαθήκη και λιγότερο στην ιδιόγραφη. Αφετέρου αναρωτιέται κανείς αν η σπάνια ευκαιρία της τροποποίησης ενός σχετικά άκαμπτου κλάδου του αστικού δικαίου αξιοποιήθηκε επαρκώς 1ον για να επιλυθούν διχογνωμίες που απασχολούν θεωρία και πράξη και 2ον, και κατά τη γνώμη μου πιο σημαντικό, για να αξιοποιηθεί η τεχνολογία στην αποτύπωση της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, στο μέτρο που προσφέρει αυξημένη ευκολία και εκτεταμένα εχέγγυα ασφάλειας. Ίσως στο σημείο αυτό να είναι μια ευκαιρία να ξεφύγει ο νομοθέτης από τους περιορισμούς του 1ου μισού του 20ου αιώνα, στον οποίο διαμορφώθηκε το ισχύον κληρονομικό δίκαιο, και να εξετάσει με απροκατάληπτο τρόπο τις δυνατότητες που προσφέρει ο 21ος αιώνας.