• Σχόλιο του χρήστη 'Αρχιμανδρίτης Δρ. Αθηναγόρας Σουπουρτζής' | 17 Απριλίου 2026, 01:03

    Η επιχειρούμενη, δια του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, συνολική αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου συνιστά, αναμφιβόλως, μία καίρια νομοθετική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της συστηματικής αποσαφήνισης ενός κατεξοχήν θεμελιώδους κλάδου του ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος, όπως επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση, παρέμενε επί μακρόν ουσιαστικά αμετάβλητος και αποσυνδεδεμένος από τις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες. Ωστόσο, παρά τη σαφή επιδίωξη του νομοθέτη να άρει ερμηνευτικές αμφιβολίες και να επιτύχει συστηματική συνοχή του νέου κανονιστικού πλαισίου, παρατηρείται μία αξιοσημείωτη και, κατά τη γνώμη μου, ουσιώδης παράλειψη: η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ρητής αναφοράς ή ρύθμισης σχετικά με την κληρονομική διαδοχή των μοναχών και, ιδίως, των ιερομονάχων. Η παράλειψη αυτή δεν είναι απλώς νομοτεχνικής φύσεως, αλλά εγείρει ζητήματα ουσιαστικής πληρότητας και ασφάλειας δικαίου. Και τούτο διότι η κληρονομική διαδοχή των μοναχών αποτελεί ιδιότυπο και σύνθετο θεσμό, ο οποίος δεν εντάσσεται αμιγώς στο κοινό αστικό δίκαιο, αλλά συγκροτείται στο μεταίχμιο μεταξύ κανονικού και πολιτειακού δικαίου, με έντονες ιστορικές και κανονικές καταβολές. Ειδικότερα, η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει διαχρονικά ένα ιδιαίτερο καθεστώς περιουσιακών σχέσεων των μοναχών, ήδη από την είσοδό τους στον μοναχικό βίο, όπου, κατά την παγία εκκλησιαστική και νομολογιακή αντίληψη, αυτοί θεωρούνται «οιονεί αποθανόντες» ως προς τις προγενέστερες περιουσιακές τους σχέσεις. Η ιδιαιτερότητα αυτή επηρεάζει καθοριστικά τόσο τη διάθεση της περιουσίας τους εν ζωή όσο και την τύχη αυτής μετά τον φυσικό τους θάνατο. Παράλληλα, η προβληματική αυτή δεν εξαντλείται στο επίπεδο του φυσικού προσώπου, αλλά εκτείνεται κατ’ ανάγκην και στο θεσμικό επίπεδο των Ιερών Μονών, οι οποίες λειτουργούν, κατά το ισχύον δίκαιο, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και συνδέονται οργανικά με την περιουσιακή κατάσταση των μοναχών. Η σχέση αυτή, η οποία αφορά ιδίως την τύχη της περιουσίας τόσο προ όσο και μετά την κουρά, καθώς και τη μεταβίβασή της είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί επαρκώς μέσω των γενικών κανόνων του αστικού δικαίου, χωρίς να διακυβευθεί η κανονική και θεσμική της ιδιοπροσωπία. Η ισχύουσα ειδική νομοθεσία (ενδεικτικώς το καθεστώς του ΓΥΙΔ΄/1909 και συναφείς διατάξεις που διατηρούνται σε ισχύ μέσω του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα), σε συνδυασμό με την πλούσια νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων και ιδίως του Αρείου Πάγου, έχει διαμορφώσει ένα ιδιότυπο, πλην όμως σαφές, κανονιστικό πλαίσιο τόσο για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών και των ιερομονάχων όσο και για τη συναφή περιουσιακή σχέση αυτών με τις Ιερές Μονές. Υπό το πρίσμα αυτό, η σιωπή του προτεινόμενου σχεδίου νόμου δημιουργεί εύλογα ερμηνευτικά ερωτήματα ως προς: • τη διατήρηση ή μη της ισχύος του υφιστάμενου ειδικού καθεστώτος, • τη σχέση του νέου Πέμπτου Βιβλίου του Αστικού Κώδικα με τις ειδικές αυτές διατάξεις, • και, τελικώς, την ενότητα και συνοχή του εφαρμοστέου δικαίου. Η έλλειψη ρητής ρύθμισης ενδέχεται να οδηγήσει σε αναβίωση ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, τις οποίες το ίδιο το σχέδιο νόμου επιδιώκει, κατ’ αρχήν, να άρει, ιδίως ως προς ζητήματα που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομολογιακής επεξεργασίας. Κατά συνέπεια, προτείνεται, για λόγους συστηματικής πληρότητας, ασφάλειας δικαίου και αποφυγής αντινομιών, είτε: α) η ρητή διατήρηση σε ισχύ των ειδικών διατάξεων που διέπουν την κληρονομική διαδοχή των μοναχών και των ιερομονάχων, καθώς και της συναφούς περιουσιακής σχέσης αυτών με τις Ιερές Μονές ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σαφή αναφορά στη σχέση τους προς το νέο δίκαιο, είτε β) η ενσωμάτωση ειδικής ρύθμισης στο νέο Πέμπτο Βιβλίο, η οποία θα λαμβάνει υπόψη την ιδιομορφία της μοναχικής ιδιότητας και τις κανονικές της συνέπειες, καθώς και τη θεσμική διάσταση της περιουσιακής ενσωμάτωσης στη Μονή. Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη δεν θα εξυπηρετούσε μόνον τη δογματική συνέπεια του δικαίου, αλλά και την πρακτική ανάγκη των εφαρμοστών του, συμβάλλοντας στην αποτροπή συγκρούσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτειακής έννομης τάξης.